Τo περιβόλι με τους μαργαρίτες

0
33

«Αν είσαι απ’ τους αληθινά εκλεκτούς,

την επικράτησί σου κύταζε πώς αποκτάς».

(Κ. Π. Καβάφης)

Διακειμενικός ο τίτλος της «εξηγήσεως» του Κυριάκου Μαργαρίτη στο «Αντίφωνο» (2/7/2026) με αποδέκτη τον γράφοντα αλλά και ασυνήθιστα αντιφατικός, καθόσον η γλυκύτης (ή υπεσχημένη γλυκύτης) απουσιάζει εμφανώς. Ιδού ο τίτλος: «Κάπου τελείως αλλού - Γλυκεία εξήγησις στον Στέλιο Παπαθανασίου».

Αφορμή της «εξηγήσεως» το δημοσίευμά μου στο «Αντίφωνο», με θέμα «Οι νεόκοποι για τον Παπαδιαμάντη» (25/6/2026). Διακειμενικός, λοιπόν, ο τίτλος της «εξηγήσεως», προφανώς διότι αφορμάται από το Χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά (15ος αι.) «Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου». Ασυνήθιστα αντιφατικός, διότι η «εξήγησις» του Μαργαρίτη εξελίσσεται κατ’ αρχάς σε μιαν απίστευτη παρεξήγηση, για να εκτραπεί εν συνεχεία σε λιβελογράφημα ολκής.

Διακειμενικός ο τίτλος και της δικής μου «εξηγήσεως». Αφορμάται από ένα «Ανθολόγιο» του 1966, αποτελούμενο από δύο τόμους ενσωματωμένους σε έναν. Ο πρώτος (1965) τιτλοφορείται «Το λιβάδι με τους μαργαρίτες» και ο δεύτερος «Το περιβόλι με τους μαργαρίτες».

Το περιεχόμενο του «Ανθολογίου» αποτελεί, κατά γενική ομολογία, θρίαμβο του παραλογισμού και αυτό οφείλεται στους «μαργαρίτες», οι οποίοι παρελαύνουν στις σελίδες του, αποθησαυρισμένοι από τον (λόγιο) Αθανάσιο Φωτιάδη. Ποικίλων αποχρώσεων τα εν λόγω «μαργαριτάρια», προέρχονται από την Εκπαίδευση, τη δημοσιογραφία, το ραδιόφωνο, τη δημόσια διοίκηση, τα θεάματα και άλλους χώρους, σχετικούς με την χρήση και την άσκηση της γλώσσας. Στόχος του ανθολογίου (δηλωμένος) είναι να κάνει «προσεκτικούς πολλούς διαπρεπείς κυρίους», κοινολογώντας τα γλωσσικά τους ολισθήματα. Δεύτερος στόχος, εξίσου σημαντικός, είναι να προκαλέσει το γέλιο, το οποίο, κατά τον Μιχαήλ Μπαχτίν, συνιστά ένα είδος «υπερ-φιλοσοφίας».

Το «Περιβόλι με τους μαργαρίτες», επομένως, δεν επελέγη τυχαία ως τίτλος στην απρόσμενη αντιπαράθεσή μου με τον Μαργαρίτη. Φαίνεται πως οι «μαργαρίτες» (μτφ. βαρύ γλωσσικό ή σημασιολογικό σφάλμα) και ο Μαργαρίτης έλκονται, αν κρίνω τουλάχιστον από τα παράλογα και ανήκουστα που μου καταλογίζει, «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» (Κ. Π. Καβάφης).

Θα ολοκληρώσω την αναφορά μου στο πολύτιμο έργο του Φωτιάδη με έναν «μαργαρίτη» - προσφορά στους αναγνώστες του «Αντιφώνου» (δείγμα δωρεάν). Επιλέγω, λοιπόν, ένα ευτράπελο αλλά και τραγελαφικό μαζί περιστατικό, το οποίο αλίευσε ο Φωτιάδης σε εφημερίδα της εποχής:

Ο Αντ. Λεμονίδης, ετών 56, εκ Σερρών, ιδιωτ. υπάλληλος, ενώ ίστατο καπνίζων προ του παραθύρου του, αιφνιδίως κατέπεσεν εξ αυτού από ύψους 6 μέτρων και ετραυματίσθη ελαφρώς εις τους πόδας. Ως εξηκριβώθη, ούτος εις μίαν στιγμήν αφηρημάδας, αντί να πετάξη το τσιγάρον του από το παράθυρον, ερρίφθη ο ίδιος.

