Απαντήσεις σε ερωτήματα λατρευτικού ενδιαφέροντος (1o και 2ο μέρος)

17
1038
Στο πλαίσιο των μηνιαίων κυριακάτικων συναντήσεων των ενοριτών του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά, με παρουσιάσεις και συζήτηση πάνω σε θέματα θεολογικά, εκκλησιαστικά, λειτουργικά, αγιογραφικά κ.ά., το 2025 θα συζητήσουμε τις ερωτήσεις που κατέθεσαν, όλο το προηγούμενο διάστημα, στο ναό μέλη της κοινότητάς μας. Για το σκοπό αυτό προσκαλούμε ειδικούς από διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να συζητήσουμε πάνω στις συγκεκριμένες ερωτήσεις και τη γενικότερη συνάφειά τους.
Η 1η συνάντηση προγραμματίστηκε για την Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025 με γενικό τίτλο:Απαντήσεις σε ερωτήματα λατρευτικού ενδιαφέροντος όπως τα θέτουν μέλη της ενορίας μας: Α΄μέρος

Οι ομάδες των θεμάτων που καλύπτουν οι ερωτήσεις αυτής της συνάντησης αφορούν τα εξής: Γένεση, ιστορική εξέλιξη και θεολογία των Μυστηρίων της Εκκλησίας
μας σημαίνοντα και σημαινόμενα στη χριστιανική Λατρεία
μέρος 2ο

17 Σχόλια

  1. Σχετικά με το θέμα της αναγνώσεις των ευχών, έχει γράψει μια πολύ εμπεριστατωμένη μελέτη ο πατήρ Νικόδημος Μπαρούσης με τίτλο “Η μυστική ανάγνωσις των ευχών της θείας λειτουργίας” Αξίζει να την μελετήσουμε γιατί παραθέτει τα λειτουργικά υπομνήματα των Αγίων διαχρονικά και και άλλες πατερικές και ιστορικές μαρτυρίες. Από την μελέτη αυτή είναι εμφανές ότι οι πατέρες διαχωρίζουν την μυστικότητα των ευχών, από την εκφώνηση του ακροτελεύτιου τμήματος αυτών, που είναι εις επηκοον πάντων.Και δεν είναι μόνο ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, είναι ο Συμεών Θεσ/κης, Ο Αγ.Γερμανοε Κων/λεως, ο Άγιος Μάξιμος Ομολογητής κα.

  2. Θα μπορούσε να επιτευχθεί ένας εκσυγχρονισμός της παράδοσης ώστε η σημερινή Εκκλησία να ανταποκριθεί πιο αποτελεσματικά στις σύγχρονες ανάγκες;

    • Δώστε μας παρακαλώ ένα παράδειγμα εκσυγχρονισμού προς ανταπόκριση στις σύγχρονες ανάγκες. Ή αλλιώς, σε ποια ανάγκη δεν ανταποκρίνεται αποτελεσματικά η Εκκλησία και θέλει εκσυγχρονισμό;

  3. Αν κατάλαβα καλά, μιλάνε για το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας χωρίς το Μυστήριο της Εξομολογήσεως;
    Και ο π. Βασίλειος Θερμός απορεί γιατί ακούμε τους πνευματικούς πατέρες και όχι τους καθηγητές Θεολογίας; Έλα μου όμως που η Ορθοδοξία είναι βιωμένη εμπειρία, ταπείνωση και σταυρός και όχι λόγια και άνεση;

    • Ακριβώς όπως τα λέτε. Και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που δεν καταλαβαίνουν. Άλλο η θεολογία ως επιστήμη και άλλο η θεολογία ως βίωμα της Θείας Χάριτος.

    • Η εκκλησία δεν περιβάλλεται από τον χρόνο… Περιβάλλει η ίδια τον χρόνο!
      Να π.χ. που οι εναργέστεροι στοχαστές μας δεν παύουν, στιγμή, να περιστρέφονται γύρω της – ακόμα και αν προκρίνουν, σήμερα, μια αρνητική στάση εμπρός της. Στο κέντρο της σκέψης τους, πάντως, παραμένει διαρκώς ο Θεός (της).

