Ἄλλο ἡ «καλλιέργεια» Ἄλλο ὁ «ἐστετισμός»

0
588

Εἶναι συναρπαστικὸ νὰ βλέπεις τὴν προσπάθεια ἑνὸς καλλιτέχνη νὰ βρεῖ τὴ σωστὴ ἰσορροπία. Ἂν τὸν ρωτούσαμε ὅμως γιατί ἔκανε τὸ ἕνα ἢ ἄλλαξε τὸ ἄλλο, δὲν θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ μᾶς ἀπαντήσει. Δὲν ἀκολουθεῖ πάγιους κανόνες. Βρίσκει ψηλαφητὰ τὸ δρόμο του. Μερικοὶ καλλιτέχνες ἢ κριτικοὶ προσπάθησαν κατὰ καιροὺς νὰ διαμορφώσουν κανόνες. Ἀκολουθώντας τους, οἱ μέτριοι καλλιτέχνες δὲν μπόρεσαν νὰ πετύχουν τίποτα, ἐνῷ οἱ μεγάλοι, ἀψηφώντας τους, μπόρεσαν νὰ βροῦν μιὰ νέα ἁρμονία. Ὅταν ὁ μεγάλος Ἄγγλος ζωγράφος Ρέυνολντς (Sir Joshua Reynolds) ἔλεγε στοὺς μαθητές του, στὴ Βασιλικὴ Ἀκαδημία, πὼς δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ γαλάζιο στὸ πρῶτο πλάνο ἑνὸς πίνακα ἀλλὰ νὰ τὸ κρατοῦν γιὰ τὸ φόντο, γιὰ τοὺς μακρινοὺς λόφους στὸν ὁρίζοντα, ὁ ἀντίζηλός του ὁ Γκέινσμπορω (Gainsborough) θέλησε, λένε, νὰ ἀποδείξει ὅτι τέτοιοι ἀκαδημαϊκοὶ κανόνες δὲν ἔχουν τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς νόημα. Ἔφτιαξε τὸ περίφημο «Blue Boy» («Γαλάζιο παιδί»), ὅπου τὸ γαλάζιο κοστούμι τοῦ ἀγοριοῦ, στὸ κέντρο τοῦ πρώτου πλάνου, προβάλλει θριαμβευτικὰ μπροστὰ στὸ θερμὸ φαιὸ τοῦ φόντου.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲν μπορεῖ νὰ θεσπίσει κανεὶς κανόνες αὐτοῦ τοῦ εἴδους, γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ προδικάσει τί ἐντύπωση θὰ ἤθελε νὰ πετύχει ὁ καλλιτέχνης. Μπορεῖ νὰ θέλει ἀκόμη καὶ μιὰ στριγκή, παράφωνη νότα, ἂν νιώθει πὼς αὐτὸ χρειάζεται. Ἐφόσον λοιπὸν δὲν ὑπάρχουν κανόνες γιὰ νὰ κρίνουμε ἂν ἕνας πίνακας ἢ ἕνα ἄγαλμα πέτυχε, εἶναι συνήθως ἀδύνατο νὰ ἐξηγήσουμε μὲ λόγια γιατί ἀκριβῶς πιστεύουμε πὼς ἀποτελεῖ μεγάλο ἔργο τέχνης. Αὐτό, βέβαια, δὲν σημαίνει πὼς ἕνα ἔργο εἶναι ἐξίσου καλὸ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο, ἢ πὼς εἶναι ἀνώφελο νὰ συζητοῦμε γιὰ θέματα γούστου. Ἂν δὲν ὠφελοῦν σὲ τίποτε ἄλλο οἱ συζητήσεις γιὰ τὴν τέχνη, μᾶς κάνουν τουλάχιστον νὰ κοιτάζουμε προσεχτικὰ τοὺς πίνακες, καὶ ὅσο περισσότερο τοὺς κοιτάζουμε, τόσο συχνότερα παρατηροῦμε σημεῖα ποὺ μᾶς εἶχαν διαφύγει. Ἔτσι ἀρχίζουμε νὰ διαισθανόμαστε τὸ εἶδος τῆς ἁρμονίας ποὺ προσπάθησε νὰ πετύχει κάθε γενιὰ καλλιτεχνῶν. Ὅσο πιὸ πολὺ καταλαβαίνουμε αὐτὲς τὶς ἁρμονίες, τόσο περισσότερο τὶς χαιρόμαστε, καὶ στὸ κάτω κάτω αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικό. Ἡ παλιὰ ρήση ὅτὶ δὲν χωρεῖ συζήτηση σὲ θέματα γούστου ἴσως νὰ εἶναι σωστή, αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάνει ν’ ἀγνοήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ γοῦστο μπορεῖ νὰ ἐξελιχθεῖ. Πρόκειται κι ἐδῶ γιὰ κοινὴ ἐμπειρία, ποὺ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ τὴν ἐπαληθεύσει σ’ ἕνα περιορισμένο πεδίο. Γιὰ ὅσους δὲν πίνουν τσάι, ἕνα εἶδος τσαγιοῦ μπορεῖ νὰ μοιάζει ἀκριβῶς μὲ κάποιο ἄλλο. Ἂν ὅμως ἔχουν τὸν καιρό, τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν εὐκαιρία νὰ διερευνήσουν τὶς λεπτότητες τῆς διαφορᾶς ἀνάμεσα στὰ εἴδη, εἶναι πιθανὸν νὰ γίνουν «εἰδήμονες» καὶ νὰ ξεχωρίζουν μὲ ἀκρίβεια τὸν τύπο καὶ τὸ χαρμάνι τοῦ τσαγιοῦ ποὺ προτιμοῦν. Κι ἡ γνώση αὐτὴ θὰ μεγαλώσει χωρὶς ἄλλο τὴν ἀπόλαυσή τους ἀπὸ τὰ πιὸ ἐκλεκτὰ χαρμάνια.

