Ἡ ὀντολογική καί αἰσθητική ἔννοια τοῦ φωτός

2
1102

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τίς πραγματώσεις τίς αἰσθητικὲς τῆς Ἁγιότητας, πρέπει νὰ δοῦμε μιὰ πραγματικότητα ποὺ ζοῦσαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ποὺ ἦταν τὸ Φῶς. Τὸ φῶς ἦταν πραγματικότητα βιωματική, καὶ ἦταν καὶ γλώσσα, κώδικας ἂς ποῦμε, γιὰ νὰ κατανοοῦνται. Πραγματικότητα βιωματικὴ ἦταν ὅτι πολλοὶ κατὰ τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματός τους ζοῦσαν τὴν ἐμπειρία τοῦ φωτός, τοῦ ἀκτίστου φωτός. Ἑπομένως εἴχαμε στοὺς χριστιανούς, τοὺς πρώτους ἡσυχαστὲς πρὶν ἀπὸ τὴν ὁρολογία τὴν ἡσυχαστική. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐμπειρία αὐτὴ ἔγινε καὶ γλώσσα τῶν χριστιανῶν τὸ φῶς, καὶ μάλιστα μέσα ἀπὸ τὴν προβληματικὴ τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος εἶναι ἕνα σκοτάδι. Ὁ μάρτυρας μὲ τὸ μαρτύριό του ζεῖ τὸν θάνατο ἄρα τὸ σκοτάδι, χάρη στὴ σχέση του ὅμως πρὸς τὸν Χριστὸ γιὰ τοὺς πρώτους χριστιανούς, ὁ μάρτυρας εἶναι μέσα στὸ φῶς.
Ὑπάρχουν μέσα στοὺς τάφους τῶν μαρτύρων στὶς κατακόμβες πάρα πολλὲς ἐκφράσεις χαραγμένες, λέξεις ἢ προτάσεις, ποὺ μιλᾶνε γιὰ τὸ φῶς, γιὰ τὸν Χριστὸ σὰν φῶς, «φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι», γιὰ τὸν μάρτυρα ὅτι εἶναι στὸ φῶς, ὅτι εἶναι φωτισμένος, καὶ ὅλες αὐτὲς οἱ ἐκφράσεις, ἂν τὶς μελετήσουμε μέσα στὴ συνάφειά τους, ἔχουν χαρακτήρα ὀντολογικό, δηλαδὴ δὲν εἶναι ἕνα αἰσθητικὸ φῶς ποὺ ὀμορφαίνει τὴ ζωὴ σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ αἰσθητικὸ σκοτάδι ποὺ εἶναι ἡ ἀσχήμια τῆς ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ὀντολογικὸ φῶς, δηλαδὴ ἕνα φῶς τὸ ὁποῖο δίνει ζωὴ αἰώνια, σ’ ἀντίθεση πρὸς τὸ ὀντολογικὸ σκοτάδι ποὺ εἶναι ἡ ἀπώλεια, τὸ μηδέν, ὁ θάνατος. Λοιπόν, στὶς κατακόμβες γιὰ τοὺς πρώτους χριστιανούς, σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιγραφὲς ποὺ ἔχουμε καὶ σύμφωνα μὲ τὴν πρώτη, πρωτογενή, πρωταρχικὴ τέχνη ποὺ ἀναπτύσσεται ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς σ’ αὐτοὺς τοὺς χώρους, τοὺς ἀπαγορευμένους καὶ τοὺς κρυφοὺς γιὰ τὴ Ρώμη καὶ τοὺς Ρωμαίους, ὁ Ἅγιος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος μαρτύρησε, ἐνταφιάσανε πρὸ ὀλίγου τὰ λείψανά του, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν πίστη τους εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν πέθανε ἀλλὰ ζεῖ αἰωνίως στὸν παράδεισο ἐν Χριστῷ, στὰ ἔσχατα δηλαδή.