      Ανησυχείτε ίσως μας λέτε μην, αυτή, γίνει μουσείο…
      Μα, πείτε μου μιαν αυτοπαρουσίαση [κάποιου άλλου υποσυνόλου του δημοσίου μας βίου] σαγηνευτικώτερη από αυτήν που εκτίθεται στο βιβλίο «Ειδοδικόν» του πατρός Βασιλείου Γοντικάκη.
      Ή, βρείτε μου έναν ενεστώτα λόγο γοητευτικώτερο από εκείνον του πατρός Νικολάου Λουδοδίκου.
      Υποδείξτε μου, έστω, μια κινηματογραφική ταινία καθολικώτερη / καθηλωτικώτερη / πληρωτικότερη από όσο «Ο άνθρωπος του Θεού» της Γελένα Πόποβιτς.

      Ποιο είναι το «μυστικό» αυτής της αμείωτης επικαιρότητας, θα ήταν νομίζω το καίριο ερώτημα. Για μένα, η εξήγηση έγκειται στην αβίαστη / ελεύθερη, ακριβώς, σχέση της εκκλησιαστικής συνείδησης με τον σύμπαντα χρόνο του κόσμου μας.

  4. Προς κ.Καστρινακη: ποια είναι η αμείωτη επικαιρότητα στην οποία πάντα απαντά η εκκλησία; Νομίζω η οπτική της ότι πρέπει να καταπολεμούμε τον εγωισμό μας και τον καλπάζοντα πλέον ναρκισσισμό μας υπέρ του κάθε άλλου ως εικόνα Θεού. Αυτό ήταν, είναι και θα παραμείνει αυτό που πρεσβεύει η εκκλησία. Αλλά πάλι, μπορεί και να το έχω καταλάβει λάθος ή μόνο τμηματικως.

