Νεόκοποι για τον Παπαδιαμάντη

0
1985

Η τέταρτη ερμηνευτική εκδοχή του «νεόκοπου», όπως την παρουσιάζει το λεξικό Μπαμπινιώτη, έχει ως ακολούθως: «Αυτός που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε έναν τομέα δραστηριότητας, είναι άπειρος και δεν διακρίνεται για τη μετριοφροσύνη του». Σπεύδω ευθύς εξαρχής να διευκρινίσω πως «οι νεόκοποι για τον Παπαδιαμάντη» δεν πρέπει επ’ ουδενί να συγχέονται με τους «νεώτερους για τον Παπαδιαμάντη».

Η δεύτερη κατηγορία προσώπων απαρτίζεται από σχετικά παλαιούς λογοτέχνες και συγγραφείς που φιλοξενούνται σε μία σειρά μελετών, της οποίας τη διεύθυνση είχε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Η εν λόγω σειρά των εκδόσεων «Νεφέλη» περιλαμβάνει δέκα τόμους, των οποίων το περιεχόμενο καλύπτει επαρκώς ένα ευρύ φάσμα κοινωνιολογικών, θεολογικών, αφηγηματολογικών, μεταφραστικών, κ.ά. παπαδιαμαντικών κατηγοριών.

Ο τρίτος τόμος της σειράς, με χρονολογία έκδοσης 1992, υπογράφεται από τον σημαντικό λογοτέχνη και δοκιμιογράφο Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο και φέρει τον τίτλο «Επί πτίλων αύρας νυκτερινής». Αναφερόμενος ο διευθυντής της σειράς στα πέντε κείμενα που φιλοξενούνται στον τόμο, τα χαρακτηρίζει «επιχαρίτως ερωτικά», όταν περιγράφουν τη ζωή και τα γραπτά του Παπαδιαμάντη, και «θελκτικώς εμπαθή», όταν αναφέρονται στους επικριτές του.

Στο δεύτερο κατά σειράν κείμενο του τόμου, το οποίο τιτλοφορείται «Μετ’ εξοικονομήσεως...» (πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Αντί, τεύχος 463, 1991), ο «μανιακός», κατά τον Τριανταφυλλόπουλο, «αναγνώστης και θαυμαστής του Παπαδιαμάντη» συγγραφέας καταθέτει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα αυστηρώς αδιαπραγμάτευτα: «Η είσοδος στον κόσμο του Παπαδιαμάντη απαιτεί και μια ψυχική προετοιμασία – κάποιο είδος νηστείας και προσευχής. Είναι ένας κόσμος που εκ προοιμίου αποκλείει κάθε μορφή αλαζονείας: ο αναγνώστης εισέρχεται χάριν ταπεινώσεως...».

Στην προκειμένη περίπτωση και χάριν της μπαχτινικής διαλογικότητας, μπορούμε, νομίζω, να προσθέσουμε δύο σχετικούς στίχους από την Αναστάσιμη υμνολογία. Μόνο με αυτόν τον τρόπο «πεφανέρωται τα θαύματα» της λογοτεχνίας του Παπαδιαμάντη και, φυσικά, μόνο «τοις προσκυνούσι εν πίστει το μυστήριον» των «αλλόκοτων συνθέσεών» του.

Την ίδια χρονιά (1991) στο ως άνω αφιερωματικό τεύχος του Αντί, ένας ακόμη σημαντικός λογοτέχνης («Η γραμμή του ορίζοντος», Α’ εκδ. 1991), δοκιμιογράφος και σκηνοθέτης κινηματογράφου, ο Χρήστος Βακαλόπουλος, κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως, δηλαδή έχοντας όλα τα δίκια με το μέρος του, την αδιαφιλονίκητη άποψη ότι «εμείς πρέπει να πλησιάσουμε τον Παπαδιαμάντη κι όχι να προσπαθήσουμε να τον φέρουμε στα νερά μας» («Η ιερή μελωδία της πραγματικότητας»).

