Τί πίστευαν γιά τήν δημοκρατία ὁ Πλάτων καί ὁ Ἀριστοτέλης;

0
178

  Ποιά ἦταν ἡ γνώμη τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη γιά τήν συγκαιρινή τους δημοκρατία; Καί οἱ δύο κορυφαῖοι φιλόσοφοι ἔζησαν τόν 5ο καί 4ο αἰῶνα, τήν ἐποχή πού ἡ δημοκρατία ἦταν μέν σέ παρακμή, ἀλλά σέ πλήρη λειτουργία. Ποιά ἦταν ἡ θέση τους γιά τήν σύγχρονή τους δημοκρατία; Ποιά γενικά ἦταν ἡ θέση καί ἡ ἀντίληψή τους γιά τήν δημοκρατία ὡς πολίτευμα; Τήν θεωροῦσαν ἤ ὄχι σάν τό ἰδανικό πολίτευμα; Νά τά ἐρωτήματα, γύρω ἀπό τά ὁποῖα θά στραφεῖ ἡ παροῦσα ἐργασία μας.

   Ὁ Πλάτων εἶναι ἀδιάλλακτος ἐχθρός τῆς δημοκρατίας. Γιατί ὅμως; Εἶχε ἀπογοητευθεῖ πλήρως ἀπό τή σύγχρονή του Ἀθηναϊκή Δημοκρατία.Γεννήθηκε τό 427π.Χ., δυό χρόνια μετά τό θάνατο τοῦ Περικλῆ, μεσοῦντος τοῦ Πελοποννησιακοῦ Πολέμου. Ὡς γόνος παλαιᾶς ἀριστοκρατικῆς Ἀθηναϊκῆς οἰκογένειας εἶχε τή ζωηρή ἐπιθυμία νά ἀναμιχθεῖ στά κοινά. Ὅπως γράφει ὁ ἴδιος στήν Ζ Ἐπιστολή του, ἡ ὁποία μάλιστα εἶναι ἀδιαμφισβήτως γνήσια: «Ὅταν ἤμουνα νέος, ἔπαθα τό ἴδιο πού συμβαίνει σέ πολλούς. Πίστεψα δηλαδή πώς, ἄν γινόμουν γρήγορα κύριος τοῦ ἑαυτοῦ μου, θά μποροῦσα ἀμέσως νά μπῶ στήν πολιτική». Εὐκαιρία τοῦ δόθηκε τό 403 μετά τήν ἧττα τῆς Ἀθήνας στόν Πελοποννησιακό πόλεμο, καί μάλιστα τότε κατελύθη τό δημοκρατικό πολίτευμα καί τήν ἐξουσία πῆραν οἱ Τριάκοντα ὀλιγάρχες. Μάλιστα σέ αὐτό τό πολίτευμα συμμετεῖχαν καί συγγενεῖς του, ὁ Κριτίας ἐξάδελφος τῆς μητέρας του καί ὁ Χαρμίδης, ἀδελφός τῆς μητέρας του. Τό πολίτευμα αὐτό ἀπεδείχθη αἱμοσταγές καί χειρότερο ἀπό τήν προηγούμενη δημοκρατία. Ὅπως γράφει ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων: «Εἶδα λοιπόν πώς οἱ ἄνθρωποι τοῦτοι (οἱ ὀλιγαρχικοί κυβερνῆτες) μέσα σέ λίγο χρόνο ἀπέδειξαν πώς ἦταν χρυσή ἡ προηγούμενη πολιτική κατάσταση (ἡ Δημοκρατία)».Ἀλλά καί ἡ παλινορθωθεῖσα Δημοκρατία, μολονότι μετριοπαθής, ἦταν διεφθαρμένη καί μάλιστα σκότωσε τόν καλύτερο καί δικαιότερο τῶν ἀνθρώπων, τό Σωκράτη, τόν ἀλησμόνητο Δάσκαλό του. Τότε κατάλαβε ὅτι ἦταν ἀθεράπευτα ἄρρωστη ἡ Ἀθηναϊκή Δημοκρατία καί στράφηκε στή φιλοσοφία, ἐπειδή θεώρησε  πώς μόνο αὐτή μπορεῖ νά ἐξυγιάνει τήν ἀγιάτρευτη νόσο της. Ἔτσι λοιπόν ἡ Πλατωνική φιλοσοφία γεννήθηκε μέσα ἀπό τήν ἀγωνία τοῦ θνήσκοντος ἀρχαίου ἄστεως (Κ. Γεωργούλης) καί ἦταν ἕνα φιλοσοφικό πρόγραμμα πολιτικῆς ἀνορθώσεώς της (Ἱ. Συκουτρῆς).

