Ο ψηφιακός καπιταλισμός ως συντελεστής απανθρωπίας

0
876

Τα τελευταία χρόνια και με ολοένα αυξανόμενη ένταση παρατηρείται η μονοσήμαντη προσέγγιση της εργασίας ως παραγωγικού απλώς συντελεστή, ως απλού δηλ. συντελεστή παραγωγής προϊόντων, υπηρεσιών και, εν τέλει, κέρδους, οι δε ευρύτατες ψυχολογικές και εν γένει ανθρωπολογικές διαστάσεις της, ως ατομικού όσο και κοινωνικού αγαθού, μοιάζουν να αγνοούνται απολύτως.

Οι τελευταίες συνδέονται καταλυτικά με την διάπλαση καθ’ εαυτήν του ανθρωπίνου προσώπου και δη την καλλιέργεια των ταλάντων του, την ανάπτυξη των επικοινωνιακών του ικανοτήτων, δηλ. την όξυνση της εκ μέρους του δυνατότητας μοιράσματος της ζωής, την σπουδή της ανίχνευσης της μεσότητας στο καμίνι της αμεσότητας καθώς, εν τέλει, και την προϊούσα ψυχική του ωρίμανση μέσω της αλληλεπίδρασής του με τα πρόσωπα και τα πράγματα -όχι μόνον σε άυλο αλλά και- σε καθαρά πραγματικό, υλικό, όντως ψηλαφήσιμο πεδίο και επίπεδο.

Η άκρατη όσο και ασυγκράτητη πορεία προς μια διαρκώς ογκούμενη ψηφιοποίηση της οικονομικής μας ζωής αποτελεί σαφή όσο και απολύτως ενδεικτική εκδήλωση αυτής της μονοσήμαντης οπτικής και δη όχι μόνον επί του πεδίου της εργασίας ή της εν γένει επαγγελματικής ενασχόλησης αλλά και επί του όλου κοινωνικού γεγονότος, συνιστά δε γνήσιο όσο και ώριμο τέκνο του καπιταλιστικού πολιτισμικού παραδείγματος, το οποίο, ως γνωστόν, και φιλάρεσκα αρέσκεται να βλέπει -ή, μάλλον, να μετράει- τα πάντα, αποκλειστικώς και μόνον υπό το πρίσμα της μετρήσιμης αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας (efficiency), της πνιγηρής χρησιμοθηρίας και του συναφούς στεγνού “εξορθολογισμού” κάθε σχεδόν όρου του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Η συγκεκριμένη ιστορικοϋλιστική προσέγγιση διαθέτει και προβάλλει, ως -πενιχρό, πάντως- σύμμαχο και ως «ατράνταχτο» συνάμα άλλοθί της, την εκ μέρους της επαγγελλομένη και εν πολλοίς πράγματι (από)υλοποιουμένη διαρκή επαύξηση της ταχύτητας συντέλεσης -ούτως δε και απλώς διεκπεραίωσης- κάθε οικονομικής -και εν πολλοίς ή κατ’ αποτέλεσμα κοινωνικής- εν γένει κίνησης, καθ’ όσον βεβαίως, κατ’ αυτήν, «ο χρόνος είναι χρήμα» («time is money»).

