Χρήστος Βακαλόπουλος ένας άγγελος με κρυμμένα φτερά

0
2366

Δεξάμενος φλόγα τρέχε
Ου γαρ γινώσκεις ότε σβέννυται
Και εν σκοτία σε καταλείψει

Το Αντίφωνο έχει ασχοληθεί και θα ασχολείται με τον Χρήστο Βακαλόπουλo και το έργο του με επιμονή και θα συνεχίσει να δημοσιεύει σπάνιο  υλικό που έχει συγκεντρώσει για τον ξεχωριστό αυτό λογοτέχνη και σκηνοθέτη που έφυγε στα 37 του χρόνια. Με αφορμή τη μέρα της μνήμης του στις 29 Ιανουαρίου, δημοσιεύουμε εδώ αποσπάσματα από μια συνέντευξη που πήρε  η Σοφία Χατζή από την συνάδελφο του Χρήστου Βακαλόπουλου Σταυρούλα Σταμάτη στο ραδιόφωνο της Πειραϊκής Εκκλησίας, η οποία δημοσιεύτηκε στο βιβλίο της Σοφία Χατζή «Συναρπαστικοί άνθρωποι» (εκδόσεις ΑΘΩΣ). 

  • Πότε γνωρίσατε τον Χρήστο Βακαλόπουλο;

«Το 1984 στα γραφεία του περιοδικού ΑΝΤΙ. Το περιοδικό διηύθυνε ο Χρήστος Παπουτσάκηςο οποίος έφερε τον Χρήστο στο μικρό γραφείο όπου ήδη εργαζόμασταν με άλλους συναδέλφους και μας τον σύστησε. Παρά το νεαρό της ηλικίας του ήταν ήδη αρκετά γνωστός από το ραδιόφωνο και από την αρθρογραφία του σε ένα γνωστό κινηματογραφικό περιοδικό. Έτσι βρέθηκα να έχω απέναντί μου τον χαρισματικό αυτό νέο αρθρογράφο, που είχε ταυτόχρονα την όψη ενός παιδιού αλλά και ενός ανθρώπου που γνώριζε κάτι βαθύτερο για τη ζωή.

Συνδεθήκαμε γρήγορα με μια συναδελφική φιλία. Ο Χρήστος ήταν αγαπητός σε όλους και είχε πάρα πολλούς φίλους. Ήταν δύσκολο να μην γίνεις φίλος του. Ήταν σαν ένας άγγελος με κρυμμένα φτερά. Σου έβγαζε τον καλύτερο εαυτό σου.

Συχνά φεύγαμε μαζί από τα γραφεία του περιοδικού και περπατούσαμε μέχρι την οδό Σκουφά όπου υπήρχε το καφέ που τότε ονομαζόταν Ντόλτσε. Εκεί συναντούσαμε και άλλους νέους και μεγαλύτερους σε ηλικία δημοσιογράφους, συγγραφείς, σκηνοθέτες. Συζητούσαν για διάφορα θέματα που μας απασχολούσαν, υπαρξιακά, πολιτικά, καλλιτεχνικά. Εγώ ήμουν η νεότερη της συντροφιάς αυτής και κυρίως άκουγα.

Ο Χρήστος είχε μια ματιά που αρχικά αμφισβητούσε όλα όσα μέχρι τότε πίστευα επηρεασμένη από το κλίμα της μεταπολίτευσης. Ήμουν δύο χρόνια μικρότερη από αυτόν αλλά είχα μεγαλώσει όπως κι εκείνος μέσα στην ατμόσφαιρα της δικτατορίας και κατόπιν της μεταπολίτευσης. Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, πολύ νωρίς κατάλαβε ότι μέσα στη μεταπολιτευτική διαδικασία η Ελλάδα κινδύνευε να χάσει τον εαυτό της. Και βοήθησε κι εμένα να το κατανοήσω. Ήταν μια διαδικασία αργή και επώδυνη αλλά και λυτρωτική».-

  • Ήταν λοιπόν ο Χρήστος Βακαλόπουλος ένα πνεύμα ελεύθερο. Τι ερεθίσματα πήρε από το οικογενειακό του περιβάλλον;

