Φαινομενολογία της Ελλαδικής και Οικουμενικής Ορθοδοξίας σήμερα

0
52

«Ἱε­ρο­τύ­ποις Εἰ­κό­σι, νῦν ὡ­ρα­ΐ­ζε­ται, ὡς νύμ­φη κο­σμη­θεῖ­σα, ἡ Χρι­στοῦ Ἐκ­κλη­σί­α,  καί πά­ντας συ­γκα­λεῖ­ται πνευ­μα­τι­κῶς, ἑορ­τά­σαι συ­νέλ­θω­μεν, ἐν ὁ­μο­νοί­ᾳ καί πί­στει χαρ­μο­νι­κῶς, με­γα­λύ­νο­ντες τόν Κύ­ριον»

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εἶναι ἀλή­θεια ὅτι ἡ ἐπο­χή μας δια­πνέ­ε­ται ἀφε­νός μέν ἀπό μιά «αἱρε­τι­κό­τη­τα», μέ τήν ἔννοια τῆς ἀπο­λυ­το­ποί­η­σης τοῦ μέ­ρους, τ.ἔ. τῆς με­ρι­κο­ποί­η­σης καί διά­σπα­σης τῆς κα­θο­λι­κό­τη­τας τῆς ἀλή­θειας, καί ἀφε­τέ­ρου ἀπό ἕνα πνεῦμα γε­νι­κοῦ ἀνα­βρα­σμοῦ καί νέ­ων ζυ­μώ­σε­ων, ὅσο ἀφορᾶ στίς σχέ­σε­ις Κρά­τους καί Ἐκκλη­σί­ας, μέ εὐρύ­τε­ρες, του­λά­χι­στον γιά τή χώ­ρα μας, πο­λι­τι­κές (βλ. σύ­γκρου­ση πο­λι­τι­σμῶν, εὐρω­πα­ϊ­κό Σύ­νταγ­μα κ.λπ.) καί θρη­σκειο-θε­ο­λο­γι­κές (βλ. δια­χρι­στια­νι­κοί διά­λο­γοι) δια­στά­σεις. Μέ ἄλλα λό­για, ἡ σχέ­ση τῶν ἀνθρώ­πων, καί ἰδιαί­τε­ρα τοῦ ἑλλη­νι­κοῦ λα­οῦ, μέ τήν Ἐκκλη­σί­α του δέν εἶναι σή­με­ρα αὐτή πού ἦταν κα­τά τούς τε­λευ­ταί­ους αἰῶνες. Μιά τό­σο, λοι­πόν, συ­γκε­χυ­μέ­νη, ἀνα­σφα­λής καί ἐκκο­σμι­κευ­μέ­νη κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κά κα­τά­στα­ση δέν μπο­ρεῖ πα­ρά, ὅσο πο­τέ ἄλλο­τε, νά ἔχει τήν ἀνά­γκη ἐπα­νε­ξέ­τα­σης τῆς πο­ρεί­ας της μέσα στή ζω­ή.

Ἀναμφισβήτητα, ἔξω ἀπό τήν ὀρθή κα­τεύ­θυν­ση, σάν κι’ αὐτή πού πα­ρέ­χει ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α, ὁ ἄνθρω­πος χά­νει τόν προσ-α­να­το­λι­σμό του, ἐξα­κο­λου­θώ­ντας νά λα­τρεύ­ει τόν Προ­μη­θέ­α Δε­σμώ­τη, ὁ ὁποῖος, μέ τίς δι­κές του καί μόνο δυ­νά­μεις, ἀδυ­να­τεῖ νά ἀπε­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀπό τή δου­λεί­α τῶν ἀντι­μα­χο­μέ­νων του παθῶν, προ­κει­μέ­νου νά ἀπο­κα­τα­στή­σει τήν ἑνό­τη­τα στή δι­χα­σμέ­νη καί ἀντι­φα­τι­κή ὕπαρ­ξή του.

Ὅλα αὐτά, ἀναντίρρητα, ἐπι­βάλ­λουν ἐν πρώ­τοις νη­φά­λια τή φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή ἐπι­σή­μαν­ση τῶν ἐπαρ­κειῶν καί ἀνε­παρ­κειῶν μας ὡς Χρι­στιανῶν Ὀρθο­δό­ξων (δηλ. αὐτο­κρι­τι­κή τοῦ κα­τά πό­σο εἴμα­στε τωόντι Ὀρθό­δο­ξοι), οὕτως ὥστε νά ὁδη­γη­θοῦμε, στή συ­νέ­χεια, σέ μιά αὐτο­κά­θαρ­ση καί με­τά­νοια, χω­ρίς θρη­σκευ­τι­κές ἤ ἰδε­ο­λο­γι­κές ἀγκυ­λώ­σεις, ἐκκλη­σια­στι­κούς στρου­θο­κα­μη­λι­σμούς ἤ προ­κα­τα­λή­ψεις καί σύν­δρο­μα αἰώ­νιας κα­κο­δαι­μο­νί­ας ἤ ἀνα­ξιο­πά­θειας, οὔτε ὑπερ­φί­α­λους ἐνθου­σια­σμούς καί ἐκμο­ντερ­νι­στι­κά λε­κτι­κά πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Για­τί δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε ὅτι δό­ξα στό Χρι­στια­νι­σμό εἶναι ὁ Σταυ­ρός τῶν μαρ­τύ­ρων. Ἄρα, ἕνας πα­ρω­χη­μέ­νος θρί­αμ­βος τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, ὅπως αὐτός πού στίς 11 Μαρ­τί­ου τοῦ 843 μ.Χ. κα­θιε­ρώ­θη­κε πα­νη­γυ­ρι­κά στόν ἱε­ρό Να­ό τῆς τοῦ Θε­οῦ Σο­φί­ας κα­τά τῆς Εἰκο­νο­μα­χί­ας, χω­ρίς με­τά­νοια καί ὀρθο­πρα­ξί­α γιά διαρ­κῆ κα­τα­δί­κη πά­σης δογ­μα­τικῆς πλά­νης, κα­τα­ντᾶ ὄχι μό­νο κα­πή­λευ­ση τοῦ ὀνό­μα­τος ὀρθό­δο­ξος ἤ ψευ­δαί­σθη­ση καί ἁπλῆ αὐτα­ρέ­σκεια, ἀλλ’, ἐν τέ­λει, καί ἐμπαιγ­μός αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας. Ἐπιπροσθέτως, στά πλαί­σια τῆς ἔξω­θεν καλῆς μαρ­τυ­ρί­ας, δο­θεί­σης μά­λι­στα σήμερα τῆς πα­γκο­σμιο­ποί­ησης, ἐπι­βάλ­λε­ται πλη­ρέ­στε­ρη ἐνη­μέ­ρω­ση γιά τίς ἀντι­λή­ψεις τῶν μή Ὀρθο­δό­ξων ὅσο ἀφορᾶ στήν «ἀνα­το­λι­κή Ὀρθο­δο­ξί­α», για­τί ναί μέν «ὁ πνευ­ματικός ἀνα­κρί­νει τά πά­ντα, αὐτός δέ ὑπ’ οὐδε­νός ἀνα­κρί­νε­ται», ἀλλά μέ­χρι τῆς Τε­λικῆς Κρίσε­ως κα­νέ­νας ἄνθρω­πος ἤ ὅμι­λος ἀνθρώ­πων δέν δι­καιοῦται νά μο­νο­πω­λεῖ τήν αὐθε­ντι­κή ἑρμη­νεί­α, νά κα­τέ­χει δηλ. τό Ἀλά­θη­το, πα­ρά μό­νο ἡ θε­αν­θρώπι­νη κοι­νω­νί­α, ἤτοι ἡ Ἐκκλη­σί­α ὡς Ὅλο. Κατ’ αὐτόν τόν τρό­πο, ἡ Ἀνα­το­λή θά μπο­ρέ­σει νά κα­τα­νο­ή­σει βα­θύ­τε­ρα τή Δύ­ση, νά δια­λε­χθεῖ σο­βα­ρά μα­ζί της καί, ἄν πράγ­μα­τι ἔχει κάτι νά τῆς δώ­σει, ὅπως, ἄλλω­στε, ζη­τοῦν ἀκό­μα καί αὐτοί οἱ ἴδιοι οἱ ἑτε­ρό­δο­ξοι, λέγο­ντας ὅτι «‛πρέ­πει νά ἔλθῃ ἡ Δύ­σις νά μα­θη­τεύσῃ εἰς τήν Ἀνα­το­λήν’, δηλ. νά ἀνα­βα­πτι­σθῇ ἡ ἀνθρω­πό­της στό πα­τε­ρι­κό πνεῦμα τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, ἡ ὁποί­α εἶναι ὁ αἱμο­δό­της τῆς ἀνθρω­πό­τη­τας», τό­τε νά τῆς τό προ­σφέρει, ἄν καί, ἄς μήν γε­λιό­μα­στε, θά τό πά­ρει μό­νη της (ἄν, βέ­βαια, ἀντα­πο­κρί­νε­ται στή βιο­θεωρί­α της), ὅπως συνέ­βη κα­τά τούς πρώ­τους ἀπο­στο­λι­κούς χρόνους, καί ὄχι μέσω τῆς ὁποιασ­δή­πο­τε δια­φή­μι­σης καί ἔντε­χνης προ­βολῆς τοῦ «προϊ­ό­ντος».

Μέ ἀ­φορ­μή, λοι­πόν, τήν εὐλαβῆ πα­νή­γυ­ρη τῆς ὀνο­μαστικῆς ἑορ­τῆς τῆς «μητρός ἡμῶν Ἐκκλησίας», θά ἐ­ξε­τά­σου­με ἐν πά­ση δυ­νατῆ συντο­μί­α:

α) ποιές ἀντι­λή­ψεις ἐπι­κρα­τοῦν σή­με­ρα γιά τόν ὅρο ὀρθο­δο­ξί­α,

β) τί πραγ­μα­τι­κά ση­μαί­νει ἤ εἶναι ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α,

γ) πῶς τή βλέ­που­με ἐμεῖς οἱ Ὀρθό­δοξοι,

δ) πῶς τή βλέ­πουν οἱ ἑτε­ρό­δο­ξοι, καί τέ­λος

ε) ποιές εἶναι οἱ δυ­να­τό­τη­τες καί οἱ προ­ο­πτι­κές τῆς ἑλλα­δικῆς καί οἰκου­με­νικῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας στά πλαί­σια τῆς σύγ­χρο­νης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Πρίν ἀπό λί­γα χρό­νια, σε­πτός Μη­τρο­πο­λί­της στήν ὁμι­λί­α του στό Μη­τρο­πο­λι­τι­κό Να­ό Ἀθηνῶν κα­τά τήν Κυ­ρια­κή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, εἶχε, πο­λύ εὔστο­χα καί πε­ριε­κτι­κά, πεῖ: «Ἀκό­μη καί σή­με­ρα, ὅσοι μι­λοῦν γιά Ὀρθο­δο­ξί­α, τήν ἐννο­οῦν ὡς ἰδέ­α, ὡς ἔθι­μα, ὡς πο­λι­τι­στι­κό ἀγα­θό, ὡς κτί­σμα­τα καί μορ­φές καλ­λι­τε­χνικῆς δη­μιουρ­γί­ας, ὡς ὑπο­λο­γί­σι­μο ὑπό­λειμ­μα λα­ϊκῆς θρησκευ­τι­κό­τη­τος, ὡς κλει­στό χῶρο ἐπι­κυ­ριαρ­χί­ας τοῦ ‛με­σαιω­νί­ζο­ντος’ κλή­ρου, ὡς ἐμπο­ρεύ­σι­μο ἐθνι­κι­στι­κό σύν­θη­μα καί ὡς μο­χλό πα­ρεμ­βά­σε­ως στό Βαλ­κα­νι­κό χῶρο». Ἄν κα­νείς θά ἤθε­λε νά ἀνα­λύ­σει πα­ρα­γο­ντι­κά τήν πα­ρά­γρα­φο αὐτή, χω­ρίς ἰδιαί­τε­ρη δυσκο­λί­α, θά κα­τέ­λη­γε, πι­στεύ­ω, στίς ἑξῆς ἕξι ση­μα­σί­ες τῶν ὅρων ὀρθό­δο­ξος καί ὀρθο­δο­ξί­α:

  1. Ἡσυ­χα­στι­κή πνευ­μα­τι­κή Πα­ρά­δο­ση.

Οἱ εὐσε­βεῖς καί πι­στοί ὀρθό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί τῆς κα­τη­γο­ρί­ας αὐτῆς, ἀπό ἀντί­δρα­ση εἴτε πρός τή ρω­μαιο­κα­θο­λι­κή ἀντί­λη­ψη τοῦ διοι­κη­τι­κοῦ ὀργα­νι­σμοῦ, εἴτε πρός τήν προ­τε­στα­ντι­κή τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ σω­μα­τεί­ου, βλέ­πουν τήν Ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σί­α ἀπο­κλει­στι­κά καί μό­νο ὡς ἕνα πνευ­μα­τι­κό δια­προ­σω­πι­κά μέ­γε­θος, δηλ. ὡς θε­ρα­πευ­τι­κή κοι­νό­τη­τα ἤ κα­λύ­τε­ρα μιά ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τι­κή Κλι­νι­κή μέ­σω τῆς κά­θαρ­σης, τοῦ φω­τι­σμοῦ καί τῆς θέ­ω­σης, πού συ­νε­χί­ζει τήν ἡσυ­χα­στι­κή πα­ρά­δο­ση τῶν ὑστε­ρο­βυ­ζα­ντινῶν χρό­νων. Ἔτσι, ὁποια­δή­πο­τε κοι­νω­νιο­λο­γι­κή ἀνα­φο­ρά τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας πα­ρα­με­ρί­ζε­ται, ἐνῶ κά­θε κοι­νω­νι­κή της διά­στα­ση σχε­τι­κο­ποιεῖται.

  1. Ἑλ­λη­νο­χρι­στια­νι­κή Πα­ρά­δο­ση.

Ἡ με­ρί­δα αὐτή τῶν Χρι­στιανῶν ταυ­τί­ζει τήν Ὀρθο­δο­ξί­α μέ τήν ἐθνι­κή (καί ὄχι πά­ντα ἱε­ρή) Πα­ρά­δο­ση, ἔτσι ὅπως ἱστο­ρι­κά δια­μορφώ­θη­κε ἀπό τή σύ­ζευ­ξη Ἑλλη­νι­σμοῦ καί Χρι­στια­νι­σμοῦ. Βλέ­πει δηλ. ἱστο­ρι­κο-πο­λι­τι­κά (τ.ἔ. κει­μη­λια­κά) καί μό­νο τήν Ὀρθο­δο­ξί­α ὡς μιά ἱε­ρή κλη­ρο­νο­μιά καί ἕναν ἀδα­πά­νη­το θη­σαυ­ρό τοῦ πα­ρελ­θό­ντος, πού πά­ση θυ­σί­α ὀφεί­λου­με μου­σεια­κά νά δια­φυ­λά­ξου­με, ἄν θέ­λου­με νά ἐπι­βιώ­σου­με ὡς ἔθνος.

  1. Ἑλ­λη­νο­χρι­στια­νι­κός ἤ ἑλλη­νορ­θό­δο­ξος Πο­λι­τι­σμός.

Τή γνώ­μη αὐτή, πού ὁμοιά­ζει μέν μέ τήν προ­η­γού­με­νη ἀλλά δια­φο­ρο­ποιεῖται ὡς πρός τόν τό­νο πού λαμ­βά­νει πό­τε ἡ ἔννοια τῆς (ἱστο­ρικῆς) πα­ρά­δο­σης καί πό­τε ἡ ―πιό ἀφη­ρη­μέ­νη καί θε­ω­ρη­τι­κο­ποι­η­μέ­νη― ἔννοια τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κρα­τοῦν ὅσοι βλέ­πουν τήν Ὀρθο­δο­ξί­α ὡς ἕναν ἀπό τούς πολ­λούς μέ­σα στήν Ἱστο­ρί­α πο­λι­τι­σμό, πού δια­θέ­τει ὅμως κά­ποια ἐθνι­κά (ἐν προ­κει­μένω τῆς Ἑλλά­δος) καί θρη­σκευ­τι­κά (ἐν προ­κει­μένω τοῦ Χρι­στια­νι­σμοῦ) χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Πρό­κει­ται γιά ἕνα νέ­ο εἶδος (ἑλλη­νορ­θό­δο­ξου) νε­ο­κουλ­του­ρα­λι­σμοῦ, πού ἑστιά­ζει τήν προ­σο­χή του στίς πο­λι­τι­σμι­κές καί μό­νο δια­φο­ρές με­τα­ξύ Ὀρθο­δόξων καί μή λαῶν.

  1. Ἑλ­λη­νο­χρι­στια­νι­κή Ἰδε­ο­λο­γί­α.

Τό «ἰδε­ο­λό­γη­μα» αὐτό ἀντα­πο­κρί­νε­ται στίς ἀπό­ψεις κά­ποιων ἄλλων (Ἑλλήνων) Χρι­στιανῶν, πού ἐκλαμ­βά­νουν τήν Ὀρθο­δο­ξί­α ὡς μιά πο­λι­τι­κή Ἰδε­ο­λο­γί­α, ὅπως πολ­λές ἄλλες. Ἔτσι, γιά πα­ρά­δειγ­μα, γί­νε­ται λό­γος γιά μιά «τρί­τη Ἰδε­ο­λο­γί­α», δηλ. ὡς ἕνας ἄλλος κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κός «δρό­μος» με­τα­ξύ Κα­πι­τα­λι­σμοῦ καί Σο­σια­λι­σμοῦ. Μά­λι­στα δέ, ὁρισμένοι ἐπι­χει­ρη­μα­τί­ες, πού στίς μέ­ρες μας δρα­στη­ριο­ποιοῦνται σέ ὀρθό­δο­ξες ἀνα­το­λι­κές χῶρες, ἐπι­διώ­κουν νά ἐκμε­ταλ­λευ­θοῦν κα­ταλ­λή­λως τή διά­στα­ση αὐτή.

  1. Ὀρ­θή «δό­ξα» (Πί­στη).

Ἡ ἀντί­λη­ψη αὐτή ἐκφρά­ζει μιά αὐστη­ρά ἀκα­δη­μα­ϊ­κή θε­ο­λο­γι­κή ἄπο­ψη, ἑρμη­νεύ­ο­ντας φι­λο­λο­γι­κά (βλ. Πλά­των, Ἀρι­στο­τέ­λης κ.ἄ.) τόν ὅρο Ὀρθο­δο­ξί­α μέ τήν ἔννοια τῆς δογ­μα­τικῆς ἀκρί­βειας τῆς Πί­στε­ως ἔνα­ντι λ.χ. τῶν ἀντι­στοί­χων ἑρμη­νειῶν τῶν αἱρε­τικῶν. Καί,

  1. Ἐκ­κλη­σί­α.

Ἐδῶ τό οὐσια­στι­κό Ὀρθο­δο­ξί­α ση­μαί­νει συ­νεκ­δο­χι­κά τήν ὀρθό­δο­ξη ἑλλα­δι­κή ἤ τήν ὀρθό­δο­ξη οἰκου­με­νι­κή Ἐκκλη­σί­α. Μέ ἄλλα λό­για, ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α, ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια, ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν ἴδια τή χρι­στια­νι­κή Ἐκκλη­σί­α, εἴτε ὡς τή Μί­α, Κα­θο­λι­κή καί οἰκου­με­νι­κή, εἴτε ὡς τήν ὁποια­δή­πο­τε το­πι­κή (ἐθνι­κή).

ΤΟ «Α­ΠΟ­ΘΕ­ΤΟΝ ΚΑΛ­ΛΟΣ» ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΗΣ ΕΙ­ΚΟ­ΝΑΣ ΚΑΙ Η ΤΑΥ­ΤΟ­ΤΗ­ΤΑ ΤΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΗΣ ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΙΑΣ

Με­τά τήν ἀπα­ρίθ­μη­ση τῶν τρε­χουσῶν κοι­νω­νιολο­γι­κά καί πο­λι­τι­σμι­κά ἐπό­ψε­ων γιά τήν ἔννοια τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, κα­λού­με­θα νά γνω­ρί­σου­με τήν πραγ­μα­τική οὐσί­α τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας. Ὅπως πί­σω ἀπό τό ξερό γράμ­μα τῆς Ἁγί­ας Γραφῆς κρύ­πτε­ται τό πραγ­μα­τι­κό νό­η­μα (τό «ἀπό­θε­τον κάλ­λος»), κα­τά τήν ἔκφρα­ση Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Θε­ο­λό­γου, καί ὅπως πίσω ἀπό τήν ἄχρα­ντη εἰκό­να κρύ­πτε­ται τό «ἄρρη­τον κάλ­λος» τοῦ πρω­το­τύ­που, ἔτσι καί ἐδῶ· ὄπι­σθεν τῶν χρη­σι­μο­ποιου­μέ­νων ἱστο­ρικῶν, κοι­νω­νικῶν, πο­λι­τικῶν κ.λπ. ση­μα­σιῶν γιά τόν ὅρο Ὀρθο­δο­ξί­α, ὑπάρ­χει ὁ πυ­ρή­νας τοῦ κε­ντρι­κοῦ της νο­ή­μα­τος («Ὁμοί­α ἐστίν ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐρανῶν θη­σαυρῷ κε­κρυμ­μένῳ), πού θά πρέ­πει μά­λι­στα νά λει­τουρ­γεῖ γιά ὅλους μας ὡς κα­θα­ρό πνευ­μα­τι­κό κά­το­πτρο «ηὐτρε­πι­σμέ­νον καί λε­λα­μπρυ­σμέ­νον ὑπό τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Θε­οῦ».