Στο πλαίσιο αυτό και εν ονόματι, αναλόγως, της “ταχύτητας” ή και της “επιτάχυνσης” κατά τα ανωτέρω, οργανώνει και εξαπολύει ένα διεθνοποιημένο, ακατάπαυστο, ανελέητο όσο και, κυρίως, α-νόητο πραγματικά κυνηγητό per mare per terram, όπου ελάχιστοι μεν οι κυνηγοί, άπειροι δε οι κυνηγούμενοι · πάρα δε τους πραγματικά ιλιγγιώδεις ρυθμούς ζωής – πικρούς καρπούς της ζητουμένης ακριβώς «επιτάχυνσης», όσον δε και κατά τραγική ειρωνεία, ο πραγματικά διαθέσιμος ελεύθερος χρόνος, αυτό το ανεκτίμητης αξίας πολιτισμικό πρόταγμα και ζητούμενο, δεν καταλήγει πάρα διαρκώς να απομειούται, να συρρικνούται και να χάνεται, η δε ανθρώπινη ελευθερία μοιάζει να στραγγαλίζεται μέσα στις λαμπυρίζουσες αλυσίδες της πλήρους όσο και επιπόλαια ενθουσιώδους υποταγής της στην διαβόητη αξία της μετρήσιμης «χρησιμότητας». Είναι σαφές: πρόκειται περί καθαρής αιχμαλωσίας, ανεπίγνωστης εθελοδουλείας. Και πώς άλλως; Μάς το υπενθυμίζει με απαράμιλλη λιτότητα ο Αριστοτέλης: «Τὸ ζητεῖν ἁπανταχοῦ τὸ χρήσιμον ἥκιστα ἁρμόζει τοῖς μεγαλοψύχοις καὶ ἐλευθερίοις».

Αδιαμφισβήτητα, εκείνο που πρωτίστως αδυνατεί πλήρως να συλλάβει η κυρίαρχη σήμερα ιδεοληψία και πρακτική του χρηματοπιστωτικού – ψηφιακού καπιταλισμού είναι το εμπειρικά προφανές: Η εργασία, όπως και τα πάντα τελικώς στην ζωή, αποκτούν αληθινό νόημα και γεννούν καρπούς πλήρωσης και όντως χαράς, όταν η όποια πραγματική ατομική ΑΝΑΓΚΗ μεταποιείται σε κοινωνουμένη ΣΧΕΣΗ.

Για παράδειγμα, η ανάγκη μας καθ’ εαυτήν  για τροφή θα μπορούσε να ικανοποιηθεί απολύτως επαρκώς, ακόμη και αν τρώγαμε πάντα κατά μόνας ή αν καταπίναμε ένα πολυβιταμινούχο χάπι ανά 24ωρο ή και εβδομαδιαίως ή εάν λαμβάναμε τα σχετικώς απαιτούμενα στοιχεία μέσω ορού, οπότε, μεταξύ άλλων, οπωσδήποτε θα κατορθώναμε να εξοικονομήσουμε χρόνο, σωματικό κόπο όσο και, ενδεχομένως, χρήμα. Αλλά η ανάγκη μας αυτή αποκτά άλλο νόημα, φανερώνοντας ίσως εν μέρει και την κεκρυμμένη αιτία και τον αληθινό της σκοπό, πλουτίζοντάς μας με άλλης ποιότητας καρπούς, οσάκις μεταποιείται σε σχέση πραγματική, εμπράγματη και ενσώματη, με τα πρόσωπα και τα πράγματα, εκκινώντας από αυτήν την προπαρασκευή και το μαγείρεμα του γεύματος και καταλήγοντας στο μείζον, την πρόσκληση να φάμε παρέα, μοιραζόμενοι την χαρά της σχέσεως κοινωνίας.

Αναλόγως και αντιστοίχως, κάθε δραστηριότητά μας, συνεπώς δε και η εργασία μας, καρποφορεί συνολικώς πολύ λιγότερο, πρωτίστως για εμάς τους ίδιους, οσάκις κατατείνει στην απλή διεκπεραιωτική εκτέλεση ενός αντικειμενικού στόχου ή σκοπού και δη μέσω της περιχαρακώσεως του “εγώ” στα ασφαλή, σταθερά και αμετάβλητα σύνορα των “ανέπαφων επαφών” και της αποκοπής του από το βιωματικό γεγονός της άμεσης σχέσης με τον -διακονούμενο ή διακονούντα- «άλλον», υπό τους όρους, τουλάχιστον, της πρόσληψης του ανθρωπίνου υποκειμένου όχι μόνον ως κοινωνικού όντος αλλά και ως σύνολης, ενιαίας και αδιάσπαστης ψυχοσωματικής και υλικοπνευματικής οντότητας, η οποία και μετέχει σε ένα γεγονός σχέσης, δια της εισόδου της στο πεδίο της κοινωνουμένης -και όχι στενά ατομικής ή και απλώς διαδικτυακά διαδραστικής- εμπειρίας.