«Θα σας πω κάποια πράγματα καταρχάς που στηρίζονται στη μαρτυρία του πατέρα του Γιώργου Βακαλόπουλου. Ο πατέρας του Χρήστου καταγόταν από την Ηλεία και ήταν γιος αγωνιστή στους Βαλκανικούς αγώνες και στη Μικρασία. Ο Γιώργος όμως γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Λυκαβηττό. Η σύζυγός του και μητέρα του Χρήστου Ξένη καταγόταν από ένα χωριό της Δωρίδας. Ο πατέρας της είχε μεταναστεύσει στην Αμερική και όταν γύρισε στο χωριό άνοιξε ένα μαγαζί όπου πουλούσε λίγο από όλα και ήταν συνάμα τσαγκαράδικο και καφενείο. Η Ξένη στα δώδεκά της χρόνια κάνει μια επανάσταση. Μαζί με τα αγόρια της τάξης και με οδηγό τον δάσκαλό της πηγαίνει κρυφά από τους γονείς της στο Λιδορίκι και εκεί δίνει εξετάσεις για να γραφτεί στο γυμνάσιο. Και πετυχαίνει. Μετά από αυτό ένας θείος της την παίρνει στο σπίτι του στην Κυψέλη και φοιτά στο εξατάξιο γυμνάσιο».

  • Πόσο μεγάλο πόθο είχε για να σπουδάσει; Και πώς γνωρίστηκαν οι γονείς του μεταξύ τους;

«Ο Γιώργος Βακαλόπουλος διορίστηκε στο ΙΚΑ και παράλληλα σπούδασε Νομικά, ενώ η Ξένη, λίγο μικρότερη, σπούδασε στο Πάντειο και διορίστηκε κι αυτή στο ΙΚΑ. Οι δύο νέοι γνωρίζονται στη δουλειά και παντρεύονται. Είναι δύο νέοι δημόσιοι υπάλληλοι, μορφωμένοι και με ανησυχίες. Τα οικονομικά τους είναι πολύ στενά γιατί είναι χαμηλόμισθοι υπάλληλοι. Στην αρχή ζουν στην οδό Ιουστινιανού σε ένα παλιό ισόγειο και μετά μετακομίζουν στην Κυψέλη, όπου θα περάσουν όλη τους τη ζωή. Εκείνη την εποχή η γειτονιά αλλάζει. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο που ξεφυτρώνουν η μία μετά την άλλη οι πολυκατοικίες. Χάνονται τα ωραία διώροφα που είχε κάποτε.

Στις 17 Ιανουαρίου του 1956 γεννιέται ο Χρήστος. Έχουν πρόβλημα πού να τον αφήσουν αφού τα οικονομικά τους δεν επιτρέπουν να πληρώνουν νταντά. Η λύση έρχεται όταν μία νεαρή κοπέλα που μένει στην πολυκατοικία τους προσφέρεται να τον κρατάει. Ο Χρήστος είναι ενθουσιασμένος. Η μητέρα του δουλεύει απογευματινό ωράριο, οπότε το πρωί είναι στο σπίτι. Στη συνέχεια φεύγει για λίγες ώρες και κρατάει τον μικρό η Αγγελικούλα και το απόγευμα ο πατέρας. Πέρασε δηλαδή τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέσα σε ένα περιβάλλον μεγάλης αγάπης και στοργής».

  • Είχαν σχέση οι γονείς του Χρήστου με τη λογοτεχνία;

«Ο Γιώργος Βακαλόπουλος, ο πατέρας του, αγαπούσε τη λογοτεχνία. Είχε συνδεθεί με τον κύκλο που εξέδιδε τηΔιάπλαση των παίδωνκαι τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Αργότερα δημοσίευσε άρθρα σε διάφορα περιοδικά και τέλος στηΝέα Εστία”. Στο σπίτι τους υπήρχε μεγάλη βιβλιοθήκη και αγάπη για τη λογοτεχνία και το δοκίμιο. Παράλληλα υπήρχε ενδιαφέρον για τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική πνευματική κληρονομιά αλλά και για ό,τι συνέβαινε στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γαλλία. Ας μην ξεχνάμε ότι η μεταπολίτευση σημαδεύτηκε από μια στενή φιλία με τη χώρα αυτή».

