«Απολώ την σοφίαν των σοφών». Και την σύνεση των νομικών αθετήσω;

Τα έννομα δικαιώματα και η «μωρία» του Σταυρού στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου.

1
1549

«Η αποστολή που μου όρισε ο Χριστός ήταν να κηρύττω το Ευαγγέλιο, χωρίς σοφά και περίτεχνα λόγια, ώστε ο θάνατος του Ιησού επί του Σταυρού να μη χάσει το περιεχόμενό του» (Α΄ Κορινθίους 1:17).

«Θα αφανίσω τη σοφία των σοφών και την σύνεση των συνετών θα αθετήσω, έχει από το Θεό διακηρυχθεί στη Γραφή».

«Πού λοιπόν να βρεθεί σοφός;

Πού να βρεθεί έμπειρος στις Γραφές;

Πού να βρεθεί απολογητής αυτού εδώ του αιώνα;» (Α΄ Κορινθίους 1:19 έως 21).

«Όσο οι Ιουδαίοι θα ζητούν ως αποδείξεις θαύματα και οι εθνικοί φιλοσοφικές αλήθειες, εμείς θα κηρύττουμε Χριστό και μάλιστα Εσταυρωμένο, κήρυγμα προσβλητικό για τους Ιουδαίους και ανόητο για τους εθνικούς» (Α΄ Κορινθίους 1: 22 και 23).

«Και εσείς! Εκεί φτάσατε; Χριστιανός να σέρνει Χριστιανό στα Δικαστήρια και μάλιστα σε Δικαστήρια απίστων;

Γιατί δεν προτιμάτε να είστε οι αδικημένοι;

Γιατί δεν προτιμάτε να ζημιώνεστε;» (Α΄ Κορινθίους 6: 5 έως 7).

Ο Απόστολος Παύλος γράφει για Εσταυρωμένο και όχι για Σταυρωθέντα.

Με τη χρήση του παρακειμένου δηλώνει ότι ο Σταυρός δεν είναι πραγματικότητα του παρελθόντος, αλλά κάτι που υπάρχει και ενεργεί στο παρόν.

Τί είναι όμως για τον Παύλο ο Σταυρός;

Το μέσο της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης;

Η αναγκαία συνθήκη εξιλέωσης του βαρύτατα προσβεβλημένου από την αμαρτία και την ανθρώπινη ανυπακοή και ανταρσία Θεού, δια της τιμωρίας του αθώου και αναμάρτητου Υιού Του;

Για τον Απόστολο Παύλο, ο Σταυρός είναι η Αγία Τράπεζα της Ευχαριστιακής Θυσίας.

Είναι Θεού δύναμη και Θεού σοφία.

Συνιστά μαρτυρία ενός τρόπου υπάρξεως, ενός τρόπου του είναι.

Του τρόπου υπάρξεως του Τριαδικού Θεού.

Της ελεύθερης αγάπης του Πατρός, που δωρίζεται δια του Υιού, κοινωνείται, δε, και γίνεται μεθεκτή δια του Αγίου Πνεύματος.

Ο Σταυρός είναι νίκη και όχι ήττα.

Είναι η νίκη της θυσιαστικής αγάπης επί του θανάτου.

Το ότι ο Χριστός δεν κατέβηκε από το Σταυρό και δεν θέλησε να επιβληθεί με το θαύμα, το κύρος και την ισχύ, δυσαρεστώντας έτσι τον (ντοστογιεφσκικό)  Μεγάλο Ιεροεξεταστή, είναι σωτηριολογική επιτυχία και όχι μοιραία φερόμενη αποτυχία και ασυγχώρητη μωρία.

Ο Σταυρός είναι ήδη Ανάσταση, πριν την Ανάσταση, γιατί η δύναμη της Ανάστασης είναι ακριβώς η δύναμη του Σταυρού.

