Κάπου Ανάμεσα σε Καμόντες και Φαεινούς

Για την συλλογή διηγημάτων «Απομεσήμερο» του Στέργιου Κωνσταντζίκη

0
1607

Στον Νεοέλληνα πηγαίνει το διήγημα· ανυπόμονος καθώς είναι αλλά και αρχέγονος βλέπει το τέλος ήδη στην αρχή, μια και στα ελληνικά πράγματα, αρχήθεν ήρχε η αρχή, οντολογικά,  αλλά και το δίχως άλλο πολιτικά. Η «Αρχή» ως οντολογία είναι η σωτηρία μας, η «Αρχή» ως πολιτικό ζατρίκιο είναι ο ορυμαγδός μας, το μαράζι μας.

Όταν η αρχαιοελληνική ιστορία εξέπνεε, σφραγίζοντας το δικό της Πλήρωμα (ο Καβάφης επαναλάμβανε στην ουσία τους αέναους νόμους της ανυποκειμενικότητας του Ελληνισμού, το "Τέλος της Ιστορίας" του), ο Ζήνων παραδοξολογούσε. Υποστήριζε, με κάποια απόκοσμη λόξα, ότι αν η χελώνα μπορούσε να συνιστά την «Αρχή», θα βρισκόταν αυτομάτως και στο τέλος πριν ακόμη και από τον ηγεμονίδη Αχιλλέα· τον ήρωα που, αρκετά νωρίς, ως ωκύμορος, αναγνώριζε και αυτός με τη δική του σειρά ότι στη μοίρα το πέρας είναι από πολλού εγκαθιδρυμένο στην «Αρχή».

Όσο και αν το αχιλλεϊκό έπος διαθέτει ένθοδεν το αριστοτελικό «επεκτείνεσθαι», το τέλος του, η εντελέχεια του είναι τραγική, το ελάχιστο της χελώνας κερδίζει το άπειρο του Αχιλλέως και καθορίζει μέσα στους αιώνες την απειροελάχιστη ταυτότητα του «Νέο»Έλληνα μέσα στον ιστορικό χρόνο. Όλα εντός μέτρων ακόμη και η παραφορά, εντός των Ηρακλείων Στηλών του κόσμου: «ἥλιος οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα· εἰ δὲ μή, Ἐρινύες…» που θα έλεγε και ο Εφέσιος σοφός. Ιδού λοιπόν η συνθήκη μας, από τον Αρχαίο στον Χριστιανό Έλληνα, μια οιονεί «ανυποκειμενικότητα» που μας σώζει οντολογικά και μας καταδικάζει ιστορικά.

Λάτρης του ρεφραίν ο (Νέο) Έλλην σιγοσφυρίζει στην καθημερινότητά του την επωδό του σεβντά του, μανικά και κατ’ επανάληψιν· δέσμιος ενός δερβίσικου στροβιλισμού γύρω από τον κάθετο άξονα της πρωταρχής, πτερώνεται εκστατικά προς τον Εμπύρειο, ζαλισμένος σαν μην ξέρει πού βρίσκεται. Συνοράσθαι την αρχή και το τέλος που θα έλεγε και ο Αριστοτέλης της Ποιητικής.

Και τα διηγήματα που σχολιάζουμε εδώ μοιάζουν να ψιθυρίζουν το ρεφραίν ενός σκοπού που κάνει τον άνθρωπο να αιωρείται εν τω μέσω της κοινωνικής του ζωής ως εάν να ήταν παρών εν τη απουσία του και απών εν τη παρουσία του, ωσεί παρών, παρών άνευ αποχρώντος λόγου[1].