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος είχε μεγάλη αγάπη για τη γειτονιά του στην Κυψέλη

«Πράγματι, εκεί μετακόμισε η οικογένεια μόλις βελτιώθηκαν τα οικονομικά της. Ο μικρός Χρήστος έπαιζε στο πεδίο του Άρεως όπου τον πήγαινε τα απογεύματα ο πατέρας καθώς η μητέρα εργαζόταν απογευματινό ωράριο. Αργότερα τον γράφουν στο νηπιαγωγείο όπου ενθουσιάστηκε με την επαφή με άλλα παιδιά. Αυτή την αγάπη για την παρέα τη διατήρησε και στην ενήλικη ζωή του. Ο Χρήστος σε έκανε να νιώθεις ότι είμαστε όλοι αδέλφια και είμαστε έτοιμοι να παίξουμε όπως όταν ήμασταν μικροί.

Τα βράδια στο σπίτι του ζητούσε να του διαβάζουν ταΚλασσικά εικονογραφημένακαι άλλα παιδικά βιβλία της εποχής. Μαθαίνει να διηγείται ιστορίες απέξω. Είναι φανερό ότι έχει κλίση στη λογοτεχνία. Στη Δευτέρα δημοτικού ο Χρήστος φεύγει από το ιδιωτικό σχολείο που φοιτά και γράφεται σε ένα δημόσιο σχολείο με παιδιά που παίζουν στις αλάνες, είναι πιο αυθόρμητα και κάπως άτακτα. Τότε εκδηλώνεται η αγάπη του Χρήστου για το ποδόσφαιρο».

Αγαπούσε το ποδόσφαιρο αλλά και τα γαλλικά. Ιδιαίτερος συνδυασμός!

«Το ποδόσφαιρο είναι μια μικρογραφία της ζωής, γιαυτό συγκινεί και κάποιους καλλιτέχνες,

Ο Χρήστος, όπως αναφέρει ο πατέρας του, στη Δευτέρα δημοτικού γνωρίζει τη μαντάμ Σαγιά, μία Αρμένισσα από τη Σμύρνη. Η μαντάμ Σαγιά τον αγαπάει και προσφέρεται να του κάνει μάθημα δωρεάν. Ο Χρήστος μπαίνει σε ένα σπίτι γεμάτο από βαριά έπιπλα, ωραία φωτιστικά και εκατοντάδες βιβλία. Με τη μαντάμ Σαγιά αρχίζει να μελετά γαλλικά μέσα σε μια μαγευτική ατμόσφαιρα και τα μαθήματα κρατούν ως το τέλος του Δημοτικού. Ο Χρήστος κράτησε τη σχέση με αυτήν τη δασκάλα ως το τέλος της ζωής της. Της έστελνε μάλιστα τσουρέκι κάθε Πάσχα.

Βλέπουμε λοιπόν από πολύ νωρίς τον χαρακτήρα του Χρήστου. Ενθουσιώδης, κοινωνικός, τρυφερός, με αγάπη προς τη γνώση και τη λογοτεχνία, σεβαστικός και ευγνώμων».

Ο πατέρας του, η μητέρα του, η Αγγελικούλα και η μαντάμ Σαγιά έπαιξαν ρόλο σε αυτό που έγινε αργότερα. Και οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι ήταν από καλή γενιά, όπως θα έλεγε ο Ελύτης.

«Όταν ο Χρήστος πήγαινε στην Τρίτη δημοτικού, το σχολείο μετακόμισε μακριά και έτσι οι γονείς αποφάσισαν να τον γράψουν στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριοΕλληνική παιδεία”.

Μπορούσε πια να μένει και στο σπίτι μόνος κάποιες ώρες. Έπαιζε μπάλα στο διαμέρισμα, οργάνωνε μάχες με τα στρατιωτάκια του, αλλά έκανε και τις πρώτες εξερευνήσεις στη βιβλιοθήκη του πατέρα του. Η μητέρα του τον ανακάλυπτε συχνά να είναι κάτω από το γραφείο του πατέρα και να διαβάζει τονΜικρό ήρωα”».