Ἀλλά, ποιά εἶναι, ἐπιτέλους, αὐτή ἡ ἀλη­θι­νή εἰκό­να τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας καί, κα­τ’ ἀκολουθίαν, ἡ ταυ­τό­τη­τα τῆς ὀρθό­δο­ξης Ἐκκλη­σί­ας; Διό­τι, ὡς γνω­στό, κά­θε πο­λι­τι­σμός «μορ­φώ­νει» τή συλ­λο­γι­κή καί προ­σω­πι­κή ταυ­τό­τη­τα τῶν φο­ρέ­ων του. Ἡ ἀνα­ζή­τη­ση τοῦ ἀλη­θι­νοῦ νο­ή­μα­τος τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν ἀνα­ζή­τη­ση τῆς προ­σω­πικῆς καί πο­λι­τι­σμικῆς μας ταυ­τό­τη­τας, ἀφοῦ ἡ θε­ο­λο­γί­α τῆς εἰκό­νας ἀνα­φέ­ρε­ται στή χρι­στο­λο­γί­α τοῦ προ­σώ­που καί ἡ ὅλη αὐτή ἱστο­ρι­κή Πα­ρά­δο­ση πα­ρα­κο­λου­θεῖ στε­νά τήν πο­ρεί­α τοῦ Ἑλλη­νι­σμοῦ. Ἡ ἀπά­ντη­ση τοῦ ἐρω­τή­μα­τος αὐτοῦ ἐξαρ­τᾶται ἀπό τό κρι­τή­ριο ἤ τά κρι­τή­ρια τῆς λε­γό­με­νης «ὀρθο­δο­ξό­τη­τας». Μέ ἄλλα λό­για, ποιός ἐκφρά­ζει αὐθε­ντι­κά (δηλ. ὑγιῶς) τόν Χρι­στια­νι­σμό; Ποιό ἀπό τά πολ­λά ἱστο­ρι­κά πορ­τρέ­τα τοῦ Χρι­στοῦ εἶναι αὐτό πού τόν ἐξει­κο­νί­ζει ἀλη­θι­νά; Μέ τή σει­ρά του, πά­λι, ἡ ἀπά­ντη­ση στό ἐρώ­τη­μα αὐτό ἐξαρ­τᾶται ἀπ’ αὐτή τή δυ­να­τό­τη­τα ἐξει­κο­νι­σμοῦ καί ἀπό τόν προσ­διο­ρι­σμό τοῦ ὅρου Χρι­στια­νι­σμός· ἐννο­οῦμε δηλ. τόν ἱστο­ρι­κό Χρι­στια­νι­σμό ἤ ἕναν ἰδε­α­τό; Εἶναι δυ­να­τή μιά πι­στή φω­το­γρα­φι­κά ἀπει­κό­νι­ση τοῦ Θε­αν­θρώ­που; Τόν πραγ­μα­τι­κό Χρι­στια­νι­σμό ἐκφρά­ζει, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀριθ­μη­τι­κή πο­σό­τη­τα, ὁ κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κός τί­τλος, τό ὀφί­κιο καί ἡ ἑκά­στο­τε ἐκκλη­σια­στι­κή ἐξου­σί­α (τό πρω­τεῖο ἐξου­σί­ας), ἤ ἡ ποιό­τη­τα καί ἡ ἁγιό­τη­τα τοῦ βί­ου (δηλ. τό πρω­τεῖο ἀλη­θεί­ας), πού, τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, μπο­ρεῖ νά εἶναι ἀφα­νές καί δια­λαν­θᾶ­νον τήν ἐκκλη­σια­στι­κή Ἱστο­ρί­α; Μέ ἄλλα λό­για, ἔχου­με νά κά­νου­με μέ ἕνα ἱστο­ρι­κο-φι­λο­λο­γι­κό ἀντι­κει­με­νι­κά πρό­βλη­μα ἤ μέ ἕνα ὑπαρ­ξια­κό προ­σω­πι­κά; Ἡ ὁποια­δή­πο­τε ἀπά­ντη­ση δέν εἶναι καί τό­σο ἁπλῆ, ὅσο ἐκ πρώ­της ὄψε­ως μπο­ρεῖ νά φαί­νε­ται, για­τί στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀφε­νός μέν ὁ κα­θι­δρυ­μα­τι­κός θε­σμός ἐπη­ρε­ά­ζει ἐκεῖνον πού θέ­λει νά «ὑπα­κού­ει» στήν ἐκκλη­σί­α του καί νά ζεῖ χρι­στια­νι­κά κα­τά τίς ἀντί­στοι­χες ἠθι­κές ἐπι­τα­γές καί τά πρό­τυ­πα τῆς ἐποχῆς του, ἐναρ­μο­νί­ζο­ντας τά βιώ­μα­τά του μέ τήν πε­ριρ­ρέ­ου­σα «πνευ­μα­τι­κό­τη­τα», καί ἀφε­τέ­ρου ὁ ζῶν χρι­στια­νι­κά ὡς Ἅγιος ἐπη­ρε­ά­ζει, ὁπωσ­δή­πο­τε, τήν ὅλη ἐκκλη­σια­στι­κή ζω­ή καί πνευ­μα­τι­κή γε­νι­κό­τε­ρα «ἀτμό­σφαι­ρα» τῆς ἐκκλη­σί­ας του. Ἔτσι, ὁ Κα­νό­νας τῆς Ἀλη­θεί­ας (Regula Veritatis) καί ἡ αὐθε­ντι­κή εἰκό­να τῆς ὀρθό­δο­ξης ζωῆς φα­ντά­ζει κατ’ ἀρχήν ὡς κά­τι τό σύν­θε­το, τό δυ­να­μι­κό καί λο­γι­κά ἀπροσ­διό­ρι­στο, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι αὐτό τοῦτο τό «πλή­ρω­μα τῆς ζωῆς», πού ἐνα­πό­κει­ται στόν Θεῖο ἀλλά καί στόν ἀνθρώ­πι­νο, ἀτο­μι­κά καί συλ­λο­γι­κά, πα­ρά­γο­ντα, ἀφοῦ «ἐν Χρι­στῷ» ὁ Θε­ός εἶναι ὁ ἑρμη­νεύ­ων ἀλλά καί ὁ ἑρμη­νευό­με­νος τῆς ἀνθρώ­πι­νης Ἱστο­ρί­ας, «ὁ κλῶν καί ὁ κλώ­με­νος» ὅλης τῆς κτί­σε­ως. Ἀφοῦ, ὅμως, ὁ Χρι­στός εἶναι ἡ «εἰκών τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀο­ρά­του», ἕπε­ται ὅτι καί ἡ Ἐκκλη­σί­α, πού εἶναι τό Σῶμα Του, ἀπαρτίζει εἰκό­να αὐτοῦ τοῦ τρια­δι­κοῦ Θε­οῦ· κα­τά συ­νέ­πεια, μό­νο μί­α θε­αν­δρι­κή Χρι­στο­λο­γί­α, ὅπως εἶναι ἡ ὀρθό­δο­ξη, μπορεῖ καί ἀπεικο­νί­ζει αὐθε­ντι­κά τόν σαρ­κω­μέ­νο Λό­γο τοῦ Θε­οῦ.

Λαμ­βά­νο­ντας ὑπό­ψη μας ὅλα τά πάρα πάνω καί κυ­ρί­ως τίς Πα­τε­ρι­κές καί ἱε­ρο­κα­νο­νι­κές ἑρμη­νεῖες τοῦ ὅρου ὀρθόδοξος, θά «ὁρί­ζα­με» τήν Ὀρθο­δο­ξί­α ὡς τήν ὀρθή, κα­τά τή δογ­μα­τι­κή ἀκρί­βεια, Πί­στη. Γράφει σχε­τι­κά ὁ ἅγιος Ἀνα­στά­σιος ὁ Σι­να­ΐ­της: «Ὀρθο­δο­ξί­α ἐστίν ἀψευ­δής πε­ρί Θε­οῦ καί κτί­σε­ως ὑπό­λη­ψις, ἤ ἔννοια πε­ρί πά­ντων ἀλη­θής, ἤ δό­ξα τῶν ὄντων κα­θά­περ ἐστίν». Πρό­κει­ται γιά τήν αἰώ­νια ἀλή­θεια πε­ρί Θε­οῦ, κό­σμου καί ἀνθρώ­που. Ἡ ὀρθή αὐτή Πί­στη στό διά­βα τῆς Ἱστο­ρί­ας ταυ­τί­στη­κε συ­νεκ­δο­χι­κά μέ τή χρι­στια­νι­κή Ἐκκλη­σί­α τῆς Βυ­ζα­ντινῆς Αὐτο­κρα­το­ρί­ας καί στή συ­νέ­χεια τῆς ἑλλη­νικῆς ἐπι­κρά­τειας. Ἀπό τοῦ Σχί­σμα­τος ἰδί­ως καί ἑξῆς ὁ ὅρος ὀρθό­δο­ξος ἔλα­βε ὁμο­λο­για­κή ἀνά­χρω­ση. Δι’ αὐτοῦ, ἡ Ὀρθό­δο­ξη Κα­θο­λι­κή Ἐκκλη­σί­α διακρί­νε­ται σαφῶς τοῦ Ρω­μαιο­πα­πι­σμοῦ καί ταυ­τί­ζε­ται ἔκτο­τε μέ τήν ἑλλη­νι­κή ἐκδο­χή τοῦ Χρι­στια­νι­σμοῦ. Ἄν καί δέν εἶναι ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α ὑπό­θε­ση μό­νο τῆς Ἑλλά­δας, ἡ Ἑλλά­δα κα­τέ­στη πλέ­ον ὑπό­θε­ση τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας. Μέ­σα δηλ. στήν Ὀρθο­δο­ξί­α ὁ Ἑλλη­νι­σμός προ­σέ­λα­βε καί ὁλο­κλή­ρω­σε τή νέ­α του αὐτο­συ­νει­δη­σί­α, ὅπως ση­μειώ­νει ὁ ἱστορικός G. Ostrogorsky. Ἄν ὁ «πε­ριού­σιος» Ἰσρα­ήλ γέν­νη­σε τόν «Υἱό τοῦ Θε­οῦ», ἡ ἄση­μη Ἑλλά­δα, σάν τήν ἄση­μη Να­ζα­ρέτ, γέν­νη­σε τόν «Υἱό τοῦ Ἀνθρώ­που», πού ἀνα­κά­λυ­ψε ὁ Φί­λιπ­πος, γι’ αὐτό καί σ’ αὐτόν ἀπευ­θύ­ν­θη­καν οἱ «Ἕλλη­νες» (δηλ. οἱ ἐθνι­κοί προ­σή­λυ­τοι) γιά νά προ­σεγ­γίσουν τόν Κύ­ριο. Ἄν δέν προ­σέ­φε­ρε ὁ Ἑλλη­νι­σμός μέ τήν Εἰρή­νη τήν Ἀθη­ναί­α τήν (ἀνθρώ­πι­νη) Αἰσθη­τι­κή (δηλ. τήν ὕλη καί τήν εἰκό­να), ὁ Χρι­στια­νι­σμός θά ἀφο­μοιω­νό­ταν πλή­ρως ἀπό τόν (ἀνει­κο­νι­κό) Ἰου­δα­ϊ­σμό. Ἔτσι, «ὁ Χρι­στια­νι­σμός διά τοῦ Ἑλλη­νι­σμοῦ κα­τέ­στη πα­γκό­σμια θρη­σκεί­α». Ἡ ἑλλη­νι­κή, ὅμως, αὐτή ἐκδο­χή τοῦ Χρι­στια­νισμοῦ, τό­σο μέ­σω τῆς φι­λο­σο­φικῆς σκέ­ψης καί τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅσο καί μέ­σω τῆς γλώσ­σας, δέν θά πρέ­πει ―ἀκό­μα καί στό χῶρο τῆς Δια­σπορᾶς― νά νο­εῖται ἐγω­κε­ντρι­κά καί ἐθνι­κι­στι­κά, ἀλλά διε­θνι­κά καί οἰκου­με­νι­κά, σύμ­φω­να μέ τό βα­θύ­τε­ρο πνεῦμα τοῦ Ἑλλη­νι­σμοῦ (βλ. Πλά­των, Ἰσο­κρά­της κ.ἄ.). Μέ αὐτή τήν ἔννοια, ὁ μα­κα­ρι­στός π. Γε­ώρ­γι­ος Φλο­ρόφ­σκυ ἔλε­γε «ἄς γί­νω­μεν πε­ρισ­σό­τε­ρον ‛Ἕλλη­νες’, ὥστε νά ἀποβῶμεν ἀλη­θι­νοί Χρι­στια­νοί». Ὡς Πα­νορ­θό­δο­ξο Σῶμα, ἤ «κοινω­νί­α το­πικῶν αὐτο­κε­φά­λων Ἐκκλη­σιῶν», ἡ Ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ ἀριθ­μεῖ σή­με­ρα 250 πε­ρί­που ἑκα­τομ­μύ­ρια πι­στῶν ἐν μέ­σω 1, 7 πε­ρίπου δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ου Χρι­στιανῶν σέ ὅλο τόν κό­σμο· ἀπο­τε­λεῖ δηλ. μιά πο­λύ μι­κρή νησίδα μπρο­στά μά­λι­στα στήν ἑτε­ρό­θρη­σκη πλημυ­ρί­δα τοῦ πλη­θυ­σμοῦ τῆς γῆς.

Ἡ ὀρθό­δο­ξη, λοι­πόν, αὐτή Πί­στη καί πράξη, ὡς δρό­μος καί κί­νη­ση τοῦ κτι­στοῦ πρός τό Ἄκτι­στο, δηλ. τῆς Ἀλή­θειας μέ­σα στήν Ἱστο­ρί­α, λει­τουρ­γεῖ καί ἐκφρά­ζε­ται μέ­σω ἀπο­κε­κα­λυμ­μέ­νων δογ­μά­των, συ­νει­δητῆς πί­στε­ως, λο­γικῆς λα­τρεί­ας, μυ­στι­κοῦ βιώ­μα­τος καί ἠθικῆς πρά­ξε­ως. Μέ ἄλλα λό­για, Ὀρθο­δο­ξί­α εἶναι αὐτό πού «οἱ Προ­φῆ­ται εἶ­δον, οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἐ­δί­δα­ξαν, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α πα­ρέ­λα­βεν, οἱ Δι­δά­σκα­λοι ἐ­δογ­μά­τι­σαν, ἡ Οἰ­κου­μέ­νη συ­μπε­φώ­νη­κεν»· ἑπομένως, «αὕ­τη ἡ πί­στις τῶν Ἀ­πο­στό­λων, αὕτη ἡ πί­στις τῶν Πα­τέ­ρων, αὕ­τη ἡ πί­στις τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων, αὕ­τη ἡ πί­στις τήν Οἰ­κου­μέ­νην ἐ­στή­ρι­ξεν». Ἔτσι, αὐτό πού, τε­λι­κά, ὀνο­μά­ζου­με Ὀρθο­δο­ξί­α, λογίζεται στή συ­νεί­δη­ση τοῦ «λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ» ὡς ἕνας ὁλό­κλη­ρος τρό­πος ἤ «τρί­βος» (ἑ­βρ. Ἰα­σούβ) «θε­ο­φι­λοῦς βί­ου» καί ἁγιο­πνευ­μα­τικῆς ζωῆς (Χρι­στο­ζωῆς). Ἄλλω­στε, τήν ἔννοια ἀκριβῶς αὐτήν, ἑνός δηλ. διά βί­ου πνευ­μα­τι­κοῦ τα­ξι­διοῦ καί ὄχι κάποιου ἀδρανοῦς συ­στή­μα­τος ἤ μιᾶς Ἰδε­ο­λο­γί­ας, προ­βάλ­λει τό αὐρια­νό εὐαγ­γε­λι­κό ἀνά­γνω­σμα, στό ὁποῖο ὁ Χρι­στός, μέ­σω τῆς ἀπο­στο­λικῆς κλή­σης Του πρός τόν Φί­λιπ­πο, κα­λεῖ ὅλους μας ἰσο­βί­ως καί δι­η­νεκῶς. Ἡ ἐπι­σκό­πη­ση τοῦ ὀρθό­δο­ξου αὐτοῦ modi existendi ἀνα­δει­κνύ­ει ἀβί­α­στα τά ἑξῆς γνω­ρί­σματα:

Α) Ἡ ὀρθό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α εἶναι ταυ­τό­χρο­να δο­ξο­λο­γι­κή καί ἀπο­φα­τι­κή, πα­ρα­δο­σια­κή καί ἀπο­στο­λι­κή, σαρ­κού­με­νη καί προ­σλη­πτι­κή, δια­κο­νι­κή καί θε­ρα­πευ­τι­κή, ἐκκλη­σια­στι­κή καί εὐχα­ρι­στια­κή. Στή δι­σχι­λιετῆ δια­δρο­μή της ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α εἶναι στέρ­ρε­α ἐξο­πλι­σμέ­νη μέ τίς ἀΐ­διες ἀρχές τῆς ἐλευ­θε­ρί­ας, τῆς ἰσό­τη­τας καί τῆς δι­καιο­σύ­νης. Αὐτό ἐπι­τρέ­πει στήν Ὀρθο­δο­ξί­α νά εἶναι «ἀνοι­χτή» τό­σο στήν ἐπι­στη­μο­νι­κή ἔρευ­να, ὅσο καί στό διά­λο­γο μέ κά­θε Φι­λο­σο­φί­α, Ἰδε­ο­λο­γί­α, Θρη­σκεί­α ἤ Ὁμο­λο­γί­α. Ἔτσι, μά­λι­στα δι­καιο­λο­γεῖται καί ἡ ὕπαρ­ξη τῶν λα­ϊκῶν Θε­ο­λό­γων.