Ειδικά τα τελευταία ιστορήματα αυτού του πονηματίου απηχούν καθολική αιώρηση της ύπαρξης: ούτως πως το «Αν δεν με θέλεις φεύγω», όπου βεβαίως η διαρκής απειλή της φυγής από την πλευρά του θηλυκού προς το αρσενικό είναι μια  δυνητική αποσκίρτηση από τον κόσμο. Εντούτοις το μηδέν καταλύεται στο τέλος από την κεντρομόλο ισχύ μιας αγάπης εντός, εκτός και επί τα αυτά, του ερέβους. Πέρας που νοηματοδοτεί την εκκρεμότητα της σχέσης παλίνδρομα, φωτίζει την «Αρχή» της ως θείο έρωτα χωρίς αύριο. Αν το ήξεραν εξ αρχής, αυτό που ήρχε κατ’αρχάς και κατ’αρχήν!

Το θήλυ που είναι πάντα έτοιμο να φύγει  «αν δεν με θέλεις φεύγω και μετά γελούσε» χειροθετεί με την αρρώστια της, αυτή της μεγάλης ξεχασιάς, το άρρεν: « Κανά δυο φορές την φέραν ξένοι από το δρόμο. Είχε χαθεί. Με τον καιρό και παρά τις θεραπείες και τα χάπια χειροτέρευε, ήξερε ότι ήμουν δικός της, αλλά ξεχνούσε το όνομά μου. Εγώ φρόντιζα για τα πάντα. Δεν την άφηνα μόνη της. Και κάθε πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ έσκυβα δίπλα της και της ψιθύριζα δύο λέξεις τις ίδιες πάντα: «σε θέλω». Χαμογελούσε».

Χαμογελούσε θα συμπληρώναμε εμείς γιατί δεν μπορούσε να του επαναλάβει: «αν δεν με θέλεις φεύγω» και μετά να γελάσει, ήταν πλέον και οι δύο δεμένοι και κρεμάμενοι στο κλαδί πάνω από το χείλος του γκρεμού με την έσχατη προσδοκία του μεγάλου θαύματος. Τι να την κάνεις την ευτυχία της ιστορίας όταν σοβεί ο θάνατος; Ακόμη και η μεγίστη κοινωνική αδικία είναι αδύνατον να συγκριθεί -γιατί ακριβώς συνδέεται οντολογικά- με τον παρά φύσιν, «εχθρόν έσχατον». Ως αντίπους βεβαίως τίθεται και το αντίστροφο:  αν κάποιος  προτάσσει την μεταφυσική έναντι του κόσμου, απαξιώνει νοσηρά τον κόσμο  και μαζί με τον κόσμο τούτον κακοφορμίζει ο ακρωτηριασμένος πλέον μεταφυσικός.

Αλλά στους ήρωες -τρόπος του λέγειν- του Κωνσταντζίκη, άχρι Δευτέρας Παρουσίας, ο θάνατος και η ζωή παραμένουν εσαεί ένα και το αυτό, οι νεκροί και οι ζωντανοί είναι τεθνεώτες ζώντες και τούτο άνευ μεταφορικής χρήσεως του λόγου. Το υπονοεί και η αγιογραφία μας, η «Κάθοδος στον Άδη» είναι το αδιαχώριστο προοίμιο της απεικόνισης της Αναστάσεως. Στα καθ’ ημάς η Ανάσταση, απεικονιστικά, είναι η «Νίκη επί του Άδου»· στην Δύση η αυτονομημένη «Έξοδος από το Μνήμα».

Εξ ου βεβαίως και ο «Κύριος Λάκης» της ομώνυμης ιστορίας του Κωνσταντζίκη: κάθε Δευτέρα με το πρώτο φως, «βρέξει χιονίσει» θα διαλέξει τα πιο φρέσκα, τα πιο χρωματιστά λουλούδια από το ίδιο ανθοπωλείο. Με το ίδιο πάντα ταξί που θα τον αφήσει στην είσοδο του νεκροταφείου και με την ίδια προτεραιότητα, εν πρώτοις «στα Γάμα», στα τρίτης κατηγορίας μνήματα - στα φτωχικά- θα αποθέσει τα άνθη του στους νεκρούς που δεν πέθαναν ποτέ. Το ελατήριο αυτής της ρουτίνας αναδύεται φυσικά στο τέλος (που τίθεται εξ αρχής), μέχρι τότε ο αναγνώστης οσμίζεται απλώς την συνθήκη. Στην ερώτηση του ταξιτζή γιατί κάθε Δεύτερα, πρωί πρωί έχει την ίδια απαρέγκλιτη συνήθεια, ο κύριος Λάκης θα απαντήσει δωρικά και με απέριττη κυριολεξία: «Μα για να ξεκινήσει όμορφα η εβδομάδα τους».