Θεόπτης ο Απόστολος Παύλος του Αναστημένου Χριστού κατά το όραμα της Δαμασκού, στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή του, συγχρόνως και αχωρίστως καταθέτει για το γεγονός της Ανάστασης και για το Μυστήριο του Σταυρού, κάνοντας τον σύγχρονο Γάλλο φιλόσοφο Αλαίν Μπαντιού να τον αποκαλέσει «θεολόγο του συμβάντος», με την Ανάσταση να ορίζεται από τον ανωτέρω ως το απόλυτο συμβάν.

Έτσι ο Σταυρός διαυγαζόμενος από το φως της Αναστάσεως φέρνει την ιστορία διαρκώς αντιμέτωπη με την ήδη εληλυθυία, αλλά όχι πλήρως ακόμη, Βασιλεία το Θεού, καθιστώντας την Εκκλησία εν χρόνω κοινωνία των Εσχάτων.

Γι’ αυτό και το ζητούμενο για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ένας, ομηρικού τύπου, νόστος για έναν απολεσθέντα παράδεισο, αλλά η Ανάσταση, η εναγώνια προσδοκία μιας οντολογικής ανακαίνισης του σύμπαντος κόσμου και των ανθρώπινων σχέσεων που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.

Το πλήρωμα της ζωής και της αλήθειας ανήκουν στο μέλλον, στην υποσχεμένη Βασιλεία του Θεού, όχι στο παρελθόν.

Όπως πολύ καίρια διευκρινίζει ο Απόστολος Παύλος, ενδοϊστορικά, μόνο «εκ μέρους γινώσκομεν … όταν, δε, έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται» (Α΄ Κορινθίους 13: 9 και 10).

Σε αυτόν τον ορίζοντα, ο Σταυρός δεν είναι μόνο ο ασκητικός αγώνας κατά των παθών και η αντιμετώπιση της οδύνης τω καιρώ των θλίψεων και των δοκιμασιών, αλλά, κυρίως, το πολίτευμα της ποθεινής πατρίδας, καθότι, όντας πάροικοι και παρεπίδημοι, «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13:14).

Είναι η υπαρξιακή μας δικαίωση και η θεμελίωση της αξίας και όχι μόνο της αξιοπρέπειάς μας στην Ενανθρώπηση του ανυπερήφανου Θεού και στην άκρα ταπείνωσή Του, μέχρι θανάτου, θανάτου, δε, Σταυρού.

Για τον Παύλο, η δικαίωση του ανθρώπου, που αποτελεί εν τέλει την κεντρική ιδέα του έργου του μεγάλου Αποστόλου, είναι κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, από την έννοια του δικαιώματος.

Η δικαίωση αυτή δεν είναι το αντάλλαγμα της συμμόρφωσης στο Νόμο και δεν επέρχεται ως έννομη συνέπεια από την άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων που αναγνωρίζει και κατοχυρώνει ο Νόμος.

Δεν διεκδικείται ως αξίωση από τον νομιμόφρονα τηρητή των θεσπισμένων διατάξεων, αλλά ενεργείται από το Θεό και οικειώνεται από τον πιστό, με τον τρόπο του Τελώνη και όχι του Φαρισαίου.

Κριτήριο δικαίωσης των ανθρώπων για τον Απόστολο Παύλο, σημειώνει ο Καθηγητής Απόστολος Γεωργιάδης, δεν είναι τα ατομικά επιτεύγματα πιστότητας σε μια ηθική επιταγή ή σε έναν κώδικα ορθής συμπεριφοράς.

Η ύπαρξη δικαιώνεται μόνο ως ελευθερία από περιορισμούς φθοράς και θανάτου.

Και ο μόνος τρόπος αυτής της ελευθερίας είναι το τριαδικό πρότυπο της όντως υπάρξεως και ζωής.

Δικαιώνομαι πιστεύοντας, καθότι «δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται» (Ρωμ. 1:17) και μετέχοντας στην Δικαιοσύνη του Θεού, η οποία ταυτίζεται με την αγάπη, το έλεος και την φιλανθρωπία Του, οσάκις, δε, επιχειρώ να αυτοδικαιωθώ, δηλαδή να αυτοθεωθώ, αδικώ τον εαυτό μου, διδάσκει ο Απόστολος Παύλος.

