Ένα σημαντικό τμήμα της σύγχρονης αριστερής σκέψης έχει στραφεί, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980 και εξής, σε μια πολιτική της ετερότητας. Ποιο είναι το θεωρητικό περιεχόμενο και η πολιτική λογική αυτής της στροφής; Ποια είναι η κοινωνική της απήχηση και η θεσμική της λειτουργία; Μήπως, τελικά, η υπεράσπιση της πολλαπλότητας των ταυτοτήτων κινδυνεύει να χάσει ή έχει ήδη απωλέσει τον ορίζοντα μιας θεμελιώδους χειραφέτησης; Αυτά είναι τα ερωτήματα που επιχειρεί να διερευνήσει το παρόν άρθρο.
- Οι θεωρητικοί εκφραστές
Στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες η στροφή αυτή πήρε πολλές μορφές. Η Judith Butler στο Gender Trouble (1990) υποστήριξε ότι το φύλο δεν αποτελεί μια αυτονόητη και σταθερή ιδιότητα του υποκειμένου, αλλά συγκροτείται μέσα από την επαναληπτική επιτέλεση κοινωνικών κανόνων, πράξεων, χειρονομιών και λόγων. Από εδώ προκύπτει η κριτική της στην πολιτική που οικοδομείται πάνω σε σταθερές ταυτότητες: αν μιλά κάποιος εξ ονόματος ενιαίων κατηγοριών, επαναλαμβάνει τις διακρίσεις μέσω των οποίων οι κατηγορίες αυτές κατασκευάστηκαν και αποκλείει όσους δεν χωρούν σε αυτές.
Στην Κοινωνική Ανθρωπολογία η Lila Abu-Lughod στο δοκίμιό της Writing Against Culture (1991), στράφηκε ενάντια στην έννοια του πολιτισμού ως ενός ενιαίου και ομοιογενούς συστήματος χαρακτηριστικών που προσδιορίζει έναν συγκεκριμένο λαό ή μια ομάδα («ο πολιτισμός των Βεδουίνων», «ο ισλαμικός πολιτισμός»). Η χρήση αυτή, σύμφωνα με την ανάγνωσή της, δεν περιγράφει απλώς ομάδες ανθρώπων, αλλά τις κατασκευάζει ως ξεχωριστές, ομοιογενείς και σταθερές οντότητες, και έτσι αποσιωπά τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις αντιφάσεις και τις ανισότητες που τις διαπερνούν. Γι' αυτό προτείνει να δίνεται προσοχή σε συγκεκριμένα πρόσωπα, σε καθημερινές πρακτικές και σε ατομικές ιστορίες (τις «εθνογραφίες του ιδιαίτερου»), ώστε οι άνθρωποι να μην εμφανίζονται ως εκπρόσωποι ενός ενιαίου πολιτισμικού τύπου που εξηγεί τη συμπεριφορά τους, αλλά ως πρόσωπα με δικές τους επιλογές, αντιφάσεις και συγκρούσεις, που ζουν μέσα σε συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας.
Η ίδια λογική περνά και στην ανθρωπολογία της σύγχρονης μετανάστευσης, στον τρόπο με τον οποίο παράγεται η ετερότητα του μετανάστη. Για παράδειγμα, ο Ντιντιέ Φασέν (Didier Fassin) στο Humanitarian Reason: A Moral History of the Present (2011), δείχνει ότι στο πλαίσιο της ανθρωπιστικής διακυβέρνησης ο μετανάστης αναγνωρίζεται ως άξιος προστασίας στον βαθμό που η περίπτωσή του ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες αναπαραστάσεις της ευαλωτότητας. Αντίστοιχες αναλύσεις υπάρχουν και στην ελληνική βιβλιογραφία, όπου η διαχείριση της μεταναστευτικής ετερότητας εξετάζεται ως σχέση ασύμμετρης υποδοχής. Ο ξένος γίνεται αποδεκτός υπό τους όρους που θέτει ο οικοδεσπότης, ο οποίος διατηρεί τη δυνατότητα να ορίζει τα όρια και τις προϋποθέσεις της παρουσίας του.