Β) Ἡ δια­κρι­τι­κή σύν­θε­ση, ἡ ὁποί­α πα­ρα­δο­ξο­λο­γι­κά ἑνώ­νει χω­ρίς νά ταυ­τί­ζει, ἀφοῦ ἑνό­τη­τα δέν ση­μαί­νει ὁμοιο­μορ­φί­α. Ὡς πρός τήν ἱστο­ρί­α της, τή δι­δα­σκα­λί­α της, τή λα­τρεί­α της καί τόν ἐν γέ­νει ἐκκλη­σια­στι­κό πο­λι­τι­σμό της, ἡ ὀρθό­δο­ξη εἰκό­να μοιά­ζει πραγ­μα­τικά μέ ἕνα πολύχρωμο ψη­φι­δω­τό. Μέ­σα στή θε­αν­θρώ­πι­νη ὑφή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας «οὐ­ρα­νός εὐ­φραί­νε­ται καί γῆ», «τά ἐπί­γεια συγ­χο­ρεύ­ει οὐρα­νοῖς», τό ὁρα­τό μέ τό ἀό­ρα­το, τό εἰκο­νι­κό μέ τό ἀνει­κο­νι­κό, τό κτι­στό μέ τό ἄκτι­στο, τό ἐφή­με­ρο μέ τό αἰώ­νιο, ἡ παι­δι­κή ἁπλό­τη­τα μέ τό φι­λο­σο­φι­κό βά­θος, ἡ αὐθε­ντί­α μέ τήν ἐλευ­θε­ρί­α, ἡ Θεί­α Χά­ρη μέ τήν ἀνθρώ­πι­νη θέ­λη­ση, ἡ καρ­δί­α μέ τόν νοῦ, ἡ ἄσκη­ση μέ τήν εὐφρο­σύ­νη, τό κα­τά Θε­όν πέν­θος μέ τήν «ἐν Κυ­ρίῳ» χα­ρά (βλ. «χα­ρο­ποιόν πένθος»), ἡ ἀκρί­βεια μέ τήν οἰκο­νο­μί­α, τό πρό­σω­πο μέ τήν κοι­νό­τη­τα. Μέ ἄλλα λό­για, ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α, τό­σο ὡς πρός τό δόγ­μα ὅσο καί ὡς πρός τό ἦθος, κρα­τεῖ τή μέ­ση καί βα­σι­λι­κή ὁδό (Via Media), πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός, δηλ. τό «μέ­τρον» πά­ντων, καί τό διαρ­κῶς «σχοι­νο­βα­τεῖν» με­τα­ξύ γνώ­σης καί πί­στης (ἤ θεωρίας καί πράξεως), ὅπως καί με­τα­ξύ τῶν ἀκρο­τή­των τοῦ Ρω­μαιο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ (βλ. ἐκνομίκευση, Verrechtlichung), πού τονίζει μό­νο τά ἔργα, ὑπο­τι­μώ­ντας τήν πί­στη, καί τοῦ Προ­τε­στα­ντι­σμοῦ (βλ. ἐκκοσμίκευση, Veweltlichung), πού το­νί­ζει μό­νο τήν πί­στη, ὑπο­τι­μώ­ντας τά «κα­λά ἔργα». Καί πά­λι, ἐνῶ ὁ Προ­τε­στα­ντι­σμός δέ­χε­ται μί­α καί μό­νη πη­γή, τήν Ἁγί­α Γρα­φή, καί ὁ Ρω­μαιο­κα­θο­λι­κι­σμός ὡς δεύ­τε­ρη πη­γή τήν Ἱε­ρά Πα­ρά­δο­ση, ἔτσι ὅμως ὅπως ἀμφό­τε­ρες ἑρμη­νεύ­ει ἀλά­θη­τα μό­νο ὁ Πά­πας, ἡ Ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σί­α ὡς ἀνώ­τα­τη αὐθε­ντί­α της δέ­χε­ται τήν Οἰκου­με­νι­κή Σύ­νο­δο σάν ἔκφρα­ση τῆς «κα­θο­λικῆς συ­νεί­δη­σης» τῆς Ἐκκλη­σί­ας. Ἔτσι, ἐνῶ οἱ ὑπό­λοι­πες δυ­τι­κές χρι­στια­νι­κές Ὁμο­λο­γί­ες θε­ο­λο­γοῦν καρ­τε­σια­νά, προ­τάσ­σο­ντας τό ὑπαρ­ξι­στι­κό Ἐγώ, δηλ. τό ἀνθρώ­πι­νο ὑπο­κεί­με­νο (εἴτε συλ­λο­γι­κά, εἴτε ἀτο­μι­κά), ἡ ὀρθό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α δογ­μα­τί­ζει συ­νερ­γι­στι­κά. Ὁμοί­ως, ἡ ὀρθό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α δέν ἀπο­δέ­χε­ται μό­νη οὔτε τήν λε­γό­με­νη «πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖσα» (Realized), οὔτε τή φου­του­ρι­στι­κή Ἐσχα­το­λο­γί­α, ἀλλά, μέ­σα στόν λειτουρ­γι­κό χρό­νο της, πού συν­δέ­ει πα­ρελ­θόν, πα­ρόν καί μέλ­λον, μιά λειτουρ­γι­κή ἐσχα­το­λο­γί­α. Ἐπι­γραμ­μα­τι­κά μό­νο στα­χυο­λογῶ ἀπό τήν ὀρθό­δο­ξη Πα­ρά­δο­ση, ὅσο ἀφορᾶ στό δόγ­μα, τή θε­ο­γνω­σί­α ἐν μέ­σω τοῦ γνό­φου τῆς ἀγνω­σί­ας, τήν κί­νη­ση «ἐν τῇ ἀκι­νη­σίᾳ» καί τήν ἀκι­νη­σί­α «ἐν τῇ κι­νή­σει», ἤ τή «Μο­νά­δα ἐν τῇ Τριά­δι» καί τήν «Τριά­δα ἐν τῇ Μο­νά­δι», τόν Θε­ό καί τόν ἄνθρω­πο τῆς Χαλ­κη­δό­νειας Χρι­στο­λο­γί­ας, τήν «παρ­θε­νο­μή­το­ρα» καί «μη­τρο­πάρ­θε­νον» κ.λπ· ὅσο ἀφορᾶ δέ στό ἦθος, ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α οὔτε ἀπο­δέ­χε­ται τόν ἀπο­λυ­ταρ­χι­σμό, ἀλλ’ οὔτε τόν ἀκραῖο φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό. Γε­νι­κό­τε­ρα, κα­τά τήν Πα­τε­ρι­κή Θε­ο­λο­γί­α, ὁ ὀρθό­δο­ξος βί­ος θά πρέ­πει νά δια­πνέ­ε­ται ἀ­πό μιά δο­ξο­λο­γι­κή καί εὐ­χα­ρι­στια­κή στά­ση ζω­ῆς, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει τό εὔ­κο­λο (ὡς πα­νή­γυ­ρις) και τό δύ­σκο­λο (ὡς πό­λε­μος), ὁμοιά­ζου­σα μέ ἕναν πο­λε­μι­κό ἐν­θου­σια­σμό, ἀ­φοῦ ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να νυμ­φί­ος καί στρα­τιώ­της, ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ση­μειώ­νει ὁ ἱ. Χρυ­σό­στο­μος. Πρό­κει­ται γιά μιά σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μη βιω­τή (βλ. χαρ­μο­λύ­πη) καί μιά δια­λε­κτι­κή ἰσορ­ρο­πί­α στή ζω­ή. Ἐν μέ­σω με­τα­νοί­ας, πέν­θους καί νη­στεί­ας τῆς κα­τα­νυ­κτικῆς περιό­δου τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ψάλ­λο­ντας «κα­τα­νύ­ξε­ως και­ρόν, τόν τῆς νη­στεί­ας νῦν εὑ­ρη­κό­τες, κλαύσωμεν σφο­δρῶς, καί στε­νά­ξω­μεν», ἑορ­τά­ζου­με σή­με­ρα πα­σχά­λια τόν θρί­αμ­βο τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, κα­θό­τι ὁ ἀνα­στά­σι­μος χα­ρα­κτή­ρας εἶναι ἐκεῖνος πού, ὡς γνω­στό, ἁρμό­ζει στήν Ὀρθό­δο­ξη Ἀνα­το­λι­κή Ἐκκλη­σί­α.

Γ) Ἡ μυ­στα­γω­γι­κό­τη­τα τῆς Θεί­ας Λα­τρεί­ας. Τά Μυ­στή­ρια τῆς Ὀρθό­δο­ξης Ἐκκλη­σί­ας δια­τη­ροῦν τόν ὀντο­λο­γι­κό, με­τα­μορ­φω­τι­κό, ἀνα­γω­γι­κό καί ἀνα­και­νι­στι­κό χα­ρα­κτῆρα τους σέ ἀντί­θε­ση μέ πολ­λές ἄλλες δυ­τι­κές πα­ρα­δό­σεις, ὅπως ἐπί­σης ἡ ὀρθό­δο­ξη λα­τρευ­τι­κή ζω­ή, πού μέ τή θε­ό­πνευ­στη ὑμνο­λο­γί­α της, τήν οὐρά­νια βυ­ζα­ντι­νή μου­σι­κή καί τίς ἡσύ­χιες βυ­ζα­ντι­νές εἰκό­νες παι­δα­γω­γεῖ καί θε­ρα­πεύ­ει ψυ­χο-σω­μα­τι­κά. Ἄλλω­στε, ἡ ἴδια ἡ λέ­ξη Ὀρθο­δο­ξί­α πα­ρα­πέ­μπει σέ ἕναν ἀνορ­θω­μέ­νο, ἀνι­στά­με­νο καί ἀνα­στά­σι­μο, δηλ. ὑψο­ποιόν (ἔνα­ντι τῆς αἵρε­σης καί τῆς φθορᾶς), τρό­πο ζωῆς.

Δ) Ἡ ἀσκη­τι­κό­τη­τα, πού ἀπορ­ρέ­ει ἀπό τήν ἐσχα­το­λο­γι­κή προ­ο­πτι­κή καί τήν πνευ­μα­τι­κή γε­νι­κό­τε­ρα ζω­ή. Στά πλαί­σια αὐτά ἐντάσ­σε­ται καί ὁ ὀρθό­δο­ξος Μο­να­χι­σμός ὡς δυ­να­μι­κή ἔκφρα­ση τῆς ὀρθό­δο­ξης πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἡ ἰδιαί­τα­τα ἀνε­πτυγ­μέ­νη ὀρθό­δο­ξη Πνευ­μα­το­λο­γί­α πα­ρα­μέ­νει τρια­δο­λο­γι­κή, μή ἐκπί­πτου­σα, ὅπως οἱ ἀντί­στοι­χες δυ­τι­κές, εἴτε σέ Χρι­στο­μο­νι­σμό, εἴτε σέ Πνευ­μα­το­κρα­τί­α. Καί, τέ­λος,

Ε) Ἡ συ­νο­δι­κό­τη­τα ― κοι­νο­τι­κό­τη­τα (πρβλ. ἐνο­ρί­α), δηλ. ἡ ἀνα­γνώ­ρι­ση καί στούς λα­ϊ­κούς προ­σι­δια­ζό­ντων δι­καιω­μά­των μέ­σα στήν ὅλη ἐκκλη­σια­στι­κή ζω­ή. Ὡς γνω­στό, θεμα­το­φύ­λα­κας τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας τυγ­χά­νει ὁ ὀρθό­δο­ξος λα­ός, τοῦ ὁποί­ου τήν κα­θο­λι­κή συ­νεί­δη­ση ἐκφρά­ζει ὡς φω­νή καί ὄργα­νο ἡ Σύνοδος τῆς Ἱε­ραρ­χί­ας.

ΑΥ­ΤΟ­ΠΑ­ΡΑ­ΤΗ­ΡΗ­ΣΙΑ ΤΗΣ ΣΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΗΣ Ε­ΛΛΑΔΙ­ΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ­ΚΟΥ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑΣ

Με­τά τή σύ­ντο­μη αὐτή γνω­ρι­μί­α μας μέ τήν ἀλη­θι­νή εἰκό­να τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας, ἄς δοῦμε πῶς αὐτή ἀξιο­λο­γεῖται σήμερα τό­σο ἀπό ἐμᾶς τούς Ὀρθό­δο­ξους, ὅσο καί ἀπό αὐτούς τούς ἑτε­ρόδο­ξους. Σέ κάθε περίπτωση, οἱ ὁποιεσ­δή­πο­τε ἀπο­τι­μή­σεις προ­ϋ­πο­θέ­τουν εἰδι­κές ὀπτι­κές καί συ­γκε­κρι­μέ­να κρι­τή­ρια. Γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἐκεῖνοι πού ξε­κι­νοῦν μέ ἀφε­τη­ρί­α τήν Ἱστο­ρί­α ἤ τήν Πο­λι­τι­κή, ἐκθειά­ζουν ἤ στυ­λι­τεύ­ουν ἀνά­λο­γα τήν πο­ρεί­α τῆς ὀρθό­δο­ξης Ἐκκλη­σί­ας, βλέ­πο­ντάς την κυ­ρί­ως ἱστο­ρι­κο-πο­λι­τι­κά. Ἐκεῖνοι, πά­λι, πού δί­νουν ἔμφα­ση στά ἀφη­ρη­μέ­να σχή­μα­τα καί τό δόγ­μα, κρι­τι­κά­ρουν τήν Ὀρθο­δο­ξί­α ἀπό ἔπο­ψη θε­ο­λο­γι­κο-φι­λο­σο­φι­κή κ.ο.κ. Γε­γο­νός, πά­ντως, εἶναι ὅτι, ἄν κα­νείς δέν γνω­ρί­σει ἐκ τῶν ἔσω τήν Ὀρθο­δο­ξί­α καί μά­λι­στα μέ τό βιω­μα­τι­κό ―καί ὄχι τό νο­η­σιαρ­χι­κό― εἶδος γνώ­σης (δηλ. τό «ἔρχου καί ἴδε» τοῦ ἀπο­στό­λου Φι­λίπ­που), ὄχι μό­νο ἀδυ­να­τεῖ ἀλλά καί δέν δι­καιοῦται νά ἐκφρά­ζει κρί­σεις γι’ αὐτήν. Ἡ ἱστο­ρι­κή καί βιω­μα­τι­κή ταυ­τό­τη­τα τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, ἔτσι ὅπως τήν πε­ρι­γράψα­με προ­η­γου­μέ­νως, δει­κνύ­ει ὅτι αὐτή δέν εἶναι δυ­να­τόν νά ἐξε­τα­σθεῖ ἐρή­μην τῆς ἱστο­ρι­κο-πο­λι­τι­σμικῆς καί κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τικῆς πραγματικό­τη­τας. Σή­με­ρα, πού ἡ ΝΕ­Α ΤΑ­ΞΗ πραγ­μά­των φαί­νε­ται νά κυ­ριαρ­χεῖ, κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κές ἀλλα­γές νά συμ­βαί­νουν πα­γκό­σμια, καί ἰδιαί­τε­ρα στή Βαλ­κα­νι­κή, πρω­τό­γο­νες, μυ­θο­λο­γικές καί πα­γα­νι­στι­κές θρη­σκεῖες νά ἀνα­βιώ­νουν, ὁ δυ­τι­κός Χρι­στια­νι­σμός νά ἔχει ἐν πολ­λοῖς ἐκκο­σμι­κευ­θεῖ καί χι­λιά­δες ἰδε­ο­λο­γί­ες ἤ θρη­σκευ­τι­κές αἱρέ­σεις νά κα­τα­κλύ­ζουν τόν κό­σμο, ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α δέν θά μπο­ροῦσε ―καί δέν πρέ­πει― νά πα­ρα­μέ­νει ἀπα­θής, πα­γι­δευμέ­νη μέ­σα στίς Συ­μπληγά­δες τοῦ Ἰσλα­μι­σμοῦ καί τοῦ πα­πι­κοῦ Ἰμπε­ρια­λι­σμοῦ (βλ. Οὑνί­α, ἀνα­γνώ­ρι­ση τῶν Σκο­πί­ων κ.λπ.). Πά­νω ἀπό ὅλα, ὅμως, ἄς ἔχουμε κα­τά νοῦν ὅτι ἡ ὑγι­ής, δηλ. ὀρθό-δο­ξη, λει­τουρ­γί­α κα­θε­νός γνωρίσμα­τος τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας ἐξαρ­τᾶται ἀπό τή χρή­ση τῆς ἐλευ­θε­ρί­ας βου­λή­σε­ως τοῦ ἀνθρώ­που, τή Θεί­α παι­δα­γω­γί­α, τούς δαι­μο­νι­κούς πει­ρα­σμούς, τά ἀνθρώ­πι­να πά­θη ἀτο­μι­κά καί συλ­λο­γι­κά κ.ο.κ. Ὡστό­σο, πί­στη τῶν Ὀρθο­δό­ξων συνιστᾶ ἡ ἐσχα­το­λο­γι­κή ἐλπί­δα, δηλ. ἡ ἔλευ­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ, ἡ νί­κη τῶν δυ­νά­με­ων τοῦ φω­τός ἔνα­ντι τοῦ σκό­τους, τοῦ Ἀρνί­ου ἔνα­ντι τοῦ Θη­ρί­ου, τῆς Ἀνα­στά­σε­ως ἔνα­ντι τοῦ θα­νά­του. Μέ ἄλλα λό­για, ἡ πί­στη στή Θ. Πρό­νοια, πού κα­τευ­θύ­νει τόν ροῦν τῆς πα­γκό­σμιας Ἱστο­ρί­ας. Μέ­σα σέ αὐτό τό πλαί­σιο θά πρέ­πει νά το­πο­θε­τή­σου­με καί τόν θρί­αμ­βο τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, πού μνη­μο­νεύ­ου­με σή­με­ρα. Ὁ ἑορ­τα­ζό­με­νος δηλ. θρί­αμ­βος τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας συνθέτει ἕνα ση­μεῖο, ἕναν τύ­πο, τῆς αἰώ­νιας ὑπερίσχυσης τοῦ Φω­τός καί τῆς Ζωῆς, ὅπως ἀκριβῶς ἦσαν τά θαυ­μα­στά γε­γο­νό­τα τῆς Ἱστο­ρί­ας τοῦ Ἰσρα­ήλ ἀλλά καί αὐτά τά θαύ­μα­τα τοῦ Κυ­ρί­ου μέ ἀποκορύφωμα, ἀναμ­φί­βο­λα, τήν Ἀνά­στα­ση καί Ἀνάληψή Του. Συ­νεπῶς, ὁ ὀρθό-δο­ξος θρί­αμ­βος δέν ἐπι­τρέ­πε­ται νά ἐκφυ­λι­σθεῖ σέ πα­νηγυ­ρι­σμούς καί θριαμ­βο­λο­γί­ες. «Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α θριαμ­βεύ­ει, ἀλλά δέν θριαμ­βο­λο­γεῖ». «Οὐ γάρ νικῆσαι ζη­τοῦμεν, ἀλλά προ­σλα­βεῖν ἀδελ­φούς, ὧν τῷ χω­ρι­σμῷ σπα­ρασ­σό­με­θα», πα­ρα­τη­ρεῖ ἐνδει­κτι­κά ὁ ἅγιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος.

Κάτω ἀπ’ αὐτές τίς συνθῆκες, κρίνου­με, ὁπωσ­δή­πο­τε, θε­τι­κά τήν ἀνα­βί­ω­ση στά χρό­νια μας τοῦ ὀρθό­δο­ξου Μο­να­χι­σμοῦ καί τῶν ἀνα­το­λικῶν Πα­τε­ρικῶν με­λετῶν, ὅπως ἐπί­σης τό ὅτι ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α σήμε­ρα ἔχει βγεῖ ἀπό τήν ἀφάνεια καί μπο­ρεῖ καί δια­λέ­γε­ται «ἐν ἀλη­θείᾳ καί ἀγάπῃ» μέ ὅλο τόν κό­σμο, πολ­λῶ δέ μᾶλλον, διορ­θό­δοξα καί διεκ­κλησια­στι­κά.

Θά ἐθε­λο­τυ­φλού­σα­με, ὅμως, ἄν δέν ἐπισημαίνα­με καί κά­ποια με­λα­νά ση­μεῖα, πού ἀμαυ­ρώ­νουν, δυστυχῶς, τήν ἄσπιλη εἰκόνα τῆς Ὀρθοδοξίας. Μπο­ρεῖ ἡ χώ­ρα μας, σύμ­φω­να μέ δη­μο­σκό­πη­ση τοῦ 1995, νά ἐμφα­νί­ζε­ται ὡς ἡ πλέ­ον θρη­σκευό­με­νη τῆς Εὐρώ­πης, ὅμως γε­γο­νός πα­ρα­μέ­νει ὅτι οἱ Νε­ο­έλ­λη­νες γε­νι­κά δέν ἐκκλη­σιά­ζο­νται, ἰδί­ως στά χω­ριά. Ἐξάλ­λου, ἀπό ἐμᾶς τούς ἰδίους τούς Ὀρθο­δό­ξους πολ­λές φο­ρές πα­ρα­τη­ρεῖται ἕνας θρησκευτικός ἤ, κα­λύ­τε­ρα, ἐκκλη­σια­στι­κός, ναρ­κισ­σι­σμός, ὁ ὁποῖος ἐκδη­λώ­νε­ται εἴτε μέ­σω μιᾶς θε­ο­λο­γικῆς αὐτάρ­κειας, εἴτε μέ­σω κά­ποιων βυ­ζα­ντι­νι­σμῶν τοῦ πα­ρελ­θό­ντος, ὅπου, μέ­σα στά κά­το­πτρα τῶν «ὀρθο­δό­ξων» τί­τλων μας, ἐρω­τευό­μα­στε τό εἴδω­λό μας. Ἄν, τώ­ρα, σέ ὅλα αὐτά προ­σθέ­σου­με ὁρι­σμέ­νες συ­γκρού­σεις, πού συν­δέ­ο­νται μέ προ­βλή­μα­τα αὐτο­κε­φα­λί­ας τῶν Ἐκκλη­σιῶν, τήν ἀτέρ­μο­να Οἰκου­με­νο­λο­γί­α, τή γε­νι­κό­τε­ρη ἠθι­κή καί πο­λι­τι­στι­κή κρί­ση, τή δι­γλωσ­σί­α καί ἀσυ­νέ­πεια με­τα­ξύ πί­στης καί πρά­ξης, κα­θώς καί κά­ποιες δει­σι­δαι­μο­νι­κές ἐπι­βιώ­σεις, ἡ πορ­φυρόχρους εἰκό­να τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας ἀρχί­ζει νά ξε­θω­ριά­ζει. Εἶναι χαρα­κτη­ρι­στι­κή, γιά πα­ρά­δειγμα, ἡ φρά­ση κά­ποιων ἑτε­ρο­δό­ξων: «νο­σταλ­γοῦμε τήν Ὀρθο­δο­ξί­α, ἀλλ’ ὄχι καί τούς Ὀρθό­δο­ξους».

