Ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν Ἀνάσταση

0
243

ρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης

 

Μεθ’ μν ψευδς πηγγείλω σεσθαι

Μεττν νάσταση ομαθηταὶ ἐμνήσθησαν τν ρημάτων ατο. Μόνο πμακρυφαίνεται καθαρτμυστήριο τς σωτηρίας. Μόνο οΠροφται, πρν γίνουν τγεγονότα, τβλέπουν. Καὶ ἡ Ἐκκλησία μεττν νάσταση κατν Πεντηκοστζμτν Κύριο κατν γνωρίζει ντως ς πλήρωμα αωνίου ζως.

Τώρα καταλαβαίνομε τι πρεπε νὰ ἔλθη Κύριος, νσαρκωθ. Καὶ ἦταν ἡ ἐπίσκεψή του ατθεοφάνεια. «πεσκέψατο μς ξ ψους Σωτρ μν» (ξαποστειλάριο Χριστουγέννων). πρεπε νπάθη, νσταυρωθ, γιννικήση τθάνατο; «Οχτατα δει παθεν τν Χριστν καεσελθεν ες τν δόξαν ατο (Λουκ. 24,26-27).

πρεπε νφύγη, γιντν γνωρίσωμε. ν δν φευγε, δν θὰ ἐρχόταν τΠνεμα. ν δν ρχόταν τπανάγιον Πνεμα, θὰ ἔμενε γνωστος γιμς Κύριος. Θτν χάναμε.

πρεπε νὰ ἀναληφθ, νπορευθπρς τν Πατέρα, γινφανερωθῆ ὄντως ν Πνεύματι. «Ὁ Ἰησος ν Πατρὶ ὢν μλλον φαίνεται» (γιος γνάτιος).

ταν λθε, μς χαροποίησε, μς φώτισε. ταν φυγε, καταλάβαμε τι τότε λθε, πεκαλύφθη. Μένει μαζί μας. Μς βρίσκει. Μς παίρνει μαζί του. Μς τείνει καμς διαστέλλει, γινφτάσωμε στδικά του μέτρα: «…μεθ’ μν ψευδς γρ πηγγείλω σεσθαι μέχρι τερμάτων αἰῶνος, Χριστέ» (τροπάριον θ΄ δς κανόνος ναστάσεως).

 

σάρκωσή τουταν θεοφάνεια καφανέρωση τς γάπης του. Καὶ ἡ ἀναχώρηση, νάληψή του. Τνγίνη φαντος εναι ἡ ὄντως θεοφάνεια καὶ ἡ μεθ’ μν παραμονή. «Οδες ον τν ησον μεττν νάστασιν λόγος περιέκλεισεν, οτόπος, οχρόνος, οποσόν, οποιόν».

Ατός, ς περινόητος καὶ ἄφατος Θεός, φανερούμενος ναπόφευκτα κρύπτεται κακρυπτόμενος φανεροται. Ἡ ὁποιαδήποτε φανέρωσή του στδικά μας μέτρα εναι μικένωση καμι μορφὴ ἀποκρυβς. Δν μπορομε νκατανοήσωμε νὰ ἔκφρασωμε τμυστήριο τς θείας πιφανείας. Γι’ ατὸ ὁ θεος Διονύσιος μολογε: «Κρύφιός στι καμεττν κφανσιν , να θειότερον επω, καὶ ἐν τῇ ἐκφάνσει· κατοτο γρ ησοκέκρυπται καοδενλόγ, οτε ν τκατ’ ατν ξκται μυστήριον, λλκαλεγόμενον ρρητον μένει κανοούμενον γνωστον» (Ρ.G. 3, 1069).

Στν πορεία πρς μμαούς, μόλις πέγνωσαν ατόν, φαντος γένετο π’ ατν. γινε φαντος, γινμείνη γιπάντα μαζί τους. Ἐὰν μενε, φοτν γνώρισαν, θτν χαναν, γιατ θτν ντόπιζαν χρονικκατοπικά, θὰ ἔλεγαν: «Ατς εναι τώρα κε». γινε φαντος, φοτν γνώρισαν, σημαίνει τι φανερώθηκε ντως καμένει μαζί τους παντοκαπάντα. ρται οράτως καγινώσκεται γνώστως ὁ ὑπεράνω πάσης γνώσεως πάρχων.