Άλλα πρόσωπα από τα παιδικά του χρόνια που τον επηρέασαν θετικά;

«Τα καλοκαίρια στο χωριό τα περνούσε με τους παππούδες του. Τότε δέθηκε πολύ με τη γιαγιά του τη Βάσω που ερχόταν και τον χειμώνα στο σπίτι για να του κάνει παρέα ώστε να βγουν οι γονείς. Η γιαγιά ήταν πολύ ευλαβής, μέλος μιας θρησκευτικής οργάνωσης, νομίζω της Ζωής. Μάθαινε στον Χρήστο να απαγγέλλει προσευχές και να ψάλλει τροπάρια κι εκείνος πρόθυμα το έκανε.

Ο Χρήστος πάλι κάνει τη γιαγιά να ενδιαφερθεί για το ποδόσφαιρο και παράλληλα να ακούει μουσική από το ραδιόφωνο. Άκουγαν μαζί ραδιοφωνικά σήριαλ που ήταν πολύ δημοφιλή».

  • Η αγάπη για τον κινηματογράφο πού είχε τις ρίζες της;

«Ο πατέρας του Χρήστου ήταν φανατικός κινηματογραφόφιλος, και πήγαιναν συχνά στον κινηματογράφο. Η Κυψέλη τότε είχε πολλές αίθουσες. Βέβαια για να πάρουν μαζί το παιδί τους έκαναν επιλογές με κατάλληλες ταινίες για ανηλίκους. Ο Χρήστος έμαθε έτσι για τους καουμπόηδες, αλλά και τους Ιταλούς κωμικούς Φράνκο και Τσίτσο. Στο δημοτικό η φαντασία του άρχισε να εκδηλώνεται πιο έντονα και άρχισε να γράφει σενάρια με ήρωες παρόμοιους με αυτούς τον ταινιών.

Ο πατέρας του πήρε μια υποτροφία για το Παρίσι για τη σχολή Δημόσιας Διοίκησης και το καλοκαίρι η Ξένη, η μητέρα του Χρήστου, τον επισκεπτόταν μαζί με τον γιο τους. Το Παρίσι εντυπωσίασε τον Χρήστο. Αργότερα πηγαίνουν οικογενειακώς μια εκδρομή στο Λονδίνο. Ο Χρήστος είναι πολύ χαρούμενος. Μέχρι και τραγουδάει στο πούλμαν».

Στη γενιά του Χρήστου Βακαλόπουλου το ραδιόφωνο και η μουσική ήταν αγαπητά σε όλους τους νέους

«Στο σπίτι είχαν ένα ραδιοπικάπ. Εκεί ο Χρήστος άκουγε εκπομπές και μουσική. Στην Πέμπτη δημοτικού ο Χρήστος γυρίζει στο δημόσιο σχολείο και εκεί μαζί με άλλα παιδιά γνωρίζουν τα νεανικά συγκροτήματα, φτιάχνουν ποδοσφαιρική ομάδα και μια μικρή παιδική συμμορία με ξίφη.

Στο τέλος του δημοτικού δίνει εξετάσεις και γίνεται δεκτός στη Λεόντειο Σχολή. Ο Χρήστος διακρίνεται στα θεωρητικά μαθήματα αλλά και ως τερματοφύλακας. Όμως στην αρχή είναι κάπως αντιδραστικός στο περιβάλλον. Αργότερα, ωστόσο, οι καθηγητές του θα τον αγαπήσουν και θα πουν στους γονείς ότι είναι ένα σπάνιο παιδί».

Στην κηδεία του υπήρχε ένα στεφάνι που είχε το όνομα «Οι Ρέμπελοι». Ποιοι ήταν οι Ρέμπελοι;

«Ήταν το όνομα του συγκροτήματος που είχε φτιάξει μαζί με φίλους του. Ο Χρήστος Βακαλόπουλος ήταν ένα χαρακτηριστικό παιδί της γενιάς του. Το καλοκαίρι του 1971 τον στέλνουν οι γονείς του στη Γενεύη για να τελειοποιήσει τα γαλλικά του.

Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο μπαίνει στη σχολή Οικονομικών επιστημών. Στα είκοσί του χρόνια ο Χρήστος έχει πια ενταχθεί στον Ρήγα Φεραίο, αρθρογραφεί στονΘούριοκαι στηνΑυγήκαι παράλληλα γράφει στο περιοδικόΟ σύγχρονος κινηματογράφος”. Το 1977 ενοικιάζουν οι γονείς μια γκαρσονιέρα στο διπλανό διαμέρισμα και εκεί εγκαθίσταται ο Χρήστος. Το 1980 ο Χρήστος παίρνει το πτυχίο του και παράλληλα γράφει το πρώτο του βιβλίο που έχει αρκετή επιτυχία. Γίνεται δεκτός στη Σορβόνη στο τμήμα Τεχνών και επιλέγει το τμήμα κινηματογράφου. Τότε γνωρίζει τον καθηγητή που τον επηρέασε, τον Ερίκ Ρομέρ».

  • Πότε εκδηλώνεται για πρώτη φορά η αρρώστια του;

«Το 1981 ενώ βρίσκεται στο Παρίσι. Ειδοποιεί τους γονείς του ότι είναι άρρωστος και μπαίνει στο νοσοκομείο. Η διάγνωση είναι καταπέλτης: Νόσος του Χότσκινγκ, προχωρημένου σταδίου, πιθανότητες θεραπείας 50%. Οι γονείς του σπεύδουν κοντά του. Μια μέρα ενώ είναι στο νοσοκομείο εξαντλημένος το σκάει και παρακαλεί τον πατέρα του να πάνε στον κινηματογράφο. Πράγματι, ο πατέρας του του κάνει τη χάρη και ο Χρήστος ξεχνιέται. Το θεραπευτικό σχήμα είναι 3 μήνες χημειοθεραπείας και μετά συνέχιση του σχήματος στην Αθήνα. Το νοσοκομείο γεμίζει από Έλληνες, νέοι και κορίτσια, φίλοι του, τον επισκέπτονται καθημερινά προς μεγάλη έκπληξη των Γάλλων ασθενών. Όμως τα πράγματα πηγαίνουν πολύ καλά και το φθινόπωρο μπόρεσε να γυρίσει στο πανεπιστήμιο για να συνεχίσει τις σπουδές του. Επιστρέφει στη Αθήνα την επόμενη χρονιά».

  • Το 1981 έχει επέλθει μια πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα και ο Χρήστος πια γυρίζει σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα.

«Πράγματι, ο Χρήστος Βακαλόπουλος επιστρέφει σε μια Ελλάδα που αλλάζει. Ο πατέρας του συνταξιοδοτείται και με το εφάπαξ του αγοράζει το διαμέρισμα στην οδό Ασημάκη Φωτήλα όπου θα εγκατασταθεί ο Χρήστος και θα ζήσει σε αυτό δέκα χρόνια. Οι τοίχοι γεμάτοι βιβλία και δίσκους. Τα έπιπλα λιτά. Σαν να μην τον ενδιαφέρει ο υλικός κόσμος. Αρχίζουν μέρες έντονης δραστηριότητας. Γράφει νέο βιβλίο, κάνει τα σχέδια για μια ταινία μικρού μήκους και παράλληλα αρχίζει να κάνει εκπομπές στο ραδιόφωνο. Είχε μεγάλη επιτυχία στο ραδιόφωνο ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Από εκεί τον έμαθε πολύς κόσμος. Όλα όσα αγάπησε παιδί έρχονται τώρα να δώσουν καρπούς, τα βιβλία, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο. Σε όλα όσα κάνει υπάρχει μια ευπρέπεια, που συνοδεύεται όμως με μια αστείρευτη αίσθηση χιούμορ. Το 1984 μπαίνει στη συντακτική επιτροπή του περιοδικούΑντί”. Εκεί γράφει πολύ αξιόλογα άρθρα μεταξύ αυτών και για τον Παπαδιαμάντη.