Αναλόγως, ο (περίπου) συνονόματος του κυρ Μαργαρίτη με «το πελώριον κατάστιχον» του διηγήματος «Η Σταχομαζώχτρα», αντί να δεχθεί την παπαδιαμαντική καταλλαγή που του πρότεινα («Κάθε Κυριακή να δέρνωνται, και κάθε Κυριακή να ’ναι πάλι αγαπημένοι!» - «Ο Ανάκατος»), τι έκαμε; «Ερρίφθη» στο κενό και, κατά το παράδειγμα του καβαφικού Οροφέρνη Αριαράθου, «κάτι εζήτησε να ραδιουργήσει, κάτι να κάμει, κάτι να σχεδιάσει, / κι απέτυχεν οικτρά κ’ εξουδενόθη».

Και «μετά το προοίμιον» («Εξοχική Λαμπρή»), «εισέρχομαι εις την ουσίαν». Το θλιβερό κατασκεύασμα του Μαργαρίτη, δηλωτικό μιας υπέρμετρης και ανεξήγητης ως ένα βαθμό νοητικής διέγερσης, προσφέρει χώρο στην απρέπεια, στην αγένεια και στα ασύστολα ψεύδη. Θα πρόσθετα και τις συκοφαντίες [εγκαλούμαι επί «κουτσαβακισμώ» αλλά και για έλλειψη «εκκλησιαστικού ήθους» (παράγρ. 28)], αλλά κάτι τέτοιο θα μας οδηγούσε κατευθείαν στο Ακροατήριο με απρόβλεπτες για τον ίδιο συνέπειες. Εξ άλλου, επειδή είμαι ταυτισμένος με τον παπαδιαμαντικό λογοτεχνικό χαρακτήρα Γεώργιο Σαρρή (ως διαθέτων ένα μικρό αγρόκτημα στη Χαλκιδική), τηρουμένων των αναλογιών, έχω να πω τούτο: «Η κάπα μου ευρίσκεται απλωμένη επί του άλσους των κυδωνιών και δεν κρέμεται εις τα δικαστήρια, όπως άλλων ομοτέχνων μου» (από το διήγημα «Νεκράνθεμα», εν παραφράσει).

«Ας επανέλθωμεν εις τον Αποστόλην», γράφει ο Παπαδιαμάντης στο διήγημα «Ο Κακόμης», αξιοποιώντας την δυνατότητα που προσφέρει η αφηγηματολογία για αφηγήσεις αναδρομικού τύπου.

Εμείς, φυσικά, «θα επανέλθωμεν εις τον Κυριάκον» και, πιο συγκεκριμένα, στην ευχέρεια να χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος την Προβολή, δηλαδή έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς άμυνας του Φρόιντ. Προσφεύγει, λοιπόν, στον εν λόγω φροϊδικό μηχανισμό ασυνειδήτως (με την διττή έννοια του όρου) και αποδίδει στον υποφαινόμενο ανύπαρκτες σκέψεις, προθέσεις και ενέργειες, ων ουκ έστιν αριθμός. Με τον τρόπο αυτό, μεταφέρει στο πρόσωπό μου δικές του σκέψεις, προθέσεις κ.τ.λ., προσπαθώντας πάση θυσία να απαλλάξει εαυτόν, δηλαδή το υπερτροφικό του Εγώ, από το άγχος και, εις ό,τι με αφορά, τον παντελώς αδικαιολόγητο θυμό και το ανεπίτρεπτο μένος.

Στο προκείμενο, λοιπόν, με βάση την προγραμματική αρχή της παπαδιαμαντικής λογοτεχνικής δημιουργίας: «Ταύτα όλα βασίζονται επί της πραγματικότητος». Όχι λόγια του αέρα, όπως, για παράδειγμα, η ετυμηγορία του Μαργαρίτη για το δημοσίευμά μου: Πρόκειται για «ένα κείμενο πολεμικής», ο τίτλος του είναι «ανοίκειος» και η φράση «για τον Παπαδιαμάντη» είναι «φρικτή».