Μέχρις εδώ και συμφώνως τοις ηγουμένοις, θα μπορούσε κάλλιστα να τεθεί το εξής ερώτημα:

Μήπως ο Απόστολος Παύλος εισηγείται και υπονοεί για τον Νόμο ότι πρέπει να καταργηθεί;

Μήπως απαξιώνει το θετό δίκαιο και κηρύσσει την ανομία και την ανυπακοή;

Μήπως το νομικό πνεύμα του, για το οποίο συζητάμε όλοι εδώ σήμερα, είναι εκ των έσω ανατρεπτικό της εννόμου τάξεως και θεωρητικό μιας εν Χριστώ αναρχίας;

Μήπως μαζί με την σύνεση των υπολοίπων συνετών, είναι να αθετηθεί κατά τον Απόστολο Παύλο, με προσθήκη στον σχετικό προφητικό στίχο του Ησαΐα, και η σύνεση των συνετών νομικών;

«Νόμον ου καταργούμεν δια της πίστεως: μη γένοιτο, αλλά νόμον ιστώμεν, δηλαδή στηρίζουμε», απαντά ο ίδιος στην προς Ρωμαίους  Επιστολή του (κεφ. 3:31).

Και εφόσον «νόμον ιστώμεν», παραλλήλως και τα ατομικά έννομα δικαιώματα «ιστώμεν».

Την έννοια των ατομικών δικαιωμάτων δεν θα την συναντήσει κανείς στον λόγο του Αποστόλου Παύλου, όπου το δίκαιο βιώνεται όχι ως ατομική επιβίωση αλλά ως μέθεξη, κοινωνία και σχέση, σε μία αιώνια προοπτική αναστησομένου σώματος και ψυχής.

Υπό το πρίσμα αυτό, όταν ο Απόστολος Παύλος θέλει, στο 6ο κεφάλαιο της Α΄ Επιστολής του, να κάνει τους Κορίνθιους να ντραπούν γιατί ενάγουν αδελφούς τους χριστιανούς στα Δικαστήρια εφαρμογής του γνωστού σε αυτόν Ρωμαϊκού Δικαίου, δεν το κάνει διαγράφοντας τη δικονομία, την  οποία άλλωστε ο ίδιος θα επικαλεστεί για να δικαστεί ως Ρωμαίος πολίτης από τον Καίσαρα, αλλά για να πει ότι το λάθος δεν βρίσκεται στο ότι καταφεύγουν σε εκτός Εκκλησίας κριτές για να λυθεί η αντιδικία που έχουν μεταξύ τους διάδικοι πιστοί, αλλά στο ότι επέτρεψαν να ανακύψει τέτοια διαφορά.

Τελικά, πώς στηρίζει τον Νόμο και τα έννομα δικαιώματα ο Απόστολος Παύλος;

Ανυψώνοντάς τα στο Σταυρό και χρίοντας την τελολογία τους με τη σφραγίδα της Ανάστασης και των Εσχάτων.

«Πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει», θα υπογραμμίσει.

Το νόμιμο, που δεν είναι πάντα και ηθικό, σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν είναι ηθικό, μπορεί να μην είναι υπαρξιακά συμφέρον. Και δεν είναι υπαρξιακά συμφέρον στην περίπτωση που ανήκει σε αυτά που δεν πρόκειται να εξακολουθήσουν να υπάρχουν στην καινούργια Γη και τον καινούργιο Ουρανό, όπου, μόνο η αγάπη, που ουδέποτε εκπίπτει, θέλει παραμείνει.

Με την σταυροαναστάσιμη προσέγγιση του Αποστόλου Παύλου:

- Ο Νόμος είναι προστάδιο της Δικαιοσύνης του Θεού και παιδαγωγός εις Χριστόν, αρκεί η ratio αυτού να είναι υπέρ του κοινού βίου και η φροντίδα του να είναι για τα θύματα της ιστορίας. Μέχρι την αυλαία της ιστορίας και την τελική νίκη των Εσχάτων, ο Χριστός πάσχει μαζί με τα θύματα και αυτό δίνει τη βάση για μια πολιτική, αλλά και νομική θεολογία με την έννοια της ευθύνης και όχι της ελεημοσύνης. Ο νομοθέτης οφείλει να γνωρίζει ότι ο κόσμος αυτός εδώ δεν είναι θέλημα Θεού και ότι γι’ αυτό και πρέπει να αλλάξει.