Εκείνη την εποχή γνωρίζω τον Χρήστο. Με εντυπωσίασε το χιούμορ του, το κοφτερό του μυαλό αλλά είχαμε πάρα πολλά κοινά μεταξύ μας. Είχα κι εγώ ξεκινήσει τις σπουδές μου στα οικονομικά, στη συνέχεια σπούδασα σκηνοθεσία και είχα κι εγώ περάσει από τη Γαλλία».

  • Τι συζητούσατε εκείνη την εποχή;

«Σταδιακά άρχισε να μου μιλά για την περιπέτεια της υγείας του. Εκείνη την περίοδο δεν είχα γνωρίσει κάποιον άλλον που να είχε περάσει περιπέτεια με καρκίνο σε τόσο νεαρή ηλικία. Με εντυπωσίασε ο τρόπος που μιλούσε για όλα αυτά. Θυμάμαι ότι κάποια μέρα μου περιέγραφε πόσο πολύ κρύωνε όταν έκανε χημειοθεραπεία. Ακόμη έπεφταν τα μαλλιά του και αστειευόταν με αυτό. Σπάνια μιλούσε για την ασθένειά του, αλλά με εμπιστεύτηκε. Άρχισα να τον βλέπω με στοργή αλλά και με σεβασμό.

Εκείνη την εποχή εγώ βρισκόμουν σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο

Ο Χρήστος με βοήθησε να βγω από την απογοήτευση. Το έκανε με ένα τρόπο λεπτό, βρίσκοντας ακριβώς τις λέξεις που θα άνοιγαν παράθυρα στο φως. Καμμιά φορά ασκούσε κριτική στα γραπτά μου εκείνης της εποχής και ήταν αυστηρή η κριτική του αλλά είχε πάντοτε ένα νοιάξιμο. Όταν γνώρισα τον Χρήστο ήταν κι αυτός σε μια πορεία αναζήτησης της ταυτότητάς του. Δεν είχε πετάξει τίποτε από αυτά που του έδωσαν οι γονείς του, η γιαγιά του, η κυρία Σαγιά, η Αγγελικούλα, οι δάσκαλοί του, ο Ρομέρ και τόσοι άλλοι, επώνυμοι και καθημερινοί άνθρωποι.

Ο Χρήστος Βακαλόπουλος μιλούσε για τα πιο βαθιά ζητήματα της ζωής, με τρόπο ανάλαφρο, καθημερινό και, όπως το αντιλαμβάνομαι σήμερα, ταπεινό. Ήταν πιο ώριμος από όλους μας, ακόμη και από τους μεγαλύτερους σε ηλικία, απαλλαγμένος από κάθε είδους ναρκισσισμό. Παράλληλα, ο Χρήστος ήταν πάντοτε ερωτευμένος. Είναι δύσκολο να πεις με ποιόν και με τι, νομίζω ότι ήταν ερωτευμένος με όλους και με όλα  και έκαιγε μέσα του μια σπίθα που έγινε δύναμη αυτοσυνειδησίας και μεταμόρφωσης, πολύτιμη για όλους μας τελικά.».

  • Αγαπούσε πολύ την Πάτμο. Πιστεύετε ότι εκεί συνάντησε αυτό τον έρωτα που έψαχνε;

«Η Πάτμος ήταν για τον Χρήστο ο τόπος όπου ανάσαινε τον αέρα που ποθούσε. Στη σκιά του βυζαντινού μοναστηριού της και του σπηλαίου της Αποκάλυψης, με θέα τα καταγάλανα νερά της, με τον διαφορετικό τρόπο προσέγγισης του τουρισμού ο Χρήστος έβρισκε εκεί την ομορφιά που ήθελε. Συνδέθηκε με τους ανθρώπους της.

Το 1987 ήταν νομίζω η εποχή που επισκέφθηκε το Άγιο Όρος. Πριν ή μετά, δεν θυμάμαι καλά, υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή, μια πολύ δύσκολη επέμβαση. Άλλη μια δοκιμασία. Με κάθε τέτοια δοκιμασία ο Χρήστος Βακαλόπουλος ερχόταν κοντά στον θάνατο και παράλληλα γινόταν πιο σοφός, πιο διορατικός και έβλεπε πιο καθαρά».