Παρακάμπτω τους εν λόγω «μαργαρίτες» του Μαργαρίτη και παρουσιάζω ένα απόσπασμα του κειμένου μου που αφορά τον ίδιο, το οποίο μόνο «πολεμικό» δεν είναι. Αρκεί να βλέπουμε καθαρά και απροκατάληπτα, δηλαδή χωρίς τη μεσολάβηση της μαργαρίτειας Προβολής (παράγρ. 19):

«Ο λογοτέχνης, φιλόλογος και διδάκτωρ πλέον στον Παπαδιαμάντη Κυριάκος Μαργαρίτης έδωσε μάλλον σκληρό αγώνα, για να κερδίσει με το σπαθί του τον στέφανο της δόξης στο πεδίο της κορυφαίας ακαδημαϊκής διαδικασίας (υποστήριξη διδακτορικού στο Τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2016. - Σημειωτέον ότι το εν λόγω διδακτορικό συνετάγη θεοσεβώς και ευσεβοφρόνως).

»Επιβαλλόμενο, κατά συνέπεια, το αγχολυτικόν "ένα τσίπουρο", διά του οποίου ο διδάκτωρ φιλόλογος Μαργαρίτης και ο παντεπόπτης καθηγητής Αγγελάτος γιόρτασαν στη γραμματεία του τμήματος την επιτυχή έκβαση της μάχης εκ του συστάδην, η οποία διεξήχθη στο πλαίσιο "θυελλώδους συζητήσεως"».

Εν συνεχεία, πληροφορώ «τον αγαπητό μου», όπως γράφω, Κυριάκο ότι ανάλογα προβλήματα αντιμετώπισα και εγώ στο Α.Π.Θ. για τον Παπαδιαμάντη το 2005 και, επιθυμώντας (ως αρχαιότερος και με αγαθή προαίρεση) να τον εισαγάγω στο κλίμα του φιλοπαίγμονος Σκιαθίτη λογοτέχνη, του υπενθύμισα μία φράση του παπα-Φραγκούλη από το διήγημα «Στο Χριστό στο Κάστρο»: «Γι’ αυτόνε το Λαμπράκη τα παθαίνουμε αυτά!».

Στην παράγραφο αυτή θα επανέλθω για κάποιες αναγκαίες διευκρινίσεις. Πρέπει, ωστόσο, να συνεχίσω, παρουσιάζοντας το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα Προβολής. Πρόκειται για «τη θαυμάσια αντιπαραβολή ή σύγκριση», την οποία προτείνω στο διδακτορικό μου του 2007, «ανάμεσα στον κατατονικό μελβιλικό γραφέα Μπάρτλμπυ και στον εύθυμο παπαδιαμαντικό βαστάζο Αποστόλη Κακόμη». Τη σύγκριση αυτή ο Μαργαρίτης «την υιοθετεί σχεδόν μέχρι κεραίας», προτείνοντας παραταύτα «μια διαφορετική απόληξη» (παράγρ. 12-13).

Τα πράγματα, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετικά. Δεν έχω προτείνει καμία απολύτως «αντιπαραβολή ή σύγκριση» ανάμεσα στον «κατατονικό» (κινείται, αν δεν κάνω λάθος, μεταξύ σχιζοφρένειας και βαριάς κατάθλιψης) Μπάρτλμπυ και στον «εύθυμο» (αλλά και τραγικό, προσθέτω εγώ) Αποστόλη Κακόμη.

Έχω παρουσιάσει στο δημοσίευμά μου ένα σωρό λεπτομέρειες για την «σχέση» μου με τον Κακόμη («μακάριο βαστάζο», τον χαρακτηρίζει η σύζυγός μου) και, φυσικά, δεν θα τις επαναλάβω. Υπογραμμίζω απλώς το γεγονός ότι τον «γνώρισα» σε ηλικία 16 ετών και τον ένιωσα αδερφό μου εν ακαρεί, ταυτιζόμενος σχεδόν με το πρόσωπό του και τις συνακόλουθες συνθήκες ύπαρξής του.