Εναι τόσο μεγάλος, ποὺ ὄχι μόνο πρέπει νὰ ἀπομακρυνθ, γινφανερωθτπραγματικό του μέγεθος, λλπρέπει νγίνη τελείως φαντος, γινὰ ἀποκαλυφθατς ποεναι.

Φανερούμενος ατς ποεναι, μς νιστ στζωή. Μς κάνει νβρομε τν αυτό μας. Καβρίσκει τν ψυχή του ὁ ἄνθρωπος χάνοντάς την νεκεν τοΚυρίου κατοΕαγγελίου του.

τσι νασταίνεται ὁ ἄνθρωπος. ναλαμβάνεται στν ορανό. Παίρνει λλες διαστάσεις. πολαμβάνει τὸ ἴδιον μέγεθος κατὸ ἀρχαον κάλλος. ρχεται «ν συναφείᾳ ἀσυγχύτ» μτν αώνιο ζωή.

Τώρα καταλαβαίνομε γιατ επε στΘωμ: «τι ώρακάς με πεπίστευκας» (καλεναι καατό, εναι ἡ ἀρχή). ληθινμακάριοι μως εναι ομὴ ἰδόντες καπιστεύσαντες. Ατοθμβλέπουν νεμπόδιστα πάντοτε (καὶ ὅταν μχάνουν καὶ ὅταν μβρίσκουν). Θμβλέπουν ν Πνεύματι. πότε, οτε ταν δν μβλέπουν τος λείπω, οτε ταν μβλέπουν ρχονται σὲ ἐπαφμαζί μου, πειδλειτουργον οκτιστς καὶ ἐφήμερές τους ασθήσεις. λη τους ἡ ὕπαρξη εναι μι ασθηση, νας φθαλμός, καβλέπουν μόνο μένα, τὸ ἄχρονο φς. Ζον λόκληροι ν μοκγῶ ἐν ατοίς.

Γίνεται ὁ ἄνθρωπος Χριστς κατχάριν. Δν βλέπει τν Κύριόν του καΘεν μία στιγμμτσαρκικά του μάτια καμεττν χάνει. Δν ψηλαφ μὲ ἕνα μέλος τς πάρξεώς του (τδάκτυλο τχέρι)να μέρος τοΚυρίου (τς χείρας τν πλευράν). λλὰ ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη τοπιστο, ψυχτε κασώματι, εναι νωμένη μὲ ὅλο τν Θεάνθρωπο, τθεότητα κατν νθρωπότητά του. Τρέφεται κααξάνει λόκληρος ὁ ἄνθρωπος πμι μυστική, πραγματικκαὶ ἀδιάστατη νωση μεττοῦ Ἰησο. «λον μενείληφας λος ν συναφείᾳ ἀσυγχύτ» (τροπάριο θ΄ δς ναστασίμου κανόνος Δ΄ χου).

 

Μι στιγμβλέπεις καδν χάνεις ποττθέα του (ββς σαάκ). Μιφορ ψηλαφς ντως καὶ ἀνακιρνσαι διπαντς μεττοΘεανθρώπου, μεττς καινς ζως, πονίκησε κακατήργησε τθάνατο. Οἱ ἀπόστολοιψαντο τοΚυρίου, κράθησαν τ σαρκκατπνεύματι ατοκαερέθησαν πρ θάνατον (γιος γνάτιος).

Κύριος λθε γινμς κάμη κοινωνος τς αωνίου ζως. λθε γινμς μυήση ες τν γνωστον γνσιν, ες τγινώσκειν γνώστως, ρν οράτως καὶ ἀκούειν τς συχίας Ατο. Γινκερδίσωμε τζωδιτοθανάτου· νβρομε τν ψυχή μας διτς πωλείας· νκάνη τθεωρούμενα καλά (γεία, χαρά, πρόσκαιρη ζωή) ντως καλά, μεταμορφώσιμα, πιδεχόμενα ξαγιασμό, φθαρτοποίηση· νμετατρέψη τς συμφορς (ρρώστια, πόνο, θάνατο) σσυμπεπυκνωμένη ελογία, γαλλίαση καζωαώνιο.

