Για τα Collectanea του Ζήσιμου Λορεντζάτου

0
407

Στον χώρο του πνεύματος η έννοια της επικαιρότητας είναι πολύ ασαφής κι αμφίβολη. Ο Σεφέρης έλεγε (ή παράθετε) πως ένα κείμενο που γράφτηκε πριν από εκατό χρόνια μπορεί να είναι επίκαιρο, ενώ τίποτε δεν είναι πιο παλιό από τη χθεσινή εφημερίδα. Νομίζω ωστόσο πως μπορούμε να ορίσουμε την επικαιρότητα ενός κειμένου με διττώς: Α. Επίκαιρο είναι ένα κείμενο που γράφτηκε σήμερα. Β. Επίκαιρο είναι ένα κείμενο που μας αφορά σήμερα. Ο δεύτερος ορισμός διατρανώνει την επικαιρότητα των κλασσικών κειμένων, αφού αυτά αφορούν τον άνθρωπο κάθε καιρού και τόπου. Πέρα όμως από τους κλασσικούς του παγκόσμιου κανόνα (ας τους ονομάσουμε μείζονες κλασσικούς), υπάρχουν κι αυτοί των τοπικών κανόνων: κάθε χώρα έχει τους κλασσικούς της (ας τους ονομάσουμε ελάσσονες κλασσικούς). 

   Ένας τέτοιος κλασσικός είναι, νομίζω, σε εμάς ο Λορεντζάτος. Έτσι η πρόσφατη editio princeps των Collectanea από τον Δόμο πληροί και τα δύο κριτήρια  της  συγγραφικής επικαιρότητας: φέρνει για πρώτη φορά στο φως  έργο ενός νεοέλληνα κλασσικού. Αναμφισβήτητα πρόκειται για εκδοτικό και συγγραφικό γεγονός.

  Τα Collectanea είναι μια συλλογή καταγραφών δίχως ημερομηνία που ο Λορεντζάτος  τις έγραφε για πάνω από εξήντα χρόνια, από το 1941, την χρονιά που εκδήμησε ο πατέρας του ως το 2003, ένα είδος «ανθημερολογίου» της πνευματικής του ζωής που εντάσσεται στη λαμπρή παράδοση που εγκαινίασαν τα Εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου και συνέχισαν στα νεώτερα χρόνια τα περίφημα Fragments d’ un Journal intime του Amiel, το λίκνο απ’ όπου ξεπήδησαν το Βιβλίο της Ανησυχίας του Πεσσόα κι οι  Μέρες του Σεφέρη. Ανήσυχο πνεύμα ο Λορεντζάτος, όπως κι οι προκάτοχοί του, αγκαλιάζει μια πληθώρα ζητημάτων, μεταφυσικών, πολιτικών, λογοτεχνικών, επιστημονικών. Τα σύγχρονα γεγονότα         (από την έκρηξη στο Τσερνομπίλ και την κρίση στον Περσικό ως την 11 Σεπτεμβρίου) δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Οι τοποθετήσεις του σε ζητήματα όπως η παιδεία ( «Το μεγαλύτερο κατόρθωμα, όταν θα περάσεις μέσα από την παιδεία ή γενικά την εκπαίδευση (κατώτερη, μέση, ανώτερη)- όχι μονάχα σε εμάς εδώ στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο- είναι πώς να της ξεφύγεις για να επιζήσεις» καταγραφή 720), η σύγχρονη μαζική βιβλιοπαραγωγή («οι αναρίθμητοι γραφιάδες που γράφουν αναρίθμητα βιβλία, θαρρώντας πως  μπορεί ποτέ τα αναρίθμητα αυτά βιβλία, νεκρά από την κοιλία της μάνας τους, να ζωντανέψουν μια μέρα» κατ. 1016, ελαφρά παραλλαγμένη) ή η παρασιτική επιβίωσή μας ως κράτους από τα δάνεια ( «Εκείνο που θα έπρεπε να μας απασχολεί όλους και που δεν απασχολεί κανέναν… είναι πως ζούμε με δανεικά στην κυριολεξία, πως δεν κερδίζουμε τη ζωή μας. Μας ζουν» κατ. 185) ξαφνιάζουν με την αιχμή τους και την  προφητική τους οξυδέρκεια.