Και αν βεβαίως οι νεκροί λογίζονται ως ζωντανοί, το γεγονός είναι —στην προοπτική του— και λυτρωτικό και ζωοφόρο, ακόμη και αν το λίκνο παραμένει παγανιστικό. Το ζήτημα, όμως, περιπλέκεται αν το ερώτημα τεθεί αντιστρόφως, ως μεταφυσική του κόσμου τούτου: αν, δηλαδή, ο ζωντανός είναι ήδη νεκρός και οφείλει να παρίσταται εν τοις πράγμασι συμβατικώς, καίτοι οιονεί νεκρωθείς, ένεκα ενός πρόωρου εκπατρισμού του από τα εγκόσμια.

Κάτι που υποδηλώνουν δύο ταξίδια του συγγραφέα, ένα υποθαλάσσιο με την φώκια, την Έλλη, («ο Πέτρος και η Έλλη») και το εναέριο με έναν χρυσαετό (Ταξίδι στον Αέρα). Όταν επιστρέφει στην γη μετά από το ταξίδι του με τον χρυσαετό, ο Κυρ-Αντώνης ρωτάει τον ήρωα: «τι έγινε; Το ελευθέρωσες το πουλί; Όλα εντάξει;»· ο αναγνώστης κατανοεί ότι είναι ο χρυσαετός που απελευθερώνει τον αφηγητή σ’ αυτήν την φανταστική (ή μήπως πραγματική;) πτήση στους αιθέρες με τον βασιλιά των αετών και των ικάριων υψών, εγγύς του περιηλίου, της σαμανικής πύλης του ουρανού.

Ο Dodds μάλλον πρώτος έθεσε το ζήτημα του αρχαιοελληνικού σαμανισμού (κάτι που αργότερα το αρνήθηκαν σθεναρά ένα σωρό μελετητές), αλλά εδώ το «ταξίδι της ψυχής» δεν είναι μια αναμέτρηση με δαιμόνια, μοιάζει περισσότερο με την «αρπαγή του νοός», την παύλεια αρπαγή έως «Τρίτου Ουρανού», όπου η λίθωση του νου, ελευθερώνει τα «ανεκλάλητα ρήματα» της καρδιάς και άγει στην θέωση του προσώπου.

Το ζήτημα απασχόλησε μοιραία και τον Κωνσταντίνο Καβάφη στην ελληνορωμαϊκή, ελληνοχριστιανική και εξόχως ελληνοανατολική σύνθεσή του, από τον Απολλώνιο τον Τυανέα μέχρι τον Συμεών τον Στυλίτη και βεβαίως τον φυγά στα «νερά του Νείλου» Μέγα Αθανάσιο στο περίφημο ποίημα «Αθανάσιος».

Ο Αλεξανδρινός αναλάμβανε τη εώα μυστική οδό και την συνέθετε πλαστικά με την «Εξ Ύψους Ανατολή», ηδυσμένη με την αιθέρια ειρωνεία του. Από την Πολίτικη και  Λεβαντίνικη μυσταγωγία του Καβάφη και από την Μεσευρώπη των εμπορικών οδών και της μυθιστορηματικής τέχνης της Εσπερίας με κατεύθυνση την Ανατολή εμφανιζόταν ο «εσωτερικός μονόλογος» των Σαλονικιών και Μακεδόνων λογοτεχνών, μια πτέρυγα των οποίων, βαθμιαία με τον Πεντζίκη και μέχρι τον Κοσματόπουλο έφτανε σε θαυματουργή ησυχαστική όσμωση  δυτικών και ανατολικών παραδόσεων.