Τὸ γοῦστο στὴν τέχνη εἶναι, ἀναμφισβήτητα, κάτι ἀπείρως πιὸ περίπλοκο ἀπὸ τὸ γοῦστο στὴν τροφὴ καὶ στὸ ποτό. Τὸ θέμα δὲν εἶναι μόνο νὰ ἀνακαλύψεις διάφορες λεπτὲς γεύσεις, ἀλλὰ κάτι πιὸ σοβαρὸ καὶ πιὸ σημαντικό. Σὲ τελευταία ἀνάλυση, οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες ἔδωσαν ὅ,τι μποροῦσαν σ’ αὐτὰ τὰ ἔργα, ὑπέφεραν γι’ αὐτά, ἵδρωσαν γιὰ νὰ τὰ φτιάξουν, καὶ ἔχουν, τὸ λιγότερο, τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν ἀπὸ μᾶς νὰ προσπαθήσουμε νὰ καταλάβουμε τί θέλησαν νὰ κάνουν.

Τὰ ὅσα μποροῦμε νὰ μάθουμε γιὰ τὴν τέχνη δὲν ἔχουν τελειωμό. Πάντα μένουν καινούρια πράγματα ν’ ἀνακαλύψουμε. Τὰ μεγάλα ἔργα τέχνης φαίνονται διαφορετικὰ κάθε φορὰ ποὺ τὰ κοιτᾶμε. Μοιάζουν νὰ εἶναι τόσο ἀνεξάντλητα καὶ ἀπρόβλεπτα ὅσο καὶ οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι ἀπὸ μόνα τους ἕνας συναρπαστικὸς κόσμος, μὲ τοὺς δικούς του παράξενους νόμους, τὶς δικές του περιπέτειες. Κανένας δὲν πρέπει νὰ νομίζει πὼς ξέρει τὰ πάντα γι’ αὐτόν, γιατὶ κανένας δὲν μπόρεσε ποτὲ νὰ τὰ μάθει. Τίποτε ἴσως δὲν εἶναι τόσο σημαντικὸ ὅσο τοῦτο: γιὰ νὰ χαροῦμε αὐτὰ τὰ ἔργα χρειάζεται ἕνα φρέσκο μυαλό, ἕνα μυαλὸ ποὺ νὰ εἶναι ἕτοιμο νὰ συλλάβει κάθε νύξη καὶ νὰ ἀνταποκριθεῖ σὲ κάθε κρυμμένη ἁρμονία, ἕνα μυαλὸ πού, πάνω ἂπ’ δλά, δὲν εἶναι παστωμένο μὲ ἠχηρὲς λέξεις καὶ στερεότυπες φράσεις. Εἶναι πολὺ καλύτερα νὰ μὴν ξέρει κανένας τίποτε γιὰ τὴν τέχνη, παρὰ νὰ ἔχει τὸ εἶδος τῆς ἡμιμάθειας ποὺ ἐκτρέφει τὸ σνομπισμό. Ὁ κίνδυνος εἶναι πραγματικός. Ὑπάρχουν π.χ. ἄνθρωποι ποὺ ἔμαθαν, ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, τὰ ἁπλὰ πράγματα ποὺ προσπάθησα νὰ πῶ σὲ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο, καὶ ποὺ καταλαβαίνουν πὼς ὑπάρχουν μεγάλα ἔργα τέχνης χωρὶς καμμιὰ ἀπὸ τὶς φανερὲς ἰδιότητες τῆς ὀμορφιᾶς στὴν ἔκφραση καὶ στὸ σωστὸ σχέδιο. Οἱ ἴδιοι ὅμως αὐτοὶ ἄνθρωποι γίνονται τόσο ὑπεροπτικοὶ γιὰ τὶς