Ὁ Ἅγιος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ὄχι ἁπλῶς δὲν πέθανε ἀλλὰ μέσα στὸ λεξιλόγιο τὸ χριστιανικὸ φωτίζεται ἀπὸ ἕνα φῶς, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι τὸ φυσικὸ φῶς ποὺ ἀνατέλλει καὶ δύει, δηλαδὴ τὸ φθαρτὸ καὶ πρόσκαιρο, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἀνέσπερο φῶς τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Πρῶτον δὲν πέθανε ἀλλὰ ζεῖ. Δεύτερον εἶναι αὐτὸς ποὺ φωτίζεται, καὶ τρίτον εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι ὡραῖος διὰ τοῦ φωτός. Τίθεται τώρα ἡ αἰσθητικὴ ἔννοια τοῦ φωτός, ἀλλὰ ἡ αἰσθητικὴ ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ὀντολογική. Εἶναι ὡραῖος διότι ὑπάρχει πάντοτε καὶ δὲν θὰ χαθεῖ, διότι εἶναι ὁ ἀναστημένος ἄνθρωπος καὶ τὸ φῶς σημαίνει τὴν Ἀνάσταση ἢ μᾶλλον τὴν αἰώνια ζωή. Ἔτσι ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανούς, ἀπὸ τὰ βιώματα τῶν πρώτων χριστιανῶν ταυτίζεται ἡ αἰσθητική, δηλαδὴ τὸ φῶς καὶ τὸ ὅτι ὑπάρχει καὶ εἶναι ὡραῖος ὁ ἅγιος, μὲ τὴ ζωή, ἢ νὰ τὸ ποῦμε ἀλλιῶς, ἡ αἰσθητικὴ μὲ τὴν ὀντολογία. Ὄχι ὅμως μέσα στὴν ἱστορία, δηλαδὴ αὐτὴ ἡ ταύτιση δὲν γίνεται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου, ἀλλὰ ὁ Ἅγιος τρόπον τινὰ ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει ὡς Ἅγιος ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ παύει νὰ ὑπάρχει σὰν ἄνθρωπος φθαρτός, πεθαίνει, καὶ τότε εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία Ἅγιος μάρτυρας καὶ τότε ζεῖ αὐτὴν τὴν ταύτιση τῆς αἰσθητικῆς μὲ τὴν ὀντολογία. Δηλαδὴ εἶναι «ὡραῖος», καὶ σ’ ὅλα τὰ τροπάρια τῶν Ἁγίων ὑπάρχουν ἐκφράσεις ὡραιότητος. Εἶναι ὡραῖος διότι εἶναι φωτισμένος μὲ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ τοῦ δίνει αἰώνια ζωή, ἄρα ἔχει σταθερὴ καὶ μόνιμη ὀντολογία, καὶ ἡ ὀντολογία αὐτὴ δὲν φάνηκε στὴ ζωή του, θὰ φανεῖ τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ὅπως λένε πολλὲς ἐκφράσεις πρωτοχριστιανικές, δηλαδὴ στὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ στὴ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, στὰ Ἔσχατα. Ἑπομένως ἔχουμε ταύτιση αἰσθητικῆς, ὀντολογίας καὶ Ἐσχάτων, τῆς κοινωνίας τῶν Ἐσχάτων.