Τον «μελβιλικό γραφέα», πάντως, δεν είχα την τιμή (η φράση είναι καθιερωμένη) να τον γνωρίζω. Είναι αληθές ότι πρόκειται για εξαιρετικά ενδιαφέροντα λογοτεχνικό χαρακτήρα, αλλά, προσωπικά, τον έμαθα από τον Μαργαρίτη. Μου τον «σύστησε» εμμέσως υπό την ιδιότητά του ως «απροσάρμοστου της υπάρξεως», τοποθετώντας «στο κάδρο» και τον Κακόμη (Vakxikon.gr 1913).

Δεκατρία χρόνια αργότερα, ο κυρ Μαργαρίτης, μέσω του «Αντιφώνου», μου αποδίδει τα εύσημα για κάτι που δεν με αφορά και εμπλουτίζει (ασυνειδήτως) την εργογραφία μου διά της προσφιλούς του φροϊδικής Προβολής με ανύπαρκτο δημοσίευμα! Τι να του πεις; Μια παροιμία, μάλλον, από την (βεβαιωμένη) σοφία του ελληνικού λαού: «Κουκιά τρώμε, κουκιά μολογάμε».

Ο Κυριάκος Μαργαρίτης, ως γνωστόν, περιλαμβάνεται στα διακεκριμένα υποκείμενα (της πολιτισμικής δημιουργίας), καθόσον, κατά δήλωσίν του (;), έχει αγαπηθεί (αυτοσαρκαζόμενος;) «από εκατομμύρια αυτόχειρες σε όλο τον κόσμο» (βλ. «Κυριάκος Μαργαρίτης» - Διαδικτυακή ανάρτηση). Εξίσου γνωστό είναι -παλαιόθεν και ως τώρα - στα καλά καθούμενα κάποιος να πουλάει τρέλα και, μάλιστα, χωρίς το παραμικρό κόστος! Θεωρώ, λοιπόν, ότι μια ισπανική παροιμία την οποία, δοθείσης ευκαιρίας, επικαλείται ο C. Wright Mills στο κλασικό έργο του «The Sociological Imagination» (1959), τον αφορά άμεσα: «Μερικοί που δεν ξέρουν να παίζουν χαρτιά ξέρουν να ανακατεύουν την τράπουλα».

Η αναφορά στον σπουδαίο Αμερικάνο κοινωνιολόγο μού προσφέρει την αφορμή να επιστρέψω στην παράγραφο του κειμένου μου, όπου χαρακτηρίζω τον επόπτη καθηγητή του Δημήτρη Αγγελάτο «παντεπόπτη». Ο χαρακτηρισμός αυτός, σύμφωνα με τον Μαργαρίτη, είναι ειρωνικός. Επίσης, «μια τέτοια χειρονομία συνιστά χυδαιότητα» (παράγρ. 15). Κατά συνέπεια, το μόνο που μου απομένει είναι η «ευγενική προτροπή» του δικαιοκρίτη Μαργαρίτη «να ζητήσω συγγνώμη από τον καθηγητή Δημήτρη Αγγελάτο».

Οίκοθεν νοείται ότι δεν πρόκειται να ζητήσω καμία συγγνώμη. Πρώτον, διότι δεν τον ειρωνεύθηκα. Δεύτερον, διότι δεν τον γνωρίζω και, τρίτον, διότι η εκ μέρους του καθοδήγηση μιας παπαδιαμαντικής διατριβής «θέλει αρετήν και τόλμην». Κατά συνέπεια, γιατί να τον ειρωνευθώ; Οτιδήποτε σχετικό στο κείμενό μου συγκροτείται, όπως σημειώνω, «με τον τρόπο του Μένιππου».

Φυσικά, οι εκ μέρους μου παρεχόμενες «εξηγήσεις» δεν είναι «γλυκείες» (από την ανάποδη, εννοείται, όπως του Μαργαρίτη). Είναι σαφώς καλότροπες, ενίοτε γενναιόδωρες και, πρωτίστως, συναδελφικές. Επιπλέον, συναρτώνται άμεσα με τη θεωρία της λογοτεχνίας και, ειδικότερα, με το «σπουδογέλοιον» του Μπαχτίν, δηλαδή τη συνύπαρξη του σοβαρού με το κωμικό.

