Ο Χάιντεγκερ και ο Δεκαπενταύγουστος

0
76

Ασφαλώς και ο Χάιντεγκερ δεν έγραψε τίποτα για τον Δεκαπενταύγουστο- στα νειάτα του ήταν καθολικός και προοριζόταν για ιερέας, τελικά όμως επηρεάστηκε περισσότερο από τον Προτεσταντισμό και προτεστάντες στοχαστές. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι τι θα μπορούσε να είχε γράψει, αν ποτέ ερχόταν σε επαφή με αυτό το ορθόδοξο "Πάσχα του Καλοκαιριού", αυτήν την τόσο σημαντική και γεμάτη νόημα ελληνική εορτή. Το λοιπόν, είναι βέβαιο ότι δεν θα στεκόταν σε αυτό καθαυτό το δόγμα της Κοίμησης της Υπεραγίας Θεοτόκου- μολονότι είναι σημαντικό ότι ο πιο σπουδαίος Προτεστάντης θεολόγος του 20ου αιώνα, ο Karl Barth, επηρεασμένος βαθύτατα από τον γερμανό φιλόσοφο, δεχόταν ως τελείως βασικό για την Παρθένο Μαρία τον όρο "Θεοτόκος"- και τις ευρύτερες ανθρωπολογικές του συνέπειες. Ο Χάιντεγκερ βέβαια δεν θα έβλεπε το γεγονός και ως "αφορμή διακοπών". Θα αντιμετώπιζε την εορτή αυτή ως ένα "φαινομενολογικό" γεγονός, μια βαθιά τομή στον χρόνου, όπου το λεγόμενο "Ενθάδε-Είναι" (Da-sein) προσπαθεί να βρει τον εαυτό του.

*******************

Το πρώτο πράγμα στο οποίο θα εστίαζε είναι ότι η ημέρα αυτή είναι έξοδος από την πόλη και καταφυγή στην "ύπαιθρο". Αυτό δεν θα ήταν για τον Χάιντεγκερ ούτε κάτι λαογραφικό- είναι εντυπωσιακό ότι η λαογραφία δεν καταλαβαίνει πια τίποτε από Ορθοδοξία- ούτε απλώς κοινωνιολογικό: θέλει να εισπνεύσει ο αστός λίγο καθαρό αέρα, να ξεκουραστεί, να δει λίγο πράσινο και λίγο γαλάζιο. Η κοινωνιολογία ακολουθεί την οντολογία, δεν προηγείται αυτής. Λοιπόν, για τον γερμανό φιλόσοφο η καθημερινή ζωή στην πόλη είναι συχνά βυθισμένη στην "ανεστιότητα" και στη φλυαρία του απρόσωπου πλήθους, των "πολλών". Θυμόμαστε τι έχει πει ο Χάιντεγκερ για την "εστία"- το "ενθάδε-είναι" βρίσκεται "ερριμμένο" κάπου στον κόσμο. Δεν πήγε εκεί, βρέθηκε. Και αυτός ο τόπος είναι η "εστία" του, μέρος της "αυθεντικότητάς" του. Ο Χάιντεγκερ στην πραγματικότητα ήταν εραστής της προβιομηχανικής κοινωνίας, και σε αυτό το σημείο παραδόξως έχει ένα κοινό σημείο με τον Μαρξ: η πόλη φέρνει αλλοτρίωση, στη γλώσσα του φιλοσόφου "αναυθεντικότητα". Γιατί η προβιομηχανική πόλη είχε αυθεντική ζωή; Αυτό είναι ένα ερώτημα που ποτέ δεν απαντήθηκε τελείως ξεκάθαρα από τον φιλόσοφο, ωστόσο μπορούμε να εικάσουμε ότι η αγροτική κοινωνία ήταν πιο κοντά, ας πούμε, στα "ίδια τα πράγματα", που λέγει ο Χούσερλ.

