«2+2=4»

(ΙΗ΄ Κοινωνική Επιστολή)

0
152

Δύο και δύο κάνουν τέσσερα. Μια παιδική αριθμητική, θα έλεγε κανείς. Κι όμως, διαβάζοντας τον Νικολάε Στάινχαρτ στο «Ημερολόγιο της ευτυχίας» (Μαΐστρος, 2006), κατάλαβα πως υπήρξαν εποχές που ακόμη και αυτή η απλή διαπίστωση μπορούσε να γίνει πράξη αντίστασης.

Στους καιρούς των ολοκληρωτικών καθεστώτων, το «δύο και δύο κάνουν τέσσερα» δεν ήταν πάντοτε μια αθώα διαπίστωση. Αν η πραγματικότητα που έβλεπες δεν συμφωνούσε με την πραγματικότητα που σου επέβαλλαν, έπρεπε κάποτε να διαλέξεις. Να κρατήσεις αυτό που έβλεπες ή να το αρνηθείς για να σωθείς. Ο Στάινχαρτ θυμάται ανθρώπους που τιμωρήθηκαν επειδή επέμεναν σε αυτή την απλή αριθμητική. Και θυμάται, επίσης, πως κάθε εξίσωση πρέπει κάποτε να κατεβαίνει από το χαρτί στη ζωή. Δεν αρκεί να γράψεις έναν σωστό τύπο· πρέπει να δεις τι σημαίνει αυτός ο τύπος όταν γίνεται άνθρωπος, αδικία, φυλακή, φόβος, θάνατος.

Από τότε πέρασαν χρόνια. Άλλαξαν τα καθεστώτα, οι λέξεις, τα μέσα, οι τρόποι με τους οποίους πληροφορούμαστε και επικοινωνούμε. Δεν είμαι βέβαιος ότι άλλαξε τόσο πολύ ο πειρασμός. Μόνο που σήμερα μπορεί να μη χρειάζεται κάποιος να μας διατάξει να πούμε ότι δύο και δύο κάνουν πέντε. Μπορεί να αρκεί να μας το επαναλάβουν αρκετές φορές. Να το πουν με βεβαιότητα, να το κάνουν δημοφιλή, να το επαναλάβουν οι δικοί μας άνθρωποι, να μας θυμώσουν με εκείνον που επιμένει στο τέσσερα. Κι ύστερα, κάποια στιγμή, να αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε εμείς οι ίδιοι.

Ίσως αυτό να είναι ένα από τα παράξενα της εποχής μας. Δεν δυσκολευόμαστε μόνο να βρούμε την αλήθεια. Δυσκολευόμαστε ακόμη και να συμφωνήσουμε ότι υπάρχει μια πραγματικότητα έξω από εμάς, την οποία δεν μπορούμε να κατασκευάζουμε κάθε πρωί σύμφωνα με τις διαθέσεις μας.

Και κάπου εδώ, χωρίς να το πολυκαταλάβω, θυμάμαι τον Μανώλη Ρασούλη και το «Ένα κι ένα». Εκεί η αριθμητική παίρνει έναν άλλο δρόμο. Το ένα κι ένα κάνουν δύο, ύστερα μπορούν να κάνουν ένα, κι έπειτα τρία. Δεν είναι πια η αριθμητική του σχολικού πίνακα. Είναι η αριθμητική της ζωής, όπου μπαίνει η αγάπη, η σχέση, η οικογένεια, η συνύπαρξη και όλα εκείνα που δεν υπακούουν πάντοτε στην ψυχρή λογική της πρόσθεσης.

Μου αρέσει αυτή η μικρή αταξία. Όχι επειδή δύο και δύο μπορούν πραγματικά να κάνουν πέντε. Αλλά επειδή μου θυμίζει πως ο άνθρωπος δεν είναι αριθμός. Δεν είναι ένα άθροισμα χαρακτηριστικών, επιτυχιών, αποτυχιών, ιδεών και πεποιθήσεων. Κάτι συμβαίνει ανάμεσα στους ανθρώπους που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε αριθμούς. Ένας άνθρωπος που αγαπά, που συγχωρεί, που στέκεται δίπλα στον άλλον όταν εκείνος λυγίζει, έχει ήδη βγει από την ασφάλεια της αριθμητικής.