Προς την κατεύθυνση αυτή, η λεπτή και ποιοτική «μενίππεια σάτιρα» επιτελεί σημαντικό έργο. Γνωρίζουν οι μυημένοι ότι η εν λόγω κοινωνιολογική-οντολογική κατηγορία επιστρατεύεται και αξιοποιείται επαρκώς στις σελίδες του σπουδαιότερου, κατά τη γνώμη μου, βιβλίου του Ρώσου φιλοσόφου και θεωρητικού της γλώσσας και της λογοτεχνίας «Προβλήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι». Με άλλα λόγια, ο φιλόσοφος του 3ου π.Χ. αιώνα Μένιππος διατρέχει τους αιώνες στο πλαίσιο του «Μεγάλου Χρόνου» και τείνει τρόπον τινά χείρα βοηθείας στον μεγαλύτερο Ρώσο φιλόσοφο του εικοστού αιώνα και στις πολυποίκιλες αναλύσεις του. Εξ ου και η διαλογικότητα (dialogism) η οποία, μαζί με την πολυφωνία, αποτελούν τους πυλώνες της θεωρίας του Μπαχτίν.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της μενίππειας σάτιρας είναι και οι τρόποι ομιλίας (manners of speech). Εμμένει, επίσης, ως «ιδιότυπη δημοσιογραφία» στα γεγονότα της καθημερινής ζωής, ενώ στο είδος αυτό (genre) διακρίνονται και ορισμένα αφηγηματικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται υπό μορφήν παρωδίας. Στην ίδια πολιτισμική επικράτεια κινούνται αναλόγως ο Λουκιανός, ο Σενέκας και ο Πετρώνιος.

Όσοι είναι (αποδεδειγμένα) εξοικειωμένοι με τη θεωρία της λογοτεχνίας, όταν η περίσταση το απαιτεί χαρακτηρίζουν «παντεπόπτη» ή «παντογνώστη» τον Αφηγητή. Προσωπικά, δεν γνωρίζω κάποιον Αφηγητή που να έχει διαμαρτυρηθεί για τους εν λόγω χαρακτηρισμούς. Προφανώς, επειδή πρόκειται για φιλοφρονήσεις, οι οποίες δεν περιποιούν στους αποδέκτες απλώς υψίστην τιμήν αλλά την υψίστην των τιμών...

Και για να κλείσει το ζήτημα αυτό οριστικά, υπογραμμίζω τα ακόλουθα: Εκεί που ο Μαργαρίτης βλέπει «χυδαιότητες», «ειρωνείες» και «αφόρητες φλυαρίες», εγώ βλέπω δοκιμασμένες εφαρμογές από τη θεωρία της λογοτεχνίας. Από τη μια το «μαλλί της γριάς», τα μυθεύματα και τα ιδεολογήματα του νεόκοπου, κι από την άλλη μια πλούσια θητεία στο συγκεκριμένο αντικείμενο με σχετικές ανακοινώσεις σε διεθνή συνέδρια, συγγραφή εξειδικευμένων μονογραφιών και μια διδακτική πείρα 40 ετών: στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας), στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και, τέλος, σε Σχολές Επιμορφώσεως. «Για "Λακεδαιμονίους" να μιλούμε τώρα!» (Τα «ανωφερή» εισαγωγικά δικά μου).

Φυσικά, εκτός από τη θεωρία της λογοτεχνίας, εις ό,τι αφορά τον Παπαδιαμάντη, προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ συνιστά, μεταξύ άλλων, και η προσφυγή στους Πατέρες της Εκκλησίας. Επί του παρόντος, περιορίζομαι στη ρήση του Μ. Βασιλείου «δυσάγωγον προς αρετήν το γένος των ανθρώπων», από την οποία αρύεται το διακείμενο που οφείλω στον καλό συνάδελφο, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος θεωρεί εαυτόν κακόν (παράγρ. 26).

Παρουσιάζω, επομένως, το διακείμενο, το οποίο, ως «ψυχόπιασμα» (όρος της Σκιάθου), θα μας ανοίξει την όρεξη για το κυρίως γεύμα που θα ακολουθήσει και αφορά τον περί ου ο λόγος συνάδελφο. Αν, λοιπόν, το γένος των ανθρώπων «είναι δυσάγωγον προς αρετήν», το πρόσωπο του Μαργαρίτη απεδείχθη «εκτάκτως δυσάγωγον» («Το κουκούλωμα»).