     Ὁ Πλάτων λοιπόν εἶναι πολέμιος τῆς δημοκρατίας. Πιστεύει πώς μόνο ὁ φιλόσοφος πού βλέπει τό ἕν, τήν ἑνότητα μέσα στήν πολλότητα τῶν αἰσθητῶν πού εἶναι ρέοντα, ἀσταθῆ καί διεσπασμένα κατέχει τήν ἀλάθητη γνώση νά ποιμάνει ἀσφαλῶς τήν πολιτική κοινωνία. Ὁ φιλόσοφος ἔχει θεαθεῖ τήν ἰδέα τοῦ ἀγαθοῦ, τήν ἐπέκεινα νοήσεως καί οὐσίας, γι̉ αὐτό καί μόνο αὐτός κατέχει τήν ἀπλανῆ γνώση καί ἐπιστήμη. Ὅθεν μόνο αὐτός νομιμοποιεῖται νά εἶναι ὁ ἀπλανής ποιμήν τοῦ λαοῦ. Καί μόνο ὅταν αὐτός ἀναλάβει τήν ἐξουσία θά ἐπέλθει τό τέλος τῶν κακῶν, ὅπως λέγει ὁ Πλάτων στό κλασσικό χωρίο τῆς Πολιτείας, τό ὁποῖο καί ἐπαναλαμβάνει στήν  Ζ  Ἐπιστολή: «Ἐάν μή, ἦν δ̉ ἐγώ, ἤ οἱ φιλόσοφοι βασιλεύσωσι ἐν ταῖς πόλεσι ἤ οἱ βασιλῆς τε νῦν λεγόμεναι καί δυνάσται φιλοσοφήσωσι τελείως καί ἱκανῶς, καί τοῦτο εἰς ταὐτόν συμπέσῃ, δύναμίς τε πολιτική καί φιλοσοφία, τῶν δέ νῦν πορευομένων χωρίς ἐφ̉ ἑκάτερον αἱ πολλαί φύσεις ἐξ ἀνάγκης ἀποκλεισθῶσι, οὐκ ἔστι κακῶν παῦλα (=τέλος), ὦ φίλε Γλαύκων, ταῖς πόλεσι, δοκῶ δ̉ οὐδέ τῷ ἀνθρωπίνῳ γένει...». (Πολιτεία 473c11). Μετάφραση (Κωνσταντίνου Γεωργούλη): «Ἐάν, εἶπα ἐγώ, ἤ οἱ φιλόσοφοι δέν γίνουν μέσα στίς πόλεις βασιλεῖς, ἤ οἱ λεγόμενοι σήμερα βασιλεῖς καί δυνάστες δέν ἀποκτήσουν εἰλικρινῆ καί ἐπαρκῆ φιλοσοφική μόρφωση, ἄν ἀκόμη δέν συναντηθοῦν στό αὐτό πρόσωπο τοῦτα τά δύο, δηλαδή ἡ πολιτική δύναμη καί ἡ φιλοσοφία, ἐνῶ ἀντίθετα ἀναγκαστική βία θά ἀποκλείση τόν ὄχλο τῶν ἀνθρώπων, πού στήν ἐποχή μας κατευθύνονται χωριστά πρός τόν καθένα ἀπό τούς δύο αὐτούς σκοπούς, δέν ἠμπορεῖ νά ὑπάρξη, φίλε μου Γλαύκων, γιά τήν πόλη σταμάτημα τῆς δυστυχίας καί κατά τή γνώμη μου οὐδέ γιά ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος». Καί στήν Ζ Ἐπιστολή (326a7-b4): «κακῶν οὐ λήξειν τά ἀνθρώπινα γένη, πρίν ἄν ἤ τό τῶν φιλοσοφούντων ὀρθῶς γε καί ἀληθῶς εἰς ἀρχάς ἔλθῃ τάς πολιτικάς ἤ τό τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν ἔκ τινος μοίρας θείας ὄντως φιλοσοφήσῃ». Μετάφραση (Βασιλείου Μανδηλαρᾶ): «Βέβαια, τό ἀνθρώπινο γένος δέν θ̉ ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά βάσανά του, προτοῦ ἔλθουν στήν πολιτική ἐξουσία οἱ σωστοί καί ἀληθινοί φιλόσοφοι ἤ προτοῦ γίνουν ἀληθινοί φιλόσοφοι μέ τή βοήθεια κάποιας θεϊκῆς μοίρας, οἱ κυβερνῆτες τῶν κρατῶν». Ὁ φιλόσοφος-βασιλεύς εἶναι θεμιτό νά χρησιμοποιεῖ τήν πειθώ καί τή βία πρός ὄφελος τῆς πολιτείας, στήν  ὁποία ἄρχει. (Πολιτεία 519e).

   Μάλιστα ὁ Πλάτων παρομοιάζει στήν Πολιτεία 489 b-c τόν φιλόσοφο-κυβερνήτη μέ τόν πεπειραμένο πλοηγό καί γιατρό, στόν ὁποῖο πρέπει νά προσφεύγουν οἰκειοθελῶς οἱ ἄπειροι ναῦτες καί οἱ ἄρρωστοι, ἀντιστοίχως, γιά τό δικό τους συμφέρον καί ὄχι νά σπεύδει ὁ φιλόσοφος-κυβερνήτης πρός τούς ἀρχομένους, ὅπως θά λέγαμε ὅτι ὁ ἄρρωστος προσφεύγει στόν γιατρό καί ὄχι ὁ γιατρός στόν ἄρρωστο: «Γιατί εἶναι ἀφύσικο πρᾶγμα ὁ κυβερνήτης νά παρακαλῆ τούς ναῦτες γιά νά τόν κάνουν ἀρχηγό τους, καθώς καί τό νά πηγαίνουν οἱ φιλόσοφοι στῶν πλουσίων τίς πόρτες κι᾿ ὅποιος βέβαια εἶπε αὐτό τό εὐφυολόγημα δέν εἶπε καθόλου τήν ἀλήθεια, ἀφοῦ ἀπεναντίας ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἄρρωστος, εἴτε πλούσιος εἴτε φτωχός εἶναι, χρεωστεῖ νά πηγαίνη στῶν γιατρῶν τίς πόρτες κι᾿ ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνάγκη νά διοικηθῆ στίς πόρτες αὐτοῦ πού ἔχει τή δύναμη νά διοικήση καί ὄχι ὁ ἄρχοντας νά παρακαλῆ τούς ἀρχομένους νά τοποθετηθοῦν κάτω ἀπό τή διοίκησή του, ἄν, ἐννοεῖται, ἔχη αὐτός κάποια πραγματική ἀξία».