    • Ευχαριστώ για το πολύ κατατοπιστικό και όντως θεολογικό κείμενο.
      Με τον π. Βασίλειο Θερμό είχαμε συζητήσει το θέμα της λειτουργικής μεταρρύθμισης πριν από περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια, όταν ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είχε εφαρμόσει πιλοτικά σε κάποιες ενορίες την ανάγνωση του Αποστόλου και του Ευαγγελίου και από μετάφραση. Του είχα πει πως το θέμα των μεταφράσεων των λειτουργικών κειμένων πρέπει να γίνει αίτημα του πιστού λαού προς τον Θεό, ώστε Αυτός ν᾿ αναδείξει κάποιον που θα προχωρήσει στη μετάφρασή τους, διότι το θέμα δεν είναι αυτός να ξέρει καλά τη γλώσσα, αλλά να συντονίζεται εσωτερικά με όσους συνέταξαν τη Λειτουργία και τις άλλες ιεροτελεστίες, να μετέχει δηλαδή των μυστικών εν Χριστώ εμπειριών τους, ώστε μεταφράζοντας, να μην αλλοιώνει όσα κρύβονται ανάμεσα στις γραμμές. (Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, στον πρώτο λόγο των Ασκητικών του, γράφει: «Οἱ ἐκ τῆς θείας χάριτος ἐν τῇ πολιτείᾳ αὐτῶν ὁδηγούμενοι τοῦ φωτισθῆναι, ἀεὶ αἰσθάνονται ὡς ἀκτῖνος τινὸς νοητῆς διαπορευομένης ἐν μέσῳ τῶν στίχων τῶν γεγραμμένων καὶ διακρινομένης ἔμπροσθεν τῆς διανοίας τὸν ψιλὸν λόγον ἐκ τῶν πραγμάτων τῶν λεγομένων ἐν μεγάλῃ διανοίᾳ τῇ ψυχικῇ συνέσει.» Δηλαδή: Όσοι, λόγω της ενάρετης ζωής τους, οδηγούνται από τη θεία χάρη προς τον φωτισμό αισθάνονται να διαπερνά συνεχώς τις γραμμένες αράδες μια νοητή ακτίνα και να χωρίζει μέσα τους το κατά λέξιν νόημα από τα πράγματα με τα βαθιά νοήματα που φωτίζουν την ψυχή» -δική μου απόδοση, με τη βοήθεια και του συριακού κειμένου.) Του ανέφερα και τον γέρο Ενώχ, ένα Ρουμάνο μοναχό οσιακής βιοτής που διάβαζε καθημερινά ολόκληρο το Ψαλτήρι στα σλαβονικά. Τον ρώτησε ο τότε ηγούμενος της Μονής Σταυρονικήτα π. Βασίλειος γιατί δεν το διαβάζει στα ρουμανικά, εφόσον και το σλαβονικό και το ρουμανικό Ψαλτήρι είναι μεταφράσεις από τα ελληνικά, κι αυτός απάντησε: «Αυτός που το μετέφρασε στα σλαβονικά ήταν Άγιος. Αυτός που το μετέφρασε στα ρουμανικά είναι Άγιος;» Δηλαδή, ο ασκητής είχε φτάσει στον φωτισμό στον οποίο αναφέρεται ο αββάς Ισαάκ και διέκρινε ποιος έβλεπε τη νοητή ακτίνα ανάμεσα στις αράδες και τη διατήρησε στη μετάφραση και ποιος όχι.
      Ο π. Βασίλειος, σα να μην κατάλαβε τίποτα, μου απάντησε πως το θέμα έχει λυθεί για την Εκκλησία. Κι όταν τον ρώτησα «πώς;» μου απάντησε πως έγινε ένα συνέδριο στο οποίο οι καθηγητές της Λειτουργικής κκ. Φίλιας και Σκαλτσής συμφώνησαν με τις πρωτοβουλίες του αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου! Ώστε την Εκκλησία δεν την αντιπροσωπεύουν ούτε οι συνοδικοί θεσμοί, ούτε οι «καθαροὶ τῇ καρδίᾳ», οι ταπεινοί και συντετριμμένοι, ή όσοι καλλιεργούν την εργασία για την κάθαρση της καρδιάς, αλλ’ οι ακαδημαϊκοί θεολόγοι που καλλιεργούν τη διάνοιά τους! Φυσικά, ο πιστός λαός συντάσσεται με τους δεύτερους, γιατί νιώθει κάτι, την παρουσία της θείας χάριτος μέσα τους, έστω κι αν αυτό δεν μπορεί να το εκλογικεύσει· κι έτσι το πιλοτικό πρόγραμμα του αρχιεπισκόπου απέτυχε παταγωδώς.
      Μετά απ’ αυτά, δεν είχα καμιά διάθεση να δω αυτό το βίντεο. Διάβασα όμως το κείμενο στο οποίο παραπέμπετε κι έφριξα με την «επιστημονική» μεθοδολογία του κ. Φίλια που, στη διατριβή του, δεν χρησιμοποιεί τις πηγές που εμπιστεύεται για να τον καθοδηγήσουν (και που τις θεωρεί ανώτερες από τους Αγίους που σχολίασαν τη θεία Λειτουργία) αλλά τις χρησιμοποιεί κατά το δοκούν, διαστρεβλώνοντάς τες, για να προπαγανδίσει τις απόψεις του· και που στις συναντήσεις που καταγράφησαν σ’ αυτό το βίντεο, αντιφάσκει στον εαυτό του, εκφράζοντας «προοδευτικότερες» απόψεις απ’ αυτές της διατριβής του. Στενοχωρήθηκα και με όλη τη νοησιαρχία που υπεμφαίνει ένα μεγάλο εγωισμό και περιφρόνηση των φωτισμένων και θεοπτών της Εκκλησίας μας και των εμπνευσμένων από το Άγιο Πνεύμα κειμένων τους για τα οποία έχυσαν αίμα (κατά το «δὸς αἷμα καὶ λάβε πνεῦμα» – αββάς Λογγίνος του Γεροντικού).