Οσον αφορά την "φλυαρία" της πόλης, αυτό είναι πιο εύκολο να το καταλάβουμε. Ο Χάιντεγκερ δεν πίστευε ότι σχεδόν ποτέ η σχέση με έναν άλλο άνθρωπο μπορεί να συνιστά "αυθεντικότητα". Τυπικά δεχόταν ότι σε μερικές προνομιακές περιπτώσεις, πράγματι, η σχέση μας με έναν άλλο συνιστά κάτι ουσιαστικό- στην πράξη όμως η επαφή με τους άλλους είναι συμφυρμός με τους πολλούς, όπως λέγει ο Μπούμπερ σχεδόν πάντα. Σε αυτό μοιάζει με τον δικό μας τον μεγάλο Καβάφη, ο οποίος λέγει για την ζωή ότι δεν πρέπει να την εξευτελίζει κανείς "με τες πολλές συνάφειες και ομιλίες".

Έτσι λοιπόν ο φιλόσοφος θα έβλεπε την έξοδο του Αυγούστου, τη μαζική μετακίνηση προς τα χωριά, όχι ως απλή τουριστική έξοδο -σιχαινόταν προφανώς τον "τουρισμό"- , αλλά ως μια υποσυνείδητη ορμή επιστροφής στην Εστία. Αλλά και πάλι θα προέκυπτε το ερώτημα: πρόκειται για μια πραγματική αναζήτηση της Εστίας; Μήπως πρόκειται για μια ψευδή, νόθη μορφή ψυχαγωγίας, προκειμένου να δραπετεύσει ο άνθρωπος από τα προβλήματα της πόλης, το υπαρξιακό του άγχος;

**************

Ένα δεύτερο στοιχείο που θα προβλημάτιζε τον Χάιντεγκερ είναι αυτό καθαυτό το γεγονός της "Κοίμησης" της Παναγίας, που θα την θεωρούσε ως αποδοχή της θνητότητας. Ο φιλόσοφος έχει γράψει ότι ο άνθρωπος είναι ένα "είναι-προς-θάνατον"- είναι δεμένος αδιάρρηκτα με τον χρόνο και με το πέρασμά του. Για να το καταλάβουμε καλύτερα αυτό, θα πρέπει να πούμε ότι ο προβιομηχανικός, αγροτικός άνθρωπος, δεν μετρούσε τον χρόνο με κάποιον αντικειμενικό, "επιστημονικό" χρόνο. Αυτό φαίνεται από το πώς ονόμαζε τους μήνες: "Θεριστής", "Αλωνάρης", "Τρυγητής" κ.λπ. Πρόκειται για κάτι που δείχνει ότι ο ίδιος ήταν χρονικότητα, ο χρόνος δεν ήταν κάτι "εξωθεν" για τον άνθρωπο, αλλά μέσα στην βαθύτερη φύση του. Και μαζί και το πέρασμά του. Ο θάνατος. Ωστόσο, στην εορτή του Δεκαπενταυγούστου, η Παναγία δεν "πεθαίνει" με την τραγική έννοια, αλλά "κοιμάται" και μετασταίνεται.

Για τον Χάιντεγκερ το "είναι-προς-θάνατον" είναι η συνθήκη που δίνει αυθεντικότητα στη ζωή μας. Η Παναγία δεν φοβήθηκε να πεθάνει. Είναι λάθος εκείνη η αντίληψη στην Δύση που την θέλει να φεύγει κατευθείαν για τον ουρανό, χωρίς να πεθαίνει καθόλου. Ωστόσο, στην ορθόδοξη παράδοση της "Κοιμήσεως" ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται πια ως φόβητρο, αλλά ως μετάβαση και γαλήνη. Με κάποιον τρόπον εδώ θα βρισκόταν σε δίλημμα: ο Δεκαπενταύγουστος υπενθυμίζει στην ανθρώπινη ύπαρξη τη θνητότητά του, όχι για να απελπιστεί, αλλά για να βρει το ουσιώδες. Σε ένα του έργο που ομολογώ ότι διάβασα με δυσκολία, το "Η Προέλευση του Έργου Τέχνης", μιλά για το "καλλιτεχνικό έργο", που είναι η αρένα για να ξεδιπλωθεί μια διαρκής "διαμάχη" ανάμεσα στη "Γη" (=η φυσική ύλη, ο βράχος, το χρώμα, το ξύλο κ.λπ.), το ακατέργαστο και ανερμήνευτο υλικό από το οποίο θα προκύψει το έργο Τέχνης, και ο "Κόσμος" (το πλέγμα των νοημάτων, η σημασία, ο πολιτισμός κ.λπ. Το έργο Τέχνης φέρνει στο φως νοήματα.)