- Η ελευθερία δεν είναι ελευθερία από τη φύση, αλλά από την φιλαυτία, την ιδιοτέλεια και τον ατομικισμό.

- Τα ατομικά δικαιώματα δεν μπορεί να εξαντλούνται στην νομιζόμενη αυτεξουσιότητα της ιδιωτικής απόλαυσης, αλλά είναι ανάγκη να συνδεθούν για όλους τους κοινωνούς του Δικαίου μέσω κοινωνιοκεντρικών αρμών.

- Η χριστιανική αντίληψη της δικαιοσύνης δεν τίθεται ως πολιτικό πρόταγμα και δη κρατικά επιβεβλημένο, αλλά με τη μορφή της άγρυπνης ευαισθησίας και μέριμνας των πιστών για τους αδυνάμους, για το τελευταίο κουρέλι που συναντάει κανείς στο δρόμο.

- Η φωνή της χριστιανικής συνείδησης δεν μπορεί να σιγά, να συμβιβάζεται και να συναλλάσσεται, αλλά καλείται να τελεί σε νήψη και να καταγγέλλει τις αιτίες και όχι μόνο τα συμπτώματα, τις χαραμάδες και τα κενά που αφήνονται ακόμα και στους στιβαρότερους και στο μέγιστο δυνατό λειτουργικούς νομικοπολιτικούς θεσμούς, κενά από τα οποία βρίσκει δίοδο να ξεπροβάλλει ανεμπόδιστη η σιωπηρά αμνηστευμένη απανθρωπιά – με τη μορφή, για παράδειγμα, της εμπορίας γυναικών, της κακοποίησης κρατουμένων σε φυλακές και σε στρατόπεδα μεταναστών, της εκδήλωσης ρατσιστικών συμπεριφορών, της οικονομικής βίας και φτωχοποίησης ή και της, με μεθόδους που δεν μπορούσαν να φανταστούν οι Πατέρες της Εκκλησίας, στους τόσους γι’ αυτήν στηλιτευτικούς τους λόγους, τοκογλυφίας.

Ενόψει του Ευαγγελίου της Κρίσης, η πνευματικότητα δεν προσφέρεται για απόπειρες «κατανυκτικής απόδρασης» από τον κόσμο και την ιστορία, καθόσον η σχέση κάθε συστηνόμενου ως συμπολίτη των Αγίων και οικείου του Θεού περνά οπωσδήποτε δια μέσου της έγνοιας για τη ζωή, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του επίγειου συνανθρώπου.

Από τα ατομικά μου δικαιώματα, τα οποία δεν ειδωλοποιώ, μπορώ και να παραιτηθώ, εφόσον κίνητρό μου είναι η ελευθερία των τέκνων του Θεού και όχι η ναρκισσιστική αυτοθυματοποίηση και μοιρολατρία, στα ατομικά όμως δικαιώματα του συνανθρώπου μου, ακόμη και του εχθρού μου, είμαι υπόχρεος να είμαι παρών στο να τα υπερασπιστώ, γιατί πρόκειται για ζήτημα πνευματικό, για να παραφράσουμε και τον Μπερντιάεφ.

Από την άλλη, πρέπει να αντιληφθώ ότι ο θελκτικότερος και πιο ολέθριος πειρασμός των Χριστιανών είναι να θελήσουν να εκβιάσουν την έλευση των Εσχάτων και να εγκαθιδρύσουν έναν επίγειο παράδεισο στη γη, αρνούμενοι τον Σταυρό.

Με τα κριτήρια του Ευαγγελίου, η θεοκρατική επιβολή μιας και μόνης εκδοχής του αγαθού και του δέοντος επί της κοινωνίας, κοινώς η εξαναγκασμένη αρετή, πρέπει να απορριφθεί. Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία τάση και θρησκειοποιημένη ροπή για μεσσιανικού τύπου εκτροπή σε αυταρχικές και αντιδημοκρατικές  μεθόδους και λύσεις.