τσι οἱ ἀληθινοπιστοί, οἱ Ἅγιοι, δν ζητον τζωή, οτε ποφεύγουν τθάνατο, ταν λθη ἡ ὥρα του. Ζητον τΘεάνθρωπο, ποδίδει νόημα στζωκατθάνατο, στοράνια κατὰ ἐπίγεια.

Ατς κατεβαίνει στν δη. Καττοθανάτου κλεθρα διεσπάραξε. Προχωρεστν ορανό, ναλαμβάνεται λεύθερα καὶ ἀνοίγουν πύλες οράνιες. «ρατε πύλας οἱ ἄρχοντες μν». Τοδίδεται πάσα ξουσία ν ορανκαὶ ἐπγς. Δεσπόζει τν πουρανίων κατν πιγείων. νοίγεται δς πρόσφατος καζσα διτοκαταπετάσματος, τουτέστι τς σαρκς ατο. Γίνεται βατς ορανς γιτν νθρωπο καὶ ἡ γπαράδεισος. θέωση ποδεικνύεται ξανθρώπιση. «κεπαραγενόμενος (μεττμαρτύριο κατθάνατο) ντως νθρωπος σομαι»μολογεῖ ὁ θεοφόρο,ς γνάτιος (πρς Ρωμ. 6). Καὶ ἡ ἀπασχόληση μὲ ἐφήμερα καὶ ὑλικπράγματα φανερώνεται ζωὴ ἐν Πνεύματι: «δκακατσάρκα πράσσετε, τατα πνευματικά στι· ν ησογρ Χριστπάντα πράσσετε» (γιος γνάτιος, πρς φεσ. 8).

Θὰ ὁλοκληρωθ, θφτάσω στπαρτΘεῷ ἀπηρτισμένον, ταν χαθ. ν σβρίσκομαι δ, καθ’ δόν, στω καὶ ἂν πάσχω (φ’ σον δν πέθανα, δν διαλύθηκα, δν χάθηκα λοκληρωτικά) εμαι ναπάρτιστος. Δν γεννήθηκα κόμα. Δν πάρχω ληθινά. «δτοκετός μοιπίκειται» (γιος γνάτιος, πρς Ρωμ. 6), εναι θάνατός μου.

χι μόνο πάρχει χρος ζως γιτν νθρωπο κεποπρν πτν νάσταση δν πρχε καμμιὰ ἐλπίδα, λλὰ ἐκεμόνο παραγενόμενος φτάνει στπλήρωμα. παρτίζεται. Φτάνει στ«παρτΘεῷ ἀπηρτισμένον». «θαύματος ντως περφυος! πραγμάτων κπλήξεως! πάλαι βδελυκτς καμισούμενος θάνατος καεφημεται καμακαρίζεται. πάλαι πένθους κακατηφείας… πρόξενος, νν χαρς ναδέδεικται καπανηγύρεως ατιος» (ω. Δαμασκηνός).

Καδν θεωρεται θάνατος λευθερία, οτε φυλακὴ ἡ ζωή, μικρκαπρόσκαιρη. Ζωκαὶ ἐλευθερία εναι Χριστς ς Θες καὶ ὡς νθρωπος, στ γκαστν ορανό, γιτος ζντας κατος κεκοιμημένους.

Οτε γῆ ἐμποδίζει τν πιστνζστν ορανὸ ἀπσήμερα. Οτε ορανς τοῦ ἀποστερετσωματικχάρη, που βρίσκεται Κύριος μὲ ὁμόθεο τὸ ἄχραντο σμα του παρχ τς τελικς σωματικς ναστάσεως λων μας.

ναλαμβανόμενος Κύριος μένει διάστατος (πληροτπάντα) καβοτος γαπσιν ατόν: «Οχωρίζομαι μν. γώ εμι μεθ’ μν καοδες καθ’ μν» (οκος ναλήψεως).