Αναλόγως έχουν τοποθετηθεί κατά καιρούς και άλλοι μελετητές του Παπαδιαμάντη, λευκανθέντες εν τω θυσιαστηρίω. Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, επί παραδείγματι, έγραψε για «τη σκοτεινή λατρεία των μεθόδων». Χωρίς να αποκλείει τη χρήση τους, θεωρούσε ότι η εφαρμογή τους πρέπει να γίνεται με διάκριση. Σημειώνω εδώ απλώς ότι στην πατερική παράδοση η διάκριση (με την υπακοή να την συναγωνίζεται) θεωρείται «μείζων πασών των αρετών». Συναρτάται με την ταπεινοφροσύνη, τη μετριοπάθεια, την αποφυγή ακροτήτων και υπερβολών. Η κατάκτησή της είναι δύσκολη και απαιτεί μακρόχρονο και κοπιώδη πνευματικό αγώνα.

Οι νεόκοποι για τον Παπαδιαμάντη από την πλευρά τους, συνεισερχόμενοι εις τον νυμφώνα (ορισμένοι από την πίσω πόρτα), αθετούν βασικές αρχές και υποχρεώσεις. Αντί να προσέλθουν στην παπαδιαμαντική τράπεζα ως ταπεινοί συνδαιτυμόνες, χρίζουν εαυτούς τραπεζάρχες ή πραγματοποιούν αρχηγικές εμφανίσεις, θεωρώντας ότι η παπαδιαμαντολογία αρχίζει επί των ημερών τους. Αγνοούν τον προηγηθέντα σχετικό πνευματικό μόχθο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τον αποκρύπτουν, δημιουργώντας την εσφαλμένη εντύπωση ότι πρωτοπορούν. Άλλοι αρθρογραφούν στο διαδίκτυο με μια αδικαιολόγητη επιπολαιότητα, παρουσιάζοντας λύσεις σε προβλήματα που έχουν λυθεί προ πολλού.

Υπάρχουν βεβαίως και οι άνθρωποι του θεάματος, που διακονούν με τον τρόπο τους τον Παπαδιαμάντη. Άξιος ο μισθός τους αλλά υπό προϋποθέσεις, όπως για παράδειγμα ο οφειλόμενος σεβασμός στο κείμενο. Διαφορετικά, οδηγούμαστε στο χάος της «απανθρωπίας του αιώνα» (Μανώλης Αναγνωστάκης), όπου «ο καθένας μπορεί να μιλά και κυρίως να γράφει» για τη «μυστική ζωή» που λανθάνει στο έργο του Παπαδιαμάντη· βασιζόμενος, δυστυχώς, όχι στα συμφωνημένα υπονοούμενα του Τρόπου μας αλλά, σχεδόν αποκλειστικά, σε «ξενόγλωσσα βιβλία». «Μπροστά σε τέτοιες βεβαιότητες», γράφει ο Τίτος Πατρίκιος, «τα μυστικά μου γίνονταν υποθέσεις εργασίας».

Για την (εξαιρετικά ενδιαφέρουσα) συνέχεια, τη σκυτάλη θα πάρει δικαιωματικά η αρθρογράφος της «Κυριακάτικης Καθημερινής» (31/12/2023) Μαρία Τοπάλη. Ποιήτρια, κριτικός, μεταφράστρια και διδάκτωρ της Νομικής η κυρία Τοπάλη, αναφερόμενη στην κινηματογραφική «Φόνισσα» της Εύας Νάθενα και της Κατερίνας Μπέη, τάσσεται ανεπιφυλάκτως υπέρ των αμείλικτων(sic) αλλεπάλληλων διασκευών της νεωτερικής τέχνης. «Γιατί μας αποδιοργανώνει η καινοτομία;», διερωτάται η ίδια, και συμπληρώνει: «Αντί να έχουμε διαβολεμένη περιέργεια να δούμε τι σκαρφίζεται ο νέος καλλιτέχνης με αφορμή τον παλιό, [...] πολλοί από εμάς περιμένουμε απλώς με την αγιαστούρα στη γωνία, ως θεματοφύλακες και τιμωροί».

Προσωπικά, δεν βλέπω κάποια «αποδιοργάνωση», εξαιτίας της καινοτομίας. Από τη στιγμή που «τα πάντα ρει» και «η ζωή τραβάει την ανηφόρα» (άλλοτε «με σημαίες και με ταμπούρλα», κι άλλοτε – όπως στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη – «δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων»), η Τέχνη παραμένει στο τρένο. Δεν κατεβαίνει. Το ίδιο και η Έρευνα (αδιαμφισβήτητη επ’ αυτού απόδειξη οι 25 καταγεγραμμένες διδακτορικές διατριβές για τον Παπαδιαμάντη εν έτει 2019).

