Covid-19: Η αποδοχή του Θανάτου

0
968

Ι.  Πόσο καιρό θα μεσολαβούμε για τη σωτηρία ενός τμήματος του πληθυσμού και για την καταδίκη ενός άλλου; , αναρωτιέται ο Jean- Marc Jancovici [:πρόκειται για τον Γάλλο ειδκικό σύμβουλο σε θέματα ενέργειας και κλίματος]  σε ένα video στο youtube.

Στα έργα του Philippe Ariès, Ο άνθρωπος ενώπιον του Θανάτου (εκδόσεις της Εστίας, 2006) και Δοκίμια για τον Θάνατο στη Δύση (εκδόσεις Γλάρος, 1998), προτείνεται ένας θάνατος που είναι «κοινωνικό γεγονός», συγκρίνοντας τον Μεσαίωνα στον οποίον ο θάνατος ήταν τόσο οικείος με τον θάνατο στις μέρες μας που δεν είναι απλά περισσότερο περιπτωσιακός, αλλά και κυρίως αόρατος: πεθαίνει κανείς στο νοσοκομείο, «στα μαλακά». Ο θάνατος έχει τόσο απαλειφθεί από τα ήθη μας που με δυσκολία μπορούμε να τον φανταστούμε ή να τον κατανοήσουμε. Η αρχαία στάση κατά την οποία ο θάνατος ήταν ταυτόχρονα προσιτός, οικείος και μη αισθητός έρχεται σε αντίθεση με τη δική μας που ο ίδιος θάνατος προκαλεί τόσο φόβο ώστε δεν μπορούμε ούτε να τον προφέρουμε. Ακατανόητος, μη αποδεκτός, εκτός και αν πρόκειται να είναι αποτέλεσμα απόφασης (όπως στην ευθανασία), είναι επίσης διαγραμμένος, σχεδόν μειωμένος στην σημασία του.

Όμως τι πραγματικά συμβαίνει όταν είναι γίνεται πραγματικά απίθανο να τον αρνηθείς ή να τον καμουφλάρεις; Tί συμβαίνει όταν ο θάνατος επανέρχεται και επιβάλλεται σκανδαλωδώς στη δημόσια σφαίρα; Kατά παράδοξο τρόπο, αυτός γίνεται αντικείμενο υπερβολικής αφήγησης, σχεδόν υπερβολής, κατά κάποιο τρόπο «μυθιστορηματικοποιείται»: αυτή η στρατηγική θα είχε ακριβώς ως στόχο να αναισθητοποιήσει το αποτέλεσμα, να υπογραμμίσει τον εξαιρετικό του χαρακτήρα, που είναι καταστροφικός; Από αυτή την άποψη, ο μοντέρνος Τύπος της εποχής μας παίζει έναν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία της μυθιστορίας της θνητότητας του κορωνοϊού, μετατρέποντας κάθε νέο θάνατο σε ένα θέαμα, σε ένα ακόμα επεισόδιο σε μία σειρά τηλεριάλιτι και την πανδημία σε μία «ινφο-δημία»: η σκηνή του εγκλήματος είναι μία αγορά στη Wuhan, στην επαρχία της Hubei, στην κεντρική Κίνα, τον προηγούμενο Δεκέμβριο.

Ειρωνεία: στις μέρες μας ο θάνατος είναι σαν να «ελέγχεται» από την ιατρική, επειδή από τη μία είναι πολύ περισσότερο «αποδυναμωμένος» από αυτήν (εμβόλια, φάρμακα, προγνωστικά τεστ), και από την άλλη επειδή γίνεται αναπόφευκτος, «ελαφρύνεται» με τους τόσους καθετήρες και τα καταπραϋντικά. Σε αντίθεση με αυτή την εικόνα, ο θάνατος από τον κορωνοϊό έρχεται ακριβώς να υπογραμμίσει την αποτυχία της ιατρικής, ή ακόμα περισσότερο την αποτυχία ενός γαλλικού συστήματος υγείας που έχει αποδυναμωθεί μετά από μία περίοδο λιτότητας: διότι, στην πραγματικότητα κατεξοχήν αντι-ρομαντικός ο εγκλεισμός δεν εισάγεται και επιβάλλεται – όπως η μικρή «μουσική» των Μέσων υπονοεί, για να «σωθούν ζωές», αλλά για να «σωθούν κλίνες», και πιο συγκεκριμένα «για να αποφύγουμε το pic της επιδημίας πολύ γρήγορα και να μεταμορφώσουμε αυτήν την απότομη κορύφωση της εξέλιξης- όπως συμβαίνει στην Ιταλία – σε μια καμπύλη σε σχήμα λόφου, με μια πιο ομαλή κατανομή των περιπτώσεων με την πάροδο του χρόνου»