Ακόμη και στον Χειμωνά βασίλευε η ιωνική αταραξία της αφήγησης και ο Κωνσταντζίκης δεν βρίσκεται μακριά απ’ αυτό το κλίμα, ακόμη και αν ο ρυθμός του θυμίζει παιδικό παράπονο και ανέγνωμη εφηβική απορία, ενώ η σκιαγράφηση του λογοτεχνικού του κόσμου πραγματώνεται μέσα σε πνευματική νηνεμία ακόμη και όταν ο αφηγητής τείνει να υιοθετήσει την αναρχική τόλμη του Διογένους.

Ακόμη και ο κυνισμός του Κωνσταντζίκη, αρχαιότροπος, τελεί υπό ένα παράξενο καθεστώς ανάπαυσης. Η γαλήνη μια αόρατης οικονομίας διευθετεί τα πράγματα, έστω και αν ο  θάνατος λανθάνει αδιαλείπτως μέσα στην ησυχία της αιωνιότητας που ανακλά ο συχνάκις εξωκόσμιος αφηγητής.

Αλλά  και του «ρεζουμέ» είναι ρέκτης και εραστής ο Νεοέλλην· κάθε ιστορίας μυθοπλαστικής ή πραγματικής, δραματικής ή τραγικής που ακούει δίπλα του και τον κάνει να ευλογεί ή να κακίζει την μοίρα του ή την τύχη του, πάντα με κάποια μακρόθεν συμπάθεια για τους πάσχοντες που όμως, ως οφείλουν, είναι οι «έξω από δω» και μακριά από ό,τι «κλείνει η πόρτα του οίκου του». Ο νεοελληνικός ψυχισμός αξιώνει εν ακαρεί μια απάντηση στο ερώτημα περί της σωτηρίας του όντος. Και τα μικρά ιστορήματα του Κωνσταντζίκη λένε να αρχίσουν και έχουν ήδη τελειώσει. Συνιστούν όντως ένα είδος σωτηριολογικού ή τραγικού «ρεζουμέ» που πάντα καταλήγει κάπου ανάμεσα στα δύο, σε μια ευφρόσυνη εφεκτικότητα ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο, κάπου ανάμεσα στην αυγή και το λυκόφως, στο «απομεσήμερο» της ζωής, όπου όπως το φως έτσι και η ζωή «γέρνει», δύει, καμπυλώνει, όπως γλαφυρά τονίζει ο τίτλος της συλλογής των διηγημάτων του.

Η ένσταση βεβαίως είναι η κάτωθι: γιατί να  περιμένει κάποιος να διαβάσει το διήγημα αφού «αναμιμνήσκεται» πλατωνικώς και εξ ορισμού της «Αρχής»; Ακριβώς όμως για να διαλευκανθεί ο παράδοξος τρόπος με τον οποίο κάτι οδεύει δια της αριστοτελικής περιπέτειας - η μεταβολή των πραττομένων στο αντίθετό τους - προς την αφετηρία του. Το σασπένς εδώ δεν ενοφθαλμίζεται μια πραγματικότητα υπεράνω της υφισταμένης, όπως συμβαίνει με την καστοριαδική φαντασιακή θέσμιση «εκ του μηδενός».

Το ερώτημα εδώ είναι ο τρόπος δια του οποίου κάποιος επιστρέφει στην κατάσταση του όντος από μια θέση και κίνηση πλασματική, παρά φύσιν. Εξ ου και η αριστοτελική τραγική αναγνώριση. Η κίνηση είναι από την εντελέχεια της φύσης προς το μεταφυσικό,  ο τόπος κυριαρχεί του χώρου.