Αυτό που σχεδόν μας τρομοκρατεί στην περίπτωση της καινοτομίας είναι το «αμείλικτον» της καλής συγγραφέως (και συγγράφισσας – βλ. λεξικό Κριαρά). Επίσης, μας προβληματίζει υπερβαλλόντως αυτό που «σκαρφίζεται» ο νέος καλλιτέχνης (δηλαδή «ό,τι του καπνίσει» – βλ. «Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης» Δημητράκου). Με άλλα λόγια, όταν απουσιάζει η όντως γνώση του κειμένου (η οποία, δυστυχώς, προϋποθέτει πολλές αναγνώσεις), η αγαθή προαίρεση και η διάκριση, τότε εμφανίζεται το ιδεολόγημα, το οποίο εκλαμβάνεται ως μέθοδος έρευνας και εφαρμόζεται αναλόγως.

Θα συμφωνήσω, παραταύτα, με την «αγιαστούρα στη γωνία» της αξιότιμης κυρίας Τοπάλη. Μόνο που «στη γωνία» δεν περιμένουν οι σύγχρονοι «θεματοφύλακες και τιμωροί», αλλά ο παλαιός ημερών Παπαδιαμάντης αυτοπροσώπως. Ο συγγραφέας της «Φόνισσας», λοιπόν, – με την προόραση που τον διέκρινε – κατέγραψε εν έτει 1887 εμμέσως πλην σαφώς (και) την περίπτωση της κυρίας Τοπάλη («Σέλφι με τη Φόνισσα»): «Μόνος εις παραφώνως και ατάκτως έψαλλε, και ούτος ήτο διδάκτωρ της νομικής». Εννοείται πως από τούδε και εις το εξής εμένα δεν μού πέφτει λόγος, διότι «magister dixit» (τη μετάφραση την αφήνω στην καθ’ ύλην αρμοδία). Και μαζί με τις ολοκάρδιες ευχαριστίες μου, για την ωραία συν-ομιλία, της αφιερώνω τον εκτενέστερο αναστάσιμο χαιρετισμό της παπαδιαμαντικής διηγηματογραφίας: «Χριστός Ανέστη! αληθινός ο Κύριος! Ζη και βασιλεύει εις πάντας τους αιώνας!» («Εξοχική Λαμπρή»).

Είναι καιρός όμως να περάσουμε και στον (ενίοτε) πολύπαθο ακαδημαϊκό χώρο. Εν συντομία, φυσικά, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση «η τράπεζα γέμει», χωρίς παραδόξως να είναι «ο μόσχος πολύς». Ο σημαντικός, για παράδειγμα, πανεπιστημιακός φιλόλογος Παναγιώτης Μουλλάς, νεόκοπος ων το 1974, έγραψε για έναν Παπαδιαμάντη με «ρωγμές» ψυχαναλυτικού τύπου. Προδιέγραψε, επίσης, το μέλλον του παπαδιαμαντικού έργου, κάνοντας λόγο για «φουρτούνες και ναυάγια». Ως γνωστόν, έπεσε έξω (αν όχι στα βράχια). Αναλόγως έξω έπεσε, όσον αφορά τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη, και ο Λίνος Πολίτης. Ό,τι σχετικό έγραψε στην εισαγωγή του «Βαρδιάνου στα σπόρκα» και στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» απεδείχθη ανακριβές. Τα ίδια και με τον Δημήτρη Μαρωνίτη. Ικανός και άξιος αναντίρρητα να μελετά τον Ηρόδοτο, τον Όμηρο, τον Σεφέρη, τους μεταπολεμικούς μας ποιητές κ.ά., με την επιφυλλίδα του «Τα χρέη της χρονιάς», νεόκοπος ων και αυτός στον Παπαδιαμάντη, τον αδίκησε κατάφωρα (Το Βήμα, 8 Ιανουαρίου 2012).