Σύντομα, η επιδημία και ο μιντιακός της χειρισμός μας λένε πολλά για τη μοντέρνα σχέση μας με τον θάνατο, για τη ριζική μη ανεκτικότητα μας στο ρίσκο του θανάτου. Αλλά με τον απρόσμενό της χαρακτήρα η κατάσταση δεν θα δώσει, ακριβώς, έδαφος για μία νέα σχέση με τον θάνατο; Αυτή η ερώτηση του «κόστους του θανάτου», ή πολύ περισσότερο των θυσιών που είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε για να τον αποφύγουμε, δεν θα κυριαρχήσει με οξύτητα και δεν θα δώσει έδαφος για απρόσμενες απαντήσεις; Διότι, είμαστε ενώπιον ενός καταστροφικού σεναρίου που θα τείνει να επαναλαμβάνεται, και με μία μεγαλύτερη ένταση.

Τόσοι πολλοί ιοί (Ebola, Mers-CoV, Nipah κα) στο προσεχές μέλλον θα μας οδηγήσουν σε μία «φυσιολογικοποίηση» του θανάτου, όπως συνέβαινε στον Μεσαίωνα; Σε μία εκ νέου αποδοχή του; Για πόσο καιρό ακόμα θα ζυγίζουμε τις καταστάσεις υπέρ του εγκλεισμού (καραντίνας) και των ακραίων προληπτικών μέτρων, για πόσο καιρό ακόμα θα μπορούμε να υποφέρουμε το «με όποιο κόστος»;

ΙΙ.  Η ιδέα σύμφωνα με την οποία η υγεία, ή ακόμα και το γεγονός ότι είμαι εν ζωή, και φροντίζω και για τη διατήρηση της ζωής των άλλων, είναι η υπέρτατη αξία της δυνατότητας όλων των άλλων αρετών (βέβαια, είναι δύσκολο να είσαι ελεύθερος, όταν είσαι νεκρός…), δεν βρίσκει και τόση απήχηση στην πρακτική ζωή. Εάν για κάποιους φιλοσόφους, αυτός ο ιός μας θυμίζει ότι η υγεία είναι η βασική προϋπόθεση της ελευθερίας, πιστεύω αντίθετα ότι η ελευθερία του ανθρώπου συνίσταται ακριβώς στο να αναλαμβάνει μερικές φορές πράγματα παρά το ρίσκο του θανάτου: ποιος ανάμεσα στα ζώντα όντα εκτός από τον άνθρωπο μπορεί τόσο συχνά να αρνείται τη συνείδηση του θανάτου, να γίνεται ήρωας, ή ακόμα και να αυτοκτονεί, αρνούμενος το αδυσώπητο του θανάτου; Και ποιοι, εκτός από τους «ηλικιωμένους» μας δεν είναι τόσο αναίσθητοι στις τεχνικές ανακαλύψεις της silver economy, που έχουν ως σκοπό τους να τους «σώσουν» από ένα βέβαιο θάνατο; Γι’ αυτό, καμία κοινωνία, στην πράξη, δεν έχει ποτέ τοποθετήσει την υγεία στη θέση της απόλυτης αξίας «ό,τι κι αν κοστίζει». Ας θυμηθούμε, με αυτή την αφορμή, τις ουτοπίες ασφάλειας που, όπως στο I Robot του Alex Proyas [: αμερικανικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, 2004, βασισμένο σε μικρή ομώνυμη ιστορία του Isaac Asimov], η VIKI, η «μητέρα», η τεχνητή νοημοσύνη, σκέφτεται σε δεοντολογική ψυχρότητα ότι πρέπει να αναλάβει τον παγκόσμιο έλεγχο των ανθρώπων, για να τους προστατεύσει από την τάση τους να θέτουν εαυτούς σε κίνδυνο […]

ΙΙΙ.  […] Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε τις αντιδράσεις στην επιδημία του κορωνοϊού Covid-19 με εκείνες του 1957 και του 1969 στη λεγόμενη “Γρίπη του Χονγκ Κονγκ”, η οποία προκάλεσε 40.000 θανάτους στη Γαλλία σε 2 μήνες και ένα εκατομμύριο παγκοσμίως : «Ποιος θυμάται;»,  Αναρωτιέται ο  Daniel Schneidermann[1], κάνοντας λόγο με έκπληξη για την εξαιρετική σιωπή του Τύπου και των κυβερνήσεων σχετικά με το θέμα αυτό! Βεβαίως, η υποτιθέμενη θνησιμότητα της τρέχουσας πανδημίας θα είναι 4 φορές υψηλότερη, αλλά είναι αυτός ο μόνος λόγος; Το 1969  δεν ήταν ο Μεσαίωνας και μπορεί κανείς να υποθέσει αναμφισβήτητα ότι αυτή η σιωπή και αυτή η μικρότερη αντίδραση στην πανδημία δεν μπορεί να αποδοθεί στη μικρότρεη αξία που είχε δοθεί στη ζωή ή στη μεγαλύτερη αδιαφορία προς την νεκρούς.