γνώσεις τους, ποὺ τελικὰ προσποιοῦνται ὅτι τοὺς ἀρέσουν μόνον ἔργα ἄσχημα καὶ κακὰ σχεδιασμένα. Τοὺς κυνηγᾶ ὁ φόβος μήπως θεωρηθοῦν ἀγράμματοι, ἂν ὁμολογήσουν πὼς τοὺς ἀρέσει κάποιο ἔργο ποὺ εἶναι ἔκδηλα εὐχάριστο ἢ συγκινητικό. Καταλήγουν νὰ γίνουν σνόμπ, χάνουν τὴν ἱκανότητα νὰ χαίρονται πραγματικὰ τὴν τέχνη, καὶ ἀποκαλοῦν «πολὺ ἐνδιαφέροντα» ὅσα θεωροῦν περίπου ἀπωθητικά. Δὲν θὰ ἤθελα καθόλου νὰ συμβάλω σὲ μιὰ τέτοια παρεξήγηση. Προτιμῶ νὰ μὴ γίνω καθόλου πιστευτός, παρὰ νὰ μὲ πιστέψουν μ’ αὐτὸν τὸν ἄκριτο τρόπο.

Στὰ ἑπόμενα κεφάλαια θὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἱστορία τῆς τέχνης, δηλαδὴ τὴν ἱστορία τῶν κτιρίων, τῆς ζωγραφικῆς καὶ τῆς γλυπτικῆς. Πιστεύω πὼς ἂν μάθουμε κάτι ἀπ’ αὐτὴν τὴν Ἱστορία, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε εὐκολώτερα γιατὶ οἱ καλλιτέχνες δούλεψαν μ’ ἕναν ὁρισμένο τρόπο, ἢ γιατὶ προσπάθησαν νὰ προκαλέσουν μιὰν ὁρισμένη αἴσθηση. Εἶναι προπάντων μία καλὴ μέθοδος γιὰ νὰ ὀξύνουμε τὸ βλέμμα μας ὥστε νὰ διακρίνουμε τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ τῶν ἔργων τέχνης, καὶ νὰ μεγαλώσει ἔτσι ἡ εὐαισθησία μας σὲ σχέση μὲ τὶς λεπτώτερες ἀποχρώσεις ποὺ κάνουν τὸ ἕνα νὰ διαφέρει ἀπὸ τὸ ἄλλο. Εἶναι ἴσως ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ μάθουμε νὰ τὰ χαιρόμαστε αὐτὰ καθεαυτά. Ὑπάρχουν, ὡστόσο, ὁρισμένοι κίνδυνοι. Βλέπουμε κάποτε ἀνθρώπους νὰ περιφέρονται σὲ μιὰ πινακοθήκη μὲ τὸν κατάλογο στὸ χέρι. Κάθε φορὰ ποὺ σταματοῦν μπροστὰ σὲ ἕναν πίνακα, ψάχνουν ἀνυπόμονα γιὰ τὸν ἀριθμό. Ξεφυλλίζουν τοὺς καταλόγους τους, καὶ μόλις βροῦν τὸν τίτλο ἢ τὸ ὄνομα ἀπομακρύνονται. Θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν μείνει σπίτι τους, ἀφοῦ δὲν κοίταξαν καλὰ καλὰ τὸν πίνακα. Ἔλεγξαν μόνο τὸν κατάλογο. Αὐτὸ μοιάζει μὲ διανοητικὸ βραχυκύκλωμα, ποὺ δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν ἀπόλαυση ἑνὸς ἔργου ζωγραφικῆς.