Ε­ΤΕ­ΡΟ­ΠΑ­ΡΑ­ΤΗ­ΡΗ­ΣΙΑ ΤΗΣ ΣΗ­ΜΕ­ΡΙ­ΝΗΣ Ε­ΛΛΑΔΙ­ΚΗΣ ΚΑΙ ΟΙ­ΚΟΥ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΗΣ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΙΑΣ

Ἀπό τήν ἄλλη με­ριά, εἶναι ἀλήθεια ὅτι στίς μέ­ρες μας ἀκού­γο­νται καί γρά­φο­νται πολ­λές θε­τι­κές κρί­σεις γιά τήν ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σί­α, ἰδί­ως ἀπό τή με­ριά τῶν εὐρω­παί­ων Χρι­στια­νο­δη­μο­κρατῶν καί τοῦ εὐρω­πα­ϊ­κοῦ λα­ϊ­κοῦ κόμ­μα­τος, ὅσο ἀφορᾶ κυρί­ως στίς πρω­το­βου­λί­ες τοῦ Οἰκου­με­νι­κοῦ Θρό­νου γιά τήν πα­γκό­σμια εἰρή­νη, τήν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς διε­θνοῦς τρομοκρα­τί­ας καί τήν προ­στα­σί­α τοῦ πε­ρι­βάλ­λο­ντος ἤ τή συμ­με­το­χή σέ δια­θρη­σκεια­κούς καί δια­χρι­στια­νι­κούς δια­λό­γους. Πολ­λοί, ἐπί­σης, θαυ­μά­ζουν τό συ­νο­δι­κό σύ­στη­μα τῆς Ὀρθό­δο­ξης Ἐκκλη­σί­ας. Κά­ποιοι ἄλλοι, ὅπως ὁ τέ­ως πρό­ε­δρος τῆς Σο­βιε­τικῆς Ἕνω­σης, Μι­χα­ήλ Γκορ­μπα­τσόφ, ὁ Γερ­μα­νός ρω­μαιο­κα­θο­λι­κός θε­ο­λό­γος Ἰού­λιος Tyciak καί ὁ διευ­θυ­ντής τῆς ἐπι­στη­μο­νικῆς Βι­βλιο­θή­κης τοῦ Dambarthn Oaks τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Harvard, Dr. John Thacher, ἐπαι­νοῦν δη­μό­σια τήν πι­στό­τη­τα τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας στήν Πα­ρά­δο­ση καί τήν ἔμφα­ση πού ἐπι­δει­κνύ­ει, του­λά­χι­στον θε­ω­ρη­τι­κά (θε­ο­λο­γι­κά), στό βί­ω­μα. Μάλι­στα ὁ Frank Schaeffer, γιός τοῦ πε­ρί­φη­μου Προ­τε­στά­ντη συγ­γρα­φέ­α Francis Schaeffer, με­τε­στρά­φη ἀπό τόν Καλ­βι­νι­σμό στήν ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σί­α, ἀκριβῶς λό­γω τοῦ ἀπο­φα­τι­κοῦ καί μυ­στι­κοῦ χα­ρα­κτῆρα τῆς τε­λευ­ταί­ας. Ὁμοί­ως, ὁ Ἱσπα­νός ἱε­ρω­μέ­νος Ballester ὑπο­γραμ­μί­ζει τή μα­χη­τι­κό­τη­τα τῆς Ὀρθό­δο­ξης Ἐκκλη­σί­ας ἐνα­ντί­ον τῶν αἱρέ­σε­ων. Ἡ ἔγκυ­ρη γαλ­λι­κή ἐφη­με­ρί­δα Le Monde εἶχε γρά­ψει κύριο ἄρθρο τήν ἡμέ­ρα τῆς εἰσό­δου τῆς Ἑλλά­δας στήν Εὐρω­πα­ϊ­κή Ἕνω­ση μέ τί­τλο «Κα­λω­σο­ρί­ζου­με τή χώ­ρα τῆς Φι­λο­κα­λί­ας». Προ­σέ­τι, οἱ δια­πρε­πεῖς Γάλ­λοι ἱε­ρω­μέ­νοι Ντυ­μόν καί Ντα­νιε­λού μί­λη­σαν καί ἔγρα­ψαν γιά τήν Ὀρθο­δο­ξί­α μέ ἕναν σε­βα­σμό καί μέ μιά υἱϊ­κή ἀγά­πη, πράγ­μα­τα ἀδια­νό­η­τα γιά πα­λαιό­τε­ρες ἐπο­χές. Τήν ὀρθό­δο­ξη, ὡσαύτως, λα­τρεί­α ἐγκωμιάζουν ἀρκε­τοί ξέ­νοι, με­τα­ξύ τῶν ὁποί­ων οἱ πά­πες Πῖος 11ος καί Ἰω­άν­νης 23ος, ὁ ρω­μαιο­κα­θο­λι­κός θε­ο­λό­γος καί κλη­ρι­κός Dom Lammbert Beauduin καί ὁ Προ­τε­στά­ντης θρη­σκειο­λό­γος κα­θη­γη­τής Friedrich Heiler. Ὅπως βλέ­που­με, λοι­πόν, τά τελευ­ταῖα χρό­νια πα­ρα­τη­ρεῖται μιά γε­νι­κό­τε­ρη στρο­φή τῆς Εὐρώ­πης, συ­μπεριλαμβα­νο­μέ­νης ἀκό­μα καί τῆς Ἰτα­λί­ας, καί ἕνα ἰδιαί­τε­ρο ἐνδια­φέ­ρον, πρός τήν Ὀρθο­δο­ξί­α, μέ ἀρκε­τές μά­λι­στα με­τα­στρο­φές πρός αὐτήν ἐκ μέ­ρους πρώ­ην Προ­τε­στα­ντῶν. Στήν Ἀμε­ρι­κή καί τίς εὐρω­πα­ϊ­κές χῶρες ἔχουν δη­μιουρ­γη­θεῖ ἐδῶ καί μερικά χρόνια Κέ­ντρα Ἐρευνῶν καί πα­νε­πι­στη­μια­κά τμή­μα­τα Βυ­ζα­ντι­νολογί­ας καί με­λέ­της τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, τῶν νη­πτι­κῶν Πα­τέ­ρων, τῆς λα­τρεί­ας, τῆς τέ­χνης, τῆς ἱστο­ρί­ας τοῦ ἀνα­το­λι­κοῦ Χρι­στια­νι­σμοῦ κ.λπ., ἐνῶ κά­θε χρό­νο διορ­γα­νώ­νο­νται ὀρθό­δο­ξα συ­νέ­δρια, ὅπως λ.χ. στή Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α, μέ με­γά­λη συμ­με­το­χή ἐνδια­φε­ρο­μέ­νων. Στό Dumbarton Oaks τῆς Οὐά­σι­γκτον συ­στάθη­κε ἀνά­λο­γο Ἵδρυ­μα ἐρευνῶν ἀπό μί­α ἑκα­τομ­μυ­ριοῦχο Ἀμε­ρι­κα­νί­δα, σύ­ζυ­γο Ἀμε­ρι­κα­νοῦ πρέ­σβη, πού ἦταν κυ­ριο­λε­κτι­κά «ἐρω­τευ­μέ­νη» μέ τό να­ό τῆς Ἁγί­ας Σο­φί­ας στήν Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Πρέ­πει, βέβαια, νά παραδεχθοῦμε ὅτι τή διά­δο­ση καί προ­βο­λή αὐτή τῆς ὀρθό­δο­ξης πνευ­μα­τικό­τη­τας, προ­πα­ντός στό Πα­ρί­σι καί τή Νέ­α Ὑόρ­κη, ὀφεί­λου­με ἐν πολ­λοῖς στή ρω­σι­κή Δια­σπο­ρά, πού, ἄν δέν ἐθάπτετο σάν τόν σπόρο γιά πολλά χρόνια, δέν θά ἔθαλλε. Τέ­λος, πολ­λά λέ­γο­νται καί γρά­φο­νται γιά τό μέλ­λον τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, τά ὁποῖα ἠχοῦν ἀπό προ­φη­τι­κά ὁράματα καί εὐσε­βεῖς πό­θοι μέ­χρι καί ἐμπε­ρι­στα­τω­μέ­νες ἱστο­ρι­κές με­λέ­τες. Ἕνας ἀπό τούς πλέ­ον δια­κε­κρι­μέ­νους Γάλ­λους δια­νο­η­τές, ὁ Ἀντρέ Μαλ­ρό, εἶχε προ­βλέ­ψει ὅτι ὁ ἐπερ­χό­με­νος αἰώ­νας, δηλ. ὁ 21ος, ἤ θά ἐπα­νεύ­ρει τή Με­τα­φυ­σι­κή ἤ πι­θα­νόν δέν θά ὑπάρ­ξει. Ἐπίσης, ὁ κο­ρυ­φαῖος βυ­ζα­ντι­νο­λό­γος Steven Runciman εἶχε δη­λώ­σει ὅτι με­τά ἀπό 100 χρό­νια στό ἱστο­ρι­κό προ­σκή­νιο θά ὑπάρ­χει μό­νο ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α. Ὁμοί­ως, ὁ γνω­στός κοινω­νιο­λό­γος Spengler πι­στεύ­ει ὅτι ὁ ὀρθό­δο­ξος πο­λι­τι­σμός τῆς Ρω­σί­ας βρίσκε­ται ἀκό­μα σέ ἐμβρυώ­δη κα­τά­στα­ση· «ἡ ἑπό­με­νη χι­λιε­τί­α ἀνή­κει στό Χρι­στια­νι­σμό τοῦ Ντο­στο­γιέφ­σκυ», ὅπως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γρά­φει. Ἀληθινά, ὑπάρ­χουν σή­με­ρα πολ­λές ἐνδεί­ξεις, οἱ ὁποῖες ἀναγ­γέλ­λουν ὅτι ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α πρό­κει­ται στό ἀμέ­σως προ­σε­χές μέλ­λον νά δια­δρα­μα­τί­σει ἕνα ση­μα­ντι­κό ρό­λο, τή στιγμή πού ἑκατοντάδες προτεσταντικοί ναοί κλείνουν ἤ πωλοῦνται γιά νά γίνουν κέντρα διασκεδάσεως. Τοῦτο μά­λι­στα φαί­νε­ται νά ἐπα­λη­θεύ­ε­ται ἀπό τήν ἀθρό­α προ­σέ­λευ­ση στήν ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σί­α ἑκα­τομ­μυ­ρί­ων ἀνθρώ­πων ἀπό τίς χῶρες τοῦ πρώ­ην ἀνα­το­λι­κοῦ block.

Με­τά τά ὄντως πο­λύ κο­λα­κευ­τι­κά αὐτά σχό­λια καί τά ἐνθαρ­ρυ­ντι­κά γιά τήν Ὀρθο­δο­ξί­α γε­γο­νό­τα, προ­χω­ροῦμε σέ στα­χυο­λό­γη­ση καί τῶν ἀρνητικῶν γι’ αὐτήν κρί­σε­ων ἐκ μέ­ρους τῶν ἑτεροδόξων. Ἡ ἐκκλη­σια­στι­κή ἀκοι­νω­νη­σί­α με­τα­ξύ ὁρι­σμέ­νων ὀρθο­δό­ξων χρι­στια­νικῶν ἀνα­το­λικῶν ἐκκλη­σιῶν, ἡ ἐν Ἑλλά­δι διοι­κη­τι­κή ἐκκλη­σια­στι­κά κα­τά­τμη­ση, ἡ ποι­με­νο­κε­ντρι­κή γε­νι­κά δομή, οἱ ἐνδο-ορ­θό­δο­ξες προ­στρι­βές καί ἔρι­δες, κα­θώς καί τά πρό­σφα­τα θλι­βε­ρά γε­γο­νό­τα στό Ἅγιο Ὄρος, πού τη­λε­ο­πτι­κά ἔκα­ναν τόν γύ­ρο τοῦ κό­σμου, ἐπι­κρί­νο­νται δρι­μύ­τα­τα στό Ἐξω­τε­ρι­κό. Πα­ράλλη­λα, οἱ ἑτε­ρό­δο­ξοι ἰσχυ­ρί­ζο­νται ὅτι ὁ ἀνα­το­λι­κός ὀρθό­δο­ξος Μο­να­χι­σμός ὄχι μό­νο ἐνσω­μα­τώ­θη­κε στόν ἐπί­ση­μο Κλῆρο, ἀλλά καί ἔχα­σε τόν πρω­το­χρι­στια­νι­κό του προ­φητι­κό χα­ρα­κτῆρα, ἀφο­μοιού­με­νος τελικά ἀπό τήν «κρα­τι­κή» Ἐκκλη­σί­α. Οἱ ἴδιοι, ἐπί­σης, διατείνονται ὅτι ἡ ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σί­α δέν προ­ή­γα­γε τήν πλού­σια, στ’ ἀλήθεια, Πα­ρά­δο­σή της, ἀλλ’ ἔμει­νε προ­σκολ­λη­μέ­νη σέ μιά νο­η­σιαρ­χι­κή Θε­ο­λο­γί­α καί στεί­ρα Πα­ρα­δο­σιαρ­χί­α. Ὁ πά­πας, μάλιστα, Βε­νέ­δι­κτος ὁ 16ος, σέ πρό­σφα­τη διά­λε­ξή του στό Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ρε­τι­σβά­νης, χα­ρα­κτή­ρι­σε τήν Ἀνα­το­λι­κή Ἐκκλη­σί­α ὡς ὑστε­ροῦσα ἔνα­ντι τοῦ Ρω­μαιο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ ὡς πρός τίς σύγ­χρο­νες κοι­νω­νι­κές ἐξε­λί­ξεις. Ἔπει­τα, ὁ Προ­τε­στα­ντι­σμός, ἐπί τῆ βά­σει τῆς πε­ρί κλά­δων θε­ω­ρί­ας (branch theory), ὑπο­βι­βά­ζει τήν Ὀρθο­δο­ξί­α σέ μιά κλα­δι­κή καί ἐπί μέ­ρους ἐκκλη­σί­α, ἡ ὁποί­α ἔχει ἐξελ­λη­νί­σει τόν Χρι­στια­νι­σμό (Harnack, Brunner κ.ἄ.), χρω­ματίζοντάς τον ἐθνικι­στι­κά. Μέ μιά λέ­ξη, οἱ δυ­τι­κοί μᾶς κα­τη­γοροῦν ―οὔτε λί­γο, οὔτε πολύ― ὡς τυ­πο­λά­τρες καί φοντα­με­ντα­λι­στές. Ὡς γνω­στό, ὁ Ζάν Μπα­τί­στ Ντι­ρο­ζέλ, κα­θη­γη­τής τῆς Ἱστο­ρί­ας στό Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σορ­βώ­νης, ἀγνό­η­σε πα­ντελῶς τόν Ἑλλη­νι­σμό καί τήν Ὀρθο­δο­ξί­α στό βι­βλί­ο του Εὐρω­πα­ϊ­κή Ἱστο­ρί­α τῆς Εὐρώ­πης. Ὕστερα, ὁ Ἀρχιε­πί­σκο­πος τῶν ἐν Ἀθή­ναις Ρω­μαιο­κα­θο­λικῶν κ. Νι­κό­λα­ος δυ­σφή­μι­σε τή χώ­ρα μας διε­θνῶς, ἐμφα­νί­ζο­ντας τούς ἐν Ἑλλά­δι ρω­μαιο­κα­θο­λι­κούς ὡς «διω­κο­μέ­νους». Ὁμοί­ως, ὁ ρω­μαιο­κα­θο­λι­κός κλη­ρι­κός π. Κο­ντί­δης ὑπο­στή­ρι­ξε ὅτι «Ὀρθο­δο­ξί­α καί Δη­μο­κρα­τί­α εἶναι πράγ­μα­τα ἀσύμ­βα­τα». Πρίν ἀπό λί­γα χρό­νια, πά­λι, ὅλοι θυ­μό­μα­στε τίς γνωστές δη­λώ­σεις τοῦ Ὑπουρ­γοῦ τῶν Οἰκο­νο­μικῶν τῆς Αὐστρί­ας, ὅτι «τά σύ­νο­ρα τῆς Εὐρώ­πης τε­λειώ­νουν ἐκεῖ πού ἀρχί­ζει ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α». Τέ­λος, ὁ γνω­στός σύγ­χρο­νος Ἀμε­ρι­κα­νός δια­νο­ού­με­νος Samuel Huntington ἐξο­βέ­λι­σε κι’ αὐτός τήν Ὀρθο­δο­ξί­α ἀπό τήν Εὐρώ­πη ὡς δῆθεν ἀντιευ­ρω­πα­ϊ­κό-πο­λι­τι­στι­κό κίνη­μα.

Ἀπό τή σύ­ντο­μη αὐτή φαι­νο­με­νο­λο­γι­κή ἔκθεση προκύπτει:

α) ὅτι τό­σο οἱ ὁμό­δο­ξοι, ὅσο καί οἱ ἀλλό­δο­ξοι ἐλά­χι­στα γνωρίζουν, καί μά­λι­στα σέ βά­θος, πε­ρί Ὀρθο­δο­ξί­ας, ἐπι­κρα­τού­σης, ἀντί­θε­τα, μιᾶς συγ­χύ­σε­ως, ἡ ὁποί­α ἐπι­τεί­νε­ται, καί γιά τήν ὁποί­α εὐθυ­νό­μα­στε πρω­τί­στως ἐμεῖς οἱ Θεολό­γοι (κλη­ρι­κοί καί λα­ϊ­κοί),

β) ὅτι ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α ὡς Ζω­ή μέ­σα στή ζω­ή ἤ κι­βω­τός μέ­σα στόν κό­σμο δέν εἶναι ἕνα στα­τι­κό, ἀλλά δυ­να­μι­κό μέγε­θος («ὁ δοκῶν ἑστά­ναι βλε­πέ­τω μή πέσῃ»), πού σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μα διέρχε­ται περιό­δους πνευ­μα­τικῆς ἀνα­βάσε­ως καί κα­τα­βά­σε­ως, πα­φλα­σμοῦ τοῦ Πνεύμα­τος ἀλλά καί πνευ­μα­τι­κοῦ λι­μοῦ.

γ) ὅτι πολ­λά ἀπό αὐτά πού, ἔσω­θεν καί ἔξω­θεν, προσάπτο­νται στήν ἑλλα­δι­κή καί οἰκου­με­νι­κή Ὀρθο­δο­ξί­α, εἶναι ἀληθῆ καί χρή­ζουν διορ­θώ­σε­ως, καί

δ) ὅτι τά θε­τι­κά ση­μεῖα ὑπερ­τε­ροῦν τῶν ἀρνη­τικῶν, ἄν καί τά ζη­τή­μα­τα αὐτά δέν εἶναι με­γέ­θη πο­σο­τικῶς με­τρή­σι­μα.

Τε­λευ­ταῖο ἐρώ­τη­μα, πού ἀπο­μέ­νει νά ἀπα­ντή­σου­με, εἶναι τί δυ­να­τό­τη­τες ἀνθρω­πί­νως ἔχουμε ὡς Ὀρθό­δο­ξοι, δεδομέ­νου ὅτι ἀριθ­μη­τι­κά εἴμα­στε ἀμε­λη­τέ­οι, γιά ἀνα­στή­λω­ση αὐτῆς τῆς ἔσω­θεν καί ἔξω­θεν εἰκό­νας μας, τό­σο στό Ἐσω­τε­ρι­κό ὅσο καί στό Ἐξω­τε­ρι­κό. Μέ ἄλλα λό­για, πῶς ὅλα αὐτά τά γνω­ρί­σμα­τα τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, πού πε­ρι­γρά­ψα­με προ­η­γου­μέ­νως, μπο­ροῦν νά λει­τουρ­γή­σουν, γό­νι­μα καί σέ ἕνα βα­θύ­τε­ρο ἐπί­πε­δο, μέ­σα στό σημερινό πο­λι­τι­σμικό πε­ριβάλ­λον. Ὁποιαδήπο­τε ἀπά­ντη­ση προ­α­παι­τεῖ, ἀσφαλῶς, τήν ἐνδογενῆ βελ­τί­ω­ση καί πνευ­μα­τι­κή ἀνόρ­θω­ση, οὕτως ὥστε ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α νά ξα­να­βρεῖ αὐτό­μα­τα τό πα­τρο­πα­ρά­δο­το γό­η­τρό της στήν ἐθνι­κή μας ζω­ή. Μό­νο τό­τε τά γνω­ρί­σμα­τα αὐτά θά πά­ψουν νά ἀπο­τε­λοῦν κει­μή­λια τοῦ πα­ρελ­θό­ντος ἤ ὡραῖες παλιές ἰδέ­ες, καί θά κατα­στοῦν ―βιω­μα­τι­κά καί πρα­κτι­κά― ἐνερ­γά, πρόσφο­ρα καί εὐερ­γε­τι­κά γιά τήν ἐπί­λυ­ση τῶν σύγ­χρο­νων σο­βαρῶν προ­σω­πικῶν καί κοι­νω­νικῶν προ­βλη­μά­των. Για­τί, ἀναμ­φι­βό­λως, Ὀρθο­δο­ξί­α δέν εἶναι οἱ κορῶνες καί οἱ λυρι­σμοί ἤ τά ἀρχι­τε­κτο­νή­μα­τα μέ τά σκα­λι­στά πα­γώ­νια, τούς θό­λους καί τίς ἁψῖδες, ἀλλά ἡ ὑπό τῶν ποι­μέ­νων, πρωτίστως, πρό­σλη­ψη καί ἀνά­λη­ψη τῶν κα­θη­με­ρινῶν φροντί­δων, μό­χθων καί πό­θων τοῦ «λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ», πού θα­λασ­σο­δέρ­νε­ται ἀπό τή Σκύλ­λα τῆς Πλου­το­κρα­τί­ας στή Χά­ρυ­βδη τῆς «λι­τό­τη­τας». Ἡ ἐσω­τε­ρι­κή, ὅμως, αὐτή ἀνόρ­θω­ση ση­μαί­νει οὐσια­στι­κά ἐπα­να­φύ­πνι­ση τῆς ὀρθό­δο­ξης χρι­στια­νικῆς συνείδη­σης τοῦ Νε­ο­έλ­λη­να, δηλ. ἐπα­νορ­θο­δο­ξο­ποί­η­ση καί ὄχι μεταρρύθμιση ἤ υἱο­θέ­τη­ση λ.χ. ἑνός ἄλλου «Πιστεύω». Συ­νεπῶς, δέν εἰση­γού­μα­στε κα­μί­α ἀπόρ­ρι­ψη τῶν πα­ρα­δό­σε­ών μας, ἀλλά, τοὐ­να­ντί­ον, τήν ἀξιο­ποί­η­ση τῶν ση­μεί­ων ἐκεί­νων πού λη­σμονή­σα­με ἤ ἀφή­σα­με νά ἀτο­νή­σουν. Ὡς γνω­στό, ἡ ὁποια­δή­πο­τε μέ­σα στήν Ἱστο­ρί­α συ­γκα­τά­βα­ση τῆς Ἐκκλησί­ας πρός τόν κόσμο δέν ἐννο­εῖται ὡς δογ­μα­το­λο­γική προ­σαρ­μο­γή τῆς Πί­στης σέ ὁρι­σμέ­να μοντέρνα φι­λο­σο­φι­κά συ­στή­μα­τα, ὑπό τό πρό­σχη­μα τοῦ ἐκσυγ­χρο­νι­σμοῦ ἤ τῆς καί θύρα­θεν δῆθεν ἐπι­βε­βαί­ω­σης τῶν δογ­μά­των της, ἀλλ’ ὡς ἐξυ­γί­αν­ση, θε­ρα­πεί­α καί ἀνόρ­θω­ση αὐτοῦ τοῦ κό­σμου μέ­σω τῆς κα­τάλ­λη­λης καί ἐπι­λε­κτικῆς χρή­σης τῆς τρέχουσας φι­λο­σο­φικῆς γλώσ­σας, ὅπως ἔκα­ναν στά χρόνια τους οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκκλη­σί­ας.