Οι παραπάνω προσεγγίσεις αναδεικνύουν τις διαφορετικές διαστάσεις της πολιτικής της ετερότητας. Αυτή δεν αφορά απλώς στην υπεράσπιση κοινωνικών ομάδων που διαφοροποιούνται από την πλειονότητα, αλλά και στην αμφισβήτηση των μηχανισμών μέσω των οποίων παράγεται, ταξινομείται και ιεραρχείται η ετερότητά τους.
- Οι αντιφάσεις της πολιτικής της ετερότητας
α) Η θεσμική εδραίωση
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η πολιτική της ετερότητας έχει αποκτήσει σημαντική θεσμική και ακαδημαϊκή παρουσία. Χρηματοδοτείται από ερευνητικά προγράμματα, υποστηρίζεται από διεθνείς οργανισμούς και μη κυβερνητικές οργανώσεις και έχει διαμορφώσει ιδιαίτερα ισχυρά πεδία έρευνας στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, όπως οι σπουδές φύλου (gender studies), οι κριτικές σπουδές της φυλής (critical race studies) και οι μεταναστευτικές σπουδές. Η θεσμική αυτή εδραίωση συνοδεύεται σε ορισμένες περιπτώσεις από άτυπα, αλλά ισχυρά, πλαίσια επιστημονικής νομιμοποίησης και αποδοχής, τα οποία ορίσουν το εύρος της θεμιτής διαφωνίας.
Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται από τους επικριτές του με τον όρο intellectual policing: πρόκειται για μορφές ιδεολογικής οριοθέτησης που δεν επιβάλλονται απαραίτητα μέσω επίσημων απαγορεύσεων, αλλά λειτουργούν μέσα από μηχανισμούς αξιολόγησης, επαγγελματικής αναγνώρισης και ακαδημαϊκής ένταξης. Η απόκλιση από κυρίαρχες ερμηνευτικές γραμμές σε ζητήματα φύλου, φυλής ή μετανάστευσης μπορεί, σε ορισμένα περιβάλλοντα, να συνεπάγεται θεσμικές δυσκολίες και συχνά σε αποκλεισμό από τον ακαδημαϊκό χώρο.
β) Η συστημική λειτουργία
Παρά τη σημαντική απήχησή της, η πολιτική της ετερότητας έχει προκαλέσει και κριτικές αντιδράσεις. Πολλές προέρχονται από συντηρητικές ή ακροδεξιές θέσεις. Υπάρχουν, ωστόσο, και σημαντικές κριτικές που προέρχονται από την ίδια την αριστερή σκέψη και θεωρούν ότι η πολλαπλότητα των διαφορών δεν μπορεί να αποτελέσει τον τελικό ορίζοντα της χειραφέτησης. Όταν οι πολιτικές διεκδικήσεις περιορίζονται στην αναγνώριση επιμέρους ταυτοτήτων, κινδυνεύουν να παραμείνουν στο επίπεδο της φιλελεύθερης συμπερίληψης. Έτσι, η πολιτική της ετερότητας γίνεται ο τρόπος με τον οποίο το σύστημα μαθαίνει να διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα όσους και όσα προηγουμένως είχε αποκλείσει.