  5. Ἀγαπητέ κ. Theo συμφωνῶ ἀπολύτως μέ τή γνώμη σας ὅτι στό ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῶν λειτουργικῶν κειμένων πρέπει νά ἀκολουθοῦμε τή γνώμη τῶν θεοπτῶν ἁγίων καί ὄχι τή γνώμη τῶν ἐμβριθῶν ἀλλ’ ἴσως ἀφώτιστων ἁγιοπνευματικά καθηγητῶν τῆς θεολογίας. Ἄλλωστε κατά τόν Ἰωσήφ Βρυέννιο «Ἀμήχανον ἄλλως τήν ἀλήθειαν γνῶναι ἤ θεολογίας ἅπτεσθαι, μή τοῖς ἁγίοις ἑπόμενον». (Παρατίθεται ἄνευ παραπομπῆς στό Διόσκορος καί Σεβῆρος. Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι αἱρεσιάρχαι, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2003, σελ. 31)
    Ὅμως δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει τό γεγονός ὅτι ἀπό τούς συγχρόνους ἁγίους καί φωτισμένους Γέροντες οὐδείς προέβη σέ μετάφραση τῆς λειτουργικῆς γλώσσας. Τοὐναντίον ὁρισμένοι ἐξ αὐτῶν τοποθετήθηκαν ἀρνητικά ἀπέναντι στό ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῆς Θ. Λειτουργίας. Μάλιστα ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, πού ἔχει ὅλες τίς προϋποθέσεις νά χαρακτηρισθεῖ ὡς σύγχρονος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, εἶπε ὅτι ὅτι τυχόν μετάφραση τῆς ἑλληνικῆς πρωτότυπης γλώσσας τῆς Θείας Λειτουργίας θά προκαλέσει οὐσιώδη βλάβη στή Λατρεία καί ἀνυπολόγιστη ζημία στούς πιστούς. Συγκεκριμένα γράφει αὐτολεξεί: «Οἱ Ἕλληνες διά τῆς φιλοσοφίας ἔφθασαν εἰς τά ὑψηλότερα δυνατά ὅρια ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος καί διά τῆς γλώσσης ἐπαρουσίασαν τήν τελειοτέραν δυνατήν μορφήν ἐκφράσεως τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου. Τήν μορφήν ταύτην τῆς ἐκφράσεως προσέλαβε καί ἐχρησιμοποίησε κατά Πρόνοιαν Θεοῦ εἰς τήν λατρείαν ἐπί δύο χιλιετίες ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ…Ἡ ἐπί τοσοῦτον χρόνον χρησιμοποιηθεῖσα καί καθαγιασθεῖσα γλῶσσα τῆς Θείας Λειτουργίας, ἥτις δύναται νά χαρακτηρισθῇ καί ὡς κατηγόρημα τῆς ὀρθοδόξου λατρείας, εἶναι ἀδύνατον νά ἀντικατασθῇ, ἄνευ οὐσιώδους βλάβης αὐτῆς ταύτης τῆς λατρείας. Διά τούς λόγους τούτους εἴμεθα κατηγορηματικῶς πεπεισμένοι ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ χρῆσις τῆς παραδεδομένης Λειτουργικῆς γλώσσης ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς ἀκολουθίαις∙ οὐδόλως ὑπάρχει ἀνάγκη ἀντικαταστάσεως αὐτῆς ὑπό τῆς γλώσσης τῆς καθ᾿ἡμέραν ζωῆς, πρᾶγμα ὅπερ ἀναποφεύκτως θά καταβιβάσῃ τό πνευματικόν ἐπίπεδον καί θά προξενήσῃ οὕτως ἀνυπολόγιστον ζημίαν. Εἶναι ἄτοποι οἱ ἰσχυρισμοί περί τοῦ δῆθεν ἀκατανοήτου διά πολλούς συγχρόνους ἀνθρώπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσης, μάλιστα δέ δι᾿ ἀνθρώπους ἐγγραμμάτους καί πεπαιδευμένους εἰσέτι. Διατί λοιπόν ἀναγκάζομεν τήν Ἐκκλησίαν νά ἀπολέσῃ γλῶσσαν ἀπαραίτητον διά τήν ἔκφρασιν ὑψίστων μορφῶν τῆς θεολογίας καί τῶν πνευματικῶν βιωμάτων; Πάντες, ὅσοι εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦν νά γίνουν κοινωνοί τῆς αἰωνοβίου παραδόσεως τοῦ Πνεύματος, εὐκόλως θά ἀνεύρουν τήν δυνατότητα νά ἐξοικειωθοῦν μετά τοῦ ἀτιμήτου θησαυροῦ τῆς ἱερᾶς λειτουργικῆς γλώσσης ἥτις κατά τρόπον ὑπέροχον προσιδιάζει εἰς τά μεγάλα μυστήρια τῆς λατρείας». (Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας σσ. 373-376)
    Ὡσαύτως καί οἱ σύγχρονοι ἅγιοι Παΐσιος (Ὁ Ἅγιος Παΐσιος καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα 11 Ἰουλίου 2025 Ἀντίφωνο https://antifono.gr/o-agios-pa%e1%b8%afsios-o-agioreitis-kai-i-elliniki-glossa/)καί Πορφύριος, (Ὁ Ἅγιος Πορφύριος καί ἡ ἀρχαία ἑλληνική γλῶσσα 11 Δεκεμβρίου 2017 Ἀντίφωνο, https://antifono.gr/o-agios-porfyrios-kai-i-archaia-elli/) ὅπως συνάγεται ἀπό τά λεχθέντα τους ἦσαν ἀρνητικοί στή μετάφραση τῆς λειτουργικῆς γλώσσας. Ὅμοίως καί ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος.
    Πάντως εἶναι ἐνδιαφέρουσα καί μᾶλλον σωστή ἡ ἀνωτέρω γνώμη σας γιά τή μετάφραση τῆς Λειτουργικῆς γλώσσας. Ἐάν κάποιος σύγχρονος ἅγιος ἤ, ἔστω φωτισμένος Γέροντας, πού ἐθεωρεῖτο ὡς τέτοιος ἀπό τό σύνολο τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, προβεῖ σέ μετάφραση τῆς Θ. Λειτουργίας τό ὅλο θέμα θά ἔμπαινε σέ νέα βάση καί ἴσως μποροῦσε νά συζητηθεῖ.