Η προσήκουσα απάντηση στις φαντασιώσεις και στα ιδεολογήματα του εμβληματικού και διάσημου καθηγητή στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. εδόθη περιέργως από έναν παλιό φοιτητή του, τον Στέλιο Παπαθανασίου, μέσω της πρώτης (και, μάλλον... τελευταίας) επιφυλλίδας του στην ίδια εφημερίδα («Η πεζογραφία του Παπαδιαμάντη», 12/2/2012). Επειδή όμως το εν λόγω κείμενο έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο, θα περιορισθώ απλώς στην κοινολόγηση του motto που συνοδεύει το δημοσίευμα: «Τοσούτον χρόνον μεθ’ υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε;» (Ιωάν. 14, 9).

Είναι, πάντως, βεβαιωμένο, πως το φλέγον ζήτημα των «νεόκοπων για τον Παπαδιαμάντη» δεν έχει αρχή και τέλος· ούτε περιορίζεται αποκλειστικά στο χώρο της λεγόμενης προοδευτικής διανόησης. Ο μεγαλύτερος Έλλην ποιητής και εξέχων θεολόγος, ως «σημείον αντιλεγόμενον» δέχεται (φαρμακερά) βέλη και «εξ οικείων». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο πατρολόγος καθηγητής του ΕΚΠΑ και ακαδημαϊκός, αλλά «νεόκοπος» στον Παπαδιαμάντη, Δ. Σ. Μπαλάνος, ο οποίος εδογμάτισε ως ακολούθως: «Ο Παπαδιαμάντης ήτο βεβαίως θρησκεύουσα φύσις· η θρησκευτικότης του όμως ήτο καθαρά τυπολατρεία, με μυστικίζουσαν τάσιν και ίσως ασυνείδητόν τινα πανθεϊστικήν χροιάν» (περ. «Νέα Εστία», τεύχος 355, 1941).

Παρακάμπτουμε ευσχήμως τον πατρολόγο και ακαδημαϊκό Μπαλάνο, μη δυνάμενοι να αντικρούσουμε τη θεόπνευστη θεολογία του, και σταθμεύουμε για λίγες ζωογόνες ανάσες στο Ιερόν Ευαγγέλιο: «Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγεννήθη εις κεφαλήν γωνίας» (Ματθ. κά 42).

Ο φιλόξενος μεν αλλά περιορισμένος χώρος του διαδικτύου δεν προσφέρεται για περισσότερα παραδείγματα νεόκοπων (παλαιόθεν και ως τώρα) παπαδιαμαντιστών. Πριν όμως σχολιάσω με γρήγορο νου και σώφρονα λογισμό τον τελευταίο εξ αυτών, πρέπει να υπογραμμίσω τα ακόλουθα: Όλοι οι ασχολούμενοι (ή ασχοληθέντες) με το έργο του Παπαδιαμάντη υπήρξαν κάποτε «νεόκοποι». Επομένως, ο συγκεκριμένος όρος δεν είναι κατ’ ανάγκην απαξιωτικός. Αποχτά όμως αρνητική χροιά, όταν ο νεοφώτιστος εισέρχεται στον κόσμο του Παπαδιαμάντη αλαζονικώς και όχι χάριν ταπεινώσεως.

Το τελευταίο παράδειγμα, με το οποίο θα ολοκληρώσω την εργασία μου «οι νεόκοποι για τον Παπαδιαμάντη», υπήρξε «σημείον αντιλεγόμενον». Η επ’ αυτού πληροφορία είναι έγκυρη και διατυπωμένη με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Η διατριβή εγκρίθηκε διά πλειοψηφίας ή παρά τρίχα». Εξηγούμαι: Ο λογοτέχνης, φιλόλογος και διδάκτωρ πλέον στον Παπαδιαμάντη Κυριάκος Μαργαρίτης έδωσε μάλλον σκληρό αγώνα, για να κερδίσει με το σπαθί του τον στέφανο της δόξης στο πεδίο της κορυφαίας ακαδημαϊκής διαδικασίας (υποστήριξη διδακτορικού στο Τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2016. – Σημειωτέον ότι το εν λόγω διδακτορικό συνετάγη θεοσεβώς και ευσεβοφρόνως).