Η εν ονόματι της πλέον πρόσφατης τεχνολογικής επανάστασης σταδιακή όσο και μετ’ επαίνων απομάκρυνση του ανθρώπου από το κατά τα ως άνω κυρίως ανθρώπινο, δηλ. από τον αμέσως προσωπικό και κοινωνικό χαρακτήρα της υπόστασης του, όπως ο τελευταίος εκφράζεται μέσω της επίθεσης της σφραγίδας της προσωπικής του ετερότητας σε κάθε πεδίο της ατομικής του έκφρασης, ήτοι από την αποτύπωση του γραφικού του χαρακτήρα μέχρι την εκδήλωση του τρόπου της φυσιογνωμικής, κινησιολογικής και εν γένει συμπεριφορικής του εκφραστικής στο στίβο των άμεσων σχέσεων κοινωνίας, και η υποκατάστασή του από ένα πλαίσιο απομακρυσμένων, εξ αποστάσεως, απρόσωπων, κατά το μάλλον ομοιότροπων και επαναλαμβανόμενων επί τη βάσει ενός σταθερού μοτίβου, ανέπαφων, ψηφιακών επαφών όχι μόνον δεν υπηρετεί και δεν άγει στην κατά ανωτέρω διάπλαση του ανθρωπίνου προσώπου κατά πλήρωση ή, πάντως, αξιοποίηση των υπαρκτικών του δυνατοτήτων αλλά και άγει μετά βεβαιότητας στην πρόκληση βαρύτατων μορφών κοινωνικής αναπηρίας.

Και τούτο, διότι η αμεσότητα των σχέσεων κοινωνίας δοκιμάζει και, συνεπώς, γυμνάζει τις ατομικές αρετές μέσα από το καμίνι και την τριβή της προσωπικής επαφής εντός των πεπερασμένων ορίων του υλικού χώρου των τριών διαστάσεων και την βάσανο -όσο βεβαίως και την χαρά- της ψηλαφήσιμης -και όχι απλώς ιχνηλατήσιμης– ανθρώπινης παρουσίας.

Ο ιστορικός υλισμός, μέσω της εμμονικής λατρείας του ανθρωπίνου νου και, συνακόλουθα, της πλήρους υποταγής του στην μονοτροπία της νοησιαρχίας, αφού απομάκρυνε τον άνθρωπο από το πνεύμα, έρχεται να τον χωρίσει πλέον και από αυτήν την ευλογημένη ύλη, το τελευταίο οχυρό της ανθρωπιάς του, της κατά φύσιν τουλάχιστον πορείας του.

Για πρώτη ίσως φορά στην Ιστορία, το διανοητικό στοιχείο επιτίθεται ταυτόχρονα και με τέτοια ένταση τόσο στο μυστικό όσο και στο ενσώματο στοιχείο της κοινωνήσιμης βιοτής του ανθρώπου, στο πλαίσιο μιας προϊούσας, πνευματικά απονεκρωμένης, ψυχικά στεγνής και παντελώς ακοινώνητης αποϋλοποίησης κάθε σχεδόν βιωματικού γεγονότος, ως γεγονότος, τουλάχιστον, πραγματικής -και όχι εικονικής- σχέσεως και εμπειρίας. Ωστόσο, καθόλου αναπάντεχα: Ο μηδενισμός, ως εξ ορισμού ατομοκεντρική και καταθλιπτική εκδήλωση, καταστρέφει τα πάντα, μέχρις ότου εν τέλει απομείνει μόνος με αυτό το είδωλο του: το απόλυτο μηδέν.

 

  • Συμβολαιογράφος Πειραιώς, Μ.Δ. Εμπορικού Δικαίου

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Στην πλατεία”, 2004) είναι έργο της Μαρίας Βαξεβάνογλου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here