Ἀπὸ τὸν ἅγιο Αὐγουστίνο καὶ μετά, στὴ δυτικὴ Χριστιανοσύνη ἀρχίζει νὰ δίδεται προτεραιότητα, σχετικὰ μὲ τὴν Ἁγιότητα, στὴν ἠθικὴ καὶ στὴν ψυχολογία. Ἡ Ἁγιότητα εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο δηλώνεται ἐδῶ, μέσα στὴν ἱστορία μὲ τὴν προσπάθεια τοῦ Ἁγίου νὰ συμβαδίζει ἡ ζωή του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς πρὸς τὶς αἰσθητικὲς πραγματώσεις αὐτῆς τῆς ἀντιλήψεως τῆς Ἁγιότητος, ἔχουμε στὴ Δύση μία εἰκαστικὴ τέχνη, θρησκευτική, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ φωτοσκίαση, ἐκφράζει μία ὀμορφιὰ κτιστή, δηλαδὴ μὲ τὶς ἰδιότητες ποὺ καθιστοῦν ἕνα ὂν ὄμορφο, μέσα ἀπ’ τὸν δυισμὸ φωτὸς καὶ σκιᾶς, φωτοσκιάσεως, καὶ ἡ ὀμορφιὰ ὑπηρετεῖ τὴν ἔκφραση τῆς Ἁγιότητος ὡς ἔκφραση ἀρετῆς, ὑψηλῆς ἠθικῆς καὶ μιᾶς ὡραίας ψυχολογικῆς καταστάσεως, στὴν ὁποία βρίσκεται ὁ Ἅγιος, ἐφόσον εἶναι σὲ σχέση μὲ τὸν Χριστό.
Ἀντίθετα ἡ ὀρθόδοξη ὀντολογία, ἡ ὁποία πραγματώνεται στὰ Ἔσχατα, γιὰ τὴν ὁποία εἴπαμε μόλις πρίν, στὴν Ἀνατολὴ δημιουργεῖ ἄλλου εἴδους τέχνη, ἄλλου εἴδους αἰσθητικὴ πραγμάτωση τῆς Ἁγιότητος.
Τὸ φῶς ἀπὸ πολὺ νωρίς, δηλαδὴ ἀμέσως μετὰ ἀπ’ τὴ ζωγραφικὴ τῶν κατακομβῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἑλληνιστική, ἀπὸ τὰ πρῶτα ψηφιδωτά, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν 4ο, 5ο, 6ο αἰώνα, ἀρχίζει νὰ ἀποκτᾶ κάποια ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωγραφικὴ τῆς Ἀνατολῆς. Τὸ φῶς χρησιμοποιεῖται σὰν μία γλώσσα εἰκαστικὴ γιὰ νὰ ἐκφράσει τὴ σχέση ἀγάπης, ἡ ὁποία συνδέει τὸν ἀόρατο σὲ μᾶς Θεὸ Πατέρα ἢ Τριάδα μὲ τὸν ὁρατὸ λόγῳ τῆς σαρκώσεώς Του Υἱό, τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ στὴ συνέχεια τὸν κάθε Ἅγιο. Δηλαδὴ ὁ Ἅγιος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος μετέχει τοῦ φωτὸς ποὺ προσφέρεται ἀπ’ τὸν Θεό. Θυμίζουμε τὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων στὴ λίμνη τῆς Σεβαστείας, ὅπου ὁ δήμιος εἶδε νὰ κατεβαίνουν, τὴ στιγμὴ ποὺ ἦταν μέσα στὴν παγωμένη λίμνη οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα, σαράντα χρυσὰ στεφάνια, φωτεινὰ στεφάνια ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ νὰ κάθονται στὸ κεφάλι τοῦ κάθε μάρτυρα, ὅπως περίπου καὶ στὴν Πεντηκοστὴ φάνηκε ὅτι οἱ γλῶσσες φωτὸς κατέβηκαν στὸν κάθε Ἀπόστολο.