Επιβαλλόμενο, κατά συνέπεια, το αγχολυτικόν «ένα τσίπουρο», διά του οποίου ο διδάκτωρ φιλόλογος Μαργαρίτης και ο παντεπόπτης καθηγητής Αγγελάτος γιόρτασαν στη γραμματεία του τμήματος την επιτυχή έκβαση της μάχης εκ του συστάδην, η οποία διεξήχθη στο πλαίσιο «θυελλώδους συζητήσεως». Επειδή ανάλογα προβλήματα αντιμετώπισα και εγώ στο Α.Π.Θ. για τον Παπαδιαμάντη το 2005, έχω να πω στον αγαπητό μου Κυριάκο το ακόλουθο παπαδιαμαντικό: «Γι’ αυτόνε το Λαμπράκη τα παθαίνουμε αυτά»! («Στο Χριστό στο Κάστρο»).

Θεωρώ, πάντως, (με τον τρόπο του Μένιππου) ότι το «ένα τσίπουρο» βρίσκεται έξω από το όντως παπαδιαμαντικό κλίμα, ιδίως όταν είναι εμφιαλωμένο και όχι οικιακής αποστάξεως. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και για το «μοσχάτο» στο κέντρο της πόλης, εφόσον ήταν του εμπορίου και όχι το γνήσιο «αλυπιακόν» της Σκιάθου. Επίσης, «εις πέλαγος αγνοίας μένουν πλέοντες» («Ο Αμερικάνος») οι ενδιαφερόμενοι για τον τρόπο του εορτασμού: ήταν μετανεωτερικός (σφηνάκι) ή «κουτσόπιναν μεζεδίζοντας»; («Η Παναγιά η Γοργόνα»).

Εις ό,τι αφορά το τσίπουρο ως ποσότητα, οι απορίες αυξάνονται, καθόσον στην παπαδιαμαντική διηγηματογραφία δεν υπάρχει πουθενά «ένα τσίπουρο». Στο διήγημα «Αγάπη στον κρεμνό», για παράδειγμα, ο Παπαδιαμάντης προκρίνει «τρεις γύρους αγνόν ρακί» («τρισσεύσατε και ετρίσσευσαν»), ενώ στην περίπτωση του παπα-Φραγκούλη με τον τολμητία καπετάν Στεφανή («Στο Χριστό στο Κάστρο») το πράγμα σηκώνει αλκοτέστ: «-Ήπιες ρακί; -Έχω πιεί πέντ’ έξι ως τώρα. -Πιέ κι άλλο ένα να γίνουν εφτά». Αυτό σημαίνει πως στην περίπτωση του Αγγελάτου και του Μαργαρίτη «η πόσις δεν υπήρξεν ανάλογος των προσώπων», ενώ στην περίπτωση του μπαρμπα-Μηλιού («Εξοχική Λαμπρή») υπήρξε.

Αναλόγως, ως γνωστόν, ενεργεί ο υπέροχος και ανεπανάληπτος Γουλιέλμος Βιλδ στο αφήγημα «Βαρδιάνος στα σπόρκα». Η νίκη της ζωής επί του θανάτου εορτάζεται δεόντως: «Όταν εκομίσθη η σούβλα με το κοκορέτσι, ο ιατρός έβγαλε από την τσέπην του παγούριον με ρούμι και έδωκεν εις τον πάτερ Νικόδημον να ευλογήσει, έπιε και αυτός, κατέπιε μικράν δόσιν και η Σκεύω και ο υιός της, και το υπόλοιπον εδόθη εις τον Αγκόρτζαν».

Αν τώρα στα προαναφερθέντα παραδείγματα προστεθούν οι «δύο ασκοί γενναίου οίνου» των Χριστουγέννων, οι «επταόκαδες τσότρες» των πασχαλινών «υπό τας πλατάνους» εορτασμών (υπερπλήρεις αλυπιακού μοσχάτου) αλλά και η ανεπανάληπτη σκηνή, όπου ο Κακόμης «ενετρύφα εις το άρωμα του οίνου», σε συνδυασμό με την απουσία κάθε ορθολογισμένης εργασιακής ηθικής, το όλον που προκύπτει τοποθετεί όχι μόνο τον συμπαθέστατο χαμάλμπαση αλλά ολόκληρη σχεδόν την παπαδιαμαντική κοινότητα στον αντίποδα της προτεσταντικής ηθικής. Όχι «κάπου τελείως αλλού», όπως ισχυρίζεται με μία εκπλήσσουσα βεβαιότητα ο άρτι εισελθών εις τον παπαδιαμαντικό νυμφώνα Κυριάκος Μαργαρίτης (2013, Vakxikon.gr).