  • Το 1991 ο Χρήστος γράφει τη Γραμμή του Ορίζοντος. Τι έχετε να πείτε για αυτό το βιβλίο;

«Νομίζω πως κάθε γενιά έχει το βιβλίο της. Το βιβλίο αυτό θεωρώ ότι είναι μια τόσο ξεκάθαρη ακτινογραφία της γενιάς που γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50, τόσο όμορφα δοσμένη σε τόσο λίγες σελίδες, που πραγματικά θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Χρήστος Βακαλόπουλος ζούσε όταν έγραψε αυτό το βιβλίο ένα είδος επιφοίτησης. Ο Χρήστος Βακαλόπουλος με ένα λογοτεχνικό υπαινικτικό τρόπο που ταίριαζε στην εποχή του, έδειξε τον δρόμο που έδειξε και ο άγιος Παΐσιος. Στην ίδια κατεύθυνση αλλά με άλλα υλικά».

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από αυτό το παράξενο και μοναδικό βιβλίο που σήμερα είναι εξαντλημένο αλλά έχω την ελπίδα ότι σύντομα θα ξαναεκδοθεί

«Τριάντα δύο χρονών, χωρισμένη, ρίχνει μια ματιά κατανόησης στον κόκκινο δίσκο που χάνεται, προσπερνάει μια μικρή εκκλησία που στέκει ξεκάρφωτη στην άκρη του γκρεμού μ’ ένα λευκό πανί ν’ ανεμίζει στην πόρτα της. Κάνει δυο βήματα, στέκεται, γυρίζει και βλέπει στα μάτια τη μικρή ξεκάρφωτη εκκλησία, της έρχεται να κάνει το σταυρό της και δεν το κάνει γιατί ντρέπεται, χιλιάδες φίλοι μέσα της της λένε να μην το κάνει, τι νόημα έχει αυτό που κάνει, το κάνει χωρίς να το εννοεί, δεν είναι του επιπέδου της να κάνει το σταυρό της, αυτό το κάνουν άνθρωποι που δεν σκέφτονται τι νόημα έχει αυτό που κάνουν. Χιλιάδες φίλοι ψιθυρίζουν μέσα της ότι είναι μεγάλο ατόπημα να κάνεις το σταυρό σου, είναι υποκρισία, είναι αμαρτία, είναι κακό σημάδι, είναι αίσχος, είναι μαλακία, είναι ανοησία, είναι γελοίο, είναι ηλίθιο, είναι τρέλα, είναι μεγάλη υποχώρηση, μην το κάνεις αυτό το πράγμα, Ρέα Φραντζή, το κάνεις χωρίς να το εννοείς. Αυτή την εκκλησία την έβαλαν εδώ, στην άκρη του γκρεμού, χωρίς να το εννοούν. Το λευκό πανί ανεμίζει στην πόρτα της χωρίς να το εννοεί, ο άνθρωπος που περνάει πάνω στο μαύρο άλογο και της λέει καλησπέρα κάτι άλλο εννοεί, χιλιάδες φίλοι υπάρχουν μέσα της και την κάνουν καχύποπτη, κάθε στιγμή χιλιάδες μάτια την παρακολουθούν, χιλιάδες γνώμες ελέγχουν τις κινήσεις της, πρέπει να εξηγείται αυτό που πρόκειται να κάνει, πρέπει να έχει κάποιο λόγο και να το εννοεί, το κάνει για κάποιο λόγο, δεν το κάνει έτσι, σκέφτεται να κάνει το σταυρό της για κάποιο συγκεκριμένο λόγο που πρέπει να εξηγηθεί».

  • Κάποιοι θεωρούν το βιβλίο αυτό, ως ένα από τα πιο σημαντικά λογοτεχνικά έργα που γράφτηκε τα τελευταία 50 χρόνια. Εσείς τι λέτε γιαυτό;

«Συμφωνώ!».