Χαρακτηριστική είναι εδώ η παρέμβαση του Slavoj Žižek, ο οποίος παρά τον ιδιότυπο και ενίοτε αμφιλεγόμενο τρόπο με τον οποίο διατυπώνει τις θέσεις του, επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο το αίτημα μιας καθολικής χειραφετητικής πολιτικής. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή μαρξιστική θεωρία της ταξικής πάλης, όπου το προλεταριάτο νοείται ως το κατεξοχήν ιστορικό υποκείμενο της επαναστατικής αλλαγής λόγω της αντικειμενικής του θέσης στις σχέσεις παραγωγής, ο Slavoj Žižek επαναφέρει το ερώτημα της συγκρότησης του επαναστατικού υποκειμένου. Υποστηρίζει ότι το επαναστατικό πολιτικό υποκείμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων δεδομένο, αλλά συγκροτείται κάθε φορά μέσα από την πολιτικοποίηση των αντιφάσεων και των ανταγωνισμών της κοινωνικής πραγματικότητας.
Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει να διατηρηθεί ανοικτός ο ορίζοντας μιας πολιτικής ριζικής αλλαγής, η οποία δεν περιορίζεται στη διαχείριση των επιμέρους ταυτοτήτων. Ο Žižek έχει ασκήσει κριτική σε ορισμένες θεωρίες της έμφυλης ρευστότητας, ενώ στο Against the Double Blackmail (2016) και σε δημόσιες παρεμβάσεις του για την προσφυγική κρίση, άσκησε κριτική στην άκριτη αποδοχή της μετανάστευσης. Στο δοκίμιό του Multiculturalism, or, the Cultural Logic of Multinational Capitalism (1997), ο Žižek υποστηρίζει ότι η πολυπολιτισμικότητα αποτελεί την ιδεολογική μορφή του σύγχρονου παγκόσμιου καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται πλέον να επιβάλει παντού την ίδια πολιτισμική ταυτότητα. Μπορεί να ενσωματώνει την πολλαπλότητα των διαφορών, να την αξιοποιεί στην αγορά και στην κατανάλωση και να την καθιστά συμβατή με τη λειτουργία του. Επομένως, είναι ανάγκη να μετατοπιστεί η έμφαση από την αναγνώριση των επιμέρους ταυτοτήτων στην αμφισβήτηση του ευρύτερου συστήματος.
Υπό αυτή την έννοια, η χειραφέτηση προϋποθέτει τη ρήξη με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων το σύστημα αναπαράγει την αλλοτρίωση των υποκειμένων και διαιωνίζει την αλλοτριωμένη επιθυμία τους. Η αλλοτριωμένη επιθυμία αντλεί απόλαυση από το παιχνίδι της κυριαρχίας, συμβάλλοντας έτσι στην αναπαραγωγή της αντίστοιχης κοινωνικής πραγματικότητας. Επομένως, η ρήξη απαιτεί όχι μόνο την αναγνώριση της ετερότητας των υποκειμένων, αλλά και την αμφισβήτηση των όρων μέσα από τους οποίους συγκροτούν την επιθυμία τους και αναγνωρίζουν ως αυτονόητη την κοινωνική πραγματικότητα που τα αλλοτριώνει.
Ωστόσο, πώς μπορεί η πολιτική της ετερότητας να μιλήσει για αλλοτρίωση, όταν οι θεωρητικές εκδοχές της αμφισβητούν την ύπαρξη σταθερών δομικών στοιχείων της ανθρώπινης ψυχικής και κοινωνικής ζωής, αντιμετωπίζοντάς τα ως αποκλειστικά προϊόντα ιστορικών και κοινωνικών διαδικασιών κατασκευής; Όταν, δηλαδή, η πολλαπλότητα των ψυχικών και κοινωνικών μορφών δεν νοείται ως έκφραση ορισμένων δομικών όρων της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά ανάγεται σε μια διαρκή διαδικασία κατασκευής, χωρίς αναγνωρίσιμα σταθερά σημεία αναφοράς; Σε μια εποχή κατά την οποία η κυριαρχία της πολιτικής της ετερότητας δημιουργεί αυτή την ομίχλη στο θεωρητικό τοπίο, η αποσαφήνιση αυτών των ζητημάτων από το παρόν άρθρο επιχειρεί να συμβάλει στην ανάκτηση του ορίζοντα της θεμελιώδους χειραφέτησης.