   Γιατί ὅμως ὁ ἡγέτης τῆς πόλεως πρέπει νά εἶναι ὁ φιλόσοφος; Γιατί κατά τόν Κάρλ Πόππερ τό πολίτευμα πού ὁραματίζεται ὁ Πλάτων εἶναι ἐπιστημοκρατικό.Ἡ διακυβέρνηση πού ἐπιθυμεῖ ὁ Πλάτων εἶναι ἡ διακυβέρνηση τῆς εἰδημοσύνης: «Γιατί ὁ Πλάτων ἀπαιτεῖ νά γίνουν οἱ φιλόσοφοι βασιλεῖς ἤ οἱ βασιλεῖς φιλόσοφοι, ὅταν ἀπό τή μιά μεριά ὁρίζει τό φιλόσοφο ὡς ἐραστή τῆς ἀλήθειας, ἐνῶ ἐπιμένει ἀπό τήν ἄλλη ὅτι ὁ βασιλιάς πρέπει νά εἶναι “περισσότερο θαρραλέος” καί νά χρησιμοποιεῖ ψεύδη; Ἡ μόνη ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό εἶναι, βέβαια, πώς στήν πραγματικότητα ὁ Πλάτων ἔχει κάτι πολύ διαφορετικό στό νοῦ του ὅταν χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο “φιλόσοφος”. Καί στ᾿ ἀλήθεια ὁ φιλόσοφός του δέν εἶναι ὁ ἀφοσιωμένος ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας, παρά ὁ ὑπερήφανος κάτοχός της. Εἶναι ἕνας πεπαιδευμένος, ἕνας σοφός γνώστης. Αὐτό ἑπομένως, πού ἀπαιτεῖ ὁ Πλάτων εἶναι ἡ διακυβέρνηση τῆς λογιοσύνης − ἡ σοφοκρατία, ἄν μπορῶ νά τήν ὀνομάσω ἔτσι».

