Η ηδονή στον Πλάτωνα

0
1071

Εισαγωγή

Η έννοια της ηδονής στον Πλάτωνα δεν θα μπορούσε να παραμείνει άμοιρη της γενικότερης αντίληψης που είχε  για τον κόσμο και τον άνθρωπο, άμοιρη της οντολογίας του. Η κατανόηση του ανθρώπου ως μιας δισυπόστατης οντότητας που αποτελείται από ψυχή και σώμα, η πίστη του στην αθανασία της ψυχής και η βαθιά του πεποίθηση πως μόνο αυτή μπορεί να προσεγγίσει το Θείο, το Αγαθό,  ενώ από την άλλη το σώμα συνδέεται με τα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου, τις ιδιοτελείς ενορμήσεις της φύσης, που αν δεν ελεγχθούν από το ανώτερο τμήμα της ψυχής,  το λογιστικό,  αποκτηνώνουν τον άνθρωπο, περιμένουμε, χάριν συνέπειας, να καθορίζει και την τοποθέτησή του απέναντι στο ζήτημα των ηδονών. Την αντίληψη που είχε για την έννοια της ηδονής, τις διακρίσεις και κατηγοριοποιήσεις των ηδονών,  μπορούμε αποσπασματικά να διακρίνουμε και σε άλλα έργα του, το κατεξοχήν όμως έργο το οποίο αναφέρεται ad hoc στο ζήτημα της ηδονής,  που την ερευνά και την αναλύει είναι ο διάλογος Φίληβος. Με άξονα αναφοράς μας το έργο αυτό  λοιπόν αλλά και με αναφορά αποσπασμάτων από άλλα έργα του θα αποπειραθούμε να προσεγγίσουμε την κατά Πλάτωνα κατανόηση της έννοιας της ηδονής. Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι και ας δούμε τα πράγματα από μέσα.

 

Φίληβος

Το εριζόμενο ζήτημα του διαλόγου «Φίληβος» είναι «τι είναι καλό για τον άνθρωπο» και τί είναι αυτό που οδηγεί τελικά, όπως το είπε ο Αριστοτέλης,  στο «ακρότατον αγαθόν», δηλαδή την ευδαιμονία…είναι άραγε η ηδονή ή οι ηδονές ή  μήπως είναι η σκέψη, η νόηση και η φρόνηση;  γύρω από το ερώτημα αυτό δημιουργήθηκαν δύο αντιτιθέμενες παρατάξεις που υποστήριζαν είτε τη μία είτε την άλλη άποψη. Πρώτα ο Φίληβος  διατύπωσε την άποψη πώς το καλό βρίσκεται στην ηδονή και την απόλαυση και πως το καλό αυτό αφορά όλα τα όντα αδιακρίτως. Στην τοποθέτηση αυτή ο Σωκράτης αντέταξε τη σκέψη ότι το καλό για τον άνθρωπο δεν μπορεί να ταυτίζεται με το καλό για όλα τα όντα, αφού στον άνθρωπο υπάρχει κάτι που τον διαφοροποιεί από όλα τα άλλα όντα και αυτό είναι η σκέψη του, ο νους, η φρόνηση του. Συνεπώς αποτελεί λογικό σφάλμα το να αξιολογούμε με τρόπο όμοιο ανόμοιες καταστάσεις.

Ποια είναι ωστόσο η εννοιολογική διάσταση της λέξης ηδονή.  Είναι όλες οι ηδονές ίδιες;  ηδονή μπορεί να αισθάνεται ο επιρρεπής στις σαρκικές απολαύσεις άνθρωπος, αλλά και ένας διανοητής κατά τη διάρκεια του αναλυτικού στοχασμού του. Αν λοιπόν οι ηδονές δεν είναι όλες ίδιες  υπάρχουν άραγε αξιολογικά κριτήρια τα οποία θα μας βοηθήσουν να τις κατατάξουμε ιεραρχικά; ή πιο απλά είναι όλες οι ηδονές καλές ή ίσως υπάρχουν και κακές ηδονές; στα πλαίσια του προβληματισμού του αυτού φαίνεται πως στάθηκε αρωγός η θεωρία του Πυθαγόρα  για τα όντα.  Για τον Πυθαγόρα κάθε τι το οποίο υπάρχει  αποτελείται από δύο συστατικά, το όριο και το απεριόριστο.          Στηριζόμενοι στο αξίωμα αυτό μπορούμε να αντιληφθούμε πως όλα τα όντα, οτιδήποτε ενυπάρχει στον φυσικό κόσμο, ταλαντεύονται μέσα στο φάσμα που δημιουργείται από τις δύο αυτές έννοιες.  Χάρη στις έννοιες αυτές μπορούμε να καταλάβουμε πως υπάρχουν είδη και υποείδη, να τα διαιρέσουμε και να τα ταξινομήσουμε, να βρούμε με λογικές διαιρέσεις πεπερασμένα είδη και να καταλήξουμε στην έννοια του απείρου όταν κάθε δυνατότητα λογικής διαίρεσης σταματά. Αξιοποιώντας αυτό το μεθοδολογικό εργαλείο και πριν ακόμη προβεί ο Πλάτωνας στην αξιολογική διαίρεση μεταξύ καλών και κακών ηδονών πρέπει πρώτα να τις οριοθετήσει, να πει πόσες και ποιες είναι, με όσο το δυνατόν πιο πλήρη τρόπο.