Αὐτὴ ἡ πραγματικότητα τοῦ φωτός, τὴν ὁποία τὴ ζοῦσαν οἱ χριστιανοὶ στὸ Βάπτισμα, καὶ μετὰ στὴ Θεία Εὐχαριστία, ἐνέπνευσε τοὺς χριστιανοὺς καλλιτέχνες μετὰ τὴν πρώτη περίοδο, ἑλληνιστική, ἑλληνορωμαϊκή, νὰ ἀρχίσουν νὰ ἀφαιροῦν σκιές. Ἔχουμε ἔργα, ὅπως στὴ Santa Maria Maggiore, ὅπου ὑπάρχει μία μικρὴ σκιὰ στὸ ἔδαφος. Ὅπου εἶναι ὁ Ἅγιος ὑπάρχει καὶ ἡ σκιά του, ἀλλὰ μικρή, δὲν εἶναι ἡ φυσιολογικὴ σκιά. Κι ἔχουμε ἔργα ἀμέσως μετά, ὅπου καταργεῖται ἐντελῶς ἡ σκιά, καὶ ἕνα φῶς καταυγάζει τὸν Ἅγιο, τοῦ δίνει ὀντότητα. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅταν χρειάζεται ὁ χριστιανὸς καλλιτέχνης νὰ ζωγραφίσει τοὺς δαίμονες, τοὺς ζωγραφίζει ἀφώτιστους. Ταυτόχρονα μὲ τὸ ὅτι εἶναι ἀφώτιστοι καὶ σκοτεινοί, συρρικνώνονται σὰν ὑπάρξεις καὶ δὲν εἶναι ὁλόκληρες ὑπάρξεις ὅπως ὁ Χριστός. Ἐπίσης τοποθετεῖ ὅλα τὰ εἰκονιζόμενα στὶς τοιχογραφίες τῶν ἐκκλησιῶν καὶ στὶς φορητὲς εἰκόνες ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ σὲ μία μετωπικὴ στάση. Δηλαδὴ τὸ φῶς ἀρχίζει νὰ δημιουργεῖ τώρα καὶ χῶρο.
Ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετά, δηλαδὴ μετὰ τὸν 6ο αἰώνα, ἐξ ὁρισμοῦ εἰκόνα εἶναι ἡ ζωγραφική, ὅπου τὸ εἰκονιζόμενο πρόσωπο, ὁ Ἅγιος ἢ ὁ Χριστός, μετέχει τοῦ φωτὸς καὶ ἀποκλείεται, δὲν μπορεῖ νὰ συμπέσει μία τυχαία φωτιστικὴ συνθήκη ὅπου νὰ φωτίζεται ὁ μισὸς κι ὁ ἄλλος μισὸς νὰ βρίσκεται στὴ σκιὰ ποὺ ρίχνει κάποιο ἀντικείμενο. Ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι ζωγραφικὴ τοῦ φωτός, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι παντοῦ ὑπάρχει φῶς, διότι στὸ περίγραμμα ὑπάρχουν σκιές. Ἀλλὰ τὸν κύριο λόγο ἔχει τὸ φῶς, καὶ ταυτότητα, ὀντολογία τῶν ὄντων δίνει τὸ φῶς.
Αὐτὸ τὸ φῶς εὐθύνεται γιὰ ὅλη τὴν ἀλλοίωση ποὺ ὑπέστη ἡ χριστιανικὴ ζωγραφικὴ ἔναντι τῆς ἄλλης ζωγραφικῆς τῆς ἐποχῆς της, καὶ γιὰ ὅλες τὶς διαφορὲς ἑπομένως ποὺ θὰ ἀνακαλύπτουμε ὅταν μελετοῦμε τὴ χριστιανικὴ ζωγραφικὴ (ποὺ μετέπειτα ὀνομάστηκε βυζαντινή) σὲ σχέση πρὸς τὴ δυτικὴ εἰκαστικὴ ἔκφραση τῆς Ἁγιότητος. Λοιπὸν τὸ φῶς εὐθύνεται γιὰ ἕναν ὑπερπραγματισμὸ ποὺ ὑπάρχει στὴν εἰκόνα, δηλαδὴ σουρρεαλισμό, πολλοὺς αἰῶνες πρὶν ἐμφανιστεῖ ὁ δυτικὸς σουρρεαλισμός. Δηλαδὴ εὐθύνεται γιὰ τὸ ὅτι δίνει μία ὑπερφυσικὴ ἀτμόσφαιρα στὴν εἰκόνα. Διότι μὲ τὸ νὰ μὴν ὑπάρχουν οἱ σκιὲς δίδεται μιὰ ἐλαφρότητα, χάνει τὴ βαρύτητα τὸ σῶμα καὶ χάνει καὶ τὰ στοιχεῖα τῆς φθορᾶς.