    Πηγή τοῦ κακοῦ κατά τόν Πλάτωνα εἶναι ὁ διαχωρισμός φιλοσοφίας/ἐπιστήμης καί πολιτικῆς ἐξουσίας καί θεραπεία τοῦ κακοῦ εἶναι ὁ φιλόσοφος-βασιλεύς πού συνενώνει αὐτά τά δύο τήν φιλοσοφία, τήν γνώση καί τήν ἀρετή ἀπό τή μιά καί τήν πολιτική ἐξουσία καί δύναμη ἀπό τήν ἄλλη. Ὅπως ἔχει γραφεῖ:«Θεωρεῖται ἔτσι σωστά ὅτι ὁ φιλόσοφος-βασιλεύς ἀπαιτεῖται γιά δυό λόγους: πρῶτον, ὡς “ἡ μοναδική ἐπαρκής ἐνσάρκωση τῆς σωκρατικῆς ἀρετῆς”, δηλαδή  ὡς ἕνας ἥρωας τῆς ἠθικῆς, ἕνας ἅγιος,  πού εἶναι ὁ μόνος κατάλληλος ὡς ὑπέρτατος ἄρχοντας, καί δεύτερον, ὡς ὁ μόνος γνήσιος ἐπιστήμονας φιλόσοφος πρώτου μεγέθους, πού ἐξουσιάζει λόγῳ τῆς προσωπικῆς του γνώσης τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἐπιστημονικῆς του καλλιέργειας».  Μάλιστα στόν Πολιτικό ὁ Πλάτων θεωρεῖ πώς ὁ βασιλικός-πολιτικός ἄνδρας ἐπειδή κατέχει τή γνώση καί τήν ἐπιστήμη τοῦ ἄρχειν, κατά τήν ἄσκηση τῆς ἐξουσίας δέν δεσμεύεται οὔτε ἀπό τούς νόμους οὔτε ἀπό τή θέληση/ἀποδοχή/συγκατάθεση τῶν ἀρχομένων. Νομιμοποιεῖται νά ἐξαναγκάζει τούς ἀρχομένους νά ὑπακούουν στίς διαταγές του εἴτε μέ τή θέλησή τους εἴτε μή. Ὅπως γράφει ὁ Ἠλίας Κ. Λάγιος (εἶναι ὁ παπποῦς τοῦ γνωστοῦ ποιητῆ) «Παραπάνω ἀπό ὅλα τά πολιτεύματα μπαίνει ἡ ἔννοια τοῦ ἀληθινοῦ πολιτικοῦ ἄνδρα πού χαρακτηρίζεται μέ τή γνώση καί τήν ἐπιστήμη καί διακρίνεται ἀπό ὅλους τούς λεγόμενους πολιτικούς καί τούς σοφιστές, ἀνεξάρτητα ἀπό τό εἶδος τοῦ πολιτεύματος. Γιά τόν ἀληθινό πολιτικό δέν ἔχει σημασία ἄν οἱ πολῖτες ὑπακούουν θεληματικά ἤ μή. Ὅπως ὁ γιατρός δικαιοῦται ν᾿ ἀναγκάση τούς ἀσθενεῖς του νά ἀκολουθοῦν τίς συνταγές του καί ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου τούς ναῦτες, ἔτσι καί ὁ πολιτικός δικαιοῦται νά ἀναγκάζη τούς πολῖτες του νά ἀκολουθοῦν τίς διαταγές του. Ἐπίσης δέν ἔχει σημασία καί σπουδαιότητα ἄν ὁ σοφός πολιτικός τηρεῖ τούς νόμους ἤ ὄχι, ἤ θέλουν ἤ δέ θέλουν οἱ ὑπήκοοι». Κατά τόν Πλάτωνα τό ὀρθότερο πολίτευμα εἶναι αὐτό, στό ὁποῖο κυβερνᾶ ὁ βασιλικός-πολιτικός ἀκριβῶς ἐπειδή μόνο αὐτός κατέχει τήν ἐπιστήμη τοῦ κυβερνᾶν, εἴτε μέ τή θέληση τῶν ὑπηκόων/πολιτῶν του εἴτε μή. Ἄς  δοῦμε τί λέει ἐπ᾿ αὐτοῦ ὁ Πλάτων στόν Πολιτικό 293d-e (μετάφραση Ἠλία Κ. Λάγιου): «Εἶναι λοιπόν ἀναγκαῖο, καθώς φαίνεται, αὐτό μόνο τό πολίτευμα νά εἶναι ἔξοχα καί ἀποκλειστικά σωστό, μέσα στό ὁποῖο θά ᾿βρισκε κανείς τούς ἄρχοντες ἀληθινούς ἐπιστήμονες καί ὄχι μόνο φαινομενικούς, εἴτε ἄρχουν σύμφωνα μέ νόμους ἤ χωρίς νόμους, εἴτε μέ τή θέληση ἤ παρά τή θέληση τῶν ὑπηκόων, εἴτε εἶναι φτωχοί ἤ πλούσιοι τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά δέν πρέπει νά ὑπολογίζουμε μέ κανένα τρόπο κατά τήν ἐκτίμηση τῆς ὀρθότητας αὐτῆς. Καί ἄν, φονεύοντας μερικούς ἤ ἐξορίζοντας, καθαρίζουν τήν πόλη γιά τό καλό της εἴτε στέλνοντας κάπου ἀποικίες σά σμήνη μελισσῶν τήν κάνουν μικρότερη, ἤ εἰσάγοντας μερικούς ἄλλους ἀπό κάπου ἀπό τό ἐξωτερικό καί δημιουργώντας νέους πολῖτες τήν κάνουν πιό μεγάλη, ἐφ᾿ ὅσον, κάνοντας χρήση ἐπιστήμης καί δικαιοσύνης, τή διατηροῦν, τότε καί μέ τέτοιους ὅρους αὐτό τό πολίτευμα πρέπει νά τό ποῦμε ὅτι εἶναι γιά μᾶς τό μόνο σωστό πολίτευμα καί ὅλα τά ἄλλα, πρέπει νά ποῦμε ὅτι δέν εἶναι γνήσια οὔτε ἀληθινά, ἀλλά ἀπομιμήσεις αὐτά, ἄν ἔχουν καλούς νόμους, λέμε ὅτι ἀπομιμοῦνται τά καλύτερα χαρακτηριστικά τοῦ σωστοῦ πολιτεύματος τά ἄλλα ἀπομιμοῦνται τά χειρότερα χαρακτηριστικά του». Βλέπουμε λοιπόν πώς τό ἰδεῶδες πολίτευμα κατά τόν Πλάτωνα καί τό μόνο σωστό, ἀληθινό καί γνήσιο, εἶναι αὐτό στό ὁποῖο ἀσκεῖ τήν ἐξουσία, ἐντελῶς δεσποτικά καί αὐθαίρετα, χωρίς περιορισμούς, οὔτε κἄν ἀπό τούς νόμους ἤ τήν θέληση/ἀποδοχή/συγκατάθεση τῶν πολιτῶν, ὁ φιλόσοφος βασιλεύς, διότι, ὅπως εἴπαμε, αὐτός μόνο κατέχει τήν ἐπιστήμη, ἀλλά καί τήν ἀρετή τοῦ κυβερνᾶν. Ὅπως ἐπαναλαμβάνει λίγο παρακάτω (294a) «Εἶναι φανερό ὅμως ὅτι μέ κάποιο τρόπο ἡ νομοθεσία εἶναι ἔργο βασιλικό καί τό ἄριστο εἶναι νά ἰσχύουν ὄχι οἱ νόμοι, ἀλλ᾿ ὁ βασιλικός ἄνδρας, ὁ προικισμένος μέ σύνεση (ἄνδρα μετά φρονήσεως βασιλικόν)». Παραθέτουμε στό σημεῖο αὐτό τό σχόλιο τοῦ Κορνηλίου Καστοριάδη: «Βρισκόμαστε στήν Ἑλλάδα, στή χώρα ὅπου, κατά τόν Ἡρόδοτο, ὁ προδότης βασιλιάς τῆς Σπάρτης ἀπαντάει στόν Ξέρξη ὅτι οἱ Ἕλληνες δέν ἔχουν ἴσως ἀρχηγούς, ὅπως αὐτός ὁ ἴδιος τούς ἐννοεῖ, ἀλλά ὅτι ἔχουν ἕναν ἀρχηγό τόν ὁποῖο φοβοῦνται πολύ περισσότερο: τόν νόμον! Καί ὁ Πλάτων ἐδῶ ἐμφανίζεται λέγοντας ὅτι ἀπό τή στιγμή πού ὁ πολιτικός κατέχει τήν ἐπιστήμη, δέν ἔχει καμία σημασία ἄν κυβερνᾶ μετά νόμου ἤ ἄνευ νόμου, μέ τή συγκατάθεση ἤ χωρίς τήν συγκατάθεση τῶν πολιτῶν. Εἶναι τερατῶδες!».

   Γενικά ὁ Κ. Καστοριάδης θεωρεῖ, καί ὄχι ἄδικα, πώς ὁ Πλάτων ἦταν ἀντιδημοκράτης μέχρι μυελοῦ ὀστέων! Ἡ ἀντίθεσή τοῦ Πλάτωνα πρός τήν σύγκαιρή του Ἀθηναϊκή δημοκρατία, καί ἰδιαίτερα τήν δημοκρατία τοῦ Περικλῆ, ἦταν ριζική καί ἀσυμβίβαστη! Χωρίς ἴχνος συμπαθείας καί ἐπιείκειας ἀσκοῦσε κριτική σέ ἕνα πολίτευμα πού θεωροῦσε διεφθαρμένο καί ἐμφορούμενο ἀπό τίς ἀξίες τοῦ χύδην ὄχλου, τοῦ ἀμαθοῦς καί διεφθαρμένου.