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

Ἀπό τά στοι­χεῖα ἐκεῖνα τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, πού φαίνεται ὅτι ἀπο­δυ­να­μώ­θη­σαν ἤ ἀλλο­τριώ­θη­σαν, θά στα­θοῦμε ἐνδεικτικτά μό­νο σέ τρία κεφαλαιώδη, ἐν εἴδει καταληκτικῶν προ­τά­σε­ων γιά μιά πρωτοβάθμια ἀναστήλωση:

1) Μα­ζι­κός ἐπα­νευαγ­γε­λι­σμός, τόν ὁποῖο πο­λύ ὡραῖα ὑπο­τυ­πώ­νει ἡ αὐρια­νή λι­τα­νευ­τι­κή ἔξο­δος τῶν ἁγί­ων εἰκό­νων πρός τόν κόσμο. Ἄς μήν ξε­χνοῦμε, ἄλλω­στε, ὅτι ἡ ἑβδο­μά­δα Ἐξω­τε­ρικῆς Ἱε­ρα­πο­στολῆς συ­μπί­πτει μέ τήν ἑβδο­μά­δα τῆς Κυ­ριακῆς τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας. Γιατί, οἱ ἐλά­χι­στες ὧρες τῶν Θρη­σκευ­τικῶν στά σχο­λεῖα ἤ καί τά Κα­τη­χη­τι­κά δέν ἐπαρ­κοῦν, ὅπως τουλάχιστον ἀποδεικνύει ἡ τρέ­χου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἄν, κατά τόν Πατροκοσμᾶ, ἡ ἀνέγερση σχολείων προέχει ἔναντι τῶν ναῶν καί ἄν γιά τούς περισσότερους σήμερα σχολεῖο εἶναι ἡ τηλεόραση, τότε ἡ Ἐκκλησία, πού τότε ἔκανε αὐτούς τούς τιτάνιους ἀγῶνες γιά τίς εἰκόνες, δηλ. τά βιβλία τῶν ἀγραμμάτων, θά πρέπει πάση (οἰκονομικῇ) θυσία νά στυλώσει τίς κεραῖες τοῦ δικοῦ της τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ, ἄν δέν θέλουμε, ἰδίως τά παιδιά μας, νά ἀποτυφλωθοῦν πνευματικά μέ τήν τηλοψία ἄθεων καί αἱρετικῶν εἰκόνων. Μέχρι, ὅμως, νά γίνει αὐτό οἱ ἱε­ρα­πο­στο­λικές ἐξορ­μή­σε­ις στίς ἐπαρ­χί­ες θά πρέπει νά ἐνταθοῦν. Στό ἔργο αὐτό θά μποροῦσαν τά μέγιστα νά εἰσφέρουν οἱ λαϊκοί θεολόγοι, ὡς οἱ «φυσικοί» θε­μα­το­φύ­λα­κες τῆς πνευ­μα­τικῆς πα­ρά­δο­σης τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας. Πρός τούτοις, ἀπαιτεῖται ἀπο­κέ­ντρω­ση τῶν ἐκκλη­σια­στικῶν ὑπη­ρε­σιῶν καί πλη­ρέ­στε­ρη συμ­με­το­χή ―μέ με­γα­λύ­τε­ρη καί στε­νό­τε­ρη συ­νερ­γα­σί­α στίς κα­τά τό­πους ἱε­ρές Μη­τρο­πό­λεις, δηλ. ὀργα­νι­κή καί ὄ­χι μό­νο πε­ρι­φε­ρεια­κή συ­νερ­γα­σί­α― με­τα­ξύ Κλή­ρου καί λα­οῦ. Ὁ λό­γος τῆς Ἐκκλη­σί­ας σή­με­ρα, ἐνό­ψει μά­λι­στα τῶν πο­λυ­πληθῶν αἱρέ­σε­ων, ὀφεί­λει νά εἶναι ἔγκυ­ρος, μεστός, συγκεκριμένος καί ὄχι ἀπροπαράσκευος, τυποποιημένος καί συ­ναι­σθη­μα­τι­κός.

2) Συ­νέ­πεια ἔργων καί λό­γων. Τοῦτο θά ἐπιτευχθεῖ μέ τή συνειδητοποίηση ἐκ μέρους τῶν κατ’ ὄνομα Ὀρθοδόξων τῆς χριστιανικῆς Πίστης τους, πρᾶγμα πού ἀπορρέει πάλι ἀπό τόν ἐπανευαγγελισμό. Μιά «κατ’ ἐπίγνωσιν» Πίστη σημαίνει μαθητεία στή σχο­λή τοῦ Νι­πτῆρος μέ­σω τῆς ἀνα­βί­ω­σης τῆς ζωῆς τῆς πρώ­της Ἐκκλη­σί­ας τῶν κα­τα­κομ­βῶν καί τοῦ σα­μα­ρει­τι­κοῦ ἤθους τῶν ἁγί­ων Πα­τέ­ρων. Σημαίνει, ἀκόμα, τή σύν­δε­ση τῆς Θ. Λατρείας καί τῆς κοι­νω­νικῆς πρά­ξης, καί ὄχι τήν ἄκαρπη τυ­πο­λα­τρί­α. «Ὀρθο­δο­ξί­α δέν εἶναι μό­νον τά κε­ριά, τά λι­βά­νια κι’ οἱ σταυ­ροί. Τόν σταυ­ρό ὁ Χρι­στός τόν θέ­λει» καθημερινά στούς ὤμους μας. Μή­πως, ἐρωτᾶ ὁ μα­κα­ρι­στός Μη­τρο­πο­λί­της Χί­ου Χρυ­σό­στο­μος, «ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α ἔγκει­ται γιά μᾶς σέ μί­αν κατ’ ἐπί­φα­σιν (ἐπι­δερ­μι­κή) εὐσέ­βεια (δηλ. ἀσέ­βεια στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα), ἤ μό­νον σέ πλού­σια ἀφιε­ρώ­μα­τα σέ να­ούς, ἕνα εἶδος ‛θρη­σκευ­τι­κοῦ ὑλι­σμοῦ’, ἤ καί ‛ζή­λου οὐ κατ’ ἐπί­γνω­σιν’»; Τυ­χόν ἀπόρ­ρι­ψη τῶν λα­τρευ­τικῶν (συμ­βο­λικῶν) τύ­πων θά ὁδη­γοῦσε στήν αἵρε­ση τῆς εἰκο­νο­μα­χί­ας, ἐνῶ τυ­χόν ταύ­τι­ση τοῦ ση­μαί­νο­ντος μέ τό ση­μαι­νό­με­νο, θά ὁδη­γοῦσε στήν αἵρε­ση τῆς εἰκο­νο­λα­τρί­ας. Καί,

3) Ἐνεργοποίηση τῆς ἐσχα­το­λο­γικῆς διάστα­σης τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, δηλ. τοῦ τρίπτυχου τῆς πίστης, τῆς ἐλπίδας καί τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο. Μιά τέτοια προοπτική ἐφοδιάζει τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ ἀγωνιστικό φρόνημα στήν ἐκφορά τῆς σύγχρονης θεολογικῆς μαρτυρίας, εἰσδύει στά ἐσώτατα αἴτια τῶν κοινωνικῶν, πολιτικῶν καί οἰκονομικῶν προβλημάτων, μή ἀρκούμενη σέ ἕνα ἐπιφανειακό ἄγγιγμά τους, καί, τέλος, καλλιεργεῖ αὐτήν τήν ἴδια τήν Παράδοση. Ὁμοίως, ὅταν ὁ ἐργάτης τοῦ Κυρίου φλέγεται ἀπό τήν τριάδα αὐτή τῶν θεολογικῶν ἀρετῶν καί ὁραματίζεται μιά ἀληθινή καί ζωντανή Ἐκκλησία, ἀποζητεῖ τήν αὐτο-βελτίωση καί τή συ­νεχῆ ἐξ-ά­σκη­ση, τήν εὑρη­μα­τι­κό­τη­τα, τήν ἐκπό­νη­ση σχε­δί­ων δρά­σης καί τα­κτι­κι­σμῶν, καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δέν ἐπαναπαύεται σέ μιά στατική κατάσταση συντήρησης καί ἐφη­συ­χα­σμοῦ.

Συ­νε­ορ­τα­στές τῆς παν­σέ­πτου αὐτῆς δε­σπο­τικῆς ἑορ­τῆς, «μεί­ζω τού­των» ὀψόμεθα· καί, ὄχι πλέον μέσω ὑλικῶν ἤ ψηφιακῶν εἰκόνων, ἀλλά παγκοσμίων, πνευματικῶν καί ὑπαρξιακῶν. Ἄν ἡ ἱστορική ἀναστήλωση συνιστᾶ αὐτόχρημα μιά θεοσημία, τό αἰώνιο μήνυμα, πού ἱεροτύπως αὐτή ἐκπέμπει γιά κάθε μελλοντική εἰκονολογία, εἶναι ὁ ἀγώνας καί ἡ κατίσχυση τῆς ἁγιότητας ἔναντι τῆς ἁμαρτίας, τῆς Ζωῆς ἔναντι τοῦ θανάτου, τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῆς αἱρέσεως, μέ μιά λέξη, ὁ ἰριδισμός τῆς εἰκό­νας τοῦ σαρκωμένου Θε­οῦ μέ­σα στό πνευ­μα­τι­κό ἔρεβος αὐτοῦ τοῦ κό­σμου. Ἄς ὑψώ­σου­με, γι’ αὐτό, ἐκ βα­θέ­ων τήν ἱκε­σί­α μας: «Στή­ρι­ξον Ὀρθο­δοξίᾳ τήν Ἐκκλη­σί­αν Σου Χρι­στέ». «Οὐκ ἀρνη­σό­με­θά Σε, φί­λη Ὀρθο­δο­ξί­α…Ἐν σοί ἐγεν­νή­θη­μεν, ἐν Σοί ζῶμεν καί ἐν Σοί κοι­μη­θη­σό­με­θα. Εἰ δέ κα­λέ­σει και­ρός, καί μυ­ριά­κις ὑπέρ Σοῦ τε­θνη­ξό­με­θα». Εἴθε τό συ­νο­δι­κό πνεῦμα τῆς Ζ’ ἐν Νι­καία Οἰκου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου νά πνεύ­σει καί σή­με­ρα, ἀναρ­ρι­πί­ζο­ντας τίς σχέσεις Κλήρου καί λαοῦ· κά­τι τέ­τοιο, μό­νο ὄφε­λος θά μπο­ροῦσε νά προσπορίσει ὄχι μό­νο σέ μᾶς τούς ἰδίους ὡς Ὀρθο­δό­ξους, ἀλλά καί στήν ἔξω­θεν εἰκό­να τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας πρός δό­ξα τοῦ ἐν Τριά­δι Θε­οῦ.

 


Βλ. Ἀρχιεπ. Αὐστραλίας Στυλιανοῦ, «Τά σύν καί τά πλήν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τόν νεώτερον κόσμον», Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης, Γ’, ἐν Ἀθήναις 1994, σ. 574 ἑξ. Γιά περισσότερα βλ. Ἀ. Κορακίδη, Ὁ ἔλεγχος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, Ἀθῆναι 1965, Μ. Πλωρίτη, «Μή κρίνετε ἵνα μή ἀφορισθῆτε. Ὁ τρόμος γιά τήν κριτική καί ἡ κριτική τοῦ τρόμου», Το Βημα 25/11/1984.

Πρβλ. Μητρ. Α. Ν. Καντιώτου, Ἐκκλησιαστικός Στρουθοκαμηλισμός, Ἀθῆναι 1973.

Th. Hopko, “The Tree of the Cross”, J. J. Allen (Ed.), Orthodox Synthesis ― The Unity of Theological Thought, St. Vladimir’s Seminary Press, Crestwood, New York 1981, p. 158.

π. Γ. Με­ταλ­ληνοῦ, «Τί εἶναι Ὀρθο­δο­ξί­α», Ὀρθό­δο­ξος Τύ­πος 12 Σε­πτεμ­βρί­ου 1980, ἀρ. ἄρθρου 11.

Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 22.

Γ. Γ. Μπεκατώρου, «Ὀρθοδοξίας, ἑορτή», ΘΗΕ 9 (1966) 956-958.

Κ. Ε. Πα­πα­πέ­τρου, «Ἡ ‛Ἀνα­το­λή’, ἡ ‛Δύ­σις’ καί τό μέλ­λον τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», στό: Προ­σβα­σεισ (Ζη­τή­μα­τα Ἀπο­λο­γη­τικῆς Θε­ο­λο­γί­ας καί Φι­λοσοφικῆς κρι­τικῆς τοῦ και­ροῦ μας), Ἀθῆναι 1979, σ. 121.

Α’ Κορ. 2, 15.

Μητρ. Χί­ου Χρυ­σο­στό­μου, «Τό μέλ­λον τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 6 (15 Μαρ­τί­ου 1972) 149.

Μητρ. Μ. Γ. Φούγια, Τό ἑλληνικό ὑπόβαθρο τοῦ Χριστιανισμοῦ, Ἀθήνα 1992, σ. 263.

Μητρ. Γου­με­νίσ­σης, Ἀξιου­πό­λε­ως καί Πο­λυ­κά­στρου Δη­μη­τρί­ου, «Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α: προφη­τι­κή φω­νή κρί­σε­ως καί κλή­σε­ως τοῦ κό­σμου ― στό με­ταίχ­μιο δύ­ο χι­λιε­τιῶν», Εκ­κλη­σια 3 (Μάρ­τιος 1999) 128.

Πρβλ. Δ. Κι­τσί­κη, Ἡ Τρί­τη Ἰδε­ο­λο­γί­α καί ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α, Ἀθή­να 1991.

Ἐφημ. Το Βη­μα 2/2/1992.

Δ. Ι. Κουϊμουτσόπουλου, «Ὀρθοδοξία», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, τ. ΙΘ’, σ. 52. Πρβλ.

Δ. Β. Δημητράκου, Ἐπίτομον Λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Ἀθῆναι, σ. 1017.

Λόγος θεολογικός πέμπτος περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος 21, MPG 36, 156 D.

Πρβλ. Δο­ξα­στι­κό Ἰδιό­με­λο τῶν Ἀπο­στί­χων τοῦ με­γά­λου ἑσπε­ρι­νοῦ τῆς ἑορ­τῆς.

Ματθ. 13, 44.

Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 4.

A. Dueck, “On Living in Athens: Models of Relating Psychology, Church and Culture”, Journal of Psychology & Christianity 8/1 (1989) 5-18, Δ. Ν. Πα­πα­θα­νασό­που­λου, «Ὀρθο­δο­ξί­α καί Νε­ο­ελ­λη­νι­κή ταυ­τό­της», Εκ­κλη­σια 12 (1/15 Σεπτεμ­βρί­ου 1989) 503, Σ. Κ. Τσιτσίγκου, «Παιδεία καί Πολιτισμός στό φῶς τῆς Θεολογίας» (ἀνάτυπο ἀπό περιοδ. Εκκλησια), Ἀθήνα 1994.

Μη­τρ. Γου­με­νίσ­σης Δη­μη­τρί­ου, Εκ­κλη­σια 4 (1 Μαρ­τί­ου 1996) 166: «ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α θά μᾶς πεῖ τό τί εἴμα­στε, ποιοί εἴμα­στε, ποιό εἶναι τό γέ­νος μας, ποιά εἶναι ἡ ταυ­τό­τη­τά μας, ποιό εἶναι τό χρέ­ος μας».

Βλ. Σ. Γ. Παπαδόπουλου, Διαπίστωση καί διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, Κατερίνη 1990.

Σ. Γ. Πα­πα­δό­πουλου, Πα­τρο­λο­γί­α, τ. Α’, Ἀθήνα 1977, σ. 269, 302, 434.

Βλ. Μητρ. Βαρνάβα, «Ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡμεῖς», Εκκλησια 7 (1 Ἀπριλίου 1981) 129-133. Πρβλ. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐν Ἀθήναις 1961.

Ἁ. Ἀλιβιζάτου, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Θεολογια 19 (1941/8) 26-39, Σ. Γ. Παπαδόπουλου, Διαπίστωση καί διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, Κατερίνη 1990, σ. 21 ἑξ., 27, ὑποσ. 26. Πρβλ. Χ. Θ. Κρικώνη, Ἡ Ἐκκλησία αὐθεντικός ἑρμηνευτής τῆς ἐν Χριστῷ Θείας Ἀποκαλύψεως, Θεσσαλονίκη 1993.

G. Khodre, “The Church in Movement”, in: J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 20, Σ. Γ. Παπαδόπουλου, Διαπίστωση καί διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, Κατερίνη 1990, σ. 14.

Γρηγορίου Θεολόγου, Θεία Λειτουργία (ἡ Ἀλεξανδρινή), MPG 36, 725.

Κολοσ. 1, 15.

Διαταγαί Ἀποστόλων, MPG 1, 945, Εὐσέβιου Παμφίλου, Περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς θεολογίας, MPG 24, 837, Μ. Βασιλείου, Ἔκθεσις περί τῆς ἁγίας καί ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 30, 831, Ἀσχολίῳ Θεσσαλονίκης, MPG 32, 637, Μαγνηνιανῷ κόμητι, MPG 32, 652, Τοῖς ὑφ’ ἑαυτόν ἀσκηταῖς, MPG 32, 841, Εὐλογίῳ καί λοιποῖς ἐπισκόποις, MPG 32, 984, Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τήν Γένεσιν 13, MPG 53, 105, Εἰς τήν πρός Κορινθίους Β’ ἐπιστολήν 30, MPG 62, 605, Σωζομενοῦ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 6, 14, MPG 67, 1328. 6, 18, MPG 67, 1336. 6, 20, MPG 67, 1340, Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περί τῆς ὀρθῆς πίστεως, MPG 76, 1133, Λόγος προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασιλίσσαις, MPG 76, 1201. 1336, Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου, Ἐπιστολαί, βιβλ. Γ’, 37, MPG 78, 757. 403, MPG 78, 1037, βιβλ. Δ’, 226, MPG 78, 1321, Εὐτυχίου Κωνσταντινουπόλεως, Ἐπιστολαί πρός Βιγίλιον Πάπαν, MPG 86, 2401, Ἀναστασίου Θεουπόλεως, Ἔκθεσις σύντομος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 89, 1400-1404, Ἀντίοχου Μοναχοῦ, Ὁμολογία τῆς καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, MPG 89, 1845, Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Πρός Ἰωάννην κουβικουλάριον, MPG 91, 460-509, Ἀνωνύμου, Δόγματα ὀρθόδοξα, MPG 98, 1229, Ὅρος ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 98, 1237, Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Ἔκθεσις καί ὁμολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 98, 1460, Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος ὑπερ τῆς ἀμωμήτου καί καθαρᾶς καί εἰλικρινοῦς ἡμῶν τῶν χριστιανῶν πίστεως, MPG 100, 568, Μ. Φωτίου, Σύνταγμα τῶν ἱερῶν κανόνων, MPG 104, 441-560, Ἐξήγησις τῶν ἱερῶν καί θείων κανόνων, MPG 104, 980-1025, Λέοντος Σοφοῦ, Λόγος ἤ ἐπιστολή παραινετική περί τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 107, 293, Ἐπιστολή πρός Ὄμαρον βασιλέα τῶν Σαρακηνῶν, MPG 107, 315, Ἀνωνύμου, Λόγος στηλιτευτικός παρά πιστῶν καί ὀρθοδόξων, MPG 109, 501, Ἰωάννου Ἱεροσολυμίτου, Περί τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως, MPG 109, 517, Νικήτα Χωνιάτου, Θησαυρός ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 139, 1085, MPG 140, 9-136, Ματθαίου Βλαστάρεως, Σύνταγμα κατά στοιχεῖον, MPG 144, 1016. 1020. 1341, Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, βιβλ. ΙΒ’, MPG 146, 865, Νικηφόρου Γρηγορᾶ, Ῥωμαϊκή Ἱστορία, βιβλ. Λ’, MPG 149, 233-444, Κωνσταντίνου Ἀρμενόπουλου, Περί πίστεως ὀρθοδόξου, MPG 150, 29, Νείλου Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμολογία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 151, 763, Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως, Ἀνατροπή τῶν ἀναγεγραμμένων παρά τοῦ Ἀρμενοπούλου ἀναθεματισμῶν, MPG 154, 821, Συμεών Θεσσαλονίκης, Περί τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 155, 24, Προοίμιον Δοσιθέου πρός τόν ἀναγνώστην, MPG 155, 29, Περί τῆς μόνης τῶν χριστιανῶν ἀληθοῦς πίστεως, MPG 155, 820, Μανουήλ Χρυσολωρᾶ, Ἐπιστολή πρός Ἰωάννην αὐτοκράτορα, MPG 156, 24, Μάρκου Εὐγενικοῦ, Ἐπιστολή πρός Γεώργιον τόν Σχολάριον, MPG 160, 1092. Πρβλ. P. Evdokimov, LOrthodoxie, 1965, μτφρ. Α. Τ. Μουρτζόπουλου, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972.

Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 5, Μη­τρ. Βαρ­νά­βα, «Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α καί ἡμεῖς», Εκ­κλη­σια 7 (1 Ἀπρι­λί­ου 1981) 129.

Ε­ΠΕ 89, 76 D. Πρβλ. Ἀναστασίου Θεουπόλεως, Ἔκθεσις σύντομος τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, MPG 89, 1400-1404.

Δ. Ν. Πα­πα­θα­να­σό­που­λου, «Ὀρθο­δο­ξία καί Νε­ο­ελ­λη­νι­κή ταυ­τό­της», Εκ­κλη­σια 12 (1/15 Σεπτεμ­βρί­ου 1989) 503.

Βλ. Δ. Γ. Δακουρ, Θέματα Θρησκειολογίας, Ἀθῆναι 2005, σ. 9-13.

O. Clement, Βυζάντιο καί Χριστιανισμός, Ἀθήνα 1985, Β. Φειδᾶ, «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», Παπυροσ Λαρουσ Μπριταννικα 47 (1991/1996) 137, Μητρ. Μ. Γ. Φούγια, Τό Ἑλληνικό Ὑπόβαθρο τοῦ Χριστιανισμοῦ, Ἀθῆναι 1992, σ. 46.

Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 13.

G. Florovsky, “The Christian Hellenism”, in: Ορθοδοξοσ Παρατηρητησ, ΚΓ’, ἀρ. 442, σ. 9-10, Β. Μουστάκη, «Ἑλληνικόν καί Ὀρθοδοξία», ΘΗΕ 5 (1964) 653, Ἀ. Ι. Δεληκωστόπουλου, Ὀρθοδοξία – ἡ σύγχρονη πρόκληση, Ἀθῆναι 1986, σ. 50, Δ. Ν. Παπαθανασόπουλου, «Ὀρθοδοξία καί Νεοελληνική Ταυτότης», Εκκλησια 12 (1/15 Σεπτεμβρίου 1989) 503-505. Πρβλ. Θ. Σπεράντζα, Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνισμός, ἐν Ἀθήναις 1962, Κ. Καβαρνοῦ, Ἑλλάς καί Ὀρθοδοξία, Ἀθῆναι 1987, π. Γ. Μεταλληνοῦ, Ὀρθοδοξία καί ἑλληνικότητα, Ἀθήνα 1987.

Πρβλ. Ἁ. Σ. Ἀλιβιζάτου, Ἡ Ἑλληνική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία (ἀνάτυπο ΕΕΘΣΠΑ), ἐν Ἀθήναις 1955, σ. 14, ὑποσ. 2, Δ. Ν. Πα­πα­θα­να­σό­που­λου, «Ὀρθο­δο­ξία καί νε­ο­ελ­λη­νι­κή ταυ­τό­της», Εκ­κλη­σια 11 (1/15 Αὐγού­στου 1989) 462.

Γ. Θε­ο­τοκᾶ, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α στόν και­ρό μας, Ἀθή­να 1975, σ. 32-33, Χρ. Πα­ρα­σκευα­ΐ­δη, Ὁ ρό­λος τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας στή σύγ­χρο­νη πο­ρεί­α τοῦ Ἔθνους, Ἀθῆναι 1980, σ. 7, Β. Ἐγγλεζάκη, «Ὀρθοδοξία: Ἐξελληνισμός τοῦ Χριστιανισμοῦ ἤ ἐκχριστιανισμός τοῦ Ἑλληνισμοῦ;», Αποστολοσ Βαρναβασ, ΜΕ’ (1984) 402 ἑξ., Γ. Κονιδάρη, «Ὀρθο­δοξί­α», Ευ­θυ­νη 180 (1986) 590, Δ. Ν. Πα­πα­θα­να­σό­που­λου, «Ὀρθο­δο­ξί­α καί νε­ο­ελ­λη­νι­κή ταυ­τό­της», Εκ­κλη­σια 11 (1/15 Αὐγού­στου 1989) 464, π. Γ. Μεταλληνο, Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία, Ἀθήνα 2000, σ. 34 ἑξ., 140, τοῦ ἰδίου, Ὀρθο­δο­ξί­α καί Ἑλλη­νι­κό­τη­τα, Ἀθή­να 1987, σ. 22: «Ἡ ἑλλη­νι­κό­της σώζεται μέ­σα στήν ἐκκλη­σια­στι­κή θε­ο­λο­γί­α καί λα­τρεί­α σέ μιά ἀδια­τά­ρα­κτη συ­νέ­χεια…ὁ Να­ός γί­νε­ται ἡ με­τα­στοι­χειω­μέ­νη ‛ἐκκλη­σί­α τοῦ Δή­μου’ καί παρά­γων ἀνα­νε­ώ­σε­ως τῆς κοι­νω­νικῆς ζωῆς, για­τί λει­τουρ­γεῖ καί ὡς πνευ­μα­τι­κό κέντρο τοῦ κοι­νο­τι­κοῦ βί­ου».

G. G. Ostrogorsky, Ἱστο­ρί­α τοῦ Βυ­ζαντι­νοῦ κρά­τους, τόμ. Β’, Ἀθῆναι 1979, σ. 90-91: «Ἡ κρί­ση ἐπί Εἰκονομα­χί­ας ἦταν τό ἴδιο ἀπο­φα­σι­στι­κή γιά τήν πνευ­μα­τι­κή ἐπι­βί­ω­ση τῆς Βυζα­ντινῆς Αὐτο­κρατο­ρί­ας, ὅπως ἀκριβῶς ἦταν καί ὁ ἀγώ­νας ἐνα­ντί­ον τῶν περ­σικῶν καί ἀρα­βικῶν εἰσβολῶν γιά τήν πο­λι­τι­κή ὑπό­στα­σή της…Ἡ συντρι­βή τοῦ εἰκο­νο­κλα­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος ἐσή­μαι­νε τή νί­κη τῆς ἑλλη­νικῆς θρη­σκευ­τικῆς καί πο­λι­τι­στικῆς ἰδιο­μορ­φί­ας πά­νω στήν ἀσια­τι­κή, ὅπως τήν εἶχε ἐνσαρ­κώ­σει ἡ εἰκο­νο­μα­χί­α. Ἀπό τό­τε τό Βυ­ζά­ντιο δια­τή­ρη­σε τή δι­κή του πο­λι­τι­στι­κή φυ­σιο­γνω­μί­α με­τα­ξύ Ἀνα­τολῆς καί Δύσε­ως, ὡς ἑλλη­νο­χρι­στια­νι­κή Αὐτο­κρα­το­ρί­α».

π. Γ. Μεταλληνο, Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία, Ἀθήνα 2000, σ. 12.

Ἰω. 12, 21.

Η. Lietzmann, Πρακτικά τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, 11 (1936) 249.

Δ. Ν. Πα­πα­θα­να­σό­που­λου, «Ὀρθο­δο­ξί­α καί νε­ο­ελ­λη­νι­κή ταυ­τό­της», Εκ­κλη­σια 11 (1/15 Αὐγού­στου 1989) 463.

Γιά τή σχέση εἰδικά Ὀρθοδοξία καί Διασπορᾶς βλ. Β. Σταυρίδου, «Ὀρθοδοξία καί Διασπορά», Texts and Studies, vols VVI (1987) 181-210.

π. Γ. Μεταλληνο, Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία, Ἀθήνα 2000, σ. 12-13.

Τ. Κώστιτς, «Ἑνότης τῆς Ὀρθοδοξίας καί Οἰκουμένη», Ορθοδοξοσ Παρουσια, Α’ (1964) 39, Ἰ. Ο. Καλογήρου, «Ἔννοια τῆς οἰκουμενικότητος τῆς Ὀρθοδοξίας ἐν σχέσει πρός τάς ἐθνικάς αὐτοκεφάλους ἐκκλησίας», ΕΕΘΣΠΘ 19 (1974) 238, Κ. Ρ. Ἀθα­να­σιά­δη, «Ἡ ἀξί­α τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 5 (1 Μαρ­τί­ου 1977) 127. Πρβλ. Ἀρχιμ. Σ. Σ. Μπιλάλη, Ἡ Οἰκουμενική Ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1970. Ὄντας ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐσχα­το­λο­γι­κή, οὔτε προ­σκολ­λᾶται ὀντο­λο­γι­κά (ἀλλά μό­νο μορ­φο­λο­γι­κά καί συμ­βο­λι­κά) σέ νόρμες καί σχήματα τοῦ πα­ρελ­θό­ντος (βλ. Πα­ρα­δο­σιαρ­χί­α), οὔτε γνω­ρί­ζει a priori ἐθνι­κά, φυ­λε­τι­κά, πο­λι­τι­κά ἤ πο­λι­τι­σμι­κά στε­ρε­ό­τυ­πα· μπο­ρεῖ νά με­γα­λουργή­σει τό­σο σέ ἕνα κα­πι­τα­λι­στι­κό, ὅσο καί σέ ἕνα σοσια­λιστι­κό πολιτι­κο-οι­κο­νο­μι­κό κα­θε­στώς. Κατά τήν Ἁγία Γραφή, ἡ ὅλη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ «ἔθνος ἅγιο» καί ὄχι ἕνα φυλετικό ἔθνος [βλ. V. Kesich, “1 Peter and the Doctrines of Primitive Christianity”, in: J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 136]. Περισσότερα γιά τοῦ “Christian Universalism” βλ. G. Ostrogorsky, History of the Byzantine State, New Brunswick, N.J.: Rutgers Byzantine Series, 1969, p. 77 ἑξ.

Βλ. Ἰσο­κρά­τους, Πα­νη­γυ­ρι­κός, ΙΓ’, 50, π. Γ. Μεταλληνο, Ἑλληνισμός καί Ὀρθοδοξία, Ἀθήνα 2000, σ. 18, 21. Πρβλ. Κ. Ι. Βουρβέρη, Τό οἰκουμενικόν πνεῦμα τοῦ ἐθνισμοῦ τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι 1955, Ν. Α. Μα­τσού­κα, Ἑλλη­νορ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση καί δυ­τι­κός πο­λι­τι­σμός στά πλαί­σια τοῦ νέ­ου Ἑλλη­νι­σμοῦ, Θεσσαλονίκη 1985, π. Θ. Ζή­ση, Ὀρθο­δο­ξί­α καί Ἑλλη­νι­σμός – Νέ­α αἰχμα­λω­σί­α καί ἀντί­στα­ση, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1995, Σ. Γ. Πα­πα­δό­που­λου, Ὀρθο­δο­ξί­α καί Ἑλλη­νι­σμός – πο­ρεί­α στήν Τρί­τη χι­λιε­τί­α, Ἀθή­να 1996, Κ. Χο­λέ­βα, «Παι­δεί­α καί ἐθνι­κή ταυ­τό­τη­τα στήν ἐπο­χή τοῦ ΕΥ­ΡΩ», Πει­ρα­ϊ­κη Εκ­κλη­σια 91 (Φε­βρουάριος 1999) 28-31. Πρβλ. Μητρ. Μ. Γ. Φούγια, Τό Ἑλληνικό Ὑπόβαθρο τοῦ Χριστιανισμοῦ, Ἀθῆναι 1992.

G. Florovsky, “The Christian Hellenism”, Ὁ Ὀρθό­δο­ξος Πα­ρα­τη­ρητής, ἔτος ΚΓ’, ἀριθ­μ. 442 (1957) 9-10.

Β. Φειδᾶ, «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», Παπυροσ Λαρουσ Μπριταννικα 47 (1991/1996) 137.

Ὀ. Χ. Ζού­λα, «Ὁ αἰώνας τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Η Κα­θη­με­ρι­νη 15 Μαρ­τί­ου 1992, σ. 10.

Συ­νο­δι­κόν τῆς Ζ’ Οἰκου­με­νικῆς Συ­νό­δου, ἀπό: Μ. Ι. Σαλίβερου, Τριώδιον, Ἀθῆναι 1905, ἐπιστασία Γ. Σ. ΓΕΓΛΕ.

Ὀρθοδοξία καί Μαρξισμός, Ἀθήνα 1984, σ. 91.

Βλ. K. Ware, Ὁ Ὀρθόδοξος Δρόμος, Ἀθήνα 1983.

Ἰω. 1, 44: «ἀκολούθει μοι».

Βλ. Π. Ι. Μπρατσιώτου, Περί τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν καί γνωρισμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1937, . Ν. Καρμίρη, «Χαρακτηριστικά τινα γνωρίσματα τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας» (ἀνάτυπο ἀπό περιοδ. Εκκλησια), Ἀθῆναι 1982.

Βλ. Π. Ν. Τρεμπέλα, Ἡ Ἄδολος Ἀποστολικότης τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1968.

J. J. Allen, “The Meaning of Synthesis: An Introduction to the Term”, in: J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 14.

π. Γ. Με­ταλ­λη­νοῦ, Ὀρθο­δο­ξί­α καί Ἑλλη­νι­κό­τη­τα, Ἀθή­να 1987, σ. 7. Ἐκκλησία προ­σλαμ­βά­νει συ­νεχῶς σύ­μπαν τό κτι­στό, ἀκό­μα καί αὐτή τήν περίφημη πα­γκο­σμιοποί­η­ση καί τόν λε­γό­με­νο δυ­τι­κό τρό­πο ζωῆς, δηλ. τήν τρέ­χου­σα κο­σμι­κή πραγματικότητα ὅλης τῆς οἰκου­μέ­νης, καί τή με­τα­μορ­φώ­νει σέ ἱε­ρή.

Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 5, 8. Πρβλ. Μαξί­μου Ὁμο­λο­γη­τοῦ, «Πε­ρί Θε­ο­λο­γί­ας», ἑκατ. γ’, ξη’, Φιλοκαλια των Ιερων Νηπτικων, Ἀθῆναι 19754, τ. Β’, σ. 103: «Οἱ γάρ τέ­λειοι τῆς θε­ω­ρητικῆς ἤδη μυ­στικῶς ἀξιω­θέ­ντες θε­ολογί­ας καί πά­σης φα­ντα­σί­ας ὑλικῆς τόν νοῦν κα­θα­ρόν κα­τα­στή­σα­ντες καί εἰκό­νος τῆς θεί­ας ὡραιό­τη­τος ὅλην ἀνελ­λιπῶς φέ­ρου­σαν τήν ἐκμί­μη­σιν, τήν θείαν ἀγά­πην ἐν ἑαυ­τοῖς ἐνστερ­νι­σά­με­νοι φαί­νο­νται».

Τήν ὀρθόδοξη σύνθεση εἰκονίζει σημειωτικά ὁ τύπος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μέ τό σύμπλεγμα τῶν τεσσάρων κεράτων του [Th. Hopko, “The Tree of the Cross”, J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 156 ἑξ].

Πατρ. Βαρθολομαίου, «Ἡ καταξίωση τοῦ Παραδόξου», Γρηγοριοσ Ο Παλαμασ 62 (1979) 89-90.

Βλ. J. J. Allen (Ed.), Orthodox Synthesis, St. Vladimirs Seminary Press, Crestwood, New York 1981, Ε. Δ. Θεοδώρου, Ἑνότης καί ποικιλομορφία στήν Ὀρθοδοξία (ἀνάτυπο ἀπό περιοδ. Εκκλησια), Ἀθῆναι 1983.

D. Constantelos, “Varying Encounters with God in the Christian Life”, in: J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 125.

Α’ Ὠ­δή τοῦ Κα­νό­να τοῦ Ὄρ­θρου τῆς ἑ­ορ­τῆς.

Π. Ι. Μπρα­τσιώ­του, Πε­ρί τῶν θε­με­λιωδῶν ἀρχῶν καί γνω­ρι­σμά­των τῆς Ὀρθο­δό­ξου Ἐκκλη­σί­ας, Ἀθῆναι 1937, σ. 8, τοῦ ἰδί­ου, «Αὐθε­ντί­α καί Ἐλευ­θε­ρί­α ἐν τῇ Ὀρθο­δόξῳ Θε­ο­λο­γίᾳ» (ἀνά­τυ­πο ἀπό πε­ριοδ. Εκ­κλη­σια), Ἀθῆναι 1931.

Ἰω­άν­νου τῆς Κλί­μα­κος, Λό­γος Ζ’, MPG 88, 801 C. Πρβλ. Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Τό χαροποιόν πέν­θος τῆς Ἐκκλη­σί­ας ― Σχόλιον εἰς τήν Ἁγί­αν καί Με­γά­λην Ἑβδο­μά­δα, Ἀθῆναι 1974, I. Hausherr, Penthos: The doctrine of compunction in the Christian East (Cisterian Studies Series 53), Kalamazoo, Michigan 1982.

Εὐ. Δ. Θε­ο­δώ­ρου, «Φαι­νο­με­νο­λο­γί­α τοῦ γνη­σί­ου Ὀρθο­δό­ξου πνεύ­μα­τος καί τῶν ἐξ αὐτοῦ ἀπο­κλί­σε­ων», Εκ­κλη­σια 7-8 (1/15 Ἀπρι­λί­ου 1972) 141.

Ν. Π. Μπρα­τσιώ­του, «Ἡ ὀνο­μα­στι­κή ἑορ­τή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας ― ἑορ­τή τῆς βα­θυ­τέ­ρας αὐτο­συ­νει­δη­σί­ας αὐτῆς», Εκ­κλη­σια 11 (1/15 Αὐγού­στου 1989) 448.

Πρβλ. G. Florovsky, “The Ethos of the Orthodox Church”, The Ecumenical Review 2 (1960) 186.

Ἰω. 14, 62, Πράξ. 9, 2. Βλ. Ἀριστοτέλη, Μετά τά φυσικά 1088a, ἐκδ. W.D. Ross, Oxford: Clarendon Press, 1924 (repr. 1970), Γρη­γό­ριου Θε­ο­λό­γου, Περί δόγματος, MPG 35, 1072 BC, Εἰς τήν Πεντηκοστήν, MPG 36, 436 D. Πρβλ. J. Plagnieux, Saint Grégoire de Nazianze, Theologien (Études de Science Religieuse 7), Paris 1951, pp. 213-214, Δ. Γ. Τσάμη, «Ἡ περί μεσότητος διδασκαλία Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου», Κληρονομια 1 (1969) 275-283, Π. Ι. Μπρα­τσιώτου, «Ἐπί τῇ ἑορ­τῇ τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 5 (1 Μαρ­τί­ου 1968) 106, Δ. Ἀ. Λιάλιου, Γρηγοριανά, τ. Β’, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 54, 177, Ἀ. Β. Νικολαΐδη, Ἄκρα καί μεσότητες, Ἀθήνα 2003.

Ἰω. 14, 6.

Μη­τρ. Φι­λα­δελ­φεί­ας Βαρ­θο­λο­μαί­ου, «Ἡ κα­τα­ξί­ω­ση τοῦ πα­ρα­δό­ξου», Γρη­γο­ριοσ ο Πα­λα­μασ 62 (1979) 89-90.

J. J. Allen, “The ‛Being in Act’ of Theology”, in: J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., pp. 97-113, Ἀρχιεπ. Αὐστραλίας Στυλιανοῦ, ὅπ. π. Ὁποιοσδήποτε μονισμός ὡς πρός τή θεωρία, θά μᾶς ὁδηγοῦσε στίς αἱρέσεις τῶν Γνωστικῶν, Μεσσαλιανῶν, Εὐνομιανῶν καί Ἀνομοίων· ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὁποιοσδήποτε μονισμός ὡς πρός τήν πράξη, θά μᾶς ὁδηγοῦσε στίς αἱρέσεις τῶν Γνωσιμάχων καί Ὁμοίων τοῦ Fideismi καί Modalismi.