Ο διάλογος ξεκινά με την αξιωματική τοποθέτηση πως καλό για τον άνθρωπο δεν είναι ούτε η ηδονή αλλά ούτε και η σκέψη μόνες τους, αλλά ο συνδυασμός και των δύο. Ένας αμιγώς ηδονικός βίος ή αντίθετα ένας αμιγώς στοχαστικός βίος είναι μάλλον αβίωτοι για τον άνθρωπο.  Μόνο ένας βίος μεικτός  που συνδυάζει σκέψη και μετρημένες ηδονές είναι πραγματικά βιώσιμος και οδηγεί εν τέλει σε «αυτό που είναι πραγματικά καλό για τον άνθρωπο»,  στην ευδαιμονία του. Μέχρι εδώ λοιπόν είδαμε ότι αντικείμενο της έρευνας μας είναι το «τι είναι καλό για τον άνθρωπο», αν οι ηδονές ή η σκέψη έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα για την κατάκτηση ενός ευδαίμονα βίου και είπαμε πως ο συνδυασμός και των δύο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου μας. Τώρα πρέπει να πούμε πως για τον Πλάτωνα μεταξύ των δύο αυτό που πρέπει να υπερτερεί είναι η σκέψη, ο νους, η φρόνηση και οι ηδονές, αν και απαραίτητες, έρχονται σε δεύτερη μοίρα.  Ποιες όμως από αυτές τις ηδονές έρχονται όντως σε δεύτερη μοίρα, ποια είναι τα είδη και οι κατηγοριοποιήσεις των ηδονών και αν ίσως υπάρχουν και ηδονές εφάμιλλες από αξιολογική άποψη με τη σκέψη και τη φρόνηση θα το δούμε στη συνέχεια.

Πριν από αυτό  ο Πλάτωνας προβαίνει  σε μια απαραίτητη κατηγοριοποίηση που αφορά όλα τα φυσικά όντα και η οποία θα αξιοποιηθεί στη συνέχεια και για την κατηγοριοποίηση των ηδονών. Εκ των πραγμάτων καθετί το οποίο υπάρχει θα τοποθετείται σε μία από τις ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες, α) στο άπειρο ή απεριόριστο (το άπειρον), β) στο όριο (πέρας), γ) στο «μείγμα»  ή το συνδυασμό των δύο αυτών συστατικών και δ)  στην αιτία του συνδυασμού τους. Στην πρώτη κατηγορία του απείρου πρέπει να ενταχθεί κάθε φυσικό ον το οποίο επιδέχεται τιμών στα πλαίσια ενός συνεχούς φάσματος.  Για παράδειγμα εδώ εντάσσεται κάθε αντικείμενο το οποίο μπορεί να λάβει διάφορες τιμές θερμοκρασίας. Καθώς οι τιμές θερμοκρασίας είναι δυνητικά άπειρες  καταλαβαίνουμε γιατί ο Πλάτωνας τοποθετεί τα αντικείμενα αυτά στην πρώτη κατηγορία. Στην κατηγορία του ορίου κατατάσσεται κάθε φυσικό πράγμα το οποίο λαμβάνει μια συγκεκριμένη τιμή ακέραιου μαθηματικού αριθμού και δεν χαρακτηρίζεται από διαβάθμιση. Για παράδειγμα η έννοια του «ίσου» ή του «διπλού» είναι έννοιες της κατηγορίας αυτής. Η τρίτη τάξη διαμορφώνεται από το συνδυασμό πέρατος και απείρου. Αν αξιοποιήσουμε το παράδειγμα της θερμοκρασίας και πάλι θα πούμε ότι η θερμοκρασία ανήκει στην κατηγορία του απείρου, οι 10°C στην κατηγορία του πέρατος, ενώ η θερμοκρασία των 10°C ότι αποτελεί μείξη των δύο κατηγοριών. Η μίξη των δύο αυτών κατηγοριών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την τοποθέτηση του ορίου ή του «λόγου» πάνω σε καθετί που επιδέχεται άπειρης διαβάθμισης ώστε να επιτευχθεί εν τέλει  μέσω αυτού η αρμονία σε κάθε φυσικό ον. Η υγεία της ψυχής ή του σώματος επί παραδείγματι, επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την αξιοποίηση των ορίων. Ο Πλάτωνας εδώ μας μιλάει με τον δικό του τρόπο, όπως και ο Αριστοτέλης στα ηθικά Νικομάχεια, για τη σημασία και τη σπουδαιότητα του μέτρου, έννοια καθοριστική όπως θα δούμε και για τις ηδονές. Τέλος με τον όρο «αιτία» εννοούμε τον δράστη που προκαλεί την κράση πέρατος και απείρου, δηλαδή τελικά τον νου που έρχεται να βάλει όριο στο άπειρο και να δώσει την αρμονία και το λόγο στα πράγματα.