Ἀπό τήν ἀδυσώπητη κριτική τοῦ Πλάτωνος στήν Ἀθηναϊκή δημοκρατία δέν ξεφεύγουν οὔτε οἱ πρωτεργάτες της, ὁ Περικλῆς καί ὁ Θεμιστοκλῆς. Ὁ Πλάτων ἀσκεῖ σκληρή κριτική καί στόν Περικλῆ: «Ταυτί γάρ ἔγωγε ἀκούω, Περικλέα πεποιηκέναι Ἀθηναίους ἀργούς καί δειλούς καί λάλους καί φιλαργύρους, εἰς μισθοφορίαν πρῶτον καταστήσαντα». (Πλάτωνος, Γοργίας 515 e). Μετάφραση (Στ. Τζουμελέα): «Διότι ἐγώ τοὐλάχιστον αὐτό ἀκούω, ὅτι δηλαδή ὁ Περικλῆς ἔκαμε τούς Ἀθηναίους φυγοπόνους καί δειλούς καί φλυάρους καί φιλαργύρους, διότι πρῶτος εἰσήγαγε τήν πληρωμήν μισθῶν διά τάς εἰς τήν πόλιν προσφερομένας ὑπηρεσίας ὑπό τῶν πολιτῶν». Ἰσχυρίζεται ὁ Πλάτων ὅτι ἔκανε ὁ Περικλῆς τούς Ἀθηναίους ἀργούς (=τεμπέληδες, ραθύμους, φυγοπόνους), διότι προτιμοῦσαν τήν δικαστικό μισθό ἀπό τά κέρδη πού προέρχονταν ἀπό τήν ἐργασία, ἐπειδή τόν μισθό αὐτό τόν ἐλάμβαναν ἀκόπως. Σημειωθήτω ὅτι ὁ Περικλῆς ἐκμεταλλευόμενος πρός ὄφελος τῆς Ἀθήνας τό κοινό συμμαχικό ταμεῖο μπόρεσε νά πετύχει δύο σημαντικά πράγματα. Πρῶτον τή μισθοδοσία τῶν πτωχῶν πολιτῶν πού συμμετεῖχαν στή Βουλή τῶν Πεντακοσίων καί στά Δικαστήρια. Δεύτερον τήν ἀνέγερση τοῦ Παρθενῶνα καί τῶν λοιπῶν ἱερῶν μνημείων τῆς Ἀκροπόλεως. Ἡ μισθοδοσία τῶν ἀξιωματούχων τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κράτους ἀποτέλεσε «τό κορυφαῖο στοιχεῖο τῶν δημοκρατικῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Περικλῆ» κατά τούς John Bury καί Russel Meiggs γιά τόν προφανέστατο λόγο ὅτι ἐπέτρεπε καί στόν πλέον ἄπορο Ἀθηναῖο πολίτη, ἀπαλλαγμένο  ἀπό τή μέριμνα τοῦ βιοπορισμοῦ, νά συμμετέχει πλήρως στά ἀξιώματα τῆς Ἀθηναϊκῆς πολιτείας.

   Ὡσαύτως ὑποβάλλει σέ σκληρή κριτική ἐκτός ἀπό τόν Περικλῆ καί τόν Θεμιστοκλῆ καί τόν Κίμωνα (Γοργίας 529b-μετάφραση Ἠλία Βαβούρα):«Ἐγκωμιάζεις ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν προσφέρει στούς πολῖτες τῶν Ἀθηνῶν τροφές, ἐμφυσώντας τους τήν εὐχαρίστηση μέ ὅσα ἐπιθυμοῦσαν καί οἱ  ἴδιοι οἱ πολῖτες ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτοί ἔχουν καταστήσει μεγαλοπρεπῆ τήν πόλη. Ὅτι ἡ πόλη ἔχει νοσηρά διογκωθεῖ καί εἶναι ὑποδόρια διεφθαρμένη, ἐξ αἰτίας ἐκείνων τῶν παλαιῶν πολιτικῶν, δέν τό ἀντιλαμβάνονται. Γιατί ἐκεῖνοι χωρίς σωφροσύνη καί δικαιοσύνη ἔχουν γεμίσει τήν πόλη μέ λιμάνια, ναυστάθμους, τείχη, φόρους καί ἀνάλογες φλυαρίες· ὅταν λοιπόν ἐπέλθει ἡ ἐκδήλωση τῆς ἀσθένειας, θά κατηγορήσουν τούς τότε παρευρισκομένους συμβούλους, ἐνῶ τόν Θεμιστοκλῆ βέβαια καί τόν Κίμωνα καί τόν Περικλῆ, τούς πραγματικούς ὑπαιτίους τῶν κακῶν, θά τούς ἐγκωμιάσουν».