Ποιός μπορεπράγματι νεναι καθ’ μν, ταν εναι μαζί μας Ατός;

Ποιός θόρυβος μπορενσκεπάση τλόγο, πο κοινοποιεται μτσιωπή;

Ποιό παραπέτασμα νκρύψη τθέα ατο, πο φανερώνεται μτνγίνεται φαντος;

Ποιός νμς χωρίση π’ ατν πομένει μαζί μας μτνὰ ἀναλαμβάνεται κανφεύγη;

Ποιός νὰ ἐντοπίση νφυλακίση ατόν, ποβρίσκεται πανταχοκαοδαμο;

Ποιά δοκιμασία νὰ ἀπειλήση τζωὴ ἐκείνου πο σώζει τν ψυχή του μτντν χάνη νεκεν τοΚυρίου;

λθε καὶ ἔφερε νέα ζωή. Τώρα φύσις μν πάλαι κπτωτος θρόνῳ ἐνίδρυται θείῳ ὑπρ ννοιαν.

 

πονηρς προσπάθησε μεττσάρκωση τοΘεοΛόγου νὰ ἀποτρέψη πάσθυσί τν κπλήρωση τοῦ ἔργου τοΚυρίου.

Μεττν νάσταση κατν Πεντηκοστπροσπαθε, μτὸ ἴδιο πεσμα, νπαραποιήση κανὰ ἀποκρύψη διτν παθν κατν αρέσεων τμία σώζουσα λήθεια, τν ν Πνεύματι γινωσκομένη, ποεναι Θεάνθρωπος Κύριος.

Γι’ ατὸ ἡ Ἐκκλησία, ποεναι σμα Χριστοκαὶ ὁ ἴδιος Θεάνθρωπος πεκτεινόμενος στν στορία, μθεία μμονκαὶ ἀμετακίνητη σταθερότητα ζκαὶ ὁμολογετν λήθεια τοΘεανθρώπου, τδόγμα τς Χαλκηδόνος.

Ατοποπλησιάζουν τν Κύριο νθρώπινα, τν γνοον. Καετε τν καταδικάζουν στὸ ἀτιμωτικξύλο τοσταυρο, ετε τν παραποιον μτς αρέσεις, προσπαθώντας ντν γνωρίσουν κατσάρκα.

«Εδκαὶ ἐγνώκαμεν Χριστν κατσάρκα, λλνν οκέτι γινώσκομεν» (Β’ Κορ. ε΄, 16). Τώρα λα τγνωρίζομε λλως, κατΠνεμα. λα τζομε ν Χριστῷ ἀναστάντι. Τώρα χομε τν κκλησία, τν καινκτίση. Μιὰ ἄλλη πραγματικότητα, τθεανθρωπία.

χι λισμός. χι δεαλισμός. λλθεανθρωπία. νας λλος σεβασμς τς λης κατς δέας, τοκτιστοκατοῦ ἀκτίστου. Τ πάντα ναμξ γέγονε. Τὰ ἄνω τος κάτω συνεορτάζει. Κατκάτω τος νω συνομιλε.

λος ὁ ἀγώνας, βίαιος καγαλήνιος, γίνεται γινσωθῆ ἡ Ὀρθοδοξία, θεανθρώπινη σορροπία. Νμν πέσωμε οτε στν να οτε στν λλο κρημνό: Οτε νὰ ἑνώσωμε φιλάνθρωπα τν κτίση μτν κτίσαντα κατακαίγοντας τφύση της. Οτε νδιαλύσωμε τθεότητα χάνοντάς τν στν εδωλολατρία του πανθεϊσμο.

«Γεύσασθε καὶ ἴδετε τι χρηστς Κύριος»

Δν χομε τίποτε λλο νκάνωμε, παρνζομε στν κκλησία, ποεναι ὁ ἴδιος Θεάνθρωπος. Μέσα στν κκλησία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, που λη φύση καινουργεται καθεουργεται, παλινδρομοσα ες τπρτον. […]

 

 

Απόσπασμα πτκείμενο  «πτν παλαιστΝέο δάμ»,  δημοσιευμένο στΣύναξη, τχ 2ο (άνοιξη 1982)

Εικόνα: “Η Ανάληψη”. Έργο Θεοφάνους του Κρητός, που βρίσκεται στο τέμπλο του ιερού ναού της Μονής Σταυρονικήτα, στο Άγιο Όρος.

πηγή ψηφιακού κειμένου: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here