Η βυζαντινή εικόνα της Κοιμήσεως εμπεριέχει αυτό που λίγο μετά θα ονομάσει "Θείοι/Θεοί", δηλαδή το ιερό, το υψηλό, τα μηνύματα του θείου που δίνουν νόημα στην ύπαρξη. Είναι παράξενη η εισαγωγή αυτής της κατηγορίας από τον φιλόσοφο. Το γεγονός ότι στον ορθόδοξο Δεκαπενταύγουστο από την μιά γίνεται λόγος για "Κοίμηση" της Παναγίας, και μαζί για θάνατο που είναι "ύπνος", θα τον προβλημάτιζε πιθανόν ώστε να δει πως εδώ το Ιερό εισάγεται στη ζωή των ανθρώπων, το θείο παρεμβαίνει και δίνει νόημα στην ύπαρξη. Η Παρθένος, για να πούμε και κάτι που ανήκει στον μεταγενέστερο φαινομενολόγο Ζαν-Λυκ Μαριόν, είναι η απόλυτη διαφάνεια, αυτή που μας αφήνει να δούμε τον Υιό Της τελείως καθαρά. Όσο πιο πολύ την κοιτάζει κανείς, τόσο και περισσότερο ανακαλύπτει τον Υιό Της.

***************

Ας περάσουμε τώρα σε κάτι πιο οικείο στην φιλοσοφία του Χάιντεγκερ. Για τον φιλόσοφο, η Αλήθεια δεν είναι μια λογική πρόταση, αλλά ένα "φανέρωμα". Ο στοχαστής μας ίσως συνέδεε αυτή την γιορτή και πάλι με την αγροτική, προβιομηχανική κοινωνία, που συνιστούσε μια "παύση" στον χρόνο, όπου σιγούν και σιωπούν όλα και η μέριμνα υποχωρεί, επιτρέποντας αυτή τη φορά στο Ιερό να αποκαλυφθεί μέσα από τη σιωπή του τοπίου και τη συλλογική μνήμη. Οι ορθόδοξοι είμαστε εξοικειωμένοι με το βίωμα αυτό. Ξωκλήσια λουσμένα από τη ζέστη του καταμεσήμερου, με τις εικόνες της Παναγίας μελαγχολικές και σοβαρές, σιωπή παντού τριγύρω που την εντείνει το κελάρυσμα του ρυακιού, το θρόισμα του πλάτανου και το τραγούδι του τζιτζικιού, "ησυχία" απόλυτη της φύσης για να ακουστεί ο ήχος του Ιερού. Ψάχνω στον Παπαδιαμάντη να βρω κάτι ανάλογο, αλλά δεν βρίσκω. Θυμάμαι μόνο το Ιερό να αναδύεται μέσα από ανεμοδαρμένα και λουσμένα στη βροχή ή το χιόνι ξωκλήσια, όπως φυσικά αυτό της Γέννησης του Χριστού στο Κάστρο, της Γλυκοφιλούσας, της φωταγωγημένης εκκλησιάς στους "Ελαφροισκιωτους". Μια τέτοια θερινή παρουσία του ιερού σε κάποιο ξωκλήσι νομίζω ότι ο Παπαδιαμάντης δεν ύμνησε ποτέ του.