Ας δούμε τώρα λοιπόν πώς αυτές οι τέσσερις κλάσεις αξιοποιούνται εν σχέσει με το ερευνώμενο ζήτημα. Είπαμε πως ο μεικτός βίος που ανήκει στην τρίτη κατηγορία είναι ο ιδανικός βίος, αρκεί φυσικά  η μείξη αυτή να γίνει κατά λόγον ώστε να επιτευχθεί η αρμονία. Τι έχουμε να πούμε όμως για τη θέση του Φίληβου  πώς η αναζήτηση των περισσοτέρων και εντονότερων ηδονών (ηδονών του σώματος)  οδηγούν στον ευδαιμονέστερο βίο;  για τον Φίληβο  αυτό που καθιστά την ηδονή καλή  είναι το γεγονός πως έχει απεριόριστες δυνατότητες εύρεσης (27e). Ο συλλογισμός αυτός όμως για τον Πλάτωνα δεν είναι ορθός αφού στην τάξη του απείρου εκτός από την ηδονή ανήκει και ο πόνος ο οποίος φυσικά δεν θεωρείται καλός για τον άνθρωπο. Άρα είναι λάθος να πούμε ότι  η εγγενής ιδιότητα του απείρου καθιστά την ηδονή καλή. Εν συνεχεία διερωτάται σε ποια τάξη από τις τέσσερις πρέπει να τοποθετήσει το νου. Για να καταλήξει στο συμπέρασμά του ακολουθεί τον εξής συλλογισμό: Παρατηρεί πως εν σχέσει με το σώμα μας τα υλικά από τα οποία αποτελείται μπορούν να εντοπιστούν και μέσα στο φυσικό σύμπαν. Εν συνεχεία παίρνει την αναπόδεικτη αλλά αξιωματική παραδοχή για τον ίδιο πως μέσα στον άνθρωπο κατοικεί μια ψυχή που ελέγχει και κατευθύνει το σώμα. Επίσης, παρατηρεί  με τρόπο  και πάλι αξιωματικό πώς το σύμπαν δεν εξελίσσεται τυχαία (28d), αλλά κατευθύνεται από έναν υπέρτατο νου- δράστη,  που με βάση την ως άνω κατηγοριοποίηση ανήκει στην τέταρτη κατηγορία της αιτίας της μείξης πέρατος και απείρου. Κατ αναλογίαν λοιπόν και καθώς όπως φαίνεται ο άνθρωπος αποτελεί μια μικρογραφία του σύμπαντος, όπως το τελευταίο ελέγχεται από έναν υπέρτατο νου, που αποτελεί και την αιτία του, έτσι και για τον άνθρωπο η ψυχή ως μικρογραφία αυτού του νου, που ελέγχει τώρα πλέον το ανθρώπινο σώμα, κατηγοριοποιείται και αυτή στην τέταρτη κατηγορία της αιτίας (30e). Ακόμη για να δείξει την υπεροχή της ψυχής έναντι του σώματος,  θέση καθοριστική και για την αξιολογική κατάταξη των ηδονών, ισχυρίζεται πώς όπως στο σύμπαν βάζει τάξη στο χάος ο υπέρτατος νους κατ αναλογία και σε περίπτωση ασθένειας για παράδειγμα του ανθρώπινου σώματος η ανθρώπινη ψυχή είναι αυτή που μέσω της ιατρικής επιστήμης αποκαθιστά την ισορροπία-υγεία του.