Αποτελεί αναντίρρητα ευτυχέστατο γεγονός το ότι οι Ορθόδοξοι κατέχουμε στην περιουσία μας, ως πολύτιμο ανθρωπολογικό εργαλείο, την έννοια του προσώπου, την οποία, αν ποτέ αξιολογούσαμε με συνέπεια, θα ήμασταν σε θέση να συνεισφέρουμε τα μέγιστα σε κάθε κοινωνικό αγώνα που διεκδικεί δικαιοσύνη και ισονομία για όλους τους ανθρώπους. Στο πνεύμα αυτό, ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας επισημαίνει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να ευλογεί και να ενθαρρύνει κάθε εξέλιξη του δικαίου προς την κατεύθυνση της προστασίας του προσώπου ως μοναδικής, ανεπανάληπτης και αναντικατάστατης ταυτότητας … [γι’ αυτό και πρέπει να] επικροτούνται από την Εκκλησία οι νομικές προβλέψεις περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής, των ίσων δικαιωμάτων και ελευθεριών, «ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής σε εθνική μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως».

Ασφαλώς και δεν παραγνωρίζουμε τα προβλήματα της νεωτερικότητας ακόμη και τη συχνά επιλεκτική προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων από ορισμένες χώρες της Δύσης, όπως και τις ακρότητες της λεγόμενης πολιτικής ορθότητας και του δικαιωματισμού, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το έργο και ο ρόλος της Ορθόδοξης θεολογίας σήμερα χρειάζεται απλώς να είναι μία υπενθύμιση της πολιτισμικής ανωτερότητας του Ελληνισμού. Αντί να ερίζουμε για τα υπαρκτά ή μη κατορθώματα του παρελθόντος και μάλιστα σε προνεωτερικές και αυτοκρατορικές μορφές πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και κάτω από αυστηρά ιεραρχικά κοινωνικά πρότυπα, χρειάζεται να συμμετάσχουμε ενεργά στον διάλογο για την κριτική και πλουραλιστική ανανοηματοδότηση και διαρκή υποστήριξη των δικαιωμάτων του εμπερίστατου ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό. Άλλωστε, τα δικαιώματα του ανθρώπου μοιάζουν ακατανόητα δίχως τη χριστιανική παράδοση.

Και, όπως και ο μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ μας υπενθύμιζε ακάματα, όποιος αδιαφορεί για την Ιστορία δεν μπορεί ποτέ να είναι καλός Χριστιανός.

 

Πέτρος Θ. Θωμαΐδης, Δικηγόρος

(Εισήγηση σε ημερίδα με τον τίτλο «Το νομικό πνεύμα του Αποστόλου Παύλου», που πραγματοποιήθηκε, στα πλαίσια των Παυλείων, από την Ιερά Μητρόπολη Κορίνθου και τον Δικηγορικό Σύλλογο Κορίνθου, με την αρωγή και του Δήμου Κορινθίων, στις 20 Ιουνίου 2026).

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Η ζυγαριά") είναι έργο του Σπύρου Βασιλείου.

1 σχόλιο

  1. Αγαπητέ Κύριε
    Από το ενδιαφέρον κείμενο ξεχώρισα και έμεινα στην αντιδιαστολή «εσταυρωμένου» και «σταυρωθέντα».
    Δεν είμαι σε θέση να εκφέρω λόγο επί του προκειμένου. Όχι διότι δηλώνω άθεος αλλά διότι δεν έχω τα προσόντα, τις απαιτούμενες γνώσεις. Κατανοώ όμως ότι η χρήση του από τον Απόστολο των Εθνών έχει μεγάλη και ιδιαίτερη θεολογική σημασία.
    Θέλω να πιστεύω ότι η διαφορά ήταν γνωστή στους συντάκτες του Συμβόλου της Πίστεως οι οποίοι επέλεξαν το «σταυρωθέντα». Ότι και να σημαίνει αυτό, αλλαγές δεν χωρούν!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