Τὸ φῶς εὐθύνεται ἐκτὸς ἀπὸ τὸν σουρρεαλισμό, γιὰ ἕναν ἰμπρεσσιονισμό, πρὶν ἀπ’ τὸν δυτικὸ ἰμπρεσσιονισμό, δηλαδὴ γιὰ μία φωτεινὴ ἐντύπωση ποὺ προκαλεῖ ὁ Ἅγιος, ἔτσι ὅπως εἶναι ζωγραφισμένος, διότι κάθε χρῶμα (εἴτε τὸ χρῶμα τῶν ἐνδυμάτων, εἴτε τοῦ προσώπου, εἴτε τῆς φύσεως) πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ φωτεινό, νὰ μετέχει τοῦ φωτός, καὶ φθάνουμε μέχρι καὶ οἱ σκιὲς νὰ εἶναι ἔγχρωμες, πράγμα τὸ ὁποῖο τὸ ἀνακάλυψε μετὰ ἀπὸ πολλοὺς αἰῶνες στὴ Δύση ὁ δυτικὸς ἰμπρεσσιονισμός.
Τὸ φῶς πάλι εἶναι ποὺ εὐθύνεται γιὰ ἕνα ἐξπρεσσιονιστικὸ στοιχεῖο, τὸ ὅτι ἐκφράζεται ὁ ἔσω ἄνθρωπος. Ὅλη ἡ εἰκόνα, εἶναι μία ἔκφραση, ὅλη ἡ εἰκόνα εἶναι ἕνα βλέμμα. Ὅπως τὰ Χερουβείμ, ποὺ εἶναι πολυόμματα καὶ εἶναι πλασμένα γιὰ νὰ θαυμάζουν, ἔχουν γίνει ὅλα ὀφθαλμός, ἔτσι καὶ ὁ Ἅγιος ἔχει γίνει ὀφθαλμός. Γι’ αὐτὸ τὰ μάτια παίζουν πολὺ μεγάλο ρόλο στὴ βυζαντινὴ εἰκόνα.
Τὸ φῶς εὐθύνεται γιὰ μίαν ἀλλοίωση τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, ποὺ τὰ φέρνει ὅλα ἀπέναντι στὸν Θεό, σὲ μιὰ ἀδιάστατη ἐγγύτητα, καὶ ἑπομένως καὶ οἱ στέγες τῶν σπιτιῶν καὶ ἀντικείμενα ἢ ὄντα, τὰ ὁποῖα εἶναι μακριὰ καὶ ἐξ ὁρισμοῦ στὴν προοπτικὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι πιὸ σκιασμένα ἢ πιὸ ἀμυδρὰ ἀπεικονιζόμενα, ἔρχονται σὲ μία ἐγγύτητα. Αὐτὸ δημιουργεῖ περίπου ἕναν παρόμοιο φωτισμὸ μὲ αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἐμφανιζόταν στὴ Δύση ὅταν, τέλη τοῦ περασμένου αἰώνα, ὁ Σεζὰν ἔβαζε πινελιὲς θερμὲς καὶ ψυχρὲς καὶ δημιουργοῦσε μία «γωνίωση» τοῦ χώρου, ἔτσι ὥστε νὰ πάλλεται ὁ χῶρος αὐτὸς μὲ τὰ θερμὰ καὶ ψυχρὰ χρώματα. Ψυχρὸς προπλασμός, θερμὰ φωτίσματα, κι ἔτσι ἔχουμε ἕναν ἄλλου εἴδους δυτικὸ κυβισμό. Καὶ τέλος παρατηρεῖται μιὰ ἀφαίρεση, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει ὁλόκληρη τὴ χριστιανικὴ ζωγραφική. Εἶναι ἀφαίρεση τῶν στοιχείων τῆς φθορᾶς λόγῳ τῆς πίστεως στὴν ἀφθαρσία, στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν κοινὴ ἀνάσταση τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἡ πίστη αὐτὴ ἦταν τόσο ριζικὸ θεμελιακὸ βίωμα τῶν πρώτων χριστιανῶν καὶ τῶν σωστῶν χριστιανῶν ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἔτσι ὥστε ἡ κάθαρση, ἡ ἀσκητικὴ ἔννοια κάθαρση, νὰ καθαρισθῶ δηλαδὴ ἀπὸ τὰ πάθη, ξεκίνησε ὡς κάθαρση ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐμποδίζουν στὴ σχέση τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Χριστό. Κι αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὰ πάθη μου, ἡ ἁμαρτία μου, δὲν εἶναι κάτι βρώμικο ἁπλῶς, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἂν ἀπαλλαγῶ ἐγώ, θὰ καθαριστῶ καὶ θὰ εἶμαι καλύτερος ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο μὲ ἐμποδίζει νὰ ἔρθω στὴ σχέση μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ θὰ μοῦ δώσει τὴν ἀθανασία καὶ τὴν ἀνάσταση.