Όπως στον Παρθενώνα: δεν υφίσταται εσωτερικό σημείο φυγής- δεν το επιτρέπει το άβατον του σηκού- γιατί ο προοπτικός  χαρακτήρας του είναι  δισδιάστατος, εξακτινώνεται κατά πλάτος με άνυσμα τον  αττικό ορίζοντα. Ο ναός δεν προσκαλεί το βλέμμα να διεισδύσει, αλλά να στραφεί προς τα έξω, λειτουργώντας ως οπτικό κέντρο μιας ευρυγώνιας τοπογραφίας. Η κίνηση είναι φυγόκεντρος, από την πόλη προς τα ιερά της. Από το πλάσμα στην φύση. Δεν ενδιαφέρει η αυτονομία της πόλης, όπως δεν ενδιαφέρει η αυτονομία του κυρίου όγκου του ναού, αλλά η ιερή γεωμετρία που τον συνδέει με τον τόπο. Δεν ενδιαφέρει η αυτονομία του τεχνήματος, εκτός και αν η σύμβαση υφαίνει την τραγικότητα του υποκειμένου, εκδιπλώνει το τραγωδιακό «αμφίβληστρον», το δίκτυ που σαν πλεκτάνη της μοίρας, ρίχνεται γύρω από τον ήρωα της τραγωδίας, τον τυλίγει και τον καθιστά δεσμώτη της ειμαρμένης του.

Κάτω από την φαινόμενη ευταξία της Πόλης σοβεί μια τραγική σεισμική δόνηση. Ακόμη και όταν τα πράγματα βαίνουν «ἐν πραΰτητι καὶ ἡσυχίᾳ» στο αυγουστιάτικο άστυ (Εις Νήσον Τήνον) και οι δύο όμορφοι νέοι αναλίσκονται σε μια μυστική κλινοπάλη, μέσα σε μια μικρή κάμαρη, η ποιητική του κακού έρπει δολίως. Γύρω απ’ αυτό το ευτελές για την Ιστορία γεγονός, την ερωτική μέθεξη δύο νέων, μερικά χιλιόμετρα παραπέρα, ο αποκαλυπτικός κρότος του τορπιλισμού της Έλλης, κατά την διάρκεια της σημαιοστολισμένης γιορτής της Παναγίας, συντελείται εισβάλλοντας βίαια στην παραδείσια απάθεια του ανιστορικού αθηναϊκού άστεως. Μόνο ως εισβολέα θα μπορούσε να δεχθεί την Ιστορία ο Νεοέλλην.

Μετά το δικό του "Τέλος της Ιστορίας" κατά τους Ελληνιστικούς Χρόνους, ο (Νέο)Έλλην είχε καταλήξει στη στωική, επικούρεια ή και κυνική ατρεψία, στην πυρώνεια «εποχή»· ως εκ τούτου, παρακολουθούσε μαζί με τους Ανατολίτες (από τους οποίους είχε ξεκινήσει, κατά τον Έγελο, η Ιστορία), αμέτοχος και σε μακραίωνη σιγή, τους νεότερους λαούς να παλεύουν σε διαρκή εγρήγορση με την Ιστορία και την προοπτική της. Τους παρακολουθούσε αποσβολωμένος: είτε ως παιδί (η ελληνική καταγωγή του) που απορεί για τις ακατανόητες πράξεις των ενηλίκων είτε ως γέροντας (ένεκα της χριστιανικής εμπειρίας) που κατανοούσε το αδόκιμο του ανήλικου νοός, ο οποίος ερείδεται επί ματαίων μεριμνών, αφού ο Παράδεισος ήταν, είναι και θα είναι πάντα εδώ, και το «Τέλος» τανύεται εσαεί και αναστροφηδόν προς την «Αρχή».