Ν. Π. Μπρα­τσιώ­του, « ὀνο­μα­στι­κή ἑορ­τή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­αςἑορ­τή τῆς βα­θυ­τέ­ρας αὐτο­συ­νει­δη­σί­ας αὐτῆς», Εκ­κλη­σια 8 (1 Ἰου­νί­ου 1989) 321.

J. J. Allen, “The ‛Being in Act’ of Theology”, in: J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 102.

Γ. Π. Πατρώνου, Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, Ἀθήνα 1981, σ. 62, 67, 80, 97, 104, 119, 121, 129, 150, 165, 176, 186, 188, 212, 222, 229, 230, 232, 243, 281, 282, 287.

Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐγκώμιον εἰς τόν ἅγιον μάρτυρα Βαρλαάμ, MPG 50, 682, Εἰς Ματθαῖον 1, 5, MPG 58, 700. 713, Εἰς Ἰωάννην 18, 2, MPG 59, 115, Εἰς Ρωμαίους 24, 1, MPG 60, 623, Εἰς Ἑβραίους 28, 7, MPG 63, 202.

Ἰω­άν­νου τῆς Κλί­μα­κος, Λό­γος Ζ’, MPG 88, 804 Β. Πρβλ. Metropolitan Philip, in: Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 211: “…If you study the life of Christ, you will discover moments of sadness and moments of joy”.

Α’ Ὠ­δή τοῦ Κανόνα τῆς ἑορτῆς.

E. Benz, Geist und Leben der Ostkirche, Hamburg 1957, S. 173, Εὐ. Δ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ μορ­φω­τι­κή ἀξί­α τοῦ ἰσχύ­ο­ντος Τριῳδί­ου, Ἀθῆναι 1958, σ. 49, Κ. Ρ. Ἀθα­να­σιά­δη, «Ἡ ἀξί­α τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 5 (1 Μαρ­τί­ου 1977) 125, Ν. Π. Μπρατσιώ­του, «Ἡ ὀνο­μα­στι­κή ἑορ­τή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας ― ἑορ­τή τῆς βαθυ­τέ­ρας αὐτο­συ­νειδη­σί­ας αὐτῆς», Εκ­κλη­σια 8 (1 Ἰου­νί­ου 1989) 320. Πρβλ. Th. Hopko, “The Tree of the Cross”, in: J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 161.

O. Rousseau, “Incarnation et Anthropologie en Orient et en Occident”, Irenikon 26 (1953) 373-374, Ἀρχιεπ. Ἀ. Γ. Γιαν­νου­λά­του, Ἀδια­φο­ρί­α γιά τήν Ἱε­ρα­πο­στο­λή σημαί­νει ἄρνη­σι τῆς Ὀρθο­δοξί­ας, Ἀθῆναι 1972, σ. 12.

Π. Ι. Μπρα­τσιώ­του, « La Résurrection du Christ dans i’Êglise Orthodoxe », Irénikon 26 (1953) 3-16, E. Benz, Geist und Leben der Ostkirche, Hamburg 1957, S. 173, Εὐ. Δ. Θε­οδώρου, «Μνη­μό­νιο Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 9-10 (1/15 Μα­ΐ­ου 1986) 310-311.

π. Γ. Με­ταλ­λη­νοῦ, Ὀρθο­δο­ξί­α καί Ἑλλη­νι­κό­τη­τα, Ἀθή­να 1987, σ. 7.

Γ. Ν. Λαι­μό­που­λου, «Γε­νη­θή­τω τό θέ­λη­μά σου: Ἡ ἀπο­στο­λή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας σήμερα», Συ­νέ­δριο Ἱε­ρα­πο­στολῆς καί Εὐαγ­γε­λι­σμοῦ Ὀρθο­δό­ξων καί Ἀνα­το­λικῶν Ὀρθο­δό­ξων μή – Χαλ­κη­δο­νί­ων Ἐκκλη­σιῶν (Νε­ά­πο­λις Θεσ­σα­λο­νί­κης 15-24 Ἀπρι­λί­ου 1988), Εκ­κλη­σια 17 (1/15 Δε­κεμ­βρί­ου 1988) 688.

J. Meyendorff, “The Time of Holy Saturday”, in: J. J. Allen (Ed.), ὅπ. π., p. 55.

Ν. Π. Μπρα­τσιώ­του, « ὀνο­μα­στι­κή ἑορ­τή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­αςἑορ­τή τῆς βα­θυ­τέρας αὐτο­συ­νει­δη­σί­ας αὐτῆς», Εκ­κλη­σια 10 (1/15 Ἰου­λί­ου 1989) 403.

Πρβλ. Σ. Ἀγου­ρί­δη (ἐκδ.), Ὀρθό­δο­ξος πνευ­μα­τι­κό­της, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1968.

Πρβλ. P. Evdokimov, Τό Ἅγιον Πνεῦμα στήν Ὀρθό­δο­ξη Πα­ρά­δο­ση, μτφρ. Σ. Πλευ­ρά­κη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1964, Ἰ. Ε. Ἀνα­στα­σί­ου (ἐκδ.), Τό Ἅγιον Πνεῦμα, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1971, Σ. Ἀγου­ρί­δη (ἐκδ.), Πε­ρί τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος, ἐκδ. Συ­νά­ξε­ως Ορ­θο­δό­ξων Θε­ο­λόγων, Ἀθῆναι 1971.

Ν. Α. Νη­σιώ­του, “Die Theologie der Ostkirche im ökumenischen Dialog”, Kirche und Welt in Orthodoxer Sicht, Stuttgart 1968, ἰδί­ως τό κε­φ. Ι, 2 “Die pneumatologische Christologie als Voraussetzung der Ekklesiologie”, S. 64 ἑξ, Ν. Π. Μπρα­τσιώ­του, «Ἡ ὀνο­μα­στι­κή ἑορ­τή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας ― ἑορ­τή τῆς βα­θυ­τέ­ρας αὐτο­συ­νει­δη­σί­ας αὐτῆς», Εκ­κλη­σια 10 (1/15 Ἰου­λί­ου 1989) 405.

Π. Ι. Μπρα­τσιώ­του, Πε­ρί τῶν θε­με­λιωδῶν ἀρχῶν καί γνω­ρι­σμά­των τῆς Ὀρθο­δό­ξου Ἐκκλη­σίας, Ἀθῆναι 1937, σ. 12-13, Ι. Ν. Καρ­μί­ρη, Ὀρθό­δο­ξος Ἐκκλη­σιο­λο­γί­α, σ. 518 ἑξ. Πρβλ. Σ. Σ. Χαρ­κια­νά­κη, Πε­ρί τό Ἀλά­θη­τον τῆς Ἐκκλη­σί­ας ἐν τῇ Ὀρθο­δόξῳ Θεο­λο­γίᾳ, Ἀθῆναι 1965, Π. Ι. Μπούμη, «Τό ἀλάθητο κριτήριο τῆς Ὀρθοδοξίας», Κοινωνια 1 (1989) 36-50.

Ν. Π. Μπρα­τσιώ­του, «Ἡ ὀνο­μα­στι­κή ἑορ­τή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας ― ἑορ­τή τῆς βα­θυ­τέ­ρας αὐτο­συ­νει­δη­σί­ας αὐτῆς», Εκ­κλη­σια 10 (1/15 Ἰου­λί­ου 1989) 403. Πρβλ. Κ. Δυο­βου­νιώ­του, «Οἱ Λα­ϊ­κοί ἐν τῇ Ὀρθο­δόξῳ Ἐκκλη­σίᾳ», Εκκλη­σια 8 (1930) 385-386, 401-404, Π. Τρε­μπέ­λα, «Οἱ Λα­ϊ­κοί ἐν τῇ Ὀρθο­δόξῳ Ἐκκλη­σίᾳ» (ἀνά­τυ­πο ἀπό πε­ριοδ. Εκκλη­σια), Ἀθῆναι 1931, τοῦ ἰδί­ου, Τό Βα­σί­λειον Ἱερά­τευ­μα κα­τά τήν σύγ­χρο­νον δι­δα­σκα­λί­αν τῆς Ρω­μαιο­κα­θο­λικῆς Ἐκκλησί­ας (ἀνά­τυ­πο), Ἀθῆναι 1953, τοῦ ἰδί­ου, Οἱ Λα­ϊ­κοί ἐν τῇ Ἐκκλη­σίᾳ ― Τό Βα­σί­λειον Ἱε­ρά­τευ­μα, Ἀθῆναι 1957, Ἱ. Κο­τσώ­νη, Ἡ θέ­σις τῶν Λα­ϊκῶν ἐντός τοῦ Ἐκκλη­σιαστι­κοῦ Ὀργα­νι­σμοῦ, Ἀθῆναι 1955, Ἰ. Ν. Καρμί­ρη, Πλη­ρε­στέ­ρα συμ­μετοχή τοῦ λα­ϊ­κοῦ στοι­χεί­ου ἐν τῇ λα­τρευ­τικῇ καί τῇ ἄλλῃ ζωῇ τῆς Ἐκκλη­σί­ας, Ἀθῆναι 1973, τοῦ ἰδί­ου, «Ἡ θέ­σις καί ἡ δια­κο­νί­α τῶν λα­ϊκῶν ἐν τῇ Ὀρθο­δόξῳ Ἐκκλη­σί­α», ἀνά­τυ­πο ἀπό πε­ριοδ. Θε­ο­λο­για, Ἀθῆναι 1976, Π. Μπρα­τσιώ­του, «Περί τό Βασίλειον Ἱεράτευμα», Γρηγοριοσ ο Παλαμασ 38 (1955) 5-15, τοῦ ἰδίου, «Ἡ θέσις τοῦ Λαϊκοῦ στοιχείου ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν Ποιμένων του», Αναμορφωσισ (ἀνάτυπο) 1957, σ. 8-10, Ἰ. Καρ­μίρη, Πληρεστέρα συμμετοχή τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου ἐν τῇ λατρευτικῇ καί τῇ ἄλλῃ ζωῇ τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1973. Πρβλ. π. Θ. Ν. Ζήση, Οἱ λαϊκοί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Θεσσαλονίκη 1989. Συναφές μέ τό θέμα αὐτό εἶναι καί τό ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῶν Κλη­ρι­κῶν «ψήφῳ κλή­ρου καί λα­οῦ» (βλ. Π. Ι. Μπρα­τσιώτου, Πε­ρί τῶν θε­με­λιωδῶν ἀρχῶν καί γνω­ρι­σμά­των τῆς Ὀρθο­δό­ξου Ἐκκλη­σί­ας, Ἀθῆναι 1937, σ. 13). Πρβλ. Π. Ν. Τρε­μπέ­λα, Ἡ συμ­μετο­χή τοῦ Λα­οῦ ἐν τῇ Ἐκλογῇ τῶν Ἐπι­σκό­πων (ἀνάτυ­πο), Ἀθῆναι 1955. Σύμ­φω­να μέ τόν ὅρο αὐτῆς τῆς Ζ’ Οἰκου­μενικῆς Συ­νό­δου, «ἡ ἔνθε­ος πα­ρά­δο­σις τῆς Κα­θο­λικῆς Ἐκκλησί­ας κοινῇ ψήφῳ ἀπο­λάβῃ τό κῦρος» (Ἰ. Ν. Καρ­μί­ρη, Τά Δογ­ματι­κά καί Συμ­βο­λι­κά μνη­μεῖα τῆς Ὀρθο­δό­ξου Κα­θο­λικῆς Ἐκκλη­σί­ας, τόμ. Α’, Ἀθῆναι 19602, σ. 239).

Βλ. Ἐγκύ­κλιο τῶν Ὀρθο­δό­ξων Πα­τριαρ­χῶν τῆς Ἀνα­τολῆς (1848), ἀπό: Ι. Ν. Καρ­μί­ρη, Δογ­μα­τι­κά καί Συμ­βο­λι­κά Μνη­μεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 19602, τ. Ι­Ι, Ἑνό­της ΧΧ, § 17, σ. 920: «Ἔπει­τα παρ’ ἡμῖν οὔτε Πα­τριάρ­χαι οὔτε Σύ­νο­δοι, ἐδυ­νή­θη­σάν πο­τε εἰσα­γα­γεῖν νέ­α, διό­τι ὁ ὑπε­ρα­σπι­στής τῆς θρη­σκεί­ας ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλη­σί­ας, ἤτοι αὐτός ὁ λα­ός, ὅστις ἐθέ­λει τό θρήσκευ­μα αὑτοῦ αἰω­νί­ως ἀμε­τά­βλη­τον καί ὁμο­ει­δές τῷ τῶν Πα­τέ­ρων αὑτοῦ».

Π. Ι. Μπρα­τσιώτου, Πε­ρί τῶν θε­με­λιωδῶν ἀρχῶν καί γνω­ρι­σμά­των τῆς Ὀρθο­δό­ξου Ἐκκλη­σί­ας, σ. 12. Στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι τό Ἐγώ τοῦ ἐπισκόπου, πού τελεῖ τή Θεία Εὐχαριστία, ὅπως συμβαίνει στόν Ρωμαιοκαθολικισμό, ἀλλ’ ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία διά τοῦ ἐπισκόπου καί τῶν λοιπῶν Κληρικῶν (βλ. Μ. Φαράντου, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, Ἀθήνα 2000, σ. 140).

Εὐ. Δ. Θε­ο­δώ­ρου, «Μνημό­νιο Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 7 (1 Ἀπρι­λί­ου 1986) 241-242: «Γιά τήν κα­τα­νό­η­σι τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας δέν ἀρκοῦν ἡ νό­η­σις καί ἡ λο­γι­κή. Στήν κα­τα­νό­η­σι αὐτή λαμ­βά­νει μέ­ρος ὁλό­κλη­ρη ἡ προ­σω­πι­κό­της. Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α γί­νε­ται με­θε­κτή καί πλή­ρως κατα­νο­η­τή, ὅταν ἐκεί­νη ἀκτι­νο­βολῆ μέ­σα μας».

Μητρ. Δη­μη­τριά­δος Χρι­στο­δού­λου, «Ἡ Ἐκκλη­σί­α κα­θυ­στέ­ρη­σε στά Βαλ­κά­νια», Η Κα­θη­μερι­νη 15 Μαρ­τί­ου 1992, σ. 10, Μη­τρ. Κερ­κύ­ρας Τι­μο­θέ­ου, «Ὁ εἰδι­κός ρό­λος τῆς Ἐκκλη­σί­ας τῆς Ἑλλά­δος εἰς τήν Βαλ­κα­νι­κή Χερ­σό­νη­σο, εἰς τήν Ἀνα­το­λι­κή Εὐρώ­πη καί εἰς τήν Ὑπερ­καυ­κα­σί­α ὑπό τήν προ­ο­πτι­κή τῶν ση­με­ρινῶν ἐξε­λί­ξε­ων», Εκ­κλη­σια 11 (1-15 Ἰου­λί­ου 1995) 444-446.

“The Orthodox world facing a world in transformation”, in: Jesus Christ in a Changing World, Rattvik 68, 7th General Assembly, pp. 25-33. Πρβλ. Ι. Πεσμαζόγλου, «Ἡ Ὀρθοδοξία στό σύγχρονο κόσμο», ἐφημ. Το Βημα, 24 Σεπτεμβρίου 1995.

Πρβλ. «Ἡ­μέ­ρα χαρ­μό­συ­νος, καί εὐφρο­σύ­νης ἀνά­πλε­ως, πε­φα­νέ­ρω­ται σή­με­ρον, φαι­δρό­της δογ­μά­των γάρ, τῶν ἀ­λη­θε­στά­των, ἀ­στρά­πτει καί λά­μπει, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, κε­κο­σμη­μέ­νη ἀ­να­στη­λώ­σε­σιν, Εἰκό­νων τῶν ἁ­γί­ων νῦν, ἐ­κτυ­πω­μά­των καί λάμ­ψε­σι, καί ὁ­μό­νοια γί­νε­ται, τῶν Πι­στῶν θε­ο­βρά­βευ­τος» (Στι­χη­ρό τῶν Αἴ­νων τῆς ἑορ­τῆς).

Πρβλ. «Τά­δε λέ­γει Κύ­ριος, τῇ δέ ἡ­μέ­ρᾳ ἐ­κεί­νῃ ἐ­πι­λάμ­ψει ὁ Θε­ός ἐν βου­λῇ με­τά δό­ξης ἐ­πί τῆς γῆς, τοῦ ὑ­ψῶ­σαι καί δο­ξά­σαι τό κα­τα­λει­φθέν τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ» (Ἀ­νά­γνω­σμα ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, Ἡ­σ. 4, 2).

Μητρ. Χί­ου Χρυ­σο­στό­μου, «Τό μέλ­λον τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 6 (15 Μαρ­τί­ου 1972) 149.

Εἰς τήν Πεντηκοστήν, MPG 36, 440 B.

Περισσότερα βλ. Μητρ. Μύρων Χρυσοστόμου, Ἡ θέση τῆς Ὀρθοδοξίας στόν σύγχρονο χριστιανικό κόσμο, Ἀθῆναι 1985, Ἀρχιεπ. Θυατείρων καί Μ. Βρεταννίας Μεθοδίου, Θεολογικαί καί Ἱστορικαί Μελέται (συλλογή δημοσιευμάτων), τ. 8, Ἀθῆναι 1985. Πρβλ. Texts and Studies, vols VVI (1987) 17-27, 29-31, 33-34, 171-180.

Βλ. Γ. Λυμούρη, «Ἡ ἐκκλησιολογική ἑνοποιός διάστασις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ σήμερον», Εκκλησια 17 (15 Νοεμβρίου 1995) 715 ἑξ. Πρβλ. «Γενηθήτω τό θέλημά Σου Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα» (Συνέδριο Ἱεραποστολῆς καί εὐαγγελισμοῦ Ὀρθοδόξων καί Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων μή Χαλκηδονίων Ἐκκλησιῶν), Νεάπολις (Θεσσαλονίκη), 15-24 Ἀπριλίου 1988.

Βλ. ἐφημ. Η Καθημερινη, 27/8/1995, σ. 8.

Ἐφημ. Το Βημα 27 Σεπτ. 1992.

Περιοδ. Πειραϊκη Εκκλησια (Νοέμβριος 1992) 3.

Γ. Θεοτοκ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, Ἀθήνα 1975, σ. 51.

Ν. Ψα­ρου­δά­κη, «Γιά μιά ἀλη­θι­νή Ὀρθο­δο­ξί­α», Ορθό­δοξος Τύ­πος, 1990.

Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 22.

Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθήνα 1998, σ. 323 ἑξ. Οἰκουμενικότητα δέν σημαίνει καί (ἀνθρωπιστικοῦ τύπου) Οἰκουμενισμό (βλ. π. Ἰ. Ρωμανίδου, “The unitate movement and the popular Ecumenism”, The Orthodox Witness, Φεβρουάριος 1966, Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ Ὀρθοδοξία χθές καί σήμερον, Ἀθῆναι 1973, σ. 17). Πρβλ. I. Popovits, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ Οἰκουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974). Σή­μερα ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α ἀπει­λεῖται ὑπό τοῦ Οἰκου­με­νι­σμοῦ, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι κἄν πα­ναίρε­ση, ἀλλ’ ἀκύ­ρω­ση κά­θε δια­κρί­σε­ως με­τα­ξύ ὀρθο­δο­ξί­ας καί ἑτε­ρο­δο­ξί­ας στό ὄνο­μα τῆς χρι­στια­νικῆς ἑνό­τη­τας καί ἕνω­σης τῶν ἐκκλη­σιῶν καί, κα­τά συ­νέ­πεια, ἀμνή­στευ­ση τῆς ὁποιασ­δή­πο­τε ὑφι­στά­με­νης δια­φορετικῆς δογ­μα­τι­κά πί­στε­ως (βλ. Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 21). Περισσότερα γιά τό πρόβλημα τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί «ἐκκλησιῶν» βλ. Γ. Α. Γαλίτη, «Ἡ Ἐκκλησία καί οἱ Ἐκκλησίες», Γρηγοριοσ ο Παλαμασ 755 (1994) 529-550.

Ἀ. Πε­πε­λά­ση, «Κοι­νω­νι­κή ἀνα­ταρα­χή – οἰκο­νο­μι­κή ἀνα­τρο­πή», ἐφημ. Το Βη­μα 11/2/1990, Μη­τρ. Ἀθη­να­γό­ρα, «Ὁ ρό­λος τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας στήν ἑνω­μέ­νη Εὐρώ­πη καί στήν Ἑλλά­δα», Εκ­κλη­σια 6 (1/15 Ἀπρι­λί­ου 1990) 191.

Μ. Φαράντου, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, Ἀθήνα 2000, σ. 9.

Πρβλ. Ἀ. Κω­τί­δη, «Ὁ θε­ός τῆς για­γιᾶς μου», Το Βη­μα 23 Ἰου­λί­ου 2000, σ. Β5.

Ἀρχιμ. Σ. Σ. Μπιλάλη, Ἡ Οἰκουμενική Ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1970, σ. 34.

Ελευθεροσ Τυποσ 17/7/2002, Αγγελιοφοροσ 13/7/2002.

F. Heiler, Altkirchliche Anatomie und Päpstlicher Zentralismus, 1941. Πρβλ. Π. Ι. Μπρατσιώ­του, «Ἐπί τῇ ἑορ­τῇ τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 5 (1 Μαρ­τί­ου 1968) 107.