Συγκεφαλαιώνουμε, λοιπόν, ὅτι ἡ αἰσθητικὴ πραγμάτωση τῆς Ἁγιότητος, ὅπως ἱστορικὰ τὴν ψηλαφήσαμε, ξεκινᾶ ἀπὸ τὶς κατακόμβες. Προχωρεῖ στὴ δημιουργία μιᾶς νέας ζωγραφικῆς, ἡ ὁποία ἔχει ὡς κύριο χαρακτηριστικὸ τὸ φῶς. Καὶ τὸ φῶς δίνει σουρρεαλιστικά, ἰμπρεσσιονιστικά, ἐξπρεσσιονιστικά, κυβιστικὰ καὶ ἀφαιρετικὰ στοιχεῖα. Ἀξίζει νὰ δοῦμε πῶς αὐτὴ ἡ πίστη τῆς κοινότητος στὴν ἀνάσταση καὶ στὰ ἔσχατα βρῆκε τρόπους ἀπελευθερώσεως ἀπὸ τὴ φυσιοκρατικὴ ζωγραφικὴ πολλοὺς αἰῶνες πρὶν ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς ἐπιχειρήσει μίαν ἐπανάσταση ἐνάντια στὴν Ἀναγέννηση καὶ στὸν ντετερμινισμό της. Ἑπομένως ἡ Ἁγιότητα ἔδωσε λύσεις στὸν ὀρθόδοξο χῶρο, ἀποφατικές, ἀφαιρετικὲς καὶ σουρρεαλιστικὲς μὲ τὴν ἔννοια τὴν ποιητική, ὅτι ἕνα ὅραμα τοῦ ἄλλου κόσμου, τοῦ ἐπέκεινα ἀπὸ τὸ φυσικὸ ἔδειχνε ἡ εἰκόνα, ἀλλὰ μὲ ἀφετηρία τὸ φυσικὸ καὶ τὸ ἱστορικό. Δηλαδὴ μέσα στὴν εἰκόνα συνυφαίνονται ἡ ἱστορία καὶ τὰ Ἔσχατα.
Ἡ εἰκόνα ξεκινάει ἀπὸ ἕνα δεδομένο ἱστορικὸ ποὺ εἶναι οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων. Τὰ ἐμφανίζει ὅμως κατὰ τέτοιο εἰκαστικὸ τρόπο, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται στὸ ὅτι ἔχει ἀλλοιωθεῖ ὅλη ἡ ὕπαρξη τοῦ χριστιανοῦ καλλιτέχνη. Τὰ ἐμφανίζει λοιπὸν μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε τὸ κέντρο βάρους νὰ πέφτει στὰ ἔσχατα, καὶ δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Ἁγιογραφία ἂν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπουσίαζε κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ ζωγραφίζεται διότι εἶναι στὴν οὐράνια Ἐκκλησία.