Ο λόγος οφείλεται στο γεγονός ότι η πανδημία των κορωνοϊών «έχει σημάνει μία επανάσταση ενάντια στην παγκοσμιοποίηση» και τελικά αποδίδει «την οξεία συνειδητοποίηση του παραλογισμού του συστήματος», και όπως μας θυμίζει αυτό το άρθρο από το LaTribune.fr και ο ιστορικός Patrick Zylberman, «η εποχή της γρίπης του Χονγκ Κονγκ ήταν ένας θρίαμβος της ιατρικής: το 1967, ο γενικός διευθυντής της αμερικανικής υγείας δεν είπε ότι το κεφάλαιο για τις μολυσματικές ασθένειες έκλεισε;» Τι, οι επιδημίες δεν ήταν χαρακτηριστικά των μεσαιωνικών κοινωνιών ή, ενδεχομένως, κάποιων καθυστερημένων λαών; Και αυτό το άρθρο του 2005 που δημοσιεύτηκε στην Liberation αναφέρει την ανάλυση του ιστορικού της δημόσιας υγείας στο EHESS, Patrice Bourdelais: «Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, είχαμε εμπιστοσύνη στην πρόοδο γενικά, και την ιατρική πρόοδο ειδικότερα· εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη μολυσματική θνησιμότητα στις ανεπτυγμένες χώρες, αλλά οι περισσότερες επιδημίες εξαφανίστηκαν εκεί χάρη στα εμβόλια, τα αντιβιοτικά και την υγιεινή. η γρίπη θα εξαφανιστεί αναπόφευκτα»-  σίγουρα, η νοοτροπία της εποχής δεν το ψυχόδραμα της υγείας …Ιδού, η διαφορά: στη δεκαετία του 1960, υπήρχε εμπιστοσύνη στην πρόοδο και στον θεμελιωμένο χαρακτήρα του πολιτιστικού μας μοντέλου.

Αύριο, λοιπόν, τι θα συμβεί στη σχέση μας με το θάνατο; Εάν, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Philippe Ariès, πιθανότατα δεν θα επιστρέψουμε σε μια εξομάλυνση του θανάτου όπως στον Μεσαίωνα, η ματιά μας στον θάνατο, η σχέση μας με την ευάλωτη θέση μας, θα πρέπει αναμφίβολα να εξελιχθεί. Πιστεύω ότι η «επιβίωση», όχι απαραίτητα με την έννοια των επιβιωσάντων, αλλά μάλλον με την έννοια της ικανοποίησης των πρωτογενών αναγκών, θα επανέλθει στο επίκεντρο του κοινωνικού μας μοντέλου: «επαναχωρικοποίηση» των στρατηγικών τομέων της ανθρώπινης δραστηριότητας, που είναι ζωτικής σημασίας όπως τα τρόφιμα, η υγεία, κλπ, , επιστροφή στις «εκτάσεις» και τις γεωργικές δραστηριότητες σε ένα εκτεταμένο μοντέλο σημαντικού τμήματος του πληθυσμού, σημαντική μείωση της κινητικής κινητικότητας, αποκλείοντας τις χρήσεις προτεραιότητας, ενεργητική αποανάπτυξη σε συνδυασμό με μία μαζική επένδυση στην απομόνωση των κατοικιών, και τόσα άλλα…

(απόδοση του ομώνυμου άρθρου 30.3.2020 [Ι], 31.3.2020 [2], και 1.4.2020, της Clémence Chastan), επιμ: Μαν. Βαρδής

Το άρθρο στο πρωτότυπο:

COVID19: ACCEPTER LA MORT ? 1/3 [https://revuelimite.fr/covid19-accepter-la-mort-1-3] 

COVID19: ÉVITER LA MORT À TOUT PRIX ? 2/3 [https://revuelimite.fr/covid-19-eviter-la-mort-a-tout-prix-2-3]

COVID19: LA DÉMONDIALISATION OU LA MORT 3/3 [https://revuelimite.fr/covid19-la-demondialisation-ou-la-mort-3-3?fbclid=IwAR19F_Z1bExTmLIDpuBEjY3JpY5zVAIgPWKKVhE-90ax7BqPVLUd0LXXgJ0]

[1] https://www.liberation.fr/debats/2020/03/22/1969-annee-epidemique_1782669

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here