Time 11/12/1989, p. 11 καί 1/1/1990, p. 27.

Γενικότερα γιά τίς ἀντιλήψεις τῶν ρωμαιοκαθολικῶν ὅσο ἀφορᾶ στήν Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία βλ. Ἰ. Ο. Καλογήρου, Αἱ περί τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας Ἀντιλήψεις νεωτέρων Ρωμαιοκαθολικῶν Θεολόγων, Ἀθῆναι 1951.

J. Tyciak, Με­τα­ξύ Ἀνα­τολῆς καί Δύ­σης, 1949. Πρβλ. Ἀρχιμ. Ἠ. Μαστρογιαννόπουλου, Ἡ νο­σταλ­γί­α τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, Ἀθῆναι 1956, σ. 78-79, Εὐ. Δ. Θε­ο­δώ­ρου, «Μνη­μό­νιο Ὀρθοδο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 7 (1 Ἀπρι­λί­ου 1986) 242: «Ἡ Ὀρθό­δοξη Ἐκκλη­σί­α εἶναι ‛ἡ Ἐκκλη­σί­α τῆς Πα­ρα­δό­σε­ως, ἡ Ἐκλη­σί­α τῶν ἀρχαί­ων χρόνων’».

Κ. Ρ. Ἀθα­να­σιά­δη, «Ἡ ἀξί­α τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 5 (1 Μαρ­τί­ου 1977) 128.

F. Schaeffer, Keeping Faith, A Father-Son Story About Love and The United States Marine Corps, 1999.

Ἀρχιμ. Ἠ. Μαστρογιαννόπουλου, Ἡ νο­σταλ­γί­α τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, σ. 149.

Γ. Θεοτοκ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, Ἀθήνα 1975, σ. 86.

Π. Ι. Μπρα­τσιώτου, «Ἐπί τῇ ἑορ­τῇ τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλησια 5 (1 Μαρ­τί­ου 1968) 107.

Ἀρχιμ. Ἠ. Μαστρογιαννόπουλου, Ἡ νο­σταλ­γί­α τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας, σ. 106.

F. Heiler, Urkirche und Ostkirche, München 1937, S. 334, 545-559, Εκ­κλη­σια ΛΘ’ (1962) 257, 304-305. Πρβλ. G. Florovsky, “The Ethos of the Orthodox Church”, The Ecumenical Review 2 (1960) 186, Ἀρχιμ. Σ. Σ. Μπιλάλη, Ἡ Οἰκουμενική Ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1970, σ. 25-26, Εὐ. Δ. Θε­ο­δώ­ρου, «Μνη­μό­νιο Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 7 (1 Ἀπρι­λί­ου 1986) 242, τοῦ ἰδί­ου, «Γνωρίσμα­τα τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Ο Ε­φη­με­ριοσ 4 (1 Μαρ­τί­ου 1993) 65.

Βλ. Ἀρχιμ. Ἠ. Μαστρογιαννόπουλου, «Ὀρθοδοξία, πόλος ἕλξεως», Αναπλασισ 339 (Ὀκτ.-Δεκ. 1991) 160-165. Πρβλ. Γ. Μαντζαρίδου, Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον, Θεσσαλονίκη 1973, Ἀ. Παπαδόπουλου, Μαρτυρία καί διακονία τῆς Ὀρθοδοξίας σήμερα, Θεσσαλονίκη 1983, Μητρ. Ἀ. Bloom, «Ἀποστολή καί μέλλον τῆς Ὀρθοδοξίας στή Δύση», Texts and Studies, vols VVI (1987) 47-51, Ἐφημ. Ορ­θο­δο­ξια 1 (1999) 57 ἑξ. Πρβλ. Ἀρχιμ. Ἠ. Μαστρογιαννόπουλου, Ἡ νοσταλγία τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1956, Ἀ. Ι. Φυτράκη, Ἡ θέσις καί ἡ ἀποστολή τῆς ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν σημερινήν Δυτικήν Εὐρώπην, ἐν Ἀθήναις 1984.

Μη­τρ. Ἱε­ρωνύ­μου, «Κυ­ρια­κή τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 8 (1 Ἰου­νί­ου 1989) 317.

Ὁ γνω­στός ἀγγλι­κα­νός θεολό­γος, Peter Hammond, εἶχε τόν Νο­έμ­βριο τοῦ 1957 δώ­σει στό Λον­δῖνο δύ­ο ἐξό­χως ἐνδια­φέ­ρου­σες ὁμι­λί­ες μέ θέ­μα τήν ἐκ νέ­ου ἀνα­κά­λυ­ψη τοῦ Ἀνα­το­λι­κοῦ Χρι­στια­νι­σμοῦ [βλ. Ἁ. Σ. Ἀλι­βι­ζά­του, «Ἡ ἐκ νέ­ου ἀνα­κά­λυ­ψις τοῦ Ἀνα­το­λι­κοῦ Χρι­στια­νι­σμοῦ», Ορ­θοδο­ξοσ Σκε­ψισ 4 (1 Μαρ­τί­ου 1958) 57].

Γ. Θεοτοκ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, Ἀθήνα 1975, σ. 39.

Μη­τρ. Χί­ου Χρυ­σο­στό­μου, «Τό μέλ­λον τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 6 (15 Μαρ­τί­ου 1972) 145-150, Ἀ. Δ. Δελήμπαση, Φοβερά καί θαυμαστά έρχόμενα γεγονότα Ἡ καταστροφή τῆς Βαβυλῶνος καί ἡ ἀναλαμπή τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1986.

Περισσότερα μέ ἀναφορά στό μέλλον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου βλ. Μητρ. Μύρων Χρυσοστόμου, «Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί αἱ προοπτικαί τῆς Μελλοντολογίας», Επισκεψισ 122 (8/4/1975) 12 ἑξ.

Ἀπό: Κ. Δ. Μου­ρα­τί­δου, «Ἡ ἐπά­νο­δος τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας εἰς τό προ­σκή­νιον τῆς Ἱστο­ρί­ας», Ορθό­δο­ξος Τύ­πος, Ἀπρί­λιος 1992.

Μη­τρ. Χρι­στόδου­λου, «Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α καί ἡ Νέ­α Τά­ξη», Το Βη­μα 16 Μαρ­τί­ου 1997, σ. Α18. Πρβλ. ἐφημ. Η Κα­θη­με­ρι­νη 5/11/2000.

Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Ὁ Χριστιανισμός ἐνόψει τῆς τρίτης χιλιετίας, Χαλκίδα 1999, σ. 39.

Κ. Ε. Πα­πα­πέ­τρου, ὅπ. π., σ. 119-122.

Ρω­σί­α, Λε­το­νί­α, Οὐκρα­νί­α, Ρουμα­νί­α, Τσεχο­σλο­βα­κί­α, Οὐγγα­ρί­α, Ἀνα­το­λι­κή Γερ­μα­νί­α κ.λπ.

Παλαιοημερολογῖτες [βλ. Archb. Chrysostomos, “Orthodoxy and the Cults“, Greek Orthodox Theological Review 25/1 (1980) 37-47], Ἀντιχαλκηδόνιοι, «Εὐαγγελική Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή», Ρωσική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς κ.λπ.

Νέες Χῶρες, Κρήτη, Δωδεκάνησα, Ἅγιο Ὄρος.

A. Harnack, ὅπ. π., σ. 11. Πρβλ. Χ. Γιανναρᾶ, «Αἱρετική Ὀρθοδοξία;», Τίμιοι μέ τήν Ὀρθοδοξία, 1968, σ. 59- 73, Μ. Φαράντου, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, Ἀθήνα 2000, σ. 139.

A. Harnack, ὅπ. π., σ. 20-21.

A. Harnack, ὅπ. π., σ. 10, 12.

Ἐφημ. Το Πα­ρον 26/11/2006. Μέ ἄλλα λό­για, ὁ Ρω­μαιο­κα­θο­λι­κι­σμός μᾶς θε­ω­ρεῖ πεπλα­νη­μέ­νους (βλ. Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 18).

Ἀ. Θε­ο­δώ­ρου, Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α Χθές καί Σή­με­ρον, Ἀθῆναι 1973, σ. 20.

A. Harnack, ὅπ. π., σ. 7. Πρβλ. Μ. Φαράντου, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, Ἀθήνα 2000, σ. 29. Ὡς γνωστό, ἀπό τό 1872 ἤδη ἔχει ἐπί­ση­μα δια­κη­ρυ­χθεῖ στή Σύ­νο­δο τῆς Κωνστα­ντι­νου­πό­λε­ως ὅτι ὁ ἐθνο­φυ­λε­τι­σμός εἶναι αἵρε­ση (Ἰ. Καρ­μί­ρη, Τά Δογ­μα­τι­κά καί Συμ­βο­λι­κά Μνη­μεῖα τῆς Ὀρθο­δό­ξου Κα­θολικῆς Ἐκκλη­σί­ας, Ι­Ι, Graz 1968, σ. 1015). Πρβλ. Ἀρχιεπ. Χρι­στό­δου­λου, «Ὀρθο­δο­ξί­α 2000. Παρελ­θόν – παρόν – μέλ­λον», Εκ­κλη­σια 5 (Μά­ϊ­ος 2000) 401, Ἀ. Β. Νικολαΐδη, Ἑτερόδοξοι καί Ὀρθόδοξοι Κοινωνιολογική ἔρευνα, Ἀθήνα 2004, σ. 129 ἑξ. Ὁμοίως, διδασκαλία ὅτι Θεός ἀγαπᾶ «φύσει» κάποια ἐκλεκτά ἔθνη εἶναι ρατσιστικῆς προελεύσεως (βλ. Μ. Φαράντου, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, Ἀθήνα 2000, σ. 118). Ἄν κάποιες φορές στήν Ἱστορία (βλ. Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Δαμασκηνό καί Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο) ἔτυχε νά λάβει χώρα κάποια «σύμπτωση» πολιτικῆς καί θρησκευτικῆς (ἐκκλησιαστικῆς) ἐξουσίας, πρᾶγμα πού ρητῶς ἀπαγορεύουν οἱ Ἱεροί Κανόνες (83ος Ἁγίων Ἀποστόλων, 7ος Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.), τοῦτο ἔγινε γιά καθαρά ἐθνικούς καί ἱστορικούς λόγους, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν ἀναγνώριση ἀπό τόν Σουλτᾶνο τοῦ τίτλου τοῦ Ἐθνάρχη (Μιλλέτ-Μπασί) στόν Πατριάρχη Γεννάδιο. Καί ναί μέν μέ­σω τοῦ ὀρθο­δό­ξου δόγ­μα­τος ἀφε­νός διε­σώ­θη καί διασώ­ζε­ται ἐν πολ­λοῖς τό ἑλλη­νι­κό ἔθνος [βλ. Κ. Α. Βο­βο­λί­νη, Ἡ Ἐκκλη­σί­α εἰς τόν ἀγῶνα τῆς Ἐλευ­θε­ρί­ας, Ἀθῆναι 1952, σ. 11, Μη­τρ. Δη­μη­τριά­δος Χριστό­δου­λου, «Ὁ ρό­λος τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας στή σύγ­χρο­νη πο­ρεί­α τοῦ ἔθνους», Εκ­κλη­σια 6 (15 Μαρτί­ου 1980) 105], ὅπως, ἄλλω­στε, ἡ Ρω­σί­α (ὅταν ἀπε­λευ­θε­ρώ­θη­κε ἀπό τούς Μογγό­λους), τά Βαλκά­νια καί ὁ Καύ­κα­σος, ὅταν ἀντί­στοι­χα ἐλευ­θε­ρώ­θη­σαν ἀπό τήν ὀθω­μα­νι­κή κα­το­χή (βλ. A. Harnack, «Ἡ Ἀνα­το­λι­κή Ὀρθό­δο­ξη Ἐκκλη­σί­α», μτφρ. Σ. Ἀγου­ρί­δη, ἀπό: Das Wesen des Christentums, ἐκδ. Αρ­τοσ Ζω­ησ, Ἀθή­να 1978, σ. 6), καί ἀφε­τέ­ρου μέ­σω τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας ἀναμορφώνονται κοινωνικο-οικονομικοί θεσμοί, διαμορ­φώ­νο­νται ἐθνι­κές ταυ­τό­τη­τες καί καλ­λιερ­γοῦνται πο­λι­τι­στικά οἱ λα­οί, ἀλλ’ ὅλα αὐτά εἶναι πα­ρεπόμε­να, καί ὄχι ἡ πρώτιστη καί αἰώνια ἀποστολή τῆς Ἐκκλη­σί­ας, πού εἶναι ἁγια­στι­κή καί σω­τη­ριο­λο­γι­κή (ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο) «εἰς πάντα τά ἔθνη» καί ὄχι πο­λι­τι­κή καί ἐθνο­φυ­λε­τι­κή: «οὐ γάρ ἐστιν ἡ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ βρῶσις καί πό­σις» (Ρωμ. 14, 17. Πρβλ. Λουκ. 10, 42. 12, 31). Ἄλλο νεομάρτυς καί ἄλλο ἐθνομάρτυς (βλ. Σ. Γ. Παπαδόπουλου, Οἱ Νεομάρτυρες καί τό δοῦλον γένος, Ἀθήνα 1974, σ. 24-32, τοῦ ἰδίου, Διαπίστωση καί διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, Κατερίνη 1990, σ. 59-61). Ὁ συ­γκε­κρι­μέ­νος τύ­πος ἀνθρώ­που, πού ἡ Ἐκκλησία «μορ­φώ­νει», δέν εἶναι οὔτε ἀνθρω­πο­λο­γι­κός, οὔτε πο­λιτισμι­κός, ἀλλά πνευ­μα­τι­κός. Ἐν πνεύ­μα­τι καί μό­νο οἱ Χρι­στια­νοί ἀπο­τε­λοῦν ἕνα «καινόν γένος», κα­τά τή γνω­στή ἐπι­στο­λή πρός Διό­γνητο [1, 1, Sources Chrétiennes, 33 (1965) 52-84, ἐκδ. H.-I. Marrou, Paris: Cerf, 1965]: «Ζη­τεῖτε δέ πρῶτον τήν βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ καί τήν δι­καιο­σύ­νην αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προ­στε­θή­σε­ται ὑμῖν» (Ματθ. 6, 33). Ἡ ἀληθής Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ἀνταλλάσσει, «ἀντί πι­να­κί­ου φακῆς» (Γεν. 25, 34), τή σωτηρία τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη (κοσμική) ἀξία «τί δώ­σει ἄνθρω­πος ἀντάλ­λαγ­μα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Ματ­θ. 16, 26), παραχω­ρώντας τόν «ἅγιον» καί πολύτιμο μαργαρίτη, τήν «εἰρηνόχυτον» (Θεοδώρου Στουδίτου, Περί τῶν ἁγίων εἰκόνων, MPG 99, 1316) Ὀρθο­δο­ξί­α, «τοῖς κυ­σίν» ἤ θέτοντάς τον «ἔμπρο­σθεν τῶν χοίρων» (Ματ­θ. 7, 6).

A. Harnack, ὅπ. π., σ. 18. Γιά περισσότερα βλ. M. Rinvolucri, Anatomy of a Church – Greek Orthodoxy today, Fordham University Press, 1966.

A. Harnack, ὅπ. π., σ. 10, π. Γ. Με­ταλ­λη­νοῦ, «Τί εἶναι Ὀρθο­δο­ξί­α», Ορθό­δο­ξος Τύ­πος, 12 Σεπτεμ­βρί­ου 1980, ἀρ. ἄρθρου 9, E. Badone, Religious Orthodoxy and popular faith in European Society, Princeton, N.J.: Princeton University Press 1990, L. A. Kirkpatrick, “Fundamentalism, Christian orthodoxy, and intrinsic religious orientation as predictors of discriminatory attitudes”, Journal for the Scientific Study of Religion 32 (1993) 256-268, W. C. Rowatt & L. M. Franklin, “Christian Orthodoxy, Religious Fundamentalism, and Right-Wing Authoritarianism as Predictors of Implicit Racial Prejudice”, The International Journal for the Psychology of Religion 14/2 (2004) 125-138. Ἀπό τή φύση της ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς κοινωνία προσώπων, εἶναι σχέση. Ὡστόσο, ἱστορικοί λόγοι (πόλεμοι, ἐχθρικές ἐπιβουλές καί διάφορα ἄλλα ἐθνικά δεινά) «κούμπωσαν» τήν ἑλλαδική Ὀρθοδοξία στόν ἑαυτό της, προσδίδοντάς της, ὑπέρ τό δέον, ἕναν ἐθνικιστικό χαρακτῆρα [βλ. Β. Σταυρίδου, «Ὀρθοδοξία», ΘΗΕ 9 (1966) 950, Χ. Γιανναρ, Ἡ κρίση τῆς προφητείας, Ἀθήνα 1978, σ. 49 ἑξ., 72 ἑξ.]. Πρβλ. A. Harnack, Ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μτφρ. ἐπιμέλεια Σ. Ἀγουρίδη, Ἀθήνα 1978.

Κ. Δ. Μουρατίδου, Ἡ Ὀρθοδοξία στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη, Ἀθήνα 1990, σ. 119.

Μη­τρ. Κερ­κύ­ρας Τι­μο­θέ­ου, «Ὁ εἰδι­κός ρό­λος τῆς Ἐκκλη­σί­ας τῆς Ἑλλά­δος εἰς τήν Βαλ­κα­νι­κή Χερ­σό­νη­σο, εἰς τήν Ἀνα­το­λι­κή Εὐρώ­πη καί εἰς τήν Ὑπερκαυ­κα­σί­α ὑπό τήν προ­ο­πτική τῶν ση­με­ρινῶν ἐξε­λί­ξε­ων», Εκ­κλη­σια 11 (1-15 Ἰου­λί­ου 1995) 445.

Ἐφημ. Ο Τυ­ποσ τησ Κυ­ρια­κησ 17/12/2000, σ. 16.

Μ. Φαράντου, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, Ἀθήνα 2000, σ. 102.

Α’ Κορ. 10, 12.

π. Γ. Με­ταλ­ληνοῦ, «Τί εἶναι Ὀρθο­δο­ξί­α», Ὀρθό­δο­ξος Τύ­πος, 12 Σε­πτεμ­βρί­ου 1980, ἀρ. ἄρθρου 11.

Γ. Θεοτοκ, Ἡ Ὀρθοδοξία στόν καιρό μας, Ἀθήνα 1975, σ. 33-34.

Πρβλ. Γ. Ν. Λαι­μό­που­λου, ὅπ. π., σ. 562, Μη­τρ. Ἀθη­να­γό­ρα, «Ὁ ρό­λος τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας στήν ἑνω­μέ­νη Εὐρώ­πη καί στήν Ἑλλά­δα», Εκ­κλη­σια 6 (1/15 Ἀπρι­λί­ου 1990) 191.

Μ. Φαράντου, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, Ἀθήνα 2000, σ. 102.

π. Γ. Με­ταλ­λη­νοῦ, «Τί εἶναι Ὀρθο­δο­ξί­α», Ὀρθό­δο­ξος Τύ­πος, 12 Σε­πτεμ­βρί­ου 1980, ἀρ. ἄρθρου 10.

Μη­τρ. Λέ­ρου, Νε­κτα­ρί­ου, «Ἡ Ὀρθο­δο­ξί­α στή νέ­α χι­λιε­τί­α», Η Κα­θη­με­ρι­νη 18/2/2001, σ. 38.

Μ. Φαράντου, Ὀρθοδοξία καί Θεολογία, Ἀθήνα 2000, σ. 100.

Ν. Ψα­ρου­δά­κη, «Γιά ιά ἀλη­θι­νή Ὀρθο­δο­ξί­α», Ορθό­δο­ξος Τύ­πος, 1990.

Μητρ. Χί­ου Χρυ­σο­στό­μου, «Τό μέλ­λον τῆς Ὀρθοδο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 6 (15 Μαρ­τί­ου 1972) 146.

Χ. Γιανναρ, Τό ρητό καί τό ἄρρητο, θήνα 1999, σ. 311.

Βλ. Μ. Σιώτου, «Ἡ θέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον» (ἀνάτυπο ἀπό περιοδ. Εκκλησια), Ἀθῆναι 1974, σ. 28-29. Πρβλ. Ἰ. Ο. Καλογήρου, Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τόν σύγχρονον χριστιανικόν κόσμον, Θεσσαλονίκη 1953, π. Γ. Δ. Δράγα, Ὁ χριστιανικός Ἑλληνισμός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ὁ σύγχρονος κόσμος, Γενεύη 1981.

Μη­τρ. Χί­ου Χρυ­σο­στό­μου, «Τό μέλ­λον τῆς Ὀρθο­δο­ξί­ας», Εκ­κλη­σια 6 (15 Μαρ­τί­ου 1972) 150.

Μο­να­χοῦ Ἰω­σήφ Βρυέν­νιου, Τά εὑρε­θέ­ντα, λό­γος Η’, πε­ρί τῆς Ἁγί­ας Τριά­δος, ἐκδ. Ε. Βουλ­γά­ρε­ως, τ. Α’, Λει­ψί­α 1768, σ. 147.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here