  6. Τις γνώμες των Αγίων που αναφέρετε τις ξέρω, αλλά, με όλο τον σεβασμό προς αυτούς (ο άγιος Παΐσιος υπήρξε ο οδηγός μου για μια πενταετία, τον δε άγιο Πορφύριο και τον π. Επιφάνιο τους συνάντησα το 1980 σε διάστημα δυο ημερών), έχω μια λίγο διαφορετική γνώμη.
    Στη Σερβία σχεδόν όλα τα λειτουργικά κείμενα ψάλλονται και διαβάζονται στη σύγχρονη σερβική κι όχι στην σλαβονική που χρησιμοποιούσαν πριν από κάποιες δεκαετίες και μάλλον δεν υπάρχει αντίδραση από τον λαό. Το 1994 που ήμασταν εκεί, ακούσαμε ότι τη Λειτουργία (ίσως και άλλα κείμενα) τη μετέφρασε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς. Και νομίζω πως ο λόγος της μη αντιδράσεως είναι το ότι ο άγιος Ιουστίνος συντονιζόταν με τους Αγίους που συνέταξαν αυτά τα κείμενα, δεν του διέφυγαν οι “νοητές ακτίνες” που τις διατρέχουν και τις διετήρησε στις μεταφράσεις του. Κι αυτό το καταλαβαίνει ο πιστός λαός, άσχετα αν αδυνατεί να το εκλογικεύσει.
    Ο ίδιος Άγιος προέτρεπε τους μαθητές του να μάθουν ελληνικά γιατί αυτή είναι η γλώσσα των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Αμανφισβήτητα, έχει πολύ ιερό φορτίο η κοινή ελληνική των Πατέρων και της υμνογραφίας, αλλά τίποτα δεν είναι απόλυτο. Κάθε γλώσσα μπορεί να εξαγιασθεί, αν τη χρησιμοποιήσουν και τη διαπλάσουν Άγιοι. Γι’ αυτό και ο μητροπολίτης Εδέσσης Ιωήλ, πνευματικό τέκνο του π. Επιφανίου Θεοδωρόπολου, θεωρεί πως είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφραστεί η υμνογραφία μας χωρίς να χάσει πολλά, αλλά προτρέπει τους σύγχρονους υμνογράφους να συντάξουν ακολουθίες στα νέα ελληνικά. Αυτό δεν σημαίνει πως θα αλλάξουν κάποιους θεολογικούς όρους που έπλασαν οι Πατέρες και παγιώθηκαν στην Ορθόδοξη θεολογία, αλλά ότι όσα θα τους εμπνεύσει το Άγιο Πνεύμα θα τα εκφράσουν στη μορφή της γλώσσας που τους είναι πιο οικεία, όχι σε μιαν απόμακρη. Κι έτσι οι ύμνοι τους θα είναι πιο ζωντανοί.