Στο πλαίσιο των παραπάνω σκέψεων και αφού είδαμε πως η ηδονή και ο πόνος εντάσσονται στην κατηγορία του απείρου,  είναι η κατάλληλη στιγμή για να δούμε με τρόπο συγκεκριμένο τα είδη των ηδονών. Ο Πλάτωνας αρχικά αναφέρει πώς η ηδονή και ο πόνος αφορούν όλα τα ζωντανά πλάσματα. Ο λόγος για τον οποίο εμφανίζεται ο πόνος σε ένα ζωντανό οργανισμό σχετίζεται πάντοτε με τη διατάραξη της σωστής λειτουργίας του, ενώ στην περίπτωση αυτή ως ηδονή μπορούμε να ορίσουμε την επάνοδο στην αρμονική λειτουργία του διαταραχθέντος οργανισμού (31d-e). Ένας οργανισμός ο οποίος είναι άρρωστος και  για αυτό  πονά, μόλις αρθεί η νοσηρή κατάσταση που προξενεί τον πόνο λογικό είναι να αισθάνεται ηδονή. Άρα, ένας πρώτος τρόπος θέασης της έννοιας της ηδονής είναι η ηδονή ως άρση του πόνου(22a-b). Ένα δεύτερο είδος ηδονής ή πόνου προκύπτει σε περίπτωση που ο άνθρωπος βρίσκεται εν αναμονή μιας σωματικά ηδονικής ή επώδυνης αντίστοιχα κατάστασης.  Στην περίπτωση αυτή νιώθει ηδονή ή πόνο μόνο στη σκέψη για το γεγονός που θα ακολουθήσει. Ο πόνος ή η ηδονή εδώ είναι ψυχικές καταστάσεις δεν έχουν να κάνουν με καμία μεταβολή στην υλική σύνθεση του σώματος(32c). Στο σημείο αυτό ο Πλάτωνας αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο που επιτελεί η μνήμη στη διεργασία αυτή. Από τη στιγμή που στο σώμα δεν έχει υπάρξει καμία πραγματική υλική μεταβολή, ο άνθρωπος μόνο μέσω της ανάμνησης ανάλογων καταστάσεων του παρελθόντος, ηδονής ή πόνου, μπορεί να αισθανθεί τα ίδια συναισθήματα ενόσω επίκεινται οι καταστάσεις αυτές. Και αντίστοιχα η γένεση της επιθυμίας να αρθεί μια νοσηρή και επώδυνη κατάσταση  δεν μπορεί παρά να είναι μια αμιγώς ψυχική κατάσταση(34b-c). Η συλλογιστική αυτή αναδεικνύει το γεγονός πως κάθε επιθυμία στον άνθρωπο είναι πρωτίστως ψυχική και όχι σωματική. Αναδεικνύει όμως και κάτι ακόμη, πώς η συνήθης κατάσταση του ανθρώπου είναι μια μεικτή κατάσταση(36b). Είτε θα βρίσκεται εν αναμονή μιας ηδονής ενόσω κρατά ο πόνος είτε θα βρίσκεται με τον φόβο του επικείμενου πόνου που θα επέλθει ως άρση της ηδονικής κατάστασης. Οι καταστάσεις καθαρής ηδονής ή καθαρού πόνου είναι σπάνιες καταστάσεις και αν φυσικά ο άνθρωπος υφίσταται την καθαρή ηδονή χωρίς τον φόβο κανενός επικείμενου πόνου είναι μακάριος αν όμως βρίσκεται μέσα σε μια επώδυνη κατάσταση χωρίς καμία ελπίδα διαφυγής τότε αυτό θα τον οδηγήσει στην απελπισία.