   Καθώς, τέλος, στα Collectanea συσσωματώνονται πάμπολλα χωρία από τις πιο ετερόκλητες πηγές (από τον Πλάτωνα ως τον Einstein, κι απ’ τον Καβάφη και τον Yeats ως τον Wittgenstein), τα οποία ο συγγραφέας τους έχει αφομοιώσει σε τέτοιον βαθμό, ώστε πλέον έχουν γίνει «σαρξ εκ της σαρκός του», το όλο έργο μοιάζει με τεράστιο κέντρωνα.  Ο Λορεντζάτος παίρνει  κάθε τι άξιο και αυθεντικό, απ’ όπου κι αν προέρχεται (αρχαιότητα, Βυζάντιο, λαϊκός πολιτισμός, ευρωπαϊκή σκέψη και τέχνη) κι απεργάζεται όλα αυτά τα στοιχεία  σε μια δυναμική σύνθεση, που μας βοηθά να χτίσουμε τη συλλογική και προσωπική μας ταυτότητα. Έτσι τα Collectanea λειτουργούν ως μια μικρή κιβωτός, όπου, μέσα στον σύγχρονο έντυπο, τηλεοπτικό και ηλεκτρονικό κατακλυσμό, διασώζονται δείγματα της καλύτερης  ελληνικής και δυτικής παράδοσης.

   Τρείς είναι, πιστεύω, οι βασικοί άξονες, γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η σκέψη του Λορεντζάτου.

    Ο πρώτος -ο πολιτικός-  είναι η πίστη του στην δημοκρατική ελευθερία κι η στηλίτευση κάθε μορφής απολυταρχίας. Ο Λορεντζάτος καταφέρεται ενάντια στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του εικοστού αιώνα- ιδίως ενάντια στον κομμουνισμό. Πρεσβεύει πως η θεωρητική βάση αυτών των καθεστώτων, δηλαδή η a priori παραδοχή πως ο μετασχηματισμός της κοινωνίας συνεπιφέρει νομοτελειακά (σχέση αιτίου και αποτελέσματος)  και τον μετασχηματισμό του ανθρώπου είναι σαθρή και επαναλαμβάνει συχνά τη θεμελιώδη του πεποίθηση, πως για να αλλάξει το πρόσωπο του κόσμου πρέπει πρώτα να αλλάξει το πρόσωπο του ανθρώπου.

    Ο δεύτερος και κεντρικός άξονας στον Λορεντζάτο είναι ο θρησκευτικός, η  μεταφυσική  του θεώρηση και η ένθερμη προσκόλλησή του στην ορθόδοξη παράδοση.  Στο πείσμα των φυγόκεντρων δυνάμεων, που κατευθύνουν σήμερα τις πνευματικές τύχες του κόσμου, ο Λορεντζάτος παραμένει σταθερά προσανατολισμένος σ’ ένα θρησκευτικό κέντρο, ιστιοδρομεί στις τρικυμίες της ζωής και του πνεύματος με την πυξίδα της χριστιανικής του πίστης.  Ακολουθώντας και στα Collectanea τον Λορεντζάτο σ’ αυτή του την αναζήτηση, φτάνουμε σε ξέφωτα, όπου λάμπουν λαμπρά πετράδια επιγραμματικής σοφίας. Συλλέγω μερικά απ’ αυτά:    «Πίστη θα πει να μην έχεις απόδειξη και απόδειξη θα πει να μην έχεις πίστη» (κατ. 374), «Οι γνώσεις δεν φέρνουν γνώση» (κατ. 793), «Ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι τίποτε μπροστά στην αιωνιότητα» (κατ. 1180).