Οἱ ἄνθρωποι ποὺ κάτι ξέρουν ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς τέχνης διατρέχουν καμμιὰ φορὰ τὸν κίνδυνο νὰ πέσουν σὲ παρόμοια παγίδα. Ὅταν δοῦν ἕνα ἔργο τέχνης, δὲν στέκονται νὰ τὸ κοιτάξουν, ἀλλὰ μᾶλλον ψάχνουν στὴ μνήμη τους γιὰ νὰ βροῦν τὴν κατάλληλη ἐτικέτα. Ἴσως νὰ ἄκουσαν πὼς ὁ Ρέμπραντ ἦταν ξακουστὸς γιὰ τὸ chiaroscuro του —ἰταλικὸς ὅρος γιὰ τὴ φωτοσκίαση. Ὅταν λοιπὸν βλέπουν ἕνα ἔργο του, κουνᾶνε τὸ κεφάλι τοὺς γεμάτοι σοφία, ψιθυρίζοντας: «καταπληκτικὸ κιαροσκοῦρο», καὶ προχωροῦν στὸν ἑπόμενο πίνακα. Θέλω νὰ εἶμαι ἀπόλυτα εἰλικρινὴς γι’ αὐτὸν τὸν κίνδυνο τῆς ἡμιμάθειας καὶ τοῦ σνομπισμοῦ, γιατὶ ὅλοὶ ἔχουμε τὴν τάση νὰ ὑποκύπτουμε σὲ τέτοιους πειρασμούς, κι ἕνα βιβλίο σὰν κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τοὺς πληθύνει. Θὰ ἤθελα νὰ βοηθήσω ν’ ἀνοίξουν μάτια, ὄχι νὰ λυθοῦν γλῶσσες. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ λέμε ἐξυπνάδες γιὰ τὴν τέχνη, γιατὶ οἱ λέξεις ποὺ μεταχειρίζονται οἱ κριτικοὶ χρησιμοποιήθηκαν μὲ τόσο διαφορετικὲς ἀφορμὲς ὥστε ἔχουν χάσει κάθε ἀκρίβεια. Εἶναι πολὺ πιὸ δύσκολο, ἀλλὰ καὶ πολὺ πιὸ ἱκανοποιητικό, νὰ κοιτάξουμε ἕναν πίνακα μὲ νέο μάτι καὶ νὰ ξανοιχτοῦμε σ’ ἕνα ἐξερευνητικὸ ταξίδι —ἀπὸ τὸ ὁποῖο κανεὶς δὲν ξέρει τί μπορεῖ ν’ ἀποκομίσει.

 

Μέρος ἀπὸ τὸ κεφάλαιο «Ἡ τέχνη καὶ οἱ καλλιτέχνες» τοῦ βιβλίου «Τὸ χρονικὸ τῆς τέχνης», ἐκδ. Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος Ἐθνικῆς Τραπέζης, σὲ μετάφραση τῆς Λίνας Κάσδαγλη.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Howard Kanovitz, φιλοτεχνημένο το1967

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here