Αφού λοιπόν ο Πλάτωνας διέκρινε αυτά τα δύο είδη ηδονών επιχειρεί στη συνέχεια να κάνει και μια τρίτη διάκριση. Διερωτάται αν υπάρχουν αληθείς και ψευδείς ηδονές κατά τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν αληθείς και ψευδείς κρίσεις (36c). Αρχικά τον λόγο στο διάλογο παίρνει ο ηδονιστής Πρώταρχος ο οποίος ισχυρίζεται ότι η αξιολογική διάκριση αληθινών και ψευδών κρίσεων δεν μπορεί να μετατοπιστεί με τρόπο αναλογικό και στις ηδονές (36d). Οι ηδονές ακόμη και αν δεχθούμε ότι είναι αληθείς ή ψευδείς δεν παύουν να είναι ηδονές. Μια ψευδής ηδονή εξακολουθεί να είναι μια ηδονική κατάσταση. Ο Πλάτωνας δεν αρνείται ότι ακόμη και μια ψεύτικη ηδονή προξενεί ένα αίσθημα σωματικής ευφορίας, αυτό όμως που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι να ερευνήσει αν όλες οι ηδονές έχουν την ίδια αξία. Όπως αναφέραμε παραπάνω  ο άνθρωπος συχνά αισθάνεται ηδονή ή πόνο απλά και μόνο με την προσδοκία θετικών ή αρνητικών γεγονότων αντίστοιχα. Ωστόσο στο σημείο αυτό ο Πλάτωνας κάνει και πάλι μια αξιωματική τοποθέτηση. Οι ηδονικές προσδοκίες των κακών ανθρώπων δεν υλοποιούνται,  καθώς αντιστρατεύονται την κοσμική τάξη, έτσι όπως την θέλησε ο θεός. Συνεπώς, η νοερή ηδονική προσδοκία είναι απατηλή στους κακούς ανθρώπους, εφόσον τα όνειρά τους μένουν απραγματοποίητα, αντίθετα οι προσδοκίες των καλών ανθρώπων, εφόσον συμπορεύονται με τη θεία βούληση δεν μπορούν παρά να πραγματοποιηθούν(40 a-b). Όπως όμως οι απατηλές κρίσεις θεωρούνται ψευδείς και άρα κακές κρίσεις ενώ οι αληθινές κρίσεις είναι οι καλές κρίσεις,  κάπως έτσι πρέπει να λειτουργούν τα πράγματα και εν σχέσει με τις ηδονές.  Οι απατηλές ηδονές δεν μπορεί παρά να είναι ψευδείς και άρα κακές ηδονές ενώ οι ηδονές που συμπορεύονται με την αλήθεια είναι οι γνήσιες πραγματικές ηδονές. Πολλές φορές ο άνθρωπος μπορεί να υπερεκτιμά τον αναμενόμενο πόνο ενόσω βιώνει μια ηδονική κατάσταση ή αντίστροφα σε αντίστιξη με τον παρόντα πόνο να προσδοκά τη μελλοντική ηδονή σπουδαιότερη από όσο τελικά θα είναι. Συνεπώς βρίσκεται σε μια κατάσταση πλάνης(41e-42c). Για παράδειγμα ο άνθρωπος που βρίσκεται σε μια κατάσταση έντονου κνησμού επιδιώκει την άμεση ανακούφισή του.  Όμως η πρόσκαιρη ανακούφιση που αισθάνεται αίροντας την κατάσταση του κνησμού προκαλεί μια απατηλή αίσθηση εντονότερης ηδονής  από αυτήν που πραγματικά βιώνει (46d-47b). Αυτός ο συγκερασμός όμως ηδονής και πόνου  δεν αφορά μόνο στις σωματικές καταστάσεις αλλά και στις ψυχικές. Ο Πλάτων παίρνει ως παράδειγμα τις τραγωδίες, όπου εκεί η εκδήλωση αρνητικών συναισθημάτων των ηρώων συχνά συνοδεύεται και από ένα ηδονικό συναίσθημα. Το ξέσπασμα ενός θυμού μπορεί να είναι ευεργετικό, ή σε μια κωμωδία  η ιλαροτραγική κατάσταση του ήρωα  προκαλεί συνήθως το γέλιο των θεατών.

Εν συνεχεία ο Πλάτων διερωτάται αν εκτός από τις μικτές, ηδονής και πόνου, καταστάσεις,  υπάρχουν και καταστάσεις καθαρά ηδονικές.  Τέτοιες είναι οι καταστάσεις που δεν έπονται ως αποκατάσταση μιας προηγηθείσας οδυνηρής εμπειρίας, αλλά πού είναι ηδονικές απλώς, δηλαδή μόνο ηδονικές. Στην κατηγορία αυτή ο Πλάτων εντάσσει την καθαρή αισθητική απόλαυση των ωραίων γεωμετρικών σχημάτων, των χρωμάτων, των ωραίων ήχων και των ευχάριστων οσμών, την διανοητική απόλαυση που προσφέρουν οι επιστήμες. Οι προαναφερθείσες ηδονές είναι καθαρές ηδονές αφού δεν ακολουθούν την προΰπαρξη κάποιου πόνου. Για τον Πλάτωνα οι αμιγείς αυτές ηδονές χαρακτηρίζονται από εγκράτεια και μέτρο (52c) σε αντίθεση με τις προηγούμενες μικτές που χαρακτηρίζονται από ένταση και βία στην προσπάθειά τους να άρουν την προηγούμενη επώδυνη εμπειρία. Ακριβώς για το λόγο αυτό τις θεωρεί και ως γνησιότερες και πιο αληθινές ηδονές αφού δεν προϋπάρχει αυτών καμία επώδυνη εμπειρία που να λειτουργεί συσκοτιστικά, προκαλώντας την πλάνη στο βιώνον υποκειμένο ότι η ένταση της ηδονής  που ακολουθεί την απομάκρυνση του πόνου ταυτίζεται με την ίδια την αλήθεια και την αξία της ηδονής.  Η ένταση, με λίγα λόγια, της ηδονής είναι παράγοντας παραπλανητικός, στην προσπάθεια ανεύρεσης των γνησίων και αληθινών ηδονών(52d-53c).