Τα ίδια σχεδόν και στη διδακτορική διατριβή, καθόσον με ένα «νομίζω» (σελ. 175) δεν αναιρείται η «πατροκτονία» του Παλαιού. (Βλ. «Το μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα. Ο υπαρξιακός ρεαλισμός στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη», εκδ. Αρμός, 2021).

Υπάρχουν, φυσικά, και άλλοι ισχυρισμοί, που σηκώνουν πολλή συζήτηση. Όταν, επί παραδείγματι, ο Παπαδιαμάντης γράφει στους «Ελαφροΐσκιωτους» ότι «το μίσος εμαίνετο, και μαινόμενον εβασίλευεν εν μέσω οικογενειών και ατόμων», εμείς δεν μπορούμε να λέμε ότι οι εμπλεκόμενοι χαρακτήρες «κινούνται από έρωτα - ποτέ από μίσος». Ούτε μπορούμε να δογματίζουμε, γράφοντας για την πολυφωνική παπαδιαμαντική κοινότητα ότι δεν υπονομεύεται από τους ήρωες που παρελαύνουν ποικιλοτρόπως στις σελίδες της «ομόλογης» (όρος του Λουσιέν Γκόλντμαν) παπαδιαμαντικής λογοτεχνίας.

Δεν αναφέρομαι, φυσικά, στους «Κανταραίους», των οποίων η σημαίνουσα δομή συνοψίζεται στη φράση «εν τη μαχαίρα μου ζήσομαι». Αυτή «η μεγάλη φάρα», ως γνωστόν, βρίσκεται εκτός κοινότητος. Αναφέρομαι στα οργανικά μέλη της κοινότητας, όπως ο Κώτσος Φραγκούλας («Άψαλτος») ή ο γείτονας Πανάγος του Παπα-Φραγκούλη:

  1. «-Ε, παπά μ’, ο καθένας τώρα έχει το λογαριασμό τ’. Δεν πάει άλλος να βάλη το κεφάλι του στον τρουβά, κατάλαβες, για να γλυτώσ’ εσένα».
  2. «-Και γιατί δεν κάνει καλόν καιρό ο Χριστός, παπά, αν θέλη να πάνε να τον λειτουργήσουνε στην εορτή του; είπεν αυθαδώς ο μαστρο-Πανάγος».

Ερώτηση του φιλοπερίεργου φιλολόγου: Ο «εξεγερμένος» (όρος του Μαργαρίτη) Πανάγος κινείται και αυτός από έρωτα; (με όλες, εννοείται, τις δηλώσεις και συνδηλώσεις της συγκεκριμένης πολύπαθης λέξης). Εξάλλου, η «οντολογική» τρόπον τινά διαμαρτυρία του δεν είναι κατασταλαγμένη. Αυτός είναι, κατά την άποψή μου, και ο λόγος της ερωτηματικής εκφοράς και όχι καταφατικής, όπως ισχυρίζεται ο φίλτατος Κυριάκος στην ενότητα της διατριβής με τίτλο «Κακόμης και Μπάρτλμπυ ή Πατροτοκία και πατροκτονία» (σελ. 176).

Εν κατακλείδι: Τοποθετώντας και τον εαυτό μου (όπως ο παπα-Φραγκούλης) στην άγνοια («-Ε! Πανάγο, γείτονα, δεν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε... Πού είμαστε ημείς ικανοί να τα καταλάβουμε αυτά!...»), προτείνω να ξαναδιαβάσουμε (όλοι ανεξαιρέτως) τον ανέσπερο και δυσφανέρωτο Παπαδιαμάντη· για πολλούς λόγους. Ένας εξ αυτών συναρτάται (εφόσον παραφρασθεί ελαφρώς) με την ακόλουθη αξιωματική θέση του κοινού μας δασκάλου, πατρός και λιμενάρχου Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου από τον πρόλογο του ιδίου στη διδακτορική μου διατριβή: «Τον Παπαδιαμάντη δεν τον φοράς, για να κάνεις μπαμ! στην τσάρκα!».