    Αὐτός, ὁ Πλάτων, προσπάθησε νά θεμελιώσει, ἐντελῶς θεωρητικά βέβαια, ἕνα πολίτευμα βασισμένο στήν ὑπερβατική ἐπιστήμη καί δικαιοσύνη τοῦ φιλοσόφου-βασιλέως στήν Πολιτεία καί στήν ἐπίσης ὑπερβατική ἐπιστήμη καί ἀρετή τοῦ βασιλικοῦ-πολιτικοῦ στόν Πολιτικό. Ἄς δοῦμε τί γράφει ὁ ἴδιος ὁ Καστοριάδης γιά τήν στάση τοῦ Πλάτωνα ἔναντι τῆς Δημοκρατίας: «Σᾶς ἔλεγα τήν προηγούμενη φορά ὅτι ὁ Πλάτων ἔπαιξε ἐξαιρετικά σημαντικό ρόλο στήν καταστροφή τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου. Ἡ καταστροφή τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία δυνάμει ἐμπεριέχετο στά πράγματα, μετατράπηκε ἀπό τόν Πλάτωνα καί πέρασε στήν ἱστορία ὡς νομοτελειακή καταστροφή. Παρουσίασε τήν κατάρρευση τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας ὡς φαινόμενο πού ὑπάγεται ἐντέλει στήν τάξη τῶν πραγμάτων. Καί αὐτό, ὄχι μέ τήν ἔννοια πού ἔδινε ὁ Ἡρόδοτος στή φράση: “Ὅ,τι εἶναι μεγάλο, πρέπει νά γίνει μικρό” καί ἀντιστρόφως, ἀλλά ἐπειδή, κατά τόν Πλάτωνα, ἐπρόκειτο γιά ἐκ θεμελίων σαθρό πολίτευμα, γιά πολίτευμα κυριαρχούμενο ἀπό ἀμαθές, ἐμπαθές καί ἕρμαιο τῶν παθῶν του πλῆθος. Ἕνα πλῆθος πού τοποθετεῖται στούς ἀντίποδες τοῦ σοφοῦ καί τῆς σοφίας, τοῦ δικαίου καί τῆς δικαιοσύνης. Ἔτσι, ἡ πτώση τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας δέν ἐμφανίζεται ὡς ἱστορική τραγωδία, ἀλλά ὡς περίπτωση ἐγγενοῦς φιλοσοφικῆς δικαιοσύνης. Αὐτό τό ἐπιχείρησε, ἀφενός, θετικά, ἄν μοῦ ἐπιτρέπεται τό ὀξύμωρον, προτάσσοντας, δηλαδή, τήν ἰδέα ὅτι μπορεῖ καί πρέπει νά ὑπάρχει ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς, σίγουρη καί ἀσφαλής γνώση πού νά ἐπιτρέπει τόν προσανατολισμό στό χῶρο τῆς πολιτικῆς. Προτάσσοντας τήν ἰδέα ὅτι ἐντέλει ἡ ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς στηρίζεται σέ μία ὑπερβατική γνώση, καί μάλιστα ὅτι στηρίζεται στήν ἴδια τήν ὑπερβατικότητα».

   Ἄς ἔλθουμε τώρα καί στόν Ἀριστοτέλη. Κατ᾿ ἀρχήν νά τονίσουμε ὅτι καί ὁ Ἀριστοτέλης δέν ὑστεροῦσε σέ αἰσθήματα ἀντιδημοκρατικότητας ἀπό τόν Πλάτωνα, ὅπως ἄλλωστε καί ὅλοι οἱ Ἕλληνες διανοητές τῆς ἀρχαιότητος, ἄν καί ἦταν ἀναντιρρήτως πιό μετριοπαθής ἀπό αὐτόν. Ὅπως σχετικά γράφει ὁ Ἄγγλος καθηγητής Πόλ Κάρτλετζ: «Πάντως, δέν ἦταν (ἐνν. ὁ Ἀριστοτέλης) περισσότερο δημοκράτης, ἀπό ἰδεολογική ἤ πνευματική ἄποψη, ἀπό τόν Πλάτωνα − ἕνα στοιχεῖο πού δέν προκαλεῖ ἔκπληξη, ἀφοῦ οἱ γνωστές καί βέβαιες ἐξαιρέσεις στόν κανόνα ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στοχαστές ἦταν ἀντιδημοκράτες μποροῦν νά μετρηθοῦν στά δάχτυλα τοῦ ἑνός χεριοῦ: Περικλῆς, Ἱππόδαμος, Πρωταγόρας, Δημόκριτος…». Μάλιστα, ὅπως σημειώνει ἡ Claude Mossé, δέν ὑπάρχει θεωρητικό κείμενο ὑπέρ τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας κατά τήν κλασσική ἀρχαιότητα − ἐξαίρεση ἀποτελεῖ κατά τή γνώμη μου ὁ Ἐπιτάφιος τοῦ Περικλῆ-Θουκυδίδη.