Οι ιστορίες που γράφει εδώ σ ’αυτήν την τόσο ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων ο Στέργιος Κωνσταντζίκης ακολουθούν κατά πόδας την μεγάλη παράδοση του παπαδιαμαντικού διηγήματος (είπαμε η «Αρχή» και η «ομερτά» της, η τρώσις από το βέλος του θείου έρωτα ως εναρκτήριο λάκτισμα της ανθρώπινης δημιουργίας). Eιδικά εκείνη την παράδοση των «αθηναϊκών» αστικών ζωγραφημάτων του Παπαδιαμάντη,

Και το λέμε αυτό παρότι κάποιες ιστορίες διαδραματίζονται στο χωριό, όπως η πρώτη ιστορία της συλλογής «Ο Αύγουστος», πασχαλινά τεκταινόμενα σε ένα ορεινό χωριό της Θάσου, όπου  κάποτε έθαλλε η πάνδημη συμμετοχή της κοινότητας στην πασχαλινή λειτουργία. Στην θέση αυτού του παραδοσιακού ρυθμού προβάλλει πλέον ένα μοναχικό και έρημο άτομο που πασχίζει να ιχνηλατήσει τα απομεινάρια μιας χαμένης ζωτικότητας.

Μας είχε προειδοποιήσει ο Καραβίδας· αφ’ης στιγμής στρώθηκαν εθνικοί δρόμοι το χωριό και η κοινότητα έγιναν η κακόμορφη και ανόργανη εκδοχή της νεοελληνικής πρωτεύουσας, η οποία, ακολούθως, συνιστούσε την νόθα μετουσίωση του ευρωπαϊκού υποδείγματος.

Είτε στο χωριό είτε στην Πόλη, αυτό το πρόσωπο αναλαμβάνει ο Στέργιος Κωνσταντζίκης, αυτό το αρχοντικό άτομο που λανθάνει σε κάποια αθέατη κόγχη της νεοελληνικής κοινωνίας, εξανεμισμένο και αποσωμένο στην άδοξη εσωτερική συμφιλίωση με μια τελεσίδικη ήττα που δεν αφορά κανένα. Αυτό δεν ήταν πάντα το διήγημα; Μια αργοπορημένη συνηγορία της αδικαίωτης ύπαρξης;

Υπεράσπιση, λοιπόν, μιας απειροελάχιστης οντότητας· αν αυτή μεταστοιχειωθεί σε καθαρά μυθιστορηματική μορφή, θα χάσει την πικρή, τραγική γεύση της "Νεκράς Ζωής", όπως θα έλεγε ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ο Χαμαετός. Θα χάσει, κυρίως, τη σημασία που αναβλύζει ένα λείψανο, το οποίο, μέσω της χάριτος, τελεί ακόμη εν ζωή.

Το διήγημα είναι ένα συμβεβηκός που ξεβράζει την συνείδηση στην απτή ζωή, είναι η αφήγηση μιας ναυαγισμένης στο πουθενά ζωής. Το Μυθιστόρημα είναι ένα οπερατικό δράμα του Απείρου, η ηδονική συντριβή ενός Υπερανθρώπου, το διήγημα η κάθαρση του ελαχίστου. Μέσα στο διήγημα σβήνει ένα «Υπερανθρωπάκι», ένας παρίας του οποίου η τροχιά ομοιάζει, εν σμικρύνσει βεβαίως, σε εκείνη μιας ταχέως πίπτουσας αυτοκρατορίας. Καίτοι σπιθαμιαίο το υπερανθρωπάκι παρελαύνει μέσα στον στενό χρόνο του διηγήματος ως πομπή μιας υπεροχικής, πάλαι ποτέ βασιλεύουσας, κουρελαρίας με μόνο κόσμημα την αξιοπρέπειά του, αυτό το τόσο αδαμάντινο «υαλί χρωματιστό» του Κωνσταντίνου Καβάφη.