Πλησιάζοντας στο τέλος της αφηγήσεως, αισθάνομαι την ανάγκη να πληροφορήσω τους εκλεκτούς φιλαναγνώστας γενικώς και τον συνονόματο του παπα-Κυριάκου της «Εξοχικής Λαμπρής» λαμπρό συγγραφέα ειδικώς ότι τον Κακόμη τον γνώρισα και τον ένιωσα αδερφό μου σε ηλικία 16 ετών το καλοκαίρι του 1964. Το ομότιτλο διήγημα περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο των Απάντων Σεφερλή που αγόρασα από παλαιοβιβλιοπωλείο με χρήματα, τα οποία, όπως ο παπαδιαμαντικός ήρωας (με τη διττή έννοια του όρου), είχα «από τις πλάτες μου κυριολεκτικώς», τουτέστιν από τρίμηνη σκληρή εργασία στις «Σκουριές» και στα νταμάρια λευκολίθου του χωριού Βάβδος της Χαλκιδικής.

Είκοσι χρόνια αργότερα, γνώρισα στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και τον Μάξ Βέμπερ της προτεσταντικής ηθικής. «Εντεύθεν» η σύζευξή τους για λόγους καθαρά μεθοδολογικούς, «εντεύθεν» και η διάζευξή τους για λόγους καθαρά οντολογικούς (ασυμφωνία χαρακτήρων). «Εντεύθεν», θα πρόσθετα, και η «παρανόησις» του Κυριάκου, ο οποίος κατά το παράδειγμα του Ζάχου, (υιός του παπα-Κυριάκου) «εισέβαλε πνευστιών» και φουριόζος στο ιερό παπαδιαμαντικό θυσιαστήριο, αποκαλώντας «μπάσταρδο» (όποιο κι αν είναι το σημαινόμενο) το πετεινό του ουρανού, και βαφτίζοντας «απροσάρμοστο της υπάρξεως» τον εξαίσια προσαρμοσμένο στα πάτρια «ήρωα» του Γένους και της Κοινότητας Κακόμη.

Κατά τα άλλα, ο λαμπρός, ως προείρηται, συγγραφέας, πρώτον ήρθε για να μείνει και, δεύτερον, αποκλείεται να «εκβληθεί» εκ του νυμφώνος «δέσμιος υπό των αγγέλων», διότι είναι ενδεδυμένος με ένδυμα γάμου. Επομένως, υπό την ιδιότητά του και ως πρωτοεμφανιζόμενου καταυγάζοντος παπαδιαμαντικού αστέρος, και με όρους, πλέον, «κβαντικού εναγκαλισμού», αποκλείεται να χαθεί «εις τον άνω βυθόν των ακαταλήπτων πραγμάτων» («Το καμίνι»).

Όθεν, «μηδέν άγαν, Αύγουστε» και, εν τοσούτω, «άλτρος κάβος κονταρέμους», δηλαδή «ας πάμε σ’ άλλους γιαλούς», όπως θα έλεγε ο (και γλωσσομαθής) φίλτατος Αποστόλης... Και αν, παραταύτα, δεν υπάρχουν περιθώρια πλήρους καταλλαγής, ας ισχύσει το μοναδικό στα λογοτεχνικά χρονικά παπαδιαμαντικό χωρίο: «Κάθε Κυριακή να δέρνωνται, και κάθε Κυριακή να ’ναι πάλι αγαπημένοι!» («Ο Ανάκατος»).

Δυστυχώς, εκτός από τα ευλόγως (και μετριοπαθώς) κριθέντα, υπάρχουν και κάποια άλλα βασίμως κατακριτέα. Γι’ αυτό, θα ολοκληρώσω την εργασία μου με ένα οφειλόμενο εδώ και αρκετά χρόνια οιονεί επίμετρο. Συναρτάται με δύο πρόσωπα, τα οποία εμπλέκονται σε μία μορφή παρακοής στον Κανόνα πίστεως και στην εικόνα πραότητος και ακεραιότητος που ακολούθησε ο Γέροντας της Σκιάθου με θρησκευτική ευλάβεια έως την «επί της ψάθης» τελευτή του:

Α. «Κανένας άνθρωπος, πνευματικός ή μη, στη νεώτερη Ελλάδα, δεν έδειξε τόση περιφρόνηση, προς κάθε κοινωνική προαγωγή, κάθε διάκριση, κάθε αρριβισμό όσο ο Παπαδιαμάντης» (Σπύρος Μελάς, Α’ τόμος Απάντων Βαλέτα).