   Το τρίτο καθοριστικό της πνευματικής προσωπικότητας του Λορεντζάτου συστατικό  είναι η αγάπη του για την ελληνική λαλιά και για τα γραπτά  της αχνάρια. Ο Λορεντζάτος αφουγκράζεται τη φωνή του τόπου του όταν την ακούει να μιλιέται ζωντανά και προσπαθεί να την αφουγκραστεί σ’ όλη την  τρισχιλιετή διαδρομή της στον χρόνο μέσα από τα γραπτά της μνημεία: από τον Όμηρο και τον Πλάτωνα μέχρι τα Ευαγγέλια, κι από τα Ευαγγέλια και την Φιλοκαλία μέχρι τον Ερωτόκριτο και από εκεί μέχρι τον Καρυωτάκη και τον Σεφέρη. Πιο πολύ από τις άλλες αρτιώσεις της ανθρώπινης λαλιάς, τον συνεπαίρνει η ποίηση. «Τράφηκα με την ποίηση», ομολογεί, «ανατράφηκα με την ποίηση, συναναστράφηκα την ποίηση όπου τη βρήκα» (κατ. 930). Όχι μόνον, βέβαια, την ελληνική. Με δεύτερο, πλάι στην ορθόδοξη χριστιανοσύνη του,  ζωτικό του κέντρο την ελληνική γλώσσα κι αναβαπτιζόμενος συνεχώς  μέσα της, ο Λορεντζάτος  οικειώνεται τη μεγάλη ποίηση και τη μεγάλη σκέψη σ’ όποιες γλώσσες κι αν ενσαρκώθηκαν αυτές. Κυρίως στις βασικές γλώσσες της Ευρώπης, τα εγγλέζικα, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα γερμανικά, που κατέχει όσο λίγοι. Μονόγλωσσος, άλλωστε, σημαίνει, όπως λέει αλλού, (κατ. 1147) μονόφθαλμος.  Άρα εδώ Ελληνισμός και οικουμενισμός  συναδελφώνονται: όσο πιο Έλληνας είναι κανείς, τόσο πιο Ευρωπαίος, τόσο πιο οικουμενικός γίνεται. Ο Σολωμός, άλλωστε, μας προέτρεπε να θεωρούμε εθνικό ό, τι είναι αληθινό.  

   Η τέχνη του λόγου, είναι για τον Λορεντζάτο, «άλλη ζωή παράλληλη με τη ζωή» (κατ. 409). Ξεπήδησε από το υγρό λίκνο της ζωής και  με τη σειρά της ζωοποιεί. Ωστόσο δεν παύει να έχει συνείδηση των ορίων του λόγου, αφού, όπως γράφει, μόνο ένα μικρό μέρος από όσα ζει και στοχάζεται ο άνθρωπος καταγράφεται, ενώ τα υπόλοιπα, ίσως τα σημαντικότερα, παραμένουν  άγραφα (κατ. 149). Κι αλλού συλλογίζεται πως όσο συναρπαστικά κι αν μας φαίνονται  τα όσα γράφονται, «πόσο  ακόμα συναρπαστικότερα παρουσιάζονται τα τόσα άλλα θαυμαστά της ζωής που ζήσαμε (και εξακολουθούμε να ζούμε), όσα δεν γράφονται ή δεν μπορούν να γραφτούν γιατί είναι η φύση τους τέτοια –δεν τα χωράει ο λόγος- τα αμίλητα, λοιπόν, της ζωής ή τα άγραφα, τα φοβερά και τρομερά στην αμεσότητα, στη ζωντάνια, στο άστραμμα, στη δύναμή τους» (κατ. 755).

   Η ποίηση, φυσικά, κατέχει περίοπτη θέση στα Collectanea. Από την ποίηση ο Λορεντζάτος δεν αντλεί μόνο διδάγματα γλωσσικά. Η ποίηση τον φωτίζει στα μεγάλα ζητήματα της ζωής. Πέρα από τούτο, στα Collectanea συναντάμε καίριες κριτικές επισημάνσεις για σημαντικούς μας ποιητές- τον Σολωμό, το Ελύτη, τον Γκάτσο. Όχι πάντα εκθειαστικές ή επιδοκιμαστικές. Ιδιαίτερα ενδιαφέροντες είναι οι κριτικοί του ενδοιασμοί για τον Σεφέρη. Προσάπτει στον Σεφέρη και φτωχό περιεχόμενο και μια ανούσια κρυπτικότητα, που τα κλειδιά της βρίσκονται σε συμβάντα της προσωπικής του ζωής, τα οποία ο αναγνώστης δεν οφείλει να γνωρίζει. Κάπου μάλιστα δογματίζει πως εκεί που αρχίζει η κρυπτογραφία, τελειώνει η λογοτεχνία. Αντιθέτως, θαυμάζει τα δοκίμια του Σεφέρη, στα οποία βρίσκει κομμάτια «ποιητικότερα και βαθύτερα» από όλα μαζί τα ποιήματά του (κατ. 967). Προχωρώντας τον δρόμο που χαράζει ο Λορεντζάτος, θα πρότεινα να αναρωτηθούμε αν απ’ τους τρεις πυλώνες που απαρτίζουν το έργο του Σεφέρη, δηλαδή τα Ποιήματα, τις Μέρες και τις Δοκιμές, τελικά βασικότεροι είναι οι δύο τελευταίοι. Μήπως στο Σεφέρη η προεργασία της δημιουργίας, όπως αποτυπώνεται στις Μέρες, και ο στοχασμός πάνω στο τελειωμένο έργο, όπως εκφράζεται στις Δοκιμές, μετράει περισσότερο από τα ποιήματά του;