Υπό αυτό το πρίσμα θα εστιάσουμε στην ιστορία που προκάλεσε τη βαθύτερη εντύπωση σε αυτή τη συλλογή. Πρόκειται, κατ’ ουσίαν, για ένα αφηγηματικό δίπτυχο που ιχνηλατεί τη σχέση του συγγραφέα με τον σπουδαίο ζωγράφο Γιάννη Ζήκα. Στο πρώτο μέρος, η γνωριμία τους εκκινεί από το ανθρώπινο υλικό με το οποίο σφυρηλατούνται οι μεγάλες φιλίες: ήγουν, από το ακανθώδες ζιζάνιο του διασπαραγμού. Ο ζωγράφος παραμένει σταθερά ο τελευταίος θαμώνας στο εστιατόριο του αφηγητή· ένας άνθρωπος νήφων αλλά και επιδεικτικά αδιάφορος για τον κάματο των εργαζομένων: « Έσερνα το πόδια μου μέσα στο εστιατόριο, βρίζοντας για άλλο ένα βράδυ, που δεν μου πρόσφερε τίποτα παραπάνω, ούτε καν χρήματα, περιμένοντας τον τελευταίο πελάτη να τσακιστεί και να φύγει. Κι αυτός ατάραχος κάπνιζε το τσιγαράκι, ατενίζοντας το άπειρο».

Η αρχική αυτή τριβή μετουσιώνεται τελικά σε δεσμό φιλίας. Ο αφηγητής ανακαλεί με δέος την πρώτη του είσοδο στο ατελιέ του καλλιτέχνη, όπου έρχεται αντιμέτωπος με ένα αποτρόπαιο θέαμα: «Σταυροί παντού· σε δρόμους, σε λόφους, σε νησιά. Γυναίκες  αντί για δίσκους με γλυκά φέρανε σταυρό. Κεφάλια με σταυρό στο μέτωπο και – το χειρότερο- στον απέναντι τοίχο ένας τεράστιος μαύρος σταυρός, σαν από μνήμα, γεμάτος με άσπρα γράμματα που δεν μπορούσα να διακρίνω. Ανατρίχιασα έκανα ένα βήμα πίσω, αλλά πριν στρίψω να την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια, άκουσα την φωνή του.».

Διαλέγει τάχιστα έναν πίνακα για να αποδράσει. Νοιώθει λυτρωμένος καθώς βγαίνει από το ανήλιο βάραθρο στον πολύβουο δρόμο αλλά και κει έξω παντού σταυροί·  σταυροί πάνω στους ανθρώπους, σε περαστικές νεκροφόρες, ακόμα και στην φωτογραφία του γιού του, μέσα στο αμάξι. που του λέει «Μπαμπά μην τρέχεις» το βλέμμα επικεντρώνεται στον σταυρό του παιδιού…

Ο Αφηγητής θα γίνει αδελφικός φίλος με τον καλλιτέχνη θα μυηθεί στα μυστήρια της ζωγραφικής και μιας θυμόσοφης αυτογνωσίας για να μείνει στο τέλος - μετά την εκδημία του φίλου του- μόνος στο εστιατόριο του να ατενίζει έναν πίνακα του Γιάννη, του ζωγράφου, με την προσμονή να συναντηθούν πάλι, κάποτε, οψέποτε, σε κάποιο μελλοντικό παρεκκλήσι με τον σταυρό στην κορυφή, σύμβολο πλέον όχι της θανής αλλά μιας μελλοντικής αιώνιας συνεύρεσης με φίλους, αδελφούς και εχθρούς, με το καλό και το κακό για πάντα μονιασμένα.

Έτσι στην σπουδαία ιστορία με τον ταπεινό τίτλο «Τρέχα Γύρευε» θα δούμε την αργόσυρτη, τελετουργική μεταφορά των λειψάνων του Γιάννη —του Ζωγράφου— στο Άγιο Όρος, συντροφιά με τον Αλέξανδρο, έναν ακόμη καρδιακό φίλο. Καθώς ο συγγραφέας θωρεί συνεπαρμένος την καλλονή του Αγίου Όρους, ακούει τη φωνή του φίλου: «πάρε τον Γιάννη και έλα». Εννοεί τα λείψανα του Ζωγράφου που ο Αλέξανδρος φύλαττε για ενάμιση μήνα κάτω από την κλίνη του. Τα λείψανα τοποθετούνται στο οστεοφυλάκιο της μονής, μαζί με εκείνα μοναχών που έζησαν εκεί και τώρα αναπαύονται στα έγκατά της.