   Ὁ Ἀριστοτἐλης πιστεύει καί αὐτός ὅτι, ἄν ἐμφανισθεῖ στήν πολιτική κοινωνία ἕνας χαρισματοῦχος ἐξαιρετικός ἡγέτης, ὑπερέχων σέ ἀρετή καί πολιτική ἱκανότητα, ἤ μιά μικρή ὁμάδα ἐξαιρετικῶν ἀνθρώπων πού ὑπερέχει στήν ἀρετή καί τήν πολιτική ἱκανότητα, πρέπει καί αὐτός/αὐτοί νά ἀσκοῦν ἀπόλυτη ἐξουσία χωρίς τόν περιορισμό τῶν νόμων. Στά Πολιτικά 1284 a-b γράφει (μετάφραση Πηνελόπης Τζιώκα-Εὐαγγέλου): «Ὡστόσο ἄς κάνουμε τήν ὑπόθεση ὅτι σέ κάποια πόλη ὑπάρχει ἕνας πολίτης, τόσο ὑπερβολικά ἀνώτερος στήν ἀρετή, ἤ περισσότεροι, λιγότεροι ὅμως στόν ἀριθμό ἀπό ὅσους χρειάζονται γιά νά καταλάβουν τίς θεσπισμένες ἀπό τό πολίτευμα θέσεις ἀρχόντων, ὥστε νά μήν εἶναι συγκρίσιμες ἡ ἀρετή καί ἡ πολιτική ἱκανότητα ὅλων τῶν ὑπόλοιπων ἀνθρώπων μέ τήν ἀρετή καί τήν πολιτική ἱκανότητα αὐτῶν, ἄν εἶναι περισσότεροι, ἤ ἐκείνου μόνον, ἄν εἶναι ἕνας ἄν λοιπόν ὑπάρχουν τέτοιοι ἐξαιρετικοί ἄντρες, δέν εἶναι δυνατόν νά τούς θεωρήσουμε μέρος τῆς πόλης, γιατί θά ἀδικηθοῦν, ἐφόσον κρίνονται ἴσοι μέ τούς ἄλλους, ἐνῶ  εἶναι τόσο πολύ ἀνώτεροι στήν ἀρετή καί πολιτική ἱκανότητα. Ἕνας τέτοιος ἐξαιρετικός ἄντρας μοιάζει ὅπως ἕνας θεός ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους. Συνεπῶς εἶναι σαφές ὅτι ἡ νομοθεσία ὑποχρεωτικά πρέπει νά ἐπιγκεντρώνεται στούς ἴσους ὡς πρός τήν καταγωγή καί τήν πολιτική δύναμη. Ἀντίθετα δέν ἰσχύει νόμος γιά τέτοιους ἀνώτερους ἀνθρώπους, γιατί νόμος εἶναι αὐτοί οἱ ἴδιοι. Ὄντως θά γελοιοποιοῦνταν ὅποιος προσπαθοῦσε νά νομοθετήσει γιά αὐτούς. Γιατί θά ἀπαντοῦσαν αὐτοί στό νομοθέτη ὅπως ὁ Ἀντισθένης ἀποκαλύπτει ὅτι ἀπάντησαν τά λιοντάρια στούς λαγούς, ὅταν αὐτοί δημηγοροῦσαν καί ἀπαιτοῦσαν ἴσα δικαιώματα γιά ὅλους {…}Ὡστόσο ἡ  μεγάλη δυσκολία ἀφορᾶ τό ἄριστο πολίτευμα τί πρέπει νά γίνει δηλαδή, ἄν στό πλαίσιό του ἐμφανιστεῖ κάποιος νά ὑπερέχει στήν ἀρετή καί ὄχι σέ ἄλλα προσόντα, ὅπως ἡ δύναμη, ὁ πλοῦτος ἤ ἡ κοινωνική ἀποδοχή; Γιατί κανείς δέ θά ἰσχυριζόταν ὅτι πρέπει νά ἐξορίσουν καί νά ἐκτοπίσουν ἕνα τέτοιο ἄντρα ἀλλά οὔτε καί ὅτι εἶναι σωστοί οἱ κατώτεροί του νά τόν ἐξουσιάζουν, ἀφοῦ μιά τέτοια ἀξίωση θά ἔμοιαζε σά νά ἀπαιτοῦσαν νά ἐξουσιάζουν τό Δία μοιράζοντας τά πολιτικά ἀξιώματα. Λογική ἑπομένως κατάληξη εἶναι, συμφωνεῖ μάλιστα μέ τό φυσικό δίκαιο, νά πείθονται ὅλοι εὐχαρίστως σέ ἕνα τέτοιο ἄντρα, ὥστε τέτοιοι χαρισματικοί ἄνθρωποι νά εἶναι ἰσόβιοι βασιλεῖς στίς πόλεις». Βέβαια τήν ἀξίωσή του αὐτή γιά ἀπόλυτη ἐξουσία μετριάζει ἡ σπάνη τῆς ἐμφανίσεως ἑνός τέτοιου ἄνδρα στήν πόλη, ἀφοῦ τόν παρομοιάζει μέ θεό ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Ὅπως χαρακτηριστικά σχολιάζει καί ἡ Π. Τζιώκα-Εὐαγγέλου: «Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀναφέρεται στόν ἐξαιρετικό ἕναν (ὅπως ἔνας θεός ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους), ὑπονομεύει τήν ὑπόθεση, καθώς μειώνει στό ἐλάχιστο τήν πιθανότητα νά ἐμφανιστεῖ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος».

   Γιά νά μή ἀδικήσουμε ὅμως τόν Σταγιρίτη φιλόσοφο  εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι λίγο πρωτύτερα ἀπό τό ἀνωτέρω κείμενο, στό 11ο κεφάλαιο τοῦ III βιβλίου τῶν Πολιτικῶν, ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ πολλοί, ἑνούμενοι σ᾿ ἕνα σύνθετο, βουλευόμενο σῶμα καί συσκεπτόμενοι, μποροῦν ὅλοι μαζί νά λάβουν ὀρθότερες ἀποφάσεις πάνω σέ ἕνα θέμα πού ἀφορᾶ τήν πολιτική κοινωνία ἀπό ἕνα, ὅσο  καί  νά ὑπερέχει   αὐτός στό ἐν λόγῳ θέμα ἀπό καθένα χωριστά. Παραθέτω ὁλόκληρο τό ἀπόσπασμα ἀπό τά Πολιτικά (1281b5-10) σέ μετάφραση (Πηνελόπης Τζιώκα-Εὐαγγέλου): «Ἡ ἄποψη ὅτι τό πλῆθος πρέπει νά ἔχει κυρίαρχη ἐξουσία παρά οἱ ἄριστοι καί λίγοι, θά φαινόταν ἀποδεκτή μέ ἀρκετή δόση ἀλήθειας ἴσως ἀλλά καί μέ κάποιες ἐνστάσεις. Γιατί οἱ πολλοί, ἄν καί ξεχωριστά ὁ καθένας τους δέν εἶναι σπουδαῖος ἄντρας, ἐνδέχεται, ὅταν συγκεντρωθοῦν, νά εἶναι καλύτεροι ἀπό τόν ἄριστο, ὄχι βέβαια ὁ καθένας χωριστά ἀλλά ὡς σύνολο, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει νά εἶναι ἀνώτερα τά δεῖπνα πού γίνονται μέ τή συνεισφορά ὅλων ὅσοι συμμετέχουν, ἀπό ἐκεῖνα πού γίνονται μέ ἔξοδα ἑνός μόνο ἀνθρώπου. Καθώς εἶναι πολλοί ὁ καθένας διαθέτει κάποια λίγη ἀρετή καί φρόνηση, καί ἔτσι ἑνωμένοι οἱ πολλοί παρουσιάζονται σάν ἕνας ἄνθρωπος μέ πολλά πόδια, μέ πολλά χέρια καί μέ πολλές αἰσθήσεις καί ἑπομένως μέ ἀνάλογο ἦθος καί διάνοια. Γι̉ αὐτό καί συνάγουν ἀσφαλέστερα συμπεράσματα οἱ πολλοί γιά τά μουσικά καί ποιητικά ἔργα. Γιατί οἱ ἄνθρωποι στήν διαφορετικότητά τους κρίνουν διαφορετικό μέρος τοῦ ἔργου, στό σύνολό τους ὅμως κρίνουν τό σύνολο τοῦ ἔργου». Ἄν διαβάσει κανείς μέ προσοχή τό ἀνωτέρω χωρίο καί προσέξει τά παραδείγματα ὁ Ἀριστοτέλης δέν θέτει ὡς κριτήριο τήν ἀθροιστική ποσότητα τῶν πολλῶν ἔναντι τοῦ ἑνός. Ἁπλά οἱ πολλοί διαθέτοντας κάποια γνώση καί πεῖρα στά ἐπιμέρους θέματα ὅλοι μαζί μποροῦν νά κρίνουν ὀρθότερα σέ ἕνα συγκεκριμένο ζήτημα ἀπό τόν ἕνα ὅσο ἄριστος καί ἄν αὐτός. Παραδείγματος χάριν στήν κρίση γιά μία τραγωδία ὁ ἕνας κατέχει γνώσεις στόν ποιητικό λόγο, ὁ ἄλλος στήν μουσική, ὁ ἄλλος στήν ὄρχηση, ἄλλος στή σκηνοθεσία καί ὅλοι μαζί συνενούμενοι σέ ἕνα βουλευόμενο σῶμα θά κρίνουν ὀρθότερα ἀπό τό ἕνα, ὅσο ἄριστος καί εἰδικός καί ἄν εἶναι αὐτός στήν τραγωδία. Μέ ἄλλα λόγια μέσα ἀπό τήν ποσότητα, ἔτσι ἰδωμένη, ὁ Σταγιρίτης ἀναζητεῖ τήν ποιότητα.