    • Έχετε δει μεταφράσεις του Ψαλτήρα; Ωχριούν – επιεικώς – μπροστά στο πρωτότυπο. Και του Κάλβου.
      Δεν μπορεί η δημοτική.
      Η γλώσσα είναι εργαλείο πολιτισμού. “Το εργαλείο κάνει τον μάστορα”.
      Δεν καταργούμε αυτό που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε.
      Να το κατανοήσουμε.

      Με ευχές

  7. Συμφωνῶ μαζί σας, δέν ὑπάρχουν ἱερές γλῶσσες καί δέν εἶναι ἀπόλυτο ὅτι δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά μεταφραστεῖ ἡ πρωτότυπη ἑλληνική λειτουργική γλῶσσα. Ὅμως πρέπει νά λαμβάνουμε σοβαρά (ὄχι ἀπολύτως, ἐπαναλαμβάνω) τίς γνῶμες τῶν ἁγίων. Ἐξάλλω ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς καί μεγάλος θεολόγος ἦταν καί ἅγιος! Στήν Ἑλλάδα, ἔστω μέχρι στιγμῆς, δέν συντρέχει τίποτα παρόμοιο!

  8. Προς τον κ. Παρίση:
    Η γλώσσα δεν είναι φετίχ.
    Πάνω απ’ όλα, είναι ο “μάστορας”, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα που εμπνέει τους συγγραφείς, μεταφραστές, κλπ. χωρίς να καταργεί την προσωπικότητά τους, τη μορφή της γλώσσας τους, κλπ. Κι οι βραδύγλωσσοι (όπως ο Μωυσής) ρητορεύουν όταν Αυτό τους εμπνέει (βλ. την καταβασία της Πεντηκοστής “Θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ, έρρητόρευσε τὸν θεόγραφον νόμον…”) Το θέμα δεν είναι η μορφή της γλώσσας (πχ, η δημοτική) αλλ’ η μετοχή στη χάρη του Θεού.
    Ο δε Παπαδιαμάντης, που μετείχε στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και θήλασε την υμνογραφία της, απέδωσε αριστουργηματικά μέρος του 83ου Ψαλμού, αναφέροντάς τον στον Χριστό: “Και πάλι κίνησα να ‘ρθω, Χριστέ μου, στην αυλή σου…” αποδεικνύοντας έτσι πως η δημοτική μπορεί.
    Κι η κατανόηση των ιερών κειμένων, όπως φαίνεται από τα λόγια του αββά Ισαάκ που παρέθεσα στο πρώτο σχόλιο, δεν είναι θέμα διανοητικό, αλλά θέμα φωτισμού του νου (της έκτης αίσθησης του ανθρώπου με την οποία “βλέπει” τον Θεό), όταν αυτός καθαρθεί με την εργασία των εντολών και τη μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες.

  9. Καλημέρα
    Έχω την αίσθηση ότι συμφωνούμε κ. Theo.

    Εκτός αυτών, το εξομοιούμενο προς συνάντησιν αυτού, εν τέλει ομοιούται αυτώ.

    Καλή Σαρακοστή

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