Χριστούγεννα ως ιεροποίηση του (αρχαίου) Κοινού Λόγου

0
120

ΕΙΝΑΙ γεγονός, ότι στην εσχατιά της πρώτης π.Χ. χιλιετίας, ο ελληνισμός είχε φτάσει σε έσχατο όριο πνευματικής παρακμής! Σε βαθμό, που έμοιαζε φαντασιακή η πιθανότητα επιβίωσής-του ως ιστορικού λαού. Αφότου, αντικατέστησε το (πολιτικό) άθλημα του «κοινωνείν» με το σοφιστικό «ιδιάζειν», κατέληξε να ενσαρκώνει τον αποκρουστικό «γραικύλο», των ρωμαϊκών χρόνων. Υποδουλωμένος στον εαυτό-του, έρμαιο συνεπώς των παθών-του, και βεβαίως πρόθυμο πια υποζύγιο του ανατολικού δεσποτισμού. Ήδη οι εξ Ανατολής μιθραϊκές δεισιδαιμονίες, είχαν οριστικά υποκαταστήσει την αρχαία θρησκεία, εγκλωβίζοντάς-τον σε έναν ασφυκτικό κλοιό ευκρινέστατου επιθανάτιου ρόγχου.

Από τον κλοιό αυτό τον εξήγαγε, η έλευση του Χριστού, και το άγγελμά-της. Καθόσον, παρότι παρηκμασμένος, ο ελληνισμός διέθετε ακόμα αποθέματα πνευματικού σφρίγους, ώστε να αναγνωρίσει ό,τι καινό κόμιζε ο Χριστός. Ο οποίος, σημειώνω, ούτε νέα θρησκεία, ούτε νέο ηθικό κώδικα, όπως λανθασμένα εξακολουθεί να το εκλαμβάνει η Δύση, (ρωμαιοκαθολική ή προτεσταντική αντιστοίχως) εισήγαγε στον κόσμο. Μια πρόταση, για νέο τρόπο αναζήτησης του «αληθούς», σήμανε η θεία ενανθρώπηση. Αυτό το μείζον, και παλαιόθεν εκζητούμενό-του, είδε ο ελληνισμός ως άγγελμα των Χριστουγέννων!
Υιοθετώντας το άγγελμα εκείνο, υιοθέτησε και μια νέα νοοτροπία: Να θεωρεί τον Θεό ως Ον το οποίο δεν ερμηνεύεται από τον «αυθύπαρκτο» κόσμο, αλλά ότι εκείνο ερμηνεύει ως προϋπόθεση τον κόσμο. Η αναγωγή δηλ. του Είναι, στην ελευθερία του Θεού, (ελευθερία, να μετέχει σαρκός ενανθρωπιζόμενος), υπήρξε νέα κοσμογονία για τον ελληνισμό! Και έτσι αναγεννημένος, παρήγαγε νέο ελληνικό πολιτισμό, με οικουμενικό πάλι ενδιαφέρον, για άλλα 1100 αδιαμφισβήτητα χρόνια. Που ως εν μέρει γεννήτορας και της Ευρώπης, έδρασε γενεσιουργός και μετά τη χιλιετία εκείνη! Κι ας η Ευρώπη άλλαξε τόσο στην πορεία…
Νέος τρόπος αναζήτησης της «αλήθειας», και νέα αντίληψη περί «ελευθερίας» είναι ό,τι χαρακτηρίζει τον πολιτισμό, που μ.Χ. παρήγαγε ο Χριστιανικός Ελληνισμός. Το κεφαλαιώδες αυτό φιλοσοφικό ζήτημα, (ποιο είδος δηλ. ελευθερίας ο Χριστιανισμός προσέφερε στον Ελληνισμό) συζητεί και σε πρόσφατο μελέτημά-του ο Θεόδωρος Ζιάκας.[1] Εκεί, ο διεισδυτικός αυτός διανοητής, εισάγει στη συζήτηση, την αρχαιοελληνική σχέση με την «κοσμική Ανάγκη». Σημειώνω παρενθετικά ότι στον αρχαιοελληνικό κόσμο, η Ανάγκη ήταν θεότητα, συμβόλιζε δε και την ακαταμάχητη (υπερ-θεϊκή) δύναμη. Ως τέτοια απαντιέται σε ποιητές και φιλοσόφους: «Ανάγκα και θεοί πείθονται».[2]
Παράλληλη με την «κοσμική Ανάγκη» έννοια, όπως αναλύει ο Ζιάκας, είναι για την αρχαία Ελλάδα, η «κοσμική Δικαιοσύνη», που συγκρατεί τον Κόσμο σε αρμονία. Αυτές οι δυο δυνάμεις λειτουργούν ως το «ιερό δέος» που συνέχει και την πόλη. (Γι’ αυτό και διερωτάται ο Αισχύλος, «πώς μπορεί να σταθεί πόλη χωρίς τον ιερό φόβο».[3]) Αυτή λοιπόν την αρμονική σχέση «Δικαιοσύνης-Ανάγκης», (από τίνος και ταύτισή-τους) ανέστρεψε ο άνθρωπος της ελληνικής παρακμής. Που ως άτομο πια διαλυμένο, και δούλο της ιδιωτείας-του (του σοφιστικού ιδιάζειν, όπως προείπαμε) την θεωρούσε δέσμευση «ελευθερίας».
Το είδος λοιπόν της ελευθερίας, συμπληρώνει ο Ζιάκας, που ο χριστιανισμός προσέφερε στο ελληνικό πνεύμα, δεν είναι ότι το απελευθέρωσε από την «υποταγή στην κοσμική Ανάγκη». Του πρότεινε, ως εναλλακτική λύση, κάτι άλλο: να βάλει τον τράχηλό-του κάτω από τον ζυγό της Αγάπης! Μόνο αυτή η υποταγή μπορούσε να είναι η βάση της ατομικής ελευθερίας. «Αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»! «Ομολογία» δεν σήμαινε, αυτό που νομίζουμε εμείς σήμερα: τη «δήλωση» που αποσπά ο ανακριτής, αλλά τη μετοχή στον ιερό Κοινό Λόγο!
Λόγια αυτά του Ζιάκα. Μετοχή στον αρχαίο Κοινό Λόγο, που τώρα είναι και Ιερός! Και φυσικά Καινός… Αυτό προσέφερε στον Ελληνισμό η γέννηση του Χριστού.
Αυτά λοιπόν από τον Θεόδωρο Ζιάκα! Που δεν είναι καν θεολόγος. Μαθηματικός είναι…
[1]«Ανάγκη και Ελευθερία», Αντίφωνο, 10/12/13
[2]Κατά παραλλαγή ρήσης Πιττακού του Μυτιληναίου. (Ανάγκα ουδέ θεοί μάχονται)
[3]Ιερός φόβος, δεν είναι βυζαντινή «θρησκοληψία», όπως φλυαρούν οι παρ’ ημίν «προοδευτικοί». Τριακόσια χρόνια πριν τον Αισχύλο, το είπε και ο Όμηρος.  Στο «Ζ» της Οδύσσειας, (στ.121) όπου φωνές ανθρώπινες, στη χώρα των Φαιάκων, τον ξύπνησαν από τον ληθαργικό ύπνο που έπεσε ναυαγός, ο Οδυσσέας διερωτάται τι είδους άνθρωποι κατοικούν σ’ αυτό τον άγνωστο τόπο; Είναι τάχα άγριοι, ή «έχουν φόβο θεού στον νου-τους»; (…σφιν νόος εστί θεουδής;)
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Δέρπαπα.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here