Μόνο που υπάρχει εδώ μια λεπτή διάκριση που δεν θα ήθελα να χάσω. Το ότι η ζωή είναι μεγαλύτερη από την αριθμητική δεν σημαίνει ότι μπορούμε να κάνουμε την αλήθεια ό,τι θέλουμε. Δεν σημαίνει πως δύο και δύο κάνουν πέντε επειδή έτσι αισθανόμαστε. Ούτε πως κάθε άποψη έχει την ίδια αξία με κάθε άλλη. Υπάρχουν πράγματα που είναι τέσσερα και χρειάζεται να έχουμε την απλότητα —και κάποτε το θάρρος— να τα λέμε τέσσερα.

Υπάρχουν όμως και πράγματα που δεν ξέρω να τα μετρήσω. Εκεί βρίσκεται για μένα η πίστη. Όχι ως ένας ακόμη τρόπος να εξηγήσουμε όσα δεν καταλαβαίνουμε, αλλά ως η δυνατότητα να εμπιστευθούμε Εκείνον που δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε εμείς για να υπάρχει. Ο Χριστός δεν ήρθε να μας δώσει ένα καλύτερο σύστημα υπολογισμού του κόσμου. Δεν μας υποσχέθηκε ότι θα καταλάβουμε όλες τις εξισώσεις της ζωής. Μας είπε κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο δύσκολο: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή».

Ίσως γι’ αυτό η χριστιανική πίστη να μην μπορεί να χωρέσει ούτε στο «2+2=4» ούτε στο «2+2=5». Το πρώτο αφορά μια αλήθεια που οφείλουμε να αναγνωρίζουμε. Το δεύτερο μπορεί να γίνει το σύμβολο μιας πραγματικότητας που κάποιος θέλει να μας επιβάλει. Ο Χριστός όμως δεν είναι ούτε αριθμητική ούτε ιδεολογία. Είναι Πρόσωπο.

Και μέσα στη σύγχυση των ημερών, όπου συχνά δεν ξέρουμε τι να πιστέψουμε, ίσως χρειάζεται να ξαναμάθουμε τα απλά. Να βλέπουμε χωρίς να προσποιούμαστε. Να ακούμε χωρίς να καταπίνουμε αμάσητο ό,τι μας προσφέρεται. Να λέμε το τέσσερα τέσσερα, όταν είναι τέσσερα, χωρίς να θεωρούμε ότι επειδή το είπαμε εμείς κατακτήσαμε ολόκληρη την αλήθεια.

Γιατί μπορεί να υπάρχει και κάτι ακόμη που ο Στάινχαρτ δεν θα μπορούσε να βάλει σε μια εξίσωση. Η αλήθεια έχει και βάθος. Έχει πρόσωπο. Έχει αγάπη. Έχει σταυρό. Κι εμείς, όσο κι αν επιμένουμε να υπολογίζουμε, μένουμε άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε παρά ένα μικρό μέρος του κόσμου και ακόμη μικρότερο μέρος του εαυτού μας.

Δεν ξέρω, λοιπόν, αν κατάφερα να λύσω κάτι με τούτη την αριθμητική. Μάλλον όχι. Ίσως ούτε αυτό να είναι το ζητούμενο.

Μου αρκεί, προς το παρόν, να ξέρω Εκείνον που είπε πως είναι η Αλήθεια. Και τα υπόλοιπα, ας τα μετράμε με πολλή προσοχή.

~

Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Ζει στο Θούριο Ορεστιάδας. Δεν γνωρίζει το πότε, το πού και το πώς θα πεθάνει, όμως, ελπίζει κι εύχεται ο θάνατος να τον βρει εν μετάνοια Χριστού. Πιστεύει ακράδαντα στη μετά θάνατον ζωή.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιάννη Τσαρούχη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