Κατόπιν ο Πλάτωνας επανέρχεται στο αρχικό του ερώτημα. Ποιος είναι ο άριστος βίος για τον άνθρωπο. Είδαμε ότι ο ιδανικός βίος είναι αυτός που εμπεριέχει και διανοητικό μόχθο αλλά και ηδονή. Ο διανοητικός βίος πρέπει να περιλαμβάνει τόσο τη γνώση τον άχρονων πραγμάτων, τη γνώση του απόλυτου και του αγαθού, που είναι η υψηλότερη μορφή γνώσης και κατακτάται διαλεκτικά, τη γνώση των επιστημών, αλλά και πρακτικές, εμπειρικές γνώσεις που είναι απαραίτητες ώστε να καταστήσουν λειτουργικό τον καθημερινό μας βίο. Ως προς τις ηδονές τώρα, ο μεικτός βίος σίγουρα πρέπει να περιλαμβάνει τις καθαρές-αμιγείς ηδονές, που είδαμε παραπάνω, ενώ από τις άλλες, τις μεικτές, ο άνθρωπος πρέπει να κάνει χρήση μόνο όσων είναι αναγκαίες, απαραίτητες, για έναν λειτουργικό και υγιή βίο. Αντίθετα, τις ηδονές που χαρακτηρίζονται από ένταση και βία οφείλει με κάθε τρόπο να τις αποστρέφεται, αφού συσκοτίζουν το νου και δημιουργούν εμπαθείς καταστάσεις που απομακρύνουν τον άνθρωπο από κάθε αρετή. Πώς όμως θα επιτευχθεί αυτό το καλό μείγμα που αναζητούμε; όπως είδαμε ο υπέρτατος κοσμικός νους, που αποτελεί την αιτία της μείξης πέρατος και απείρου, είναι αυτός χάρη στον οποίο το σύμπαν διαμορφώνεται ως ένα κατά λόγον συνεκτικό όλον. Mutatis mutandis και ο ατομικός νους, η ψυχή του κάθε ανθρώπου είναι αυτή που θα επιτελέσει τον ίδιο ρόλο πάνω σε κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, ώστε να επιτύχει την κατά το δυνατόν αρμονικότερη σύζευξη σκέψης και ηδονής. Η αρμονική αυτή σύζευξη όμως για να επιτευχθεί προϋποθέτει την αξιοποίηση του μέτρου, της σωστής αναλογίας, η οποία θα αναδείξει το κάλλος, την ωραιότητα και την αλήθεια, ώστε πλέον οι έννοιες αυτές να μη ταξιδεύουν στον ασαφή κόσμο των Ιδεών, αλλά να τις βλέπουμε ενσαρκωμένες σε κάθε άνθρωπο που χάρη στην άσκηση του νου του και την εγκράτεια του πέτυχε, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό, το τέλειο κράμα (59e-66c). Στο σημείο αυτό αξίζει να ακούσουμε, αυτολεξεί, το καταληκτικό συμπέρασμα του Taylor για τον διάλογο «Φίληβο»: «Η ηδονή αποτελεί το πιο κενόδοξο (αλαζονίστατον) πράγμα, γιατί υπόσχεται πολύ μεγαλύτερη απόλαυση από όση τελικά αντιπροσωπεύει. Είναι διαβόητος ο απατηλός χαρακτήρας «των σεξουαλικών ηδονών». Αντίθετα η ευφυΐα (ο νους)  ταυτίζεται με την αλήθεια, ή τουλάχιστον αποτελεί το «γνησιότερο» πράγμα στον κόσμο (δηλαδή το λιγότερο απατηλό, 65c-d). Ως προς το στοιχείο του μέτρου, η ηδονή τείνει διαβόητα προς την άγρια υπερβολή, ενώ δεν υπάρχει τίποτε πιο μετρημένο από την ευφυία και την επιστήμη (65d). Τέλος, ως προς το κάλλος, δεν υπάρχει ασχήμια (ουδέν αισχρόν) ούτε στη σοφία ούτε στην ευφυία, αλλά οι εντονότερες ηδονές είναι τόσο ακαλαίσθητες, ώστε όποιος επιδίδεται σ’ αυτές παρουσιάζει θέαμα γελοίο και επαίσχυντο, για αυτό πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να το σκεπάζει το σκοτάδι (66a).

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η ηδονή δεν αποτελεί ούτε το υπέρτατο αγαθό ούτε και δευτερεύον καλό. Η πρώτη θέση ανήκει στο μετρό, στο «μετρημένο», στο «αρμόζον» (το καίριον). Η δεύτερη θέση ανήκει στην αναλογία, την ωραιότητα, την πληρότητα ( το σύμμετρον και καλόν και το τέλεον και ικανόν). Η τρίτη στην ευφυία και τη σοφία ( νουν και φρόνησιν),  η τέταρτη στις «επιστήμες, τις τέχνες και τις σωστές πεποιθήσεις» ( επιστήμας και τέχνας και δόξας ορθάς), η πέμπτη στην κατηγορία των ηδονών -σωματικών ή μη- των αμιγών πόνου». (Taylor σελ 493).