Β. [...] «Ο πεινασμένος ιερός αλήτης, ο μοναδικός γνήσιος προλετάριος των Γραμμάτων μας, το πετεινό τ’ ουρανού που δεν φίλησε ποτέ του χέρια στις πρεσβείες και κατουρημένες ποδιές. Τη μόνη ξεκαθαρισμένη ταξική συνείδηση στον τόπο μας σαν διανοητής την είχε ο Παπαδιαμάντης. Και ήταν φυσικό, εφόσον ομολογούσε τον Χριστό».

(Τάσος Λιγνάδης, «Ομολογία πίστεως στον Παπαδιαμάντη», Φώτα Ολόφωτα, σσ. 128-29).

Στο προκείμενο, λοιπόν, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος, για να φανεί ότι «στον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας» (Νίκος Καρούζος), κάποιοι άνθρωποι δεν ορρωδούν προ ουδενός. Τρανταχτό παράδειγμα μία «κυρία», νεόκοπη στις παπαδιαμαντικές σπουδές, η οποία εξασφάλισε επ’ εσχάτων -ακόπως, σχεδόν- μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, πλιατσικολογώντας αγρίως την διδακτορική διατριβή μου για τον Παπαδιαμάντη. Επίσης, κατέκλεψε ασυστόλως, ανερυθριάστως και δολίως ικανό μέρος (κατεβατά ολόκληρα) από σχετική με τον κοινό μας Γέροντα ομιλία μου. Παραταύτα, την συγχωρώ. Λόγω των ημερών κυρίως («συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει»), και όχι επειδή ενδεχομένως θεωρεί με το φτωχό της το μυαλό ότι πρόκειται για «ιερές κλεψίες» (Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης).

Τουναντίον· οι εν λόγω κλεψίες είναι ανίερες και θυμίζουν, τηρουμένων των αναλογιών, τον «πειναλέο ανθρωπίσκο» Γιάννη Μπουκώση του διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης». Ως γνωστόν, ο εν λόγω «αφιλότιμος» παπαδιαμαντικός χαρακτήρας έκοβε λάθρα και επιτηδείως «γενναία τεμάχια από το μισοψημένον σφαχτόν» και τα «κατεβρόχθιζεν απλήστως».

Εξίσου ανίερες θεωρώ τις (καμουφλαρισμένες) κλεψίες και τις σκόπιμες αποσιωπήσεις μεγαλόσχημου και υπερβαλλόντως προβεβλημένου σύγχρονου παπαδιαμαντικού αναγνώστη. Συστημικός, πλέον, και ευρισκόμενος στον αντίποδα της παπαδιαμαντικής ταπεινοφροσύνης («προκαλούμε την περιέργεια του κοινού»), «αλωνίζει» στον δημόσιο χώρο, γράφοντας και παρουσιάζοντας πράγματα για τον Παπαδιαμάντη, που έχουν παρουσιασθεί ποικιλοτρόπως πρωτύτερα και καλύτερα από αυτόν, χωρίς να παραπέμπει, στοιχειωδώς, έστω. Βραβεύσεις επί βραβεύσεων, συνεντεύξεις επί συνεντεύξεων, φωτογραφίσεις χολλυγουντιανού τύπου, προεδρίες και τα τοιαύτα. Ευτυχώς, τον «καλύπτει» επαρκώς ο Στράτης Μυριβήλης με την εμβληματική φράση που αναφέρεται στον «εθνικό ρήτορα Γαρυφάλλου»: «Η ζωή θέλει πόρεψη». Αλλά και ο Απόστολος Παύλος, αναλόγως: «[...] νομιζόντων πορισμόν είναι την ευσέβειαν» (Α’ Τιμ. 6, 5).

 

Με τις υγείες μας...

 

*Δρ. Φιλοσοφίας, δρ. Θεολογίας

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