Σαφῶς ἡ Ἁγιότητα στὸν ὀρθόδοξο χῶρο ἔδωσε αἰσθητικὲς πραγματώσεις μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς γέφυρας ἀνάμεσα στὸ ἐδῶ ἱστορικὸ καὶ τὸ ἐκεῖ ἐσχατολογικό. Ἀνάμεσα στὸ κτιστὸ καὶ τὸ ἄκτιστο μέσα ἀπ’ τὴ ζωὴ τῆς κοινότητος. Ἑπομένως δημιούργησε –νομίζω μόνο αὐτὴ ἡ λέξη μπορεῖ νὰ τὸ ἐκφράσει– μιὰ μεταμόρφωση μέσα στὸν χῶρο τῆς ζωγραφικῆς. Δηλαδὴ εἰκονίζει τὸν κόσμο μὲ τὸν ἄνθρωπο μεταμορφωμένο.
Τελειώνοντας ἀξίζει ν’ ἀναφερθοῦμε σὲ κάποιες ὑπαρξιακὲς προεκτάσεις ποὺ ἔχει αὐτὴ ἡ αἰσθητικὴ πραγμάτωση τῆς Ἁγιότητος γιὰ μᾶς, ποὺ δὲν εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὴ βιώνουμε μὲ τὴν ἔννοια ποὺ εἴπαμε τῆς ὁλοκληρωτικῆς παραδόσεως τῆς ὕπαρξής μας στὸν Θεό. Ἡ εἰκόνα, τὸ εἰκόνισμα καθὼς πᾶμε καὶ τὸ προσκυνοῦμε στὴν ἐκκλησία, στὸ προσκυνητάρι, μᾶς δημιουργεῖ μία ὁρισμένη ὅραση καὶ μία ὁρισμένη τύφλωση. Ἡ ὅραση εἶναι ὅτι μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε παρ’ ὅλες τὶς σκιές, φθορές, ἀποστάσεις, προοπτική, βαρύτητα καὶ τὸν ἐλλοχεύοντα κίνδυνο τοῦ μηδενὸς καὶ τοῦ θανάτου, νὰ βλέπουμε ἐμεῖς μὲ τὰ μάτια τοῦ εἰκονίσματος, μὲ τὰ μάτια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωγραφικῆς, ὄχι σκιὲς ἀλλὰ φῶς, ὄχι φθορὰ ἀλλ’ ἀφθαρσία, ὄχι ἀποστάσεις ἀλλὰ ἐγγύτητα. Διότι ἡ εἰκόνα μᾶς μαθαίνει ὅτι τὰ πάντα εἶναι μπροστὰ στὸν Χριστὸ σὲ μία ἀδιάστατη ἐγγύτητα ἀγάπης. Καὶ δεύτερον μᾶς δημιουργεῖ μία ὁρισμένη τύφλωση, δηλαδὴ δὲν βλέπουμε τὶς κτιστὲς καὶ ἐνδοϊστορικὲς ἀδυναμίες τοῦ ἄλλου.
Τὴ στιγμὴ ποὺ βλέπουμε καὶ προσκυνοῦμε τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, δὲν εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ νὰ βλέπουμε τὴ φωτογραφία του. Ὅταν βλέπουμε τὴ φωτογραφία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἐπειδὴ εἶναι ἡ ἐνδοϊστορική του παρουσία ποὺ ἀπεικονίζεται, βλέπουμε τὶς φθορές, βλέπουμε ὅτι εἶναι νέος, μετὰ σὲ ἄλλη μεταγενέστερη φωτογραφία του τὸν βλέπουμε νὰ εἶναι γέρος, νὰ ἀρχίζει νὰ γερνάει, νὰ εἶναι τὸ ὂν ποὺ βαδίζει πρὸς τὸν θάνατο. Στὴν εἰκόνα του ὅμως βλέπουμε τὸν ἅγιο νὰ καταυγάζεται ἀπὸ τὸ φῶς, νὰ ἔχει φωτοστέφανο καὶ νὰ λάμπει ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ τοῦ χαρίζει ὁ Χριστὸς ποὺ τὸν ἀγαπάει, καὶ ὁ ἴδιος νὰ εἶναι ἀνοιχτὸς κι ὄχι κλειστὸς (ὅπως οἱ δαίμονες ποὺ προείπαμε) στὴν ἀγαπητικὴ σχέση.