  • Τι συμβαίνει μετά το 1990;

«Για τα γεγονότα μετά το 1990 καλύτερα να σας μιλήσει κάποιος που έζησε πιο κοντά στον Χρήστο από ό,τι εγώ γιατί εκείνη την περίοδο δεν συναντιόμασταν τακτικά. Πάντως στην περίοδο αυτή έγινε η συνεργασία του με τον Σταύρο Τσιώλη και τον Αργύρη Μπακιρτζή. Συνδέθηκαν με στενή φιλία αυτοί οι επίσης σημαντικοί άνθρωποι. Παράλληλα γυρίζει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους με πρωταγωνίστρια τη μοναδική Όλγα Λαζαρίδου,».

  • Ο Χρήστος Βακαλόπουλος κερδίζει την αναγνώριση στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Κερδίζει βραβεία σκηνοθεσίας, σεναρίου και κριτικών, παράλληλα το βιβλίο του Η Γραμμή του Ορίζοντος κάνει αμέσως δεύτερη έκδοση. Η Σταυρούλα Σταμάτη συνεχίζει:

«Ναι και βρέθηκε σε μια ομάδα καλλιτεχνών που ήταν ό,τι το καλύτερο. Ασχέτως αν όλα αυτά δεν είχαν τη δυνατότητα να αγγίξουν το πλατύ κοινό που είχε πλέον γοητευθεί από μια Ελλάδα που ζούσε στα νυχτερινά κέντρα, που θαύμαζε τον πλούτο και την επιδεικτική κατανάλωση. Γύρω μας όλα άλλαζαν, οι ταμπέλες ήταν πια στα αγγλικά, τα αυτοκίνητα ανέβαιναν στα κυβικά, ο κόσμος πήγαινε για τις γιορτές στο εξωτερικό, το αλκοόλ και τα ναρκωτικά κυκλοφορούσαν στα πάρτι.

Εκείνη την εποχή ο Χρήστος βρίσκεται στη Στεμνίτσα για τα γυρίσματα της ταινίας τουΠαρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε”. Ο Λούσιος είναι το Άγιο Όρος της Πελοποννήσου. Κολύμπησε λοιπόν στα νερά του Λούσιου ο Χρήστος, σαν να ξαναβαπτίστηκεΕκεί εκδηλώθηκε ένας παράξενος βήχας. Όταν επιστρέφει στην Αθήνα γίνεται διάγνωση με προχωρημένο καρκίνο του πνεύμονα και μεταστάσεις. Σε ένα χρόνο φεύγει από τη ζωή. Από το σπίτι του περνάνε πάρα πολλοί φίλοι. Στην κηδεία του οι φίλοι του μουσικοί έπαιξαν το τραγούδι: “Μη λυπάσαι που φεύγω”, ένα τραγούδι που είχε βάλει στην τελευταία ταινία του.

Mετά την αποχώρησή του από αυτόν τον κόσμο από το 1993 μέχρι σήμερα έχουν περάσει 31 χρόνια. Μέσα σε αυτά τα χρόνια ο Χρήστος Βακαλόπουλος και το έργο του έχουν εμπνεύσει σημαντικούς λογοτέχνες, ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Ειδικά Η Γραμμή του Ορίζοντος έχει εμπνεύσει νεότερους κινηματογραφιστές που έχουν δημιουργήσει τις δικές τους ταινίες ξεκινώντας από το έργο του Χρήστου Βακαλόπουλου. Και θα συνεχίζονται οι αναφορές στον Χρήστο γιατί οι αναφορές αυτές έχουν να κάνουν σήμερα με το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας και Ελληνίδα και τι σημαίνει να κάνεις τον σταυρό σου και να ανάβεις ένα κερί σε έναν κόσμο που είναι έτοιμος να σε χαρακτηρίσει ως οπισθοδρομικό και κολλημένο!

Ο Βακαλόπουλος δέχθηκε τη φλόγα και την έβαλε στο χαρτί.

Στην αρχή του βιβλίου του σημείωσε μια φράση από τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακας:

“Δεξάμενος φλόγα τρέχε
Ου γαρ γινώσκεις ότε σβέννυται
Και εν σκοτία σε καταλείψει
».

Εικαστικό: Ευγενία Δρούγα.

Από το βιβλίο της Σοφία Χατζή «Συναρπαστικοί άνθρωποι» (εκδόσεις ΑΘΩΣ). 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