  Ὁ Ἀριστοτέλης ἀπέρριπτε τή σύγχρονή του ἄκρατη, ριζοσπαστική Ἀθηναϊκή Δημοκρατία. Τό ἰδανικό πολίτευμα γι’αὐτόν ἦταν ἕνα μικτό πολίτευμα μέ στοιχεῖα δημοκρατίας, ἀλλά κυρίως μέ στοιχεῖα ἀριστοκρατίας. Ἀπέρριπτε τήν διά κλήρου ἀνάδειξη τῶν ἀρχόντων, πρᾶγμα βασικό καί κεφαλαιῶδες στήν Δημοκρατία. Ὅπως γράφει ὁ ἴδιος στή Ρητορική 1365 b 4. «Ἔστι δέ δημοκρατία μέν πολιτεία ἐν ᾗ κλήρῳ διανέμονται τάς ἀρχάς». Δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι κατά τόν Ἀριστοτέλη εἰδοποιός διαφορά τῆς δημοκρατίας καί ὅρος πού τήν διαφορίζει ἀπό τήν ἀριστοκρατία εἶναι ἡ διά κλήρου ἀνάδειξη τῶν ἀρχόντων. «Δημοκρατικόν μέν τό κληρωτάς εἶναι τάς ἀρχάς, τό δ᾿αἱρετάς ὀλιγαρχικόν».

  Κατά τόν Παναγιώτη Δαμάσκο ἰδανικό πολίτευμα κατά τόν Ἀριστοτέλη εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ἕνα μεῖγμα ἀριστοκρατίας καί δημοκρατίας: «Ἡ καλύτερη μορφή διακυβέρνησης εἶναι τό μικτό ἤ μέσο πολίτευμα , μεῖγμα ὀλιγαρχίας καί δημοκρατίας, τό ὁποῖο ὁ Ἀριστοτέλης ἀποκαλεῖ ἁπλῶς πολιτεία».Ἐπίσης ὁ Γιῶργος Οἰκονόμου γράφει γιά τό ἰδανικό κατά τόν Ἀριστοτέλη πολίτευμα: «Ἀπό τά παραπάνω προκύπτει ὅτι ἡ ἀρίστη πολιτεία τῶν βιβλίων 7 και 8 οὐδεμία σχέση μπορεῖ νά ἔχει μέ τή δημοκρατία, καί μάλιστα μέ καμία περίοδο τῆς πραγματικῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Πρόκειται περί μιᾶς ὀλιγαρχίας ἤ “ἀριστοκρατικῆς ὀλιγαρχίας” ὑπό τήν ἀριστοτελική ἔννοια, δηλαδή περί τῆς πολιτείας τῶν ἀρίστων κατ’ἀρετήν».

     Κλείνοντας πρέπει νά τονίσουμε ὅτι ἡ πολιτική πρακτική καί δράση τῶν Ἑλλήνων τήν ἀρχαϊκή καί κλασσική ἐποχή ἦταν ἀντίθετη μέ ὁποιαδήποτε μοναρχία. Οἱ Ἕλληνες τῆς ἀρχαϊκῆς καί κλασσικῆς ἐποχῆς ἀνθίσταντο, δέν ἀνέχονταν τήν μοναρχία. Ὅπως γράφει στό ἔργο του Φίλιππος ὁ Ἰσοκράτης, οἱ Ἕλληνες δέν ἦσαν συνηθισμένοι νά ἔχουν μοναρχικό πολίτευμα, σέ ἀντίθεση μέ τούς ἄλλους λαούς, οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦσαν νά διοικηθοῦν παρά μόνο ἀπό μοναρχία: «ἠπίστατο (Κάρανος) τούς μέν Ἕλληνας οὐκ εἰθισμένους ὑπομένειν τάς μοναρχίας, τούς δ᾿ ἄλλους οὐ δυναμένους ἄνευ τῆς τοιαύτης δυναστείας διοικεῖν τόν βίον τόν σφέτερον αὐτῶν» (Ἰσοκράτη, Φίλιππος 107).

 

Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, η δυτική όψη του αετώματος του ναού του Διός στην αρχαία Ολυμπία. (Η μάχη των Λαπίθων με τους Κενταύρους.)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