Πρωταγόρας, Γοργίας, Φαίδωνας

Στη συνέχεια θα θίξουμε ακροθιγώς την έννοια της ηδονής, έτσι όπως την προσεγγίζει ο Πλάτωνας και σε άλλους διαλόγους του, πάντα παρεμπιπτόντως, αφού μόνο στον Φίληβο είναι το κεντρικό θέμα διαπραγμάτευσης. Πιο συγκεκριμένα, θα δούμε τι λέει στον Πρωταγόρα, στον Γοργία και στον Φαίδωνα. Η πρώτη εκτενής ψηλάφηση της έννοιας της ηδονής επιχειρείται στον Πρωταγόρα. Εκεί δέχεται ότι η ηδονή είναι κάτι καλό για τον άνθρωπο αλλά και πάλι οδηγείται σε μια «διανοητικοποίηση»( kraut, σελ 433) της έννοιας, με τη σκέψη ότι ακόμη και  αυτή χρειάζεται τον λόγο, αφού χάρη στο λόγο μπορεί ο άνθρωπος να μετρήσει και άρα να αξιολογήσει τις ηδονές και τους πόνους που υφίσταται. Έτσι, ο άνθρωπος που παρασυρόμενος από τα πάθη του ενδίδει αλόγιστα στις ηδονές, λησμονώντας τον επαπειλούμενο πόνο που θα προκληθεί ως συνέπεια αυτών, σφάλλει και αστοχεί, αφού δεν αξιοποιεί τον λόγο που οριοθετεί και έρχεται να προσδώσει το μέτρο στα πράγματα. Για παράδειγμα κάποιος που παρασύρεται από την ηδονή του φαγητού και υπερβαίνει το μέτρο, λησμόνει μέσα στην «μέθη» της πρόσκαιρης ηδονής, τους πόνους που θα ακολουθήσουν, αφού είναι εμπειρικά πιστοποιημένο ότι η αυξημένη κατανάλωση φαγητού οδηγει σε αύξηση του σωματικού βάρους και σε προσβολή της υγείας. Αποδεικνύει έτσι πώς όταν το πάθος παρακάμπτει τη λογική ο άνθρωπος αστοχεί και μακροπρόθεσμα υποφέρει. Βλέπουμε δηλαδή και εδώ, όπως και στον Φίληβο, πως ο Πλάτωνας επιμένει για την αξία του λόγου, επισημαίνοντας, για ακόμη μία φορά, πως οι ηδονές εξαπατούν τους ανθρώπους, αφού πάντοτε υπόσχονται πολύ περισσότερα από αυτά που τελικά προσφέρουν (351b-358a).

Στον Γοργία αντίπαλος του Πλάτωνα είναι ο Καλλικλής. Αδιάλλακτος ηδονιστής και υπέρμαχος του φυσικού δικαίου υποστηρίζει πώς ο άνθρωπος οφείλει να υπακούει στη φωνή της φύσης μέσα του. Η φύση ρέπει στην ηδονή και κατανέμει τους ανθρώπους σε φύσει ισχυρότερους και φύσει πιο ασθενείς. Έτσι, ο άνθρωπος οφείλει να απολαμβάνει τις ηδονές, που η ίδια η φύση του αποζητά, ενώ οι πιο αδύναμοι οφείλουν να υπακούν στους ισχυρούς. Δεν υπάρχει για τον Καλλικλή κάτι πέρα από την ιδιοτελή και ντετερμινιστική λογική της φύσης. Και στον διάλογο αυτό ο Πλάτωνας ισχυρίζεται ότι οι ηδονές συνήθως βιώνονται ως άρση μιας οδυνηρής εμπειρίας. Αναφέρεται δηλαδή και πάλι στις μικτές ηδονές, που δεν είναι φυσικά καθαρές ηδονές. Επιχειρεί να αντικρούσει τη συλλογιστική του Καλλικλή, ισχυριζόμενος πώς δεν μπορεί να είναι πραγματικά καλός βίος ένας μεικτός βίος τέτοιου τύπου. Άλλωστε οι ηδονές, στις οποίες αναφέρεται ο Καλλικλής, είναι πρόσκαιρες και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αξιοποιηθούν ως αξιολογικά κριτήρια για το σύνολο της ζωής ενός ανθρώπου. Ακόμη, ισχυρίζεται πώς σωματικές ηδονές μπορεί να απολαμβάνει και ένας δειλός άνθρωπος. Ωστόσο και ο ίδιος ο Καλλικλής παραδέχθηκε πώς ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει έναν πραγματικά καλό βίο. Οι ηδονές, λοιπόν,  εντοπίζονται και σε ανθρώπους των οποίων ο βίος δεν είναι καλός. Πώς λοιπόν μπορούμε να τις αξιοποιήσουμε ως αξιολογικά κριτήρια για το χαρακτηρισμό μιας ζωής ως ευτυχισμένης;  αναγκάζεται λοιπόν ο Καλλικλής να παραδεχτεί πώς καλό και ηδονή δεν ταυτίζονται και άρα να αναγνωρίσει την ύπαρξη καλών και κακών ηδονών (496c-496d, 497d-499b).