   Αν και ο Λορεντάτος ομολογεί πως δεν είναι ποιητής αλλά κριτικός της ποίησης, το έργο του βαραίνει για την ποίηση περισσότερο όχι μόνο από αυτό των «δεύτερων» ποιητών (π. χ. του Σαχτούρη), αλλά και από τα δεύτερα έργα των πρώτων ποιητών. 

Κι αυτό όχι μόνο γιατί ένας καλός κριτικός είναι σημαντικότερος από έναν μέτριο ποιητή, αλλά γιατί ο επτανήσιος λόγιος είναι κάτι περισσότερο από έναν καλό κριτικό. Είναι δάσκαλος. 

  Και είναι δάσκαλος για δύο κυρίως λόγους. Κατ’ αρχήν, γιατί προτείνει, πιο ευδιάκριτα απ’ ό, τι οι προκάτοχοι κι οι συνοδοιπόροι του έναν κανόνα, ελληνικό ταυτόχρονα και δυτικό, όχι λιγότερο έγκυρο, αλλά για μας – δηλαδή τους σύγχρονους Έλληνες- περισσότερο καθοδηγητικό, αν και λιγότερο πλήρη και κωδικοποιημένο,  απ’ αυτόν του Harold Bloom. Μ’ αυτόν τον κανόνα  ίσως διαφωνεί κανείς σε πολλά, δεν μπορεί όμως να τον αγνοήσει. Δυστυχώς, όμως οι περισσότεροι  θεράποντες της ποίησης και οι περισσότεροι  κριτικοί  μας και φιλόλογοι  αγνοούν συστηματικά το δυτικό μέρος αυτού του κανόνα. Δεν εννοείται π.χ. να ασχολείται κάποιος σοβαρά με τους ποιητές της γενιάς του 30 και να μην γνωρίζει τη γαλλική γλώσσα και λογοτεχνία.

   Δάσκαλος είναι ακόμα ο Λορεντζάτος, γιατί μια δυναμική ομάδα ποιητών και στοχαστών μας εκπορεύεται από εκείνον. Πρόκειται για μια ποιητική σχολή -ας την ονομάσω έτσι με πολλές επιφυλάξεις-  που δεν εκπηγάζει κυρίως από την ποιητική παράδοση που υπερασπίζει ο Λορεντζάτος, αλλά κατ’ ευθείαν από τον στοχασμό του. Είναι επικίνδυνη, νομίζω, αυτή η υβριδική σύγχυση των ειδών. Στον Λορεντζάτο στοχασμός και ποίηση, όση αλληλοδιείσδυση κι αν υπάρχει μεταξύ τους, διαφοροποιούνται. Θέλω να πω πως διαφοροποιούνται ειδολογικά. Ο Λορεντζάτος διοχετεύει τη σκέψη του στον πεζό, δοκιμιογραφικό λόγο. Η σύγχυση των ειδών  θολώνει και τον στοχασμό και την ποίηση. Το αποτέλεσμα είναι κείμενα δυσανάγνωστα. Η πλαστική καθαρότητα των Collectanea, που δίχως να τους αφαιρεί το βάθος, τα κάνει γοητευτικό και ευχάριστο ανάγνωσμα είναι νομίζω ένα τρίτο μάθημα για όλους όσοι γράφουν.

Πρώτη δημοσίευση περιοδικό “Πλανόδιον”

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here