Επειδή όμως, ως δάσκαλος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης και ως φιλόλογος, είμαι υπέρμαχος (εν μέρει) της λεγόμενης αντιαυταρχικής αγωγής, το επιτίμιον το οποίο κατ’ οικονομίαν θα επιβάλω στον δράστη είναι η καθημερινή ανάγνωση του οικείου χωρίου από τον 2ο Ψαλμό προς αναμόρφωσιν και εποικοδόμησιν: «Δράξασθε παιδείας, μήποτε οργισθή Κύριος και απολείσθε εξ οδού δικαίας».

Εξάλλου, επειδή οι Παλαιοί πρέπει να είμαστε επιεικείς προς τους νεωτέρους (ακόμα και όταν αυτοχαρακτηρίζονται «πολύ κωλόπαιδα» - παράγρ. 21), από την προτεινόμενη παιδαγωγία του Παπαδιαμάντη «νουθεσίαν μετ’ απειλής» («Η Βλαχοπούλα») προκρίνουμε τη νουθεσία και αφήνουμε την απειλή για βαρύτερα παραπτώματα. Πάντως, υπείκοντες και εμείς στη νουθεσία του Μοναχού Χαιρήμονος («Τα Δαιμόνια στο ρέμα»), οφείλουμε να είμαστε «αυστηρότεροι προς την νεότητα», ιδίως δε προς εκείνους οι οποίοι «δεν ηξεύρουν πόθεν έρχονται και πού πηγαίνουν».

Αυτά τα ολίγα για τον κατά 34 χρόνια νεώτερό μου Κυριάκο Μαργαρίτη, ο οποίος, μη ορρωδών προ ουδενός, αποκρίνεται δι’ ύβρεων σε κριτικές παρατηρήσεις και χιουμοριστικά σχήματα, τα οποία, σημειωτέον, χρησιμοποιήθηκαν με διάκριση (μείζων πασών των αρετών) και ακολουθώντας τον τρόπο του Μένιππου φιλοσόφου. Όπως είναι φυσικό, προϋποθέτουν μία στοιχειώδη ικανότητα αποκωδικοποίησης, γιατί, διαφορετικά, οδηγούμαστε κατευθείαν στους σεφερικούς στίχους «καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων». Λόγου χάριν, βάσει ποίας λογικής θα ισχυριζόμουν ότι δύο επιστήμονες, οι οποίοι μόχθησαν από κοινού για τον Παπαδιαμάντη στο πεδίο, όπως σημειώνω, «της κορυφαίας ακαδημαϊκής διαδικασίας» με την ευτυχή κατάληξη, «βρίσκονται εκτός παπαδιαμαντικού κλίματος»;

Είμαι ακραδάντως πεπεισμένος ότι ο Σκιαθίτης λογοτέχνης θα απαντούσε επ’ αυτού ως ακολούθως: «Τι λεσχηνείαι είναι αυτά;» («Ο Διδάχος»). Τα ίδια, πιστεύω, θα έλεγε και ο Στράτης Μυριβήλης για την εκ μέρους του Μαργαρίτη απαξίωση της μοναδικής λογοτεχνικής φράσης «κουτσόπιναν μεζεδίζοντας» με τον αμετροεπή χαρακτηρισμό «κουταμάρες». Μήπως, εν τέλει, ξαναγυρίσαμε «στον καιρό της μεγάλης στέγνιας»;

Υπενθυμίζω επί τη ευκαιρία ότι και ο Παπαδιαμάντης έχει χαρακτηρισθεί «Μένιππος φιλόσοφος» και «πνευματώδης Λουκιανός» από τον «Μποέμ», κατά κόσμον Δημήτρη Χατζόπουλο, μεταξύ φιλολογικής βραδιάς και κρασοκατανύξεως εν έτει 1893 «εις το μπακάλικον του Μπάρκα ακριβώς παρά την βρύσιν του Λέκα», με «άχνιζον γκιοβέτσι» και «αφρίζοντα ρητινίτην».

Αξίζει να σημειωθεί εν προκειμένω ότι ο Παπαδιαμάντης ετίμησε δεόντως το βραδινό λαϊκό συμπόσιο, «εζήτησε και τυρόν μάλιστα», απολαμβάνοντας μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της παρέας το «ορεκτικότατον σπαγέτον», το «τρυφερώτατον κρέας», τον «γευστικώτατον και ηδονικώτατον ρητινίτην».