Στον Φαίδωνα, τέλος, ο Πλάτων, περισσότερο από κάθε άλλο διάλογο του, αποστρέφεται μετά βδελυγμίας κάθε ηδονή του σώματος. Το σώμα είναι μια φυλακή της ψυχής που την εμποδίζει να αντικρίσει την αλήθεια και το αγαθό. Όσο η ψυχή είναι φυλακισμένη, κατά την επίγεια πορεία της, μέσα στο σώμα, παρασύρεται από τις αισθήσεις, οι οποίες προκαλούν πλάνη και αδυνατεί να δει καθαρά, πέρα από τα φαινόμενα, την άχρονη αλήθεια που υπερβαίνει τη φθορά και το θάνατο. Για τον άνθρωπο που φιλοσοφεί ορθά, ο θάνατος δεν είναι τίποτε, παρά η απελευθέρωση της ψυχής από τα δεσμά του σώματος. Ο θάνατος είναι λύτρωση και ελευθερία από την α-νόητη θνητή μας πορεία. Αγώνας λοιπόν του φιλοσόφου είναι η κατά το δυνατόν απελευθέρωση της ψυχής από τις εγωτικές, ιδιοτελείς ενορμήσεις της φύσης. Οι ηδονές του σώματος είναι για τον Πλάτωνα άρρηκτα συνδεδεμένες με την ιδιοτέλεια και το κακό. (64d-69e).Λέει χαρακτηριστικά στον Φαίδωνα: «εκτός από αυτά το σώμα μας γεμίζει έρωτες, επιθυμίες, φόβους και κάθε λογής πλάσματα της φαντασίας μας και πολλή φλυαρία, ώστε, όπως λέει και η παροιμία εξαιτίας του δεν είμαστε σε θέση να σχηματίσουμε ποτέ καμία σωστή σκέψη για κανένα θέμα. Το σώμα επίσης και οι επιθυμίες του προκαλούν τους πολέμους, τις επαναστάσεις και τις μάχες. Γιατί όλοι οι πόλεμοι γίνονται για την απόκτηση υλικών αγαθών. Και τα υλικά αγαθά αναγκαζόμαστε να τα αποκτούμε για το σώμα, αφού είμαστε δούλοι στην υπηρεσία του»(66c, Νομική βιβλιοθήκη. Σελ 257).

Το χωρίο αυτό του Φαίδωνα συμπυκνώνει ίσως τον πυρήνα της Πλατωνικής οντολογίας και μπορεί να αποτελέσει και τον επίλογο της εργασίας μας αυτής. Η αθάνατη ψυχή είναι συνώνυμη της αλήθειας και του αγαθού. Το σώμα από την άλλη συνώνυμο του ψεύδους και της κακίας. Κάθε ηδονή υποκύπτουσα στην ιδιοτέλεια των σωματικών επιθυμιών είναι κακή, ενώ κάθε ηδονή που αισθάνεται η ψυχή δεν μπορεί παρά να είναι καλή.

 

Βιβλιογραφία

  • A.E. Taylor. 2014.  Πλάτων: ο άνθρωπος και το έργο του. Μετάφρ. Ιορδάνης Αρζόγλου. Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Richard Kraut. 1992. The Cambridge Companion to Plato. Cambridge University Press

Κλασική Bιβλιοθήκη, Aρχαίοι Έλληνες Συγγράφεις. Πλάτωνος Φαίδων. Μετάφρ. Βασίλη Μόσκοβη. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων. Πλάτων Γοργίας. Μετάφρ. Στ. Τζουμελέας. Αθήνα: Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος.

Ηλίας Σ. Σπυρόπουλος. 2009. Πλάτων Πρωταγόρας. Μετάφρ. Ηλίας Σ. Σπυρόπουλος. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.

Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων. Πλάτων Φίληβος. Μετάφρ. Μ. Ανδρόνικος. Αθήνα: Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ο Πλάτων διδάσκων στην Ακαδημία") είναι έργο του, άγγλου, Joshua Cristall.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