Βυθισμένος σε θανάσιμη θλίψη για τον χαμό του φίλου του, ο αφηγητής ανηφορίζει στο ιερό βουνό του Άθω, στο Άγιον Όρος  για να συναντήσει έναν σοφό γέροντα που θα του ερμηνεύσει την φτιαξιά του θανάτου, τον βαθύτερο λόγο για τον οποίον για κάποιους μετράει λίγες τις ημέρες και για άλλους, χάριν λόγου, πλήρεις.

Μετά κόπων και βασάνων, θα συναντήσει τον γέροντα που θα του προσέφερε λυτρωτικές αποκρίσεις στα υπαρξιακά του αδιέξοδα. «Τρέχα Γύρευε» του αποκρίνεται ο ασκητής —χαρίζοντας τον τίτλο στην ιστορία του Κωνσταντζίκη— και τον αφήνει ενεό ενώπιον της αναζήτησης για ένα ελιξίριο ζωής ή, έστω, για μια σοφή ερμηνεία περί της νομής του ριζικού στον υποσελήνιο κόσμο.

Αλλά το βαθύτερο ερώτημα που προκύπτει επί τούτου είναι  γιατί ως πιστοί θρηνούμε γι’αυτήν εδώ την ζωή όταν η ζωή είναι αιώνια; Προς τι η «Νύκτα της Γεθσημανή», η απαρχή της υπαρξιστικής αναζήτησης που στοίχειωσε την τέχνη, την φιλοσοφία και φυσικά την θεολογία της μετανεωτερικής εποχής, όταν η Ανάσταση είναι πάντα επικείμενη ακόμη και στο επόμενο απειροστικά ελάχιστο, εκατομμυριοστό του χρόνου, όπως ακριβώς και ο θάνατος;

Ουσιωδώς, ο συγγραφέας ζητάει από τον Γέροντα να του πει τι είναι ο «έγχρονος αιών», αλλά τούτο διαφεύγει στο «θεῷ τῷ πρὸ αϊῶνος». Τι να απαντήσει, εν προκειμένω, ο Γέροντας χωρίς να παραβιάσει τις Πύλες του Ουρανού; Αν ο Γέροντας εκπροσωπούσε την λατινογερμανική παράδοση -από τον Βοήθιο μέχρι τον Αυγουστίνο και τους Γερμανούς Μυστικούς- εκείνη του Intellectus θα έδινε τριχοτομημένη απάντηση, πέραν πάσης αμφιβολίας και αμφισβητήσεως, τέτοια που θα τύλιγε τους πάντες σε μια κόλλα χαρτί. Αλλά για το πλατωνοχριστιανικό «αιώνιο παιδί» της Ανατολής, για τον Απολλώνιο έφηβο; Όλα αυτά θα έμοιαζαν με το μελαγχολικό ιδιόμελο  του Υπερβορείου Άμλετ: «Λέξεις, λέξεις, λέξεις».

Και ενώ τούτο θα συγκινούσε τον "κήπο των γραμμάτων" και θα έστεφε βασιλείς σε λογοτεχνικούς θρόνους, στην ψυχή του Κωνσταντζίκη το ερώτημα θα παρέμενε εκκρεμές έως αιματηδρωσίας. Μέσα σε αυτή την αΐδια νύχτα της Γεθσημανή που τύπτει τη συνείδηση της ανθρωπότητας από την Σταύρωση και εντεύθεν, καθώς εκείνη αποδεικνύεται παντοιοτρόπως δύσπιστη έναντι της χαρμόσυνης κοσμογονίας της Αναστάσεως.

 

[1] Στην καλαίσθητη έκδοση με ένα εξίσου καλαίσθητο εξώφυλλο: Στέργιος Κωνσταντζίκης, Απομεσήμερο, Διηγήματα, Εκδόδεις TETRА, Αθήνα, Δεκέμβριος 2024. Με έναν λιτό αλλά συγκινητικό πρόλογο του Θανάση Τριαρίδη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