«Φόρτωσα» ελαφρώς τη διήγηση της κρασοκατανύξεως, θέλοντας εμμέσως πλην σαφώς να δείξω ότι θα ήμουν πανευτυχής, εάν μπορούσα να παρευρίσκομαι ως συνδαιτυμόνας «εις το μπακάλικον του Μπάρκα».

Με τον τρόπο αυτό, αποσείω ειρηνικά και ανώδυνα μια επιπλέον ρετσινιά, την οποία μου προσάπτει ο Μαργαρίτης. Παραθέτω από την παράγραφο 16 της «γλυκείας εξηγήσεως»: «Ίσως βρίσκει [βρίσκω εγώ] το γεγονός [το τσίπουρο στη γραμματεία] ενδεικτικό, ότι είμαστε ξενέρωτοι προτεστάντες, ή κουτόφραγκοι, και όχι έξω καρδιά άνθρωποι, παιδιά του λαού, της κοινότητας, της παρέας, της ομάδος κ.τ.λ.» (!)

«Λόγια, λόγια, λόγια» («Άμλετ»).

- «Πάψε, Μερκούτιε, λες λόγια του αέρα»! («Ρωμαίος και Ιουλιέτα»).

Παπαρδελορρήμων και θρασύτατος ο Μαργαρίτης, με έχει εγκαλέσει για «αφόρητη φλυαρία». Τώρα «τη λούζεται» και ο ίδιος, οπότε δεν τον σώζει ούτε η ευεργετική Προβολή. Θα πρέπει μάλλον να θητεύσει επί μακρόν στο «καρναβαλικό» του Μπαχτίν, καθόσον η κατηγορία αυτή καταστρέφει τη σοβαρότητα, υπονομεύει τις απόλυτες θέσεις και απελευθερώνει την ανθρώπινη συνείδηση.

 Η απελευθέρωση αυτή σημαίνει, μεταξύ άλλων, άνοιγμα προς την ετερότητα. Προφανώς, διότι ο εαυτός μας είναι μια λειτουργία του κοινωνικού: όσο περισσότερο ενισχύεται ο άλλος, άλλο τόσο ενισχύεται ο εαυτός μας. Αυτά ο Μπαχτίν.

Φληναφήματα του τύπου «εσείς βρίσκεστε σε έναν αντίποδα. Εγώ είμαι κάπου τελείως αλλού. Δεν υπάρχει πιθανότητα να συναντηθούμε» προορίζονται αποκλειστικά για εσωτερική κατανάλωση. Εξάλλου, ο σοφός Καβάφης για την οριστική ματαίωση της συνάντησης αυτής θα απαντούσε μονολεκτικά: «Σκοτισθήκαμε!» («Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας»).

Πάμε παρακάτω. Μία συστηματική ανάλυση περιεχομένου (content analysis), με όρους κοινωνιολογικούς και γλωσσολογικούς, θα απεδείκνυε περίτρανα ότι σημαίνουσα δομή στο κείμενο του Μαργαρίτη είναι ένα είδος γλωσσικής τρομοκρατίας. Χαρακτηριστικά της δεν είναι τα αστοχήματα αλλά οι υπολογισμένες τοξικές στοχεύσεις, οι οποίες παραπέμπουν σε ένα είδος τρικυμίας του λόγου και, ενδεχομένως, σε μία μορφή ληρώδους φρεναπάτης.

Με στοιχεία συμβολικής ναυτοσύνης και με την επικουρία κατάλληλων εκφράσεων από τις θαλασσογραφίες του Παπαδιαμάντη, να τι θα έλεγα: Ο Μαργαρίτης, αντί να κολυμβήσει «ως έγχελυς» σε μια θάλασσα που «φρικιά ηρέμα» (φρικιώ: επί υδατίνης επιφανείας, ρυτιδούμαι ελαφρώς), ορμιζόμενος εκ του ασφαλούς «εις σκεπαστόν και ευλίμενον μέρος», γεγονός το οποίο θα ικανοποιούσε και τον «Γέροντα και πνευματικό του» (παράγρ. 30), τον οποίο υπερβαλλόντως (και με το δίκιο του) ευλαβείται, κατέληξε, εκών άκων, στην επικράτεια της παρακοής. Προφανώς, διότι «μέγας τις ήλθε δαίμων, ώστε μη φρονείν καλώς» («Πέρσαι», στ. 725).