******************

Περνάμε τώρα στο πιο σημαντικό για τον Χάιντεγκερ, το ζήτημα του "Είναι". Λοιπόν, όπως ήδη είπαμε, θα πίστευε ότι η καθημερινή μέριμνα σιγάζει και το Είναι αποκαλύπτεται μέσα από τη φύση, τη σιωπή και τη σύναξη των ανθρώπων. Μιλήσαμε για την Αλήθεια: για αυτήν ο φιλόσοφος πίστευε ότι δεν είναι μια κάποια αντικειμενική πρόταση, αλλά η αποκάλυψη του Είναι μέσα από ένα "Ξέφωτο". Αυτό το δοχείο που υποδέχεται το Απείραχτο και το Θεϊκό στην χριστιανική παράδοση είναι η Θεοτόκος. Ο Χάιντεγκερ θα ερμήνευε το πρόσωπο της Παναγίας - και ειδικά την Κοίμησή Της-, ως τη σύνδεση του θνητού με το υπερβατικό. Δεν πρόκειται, όπως είπαμε, για έναν βιολογικό θάνατο, αλλά για μια "μετάσταση", μια μετάβαση από την απόκρυψη στην απόλυτη φανέρωση. Η Παναγία γίνεται το Ξέφωτο όπου ο Θεός ενσάρκωσε την παρουσία Του στον κόσμο των θνητών.

Μιλήσαμε και για το "Τετραμερές", τις διαστάσεις που συγκροτούν τον κόσμο: Γη, Ουρανός, Θνητοί και Θεοί. Για την καψαλισμένη ελληνική γη, το ανελέητο φως του μεσημεριού κ.λπ. είπαμε ορισμένα πράγματα. Μένει να μιλήσουμε για τους θνητούς: αυτοί στην ορθόδοξη παράδοση βέβαια, μετά την λειτουργία, γλεντούν και πανηγυρίζουν. Δεν πρόκειται για μια αναυθεντικότητα, μια απώλεια της συνείδησης μέσα στους "πολλούς". Πρόκειται για ακριβώς το αντίθετο: στην προβιομηχανική κοινωνία οι άνθρωποι τρώνε, χορεύουν και θυμούνται ακριβώς ότι είναι θνητοί. Και τέλος το Ιερό, ξαναλέμε, το οποίο μέσα από τον εσπερινό (ο εσπερινός του Δεκαπενταύγουστου είναι μείζον εκκλησιαστικό γεγονός), την καμπάνα και προπαντός την εικόνα συνδέονται με το "Είναι".

Στο σημείο αυτό θα εγκαταλείψουμε τον Χάιντεγκερ και θα καταπιαστούμε άλλη μια φορά με τον φιλόσοφο, ύστερο φαινομενολόγο Ζαν-Λυκ Μαριόν. Ο τελευταίος είναι επηρεασμένος πάρα πολύ από τους Καππαδόκες Πατέρες, και ειδικά τον Μέγα Βασίλειο. Δίνει τεράστια σημασία στη θεολογία των εικόνων που θεμελίωσε ο Μεγάλος Πατέρας: "Η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει". Ο Μαριόν χρησιμοποιεί αυτή τη βασική θέση για να δείξει ότι η αληθινή εικόνα- αντίθετα από το είδωλο- δεν κρατά το βλέμμα πάνω στο υλικό της αντικείμενο, αλλά παραπέμπει τον θεατή πέρα από την ίδια, προς το πρόσωπο του Αρχετύπου. Η Παναγία είναι η κατ' εξοχήν εικόνα: βλέποντας την Αχραντη μορφή Της πάνω στο προσκυνητάρι, στην πραγματικότητα διανοίγεται το βλέμμα προς τον Υιό Της. Δεν υπάρχει ουδεμία άλλη τέτοια περίπτωση ανθρώπου, που η μορφή του να είναι τέλεια εικόνα για κάποιον άλλο. Η Παναγία ήταν τόσο ταπεινή που τράβηξε τον ίδιο τον Θεό στην Γη. Για αυτό και η κύρια απεικόνισή Της είναι ως Οδηγήτρια- στην εικόνα της Κοίμησης κατεβαίνει ο ίδιος ο Υιός Της για να παραλάβει την ψυχή Της και να ανεβεί στους Ουρανούς- όπου στο εξής θα είναι η Βασίλισσα των πάντων.

Χρόνια πολλά! Η Παναγία βοήθειά μας!

 

Η Κοίμηση. Ρωσική εικόνα, από τα μέσα του 15ου αι.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