Ἡ Εἰκόνα ἑπομένως μᾶς μαθαίνει νὰ βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο δίπλα μας ὄχι ὡς ἐμπαθὴ ἢ ἐχθρό μας ἀλλὰ ὡς ἅγιο φωτοφόρο, ὅπως θὰ παρουσιασθεῖ μπροστὰ στὸν Χριστὸ στὴ Β΄ Παρουσία. Ὄχι ὅτι γινόμαστε Ἅγιοι μὲ τὸ νὰ προσκυνήσουμε τὴν εἰκόνα. Ἀλλὰ ἁγιάζονται πραγματικὰ τὰ μάτια μας καὶ μαθαίνουν μίαν ἄλλη ὅραση ἐσχατολογική. Ἔτσι κοιτώντας τὸν ἐχθρό, τὸν βλέπουμε σὰν φίλο, διότι ἀποκτοῦμε χάρη στὴν εἰκόνα τὸ ἐσχατολογικὸ ὅραμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ ὅλου τοῦ κόσμου.
Αὐτὴ τὴν αἰσθητικὴ πραγμάτωση τῆς ἁγιότητας μᾶς χαρίζει ἡ Εἰκόνα. Δὲν ζωγραφίζει τοὺς τέλειους ἠθικὰ ἁγίους. Ἀλλὰ παριστάνει ἀνθρώπους ποὺ δυνάμει μποροῦν νὰ ἀγαπήσουν τὸν Χριστό, καὶ νὰ ὁμοιωθοῦν πρὸς Αὐτόν. Αὐτὸ τὸ ἐσχατολογικὸ ὅραμα δὲν τὸ συναντοῦμε σὲ ἄλλη ζωγραφική. Εἶναι αὐτὸ ποὺ διακρίνει τὴν ὀρθόδοξη εἰκόνα ἀπὸ τὴ ζωγραφική. Καὶ εἶναι αὐτὸ πού, χαρίζοντας ἀπρόσμενη δυναμικὴ στὴν ἀνθρωπολογία, ἀποτελεῖ ὄντως αἰσθητικὴ πραγμάτωση τῆς ἁγιότητας.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἁγιότητα-Ἕνα λησμονημένο ὅραμα, ἐκδ. Ἀκρίτας. (Τεύχος 239 Ιούλιος-Αύγουστος 2012 της Πειραϊκής εκκλησίας)

2 Σχόλια

  1. Σεβαστέ Ποιμένα Πατέρα Σταμάτη,
    Επιτρέψτε μου νά σάς εκφράσω τήν ευγνωμοσύνη μου γιά τά όσα μ’ αυτό τό άρθρο σας “ξεκλειδώσατε” μέσα μου, μέ τήν όποια μου αισθητική αντίληψη καί κατανοητικότητα τών Αγιογραφιών τής καθ’ ημάς Ανατολής.
    Είμαι σίγουρος οτι μέ όσα απλά σάς γράφω εδώ διερμηνεύω καί τόν “φωτισμό” πολλών φίλων καί συναναγνωστών τού βαθυστόχαστου καί τόσο παραστατικού άρθρου σας.
    “Είμαι ένα μολύβι στό Χέρι τού Θεού”, θυμάμαι έγραφε παλιά η “γειτόνισσά” μας (τήν καταγωγή), κατόπιν Αγία Τερέζα τής Καλκούτας.
    Σάν νά μού φάνηκε πώς τό ίδιο Χέρι κατευθύνει καί τόν χρωστήρα σας …
    Αιτούμενος τής ευχής σας / Μιχάλης Ν. Σταμπούλης

  2. Το άκτιστο φως δεν ταυτίζεται με το “οντολογικό φως” , διότι το επίθετο “οντολογικός” αναφέρεται κυριολεκτικά (< ον) στην κτιστή ενθαδικότητα (πραγματικότητα). Το άκτιστο φως όμως λειτουργεί στην κτιστο-άκτιστη (κατά Χάρη) πραγματικότητα της ζωής των Αγίων.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here