Εν ολίγοις: Καβάλησε (εκτός από το καλάμι) «ένα πελώριο κύμα, μανιώδες και παφλάζον» και επετέθη εναντίον μου άνευ λόγου και αιτίας. Διατηρώ, επομένως, το δικαίωμα να θέσω το ακόλουθο εύλογο ερώτημα: Αφού η σχέση του με τους Γεροντάδες είναι ιδεώδης, γιατί τοποθετείται στον αντίποδα ενός εξ αυτών, ο οποίος σε παρόμοιες περιπτώσεις προτείνει «την μεγάλη άμυνα διά της απορρίψεως των όπλων»; (βλ. Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Ιβήρων, «Κάλλος και ησυχία στην Αγιορειτική Πολιτεία», Ιερά Μονή Ιβήρων, 1999, σελ. 29).

«Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου» και, φυσικά, δεν μπορούμε να είμαστε όλοι Γιωργήδες («Έρως ήρως»): «Κατέστειλε το πάθος, επραΰνθη, κατενύγη...» [...] Η επιθετικότητα, η φιλαυτία και η αλαζονεία δεν παλεύονται εύκολα. Και επειδή παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο να δεχτώ και άλλες επιθέσεις για τις (καινούργιες) «κουταμάρες (συνοδεία τσιτάτων)», τολμώ να ισχυρισθώ πως τα «τσιτάτα» από τις θαλασσογραφίες του Παπαδιαμάντη, με τον Μαργαρίτη να καβαλάει (ποιητική αδεία) «ένα πελώριο κύμα, μανιώδες και παφλάζον» και να επιτίθεται, παρουσιάζονται αναλόγως και από τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος. 

Ο Νηπτικός Πατέρας της Εκκλησίας, έχοντας κατά νουν «μίαν βαθείαν γινομένην γαλήνην», παρομοιάζει την ψυχή του ανθρώπου με τη θάλασσα, και τα πάθη με τα κύματα που διαταράσσουν την ηρεμία της. «Όπερ έδει δείξαι», συνεπώς, και, μάλιστα, με την αρωγή ενός Πατέρα της Εκκλησίας, ο οποίος, εκτός από Νηπτικός, είναι Ασκητικός και Φιλοκαλικός.

Ως εκ τούτου, αγαπητέ Κυριάκο, «δεξάμενος φλόγα τρέχε. Ου γαρ γινώσκεις, το πότε σβέννυται και εν σκοτία σε καταλείψει» (Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, «Ουρανοδρόμος Κλίμαξ», Λόγος τρίτος, Περί Ξενιτείας, 4). Εξυπακούεται, βεβαίως, ότι, με βάση τη δεδομένη άνωθεν ελευθερία της ατομικής βουλήσεως, έχεις το δικαίωμα να «παίζεις» κατ’ εξακολούθησιν «μελοδράματα» (Γ. Σεφέρης), προσέτι δε να παίζεις «εν ου παικτοίς» και να πορεύεσαι όπως βούλεσαι. Παρά ταύτα, «Φεύγε Αίγυπτον αμεταστρεπτί». 

Εις ό,τι με αφορά, σειρά έχει πλέον το ένδοξο ελληνικό καλοκαίρι και τα συνακόλουθα «μπάνια του λαού». Με την οικογένεια, όπως πάντα, (συν Θεώ) και βάση για τις παντός είδους εξορμήσεις το Πατρικό σπίτι στο Νεοχώρι της Χαλκιδικής. Χωρίς, βεβαίως, να υποτιμάται η απαράμιλλη ομορφιά και η ζωοποιός δύναμη του αγροκτήματος: με τις 130 δρυς (εκ των οποίων η μία Βασιλική), τις αγριοδαμασκηνιές, τις αγριαχλαδιές, τις κυδωνιές, μία πανέμορφη σφένδαμνο (κοινώς σφενδάμι)  και, πρωτίστως, «τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα», που μετατρέπουν, χάριτι θεία, το τοπίο σε απείκασμα της Εδέμ...

«Χαρούμενο και δροσερό καλοκαιράκι σε όλους» 16 Ιουλίου 2026, Νεοχώρι Χαλκιδικής.

 

*δρ. Φιλολογίας, δρ. Θεολογίας

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