Υπάρχει στ’ αλήθεια η πατερική «Καρδιά»; (μέρος α, φιλοσοφική θεώρηση)

0
1351

Υπάρχει στ’ αλήθεια η «καρδιά» της ορθόδοξης πατερικής γραμματείας; Τι σημαίνουν οι φράσεις του ορθοδόξου ησυχασμού, «να εισέλθει κανείς στην καρδιά», «να κατεβεί ο νους στην καρδιά» κλπ, που στον σύγχρονο άνθρωπο ηχούν απλά ως μεταφυσικές; Γενικότερα, η σύγχρονη δυτική σκέψη, και προπαντός φιλοσοφία, παρόλο που η καρδιακή παράδοση δεν είναι εντελώς άγνωστη στη Δύση (από τον Πασκάλ μέχρι τον Αντουάν ντε Σεντ Εξυπερί και τον «Μικρό Πρίγκιπα» η δυτική χριστιανοσύνη αποδεικνύει ότι δεν είναι αμέτοχη αυτής της παράδοσης) τα θεωρεί όλα αυτά μυθεύματα, λογοτεχνική μεταφορά. Και όμως, ο λόγος περί καρδίας είναι πολύ ισχυρός στην ορθόδοξη Θεολογία, οπότε και θα ήταν καλό να πούμε δυο λόγια πάνω σε αυτό το τόσο σημαντικό θέμα.

Ας ξεκινήσουμε περιγράφοντας σύντομα την κατάσταση στη σύγχρονη δυτική φιλοσοφική σκηνή: η αναλυτική ιδίως φιλοσοφία, μολονότι ασχολείται αρκετά με τον νου («mind»), την συνείδηση κλπ, φαίνεται, από μια μικρή επαφή μαζί της, ως  εχθρική απέναντι στην ορθόδοξη ανθρωπολογία. Διαπιστώνει εύκολα ο μελετητής ότι οι αναλυτικοί φιλόσοφοι μένουν δυστυχώς προσκολλημένοι στο επίπεδο της ρηχής αυτοσυνειδησίας και δεν προχωρούν σε τίποτε περισσότερο. Ποιος φαίνεται ότι είμαι στα μάτια του εαυτού μου; Τι μπορώ άμεσα να καταλάβω από μένα; Τίποτε άλλο παρά μόνο σκέψεις, βουλήσεις, αισθήματα, συναισθήματα, συγκινήσεις κλπ, και τίποτε βαθύτερο. Μάλιστα, υπάρχει εκεί η τάση να συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο ακόμη και το καθαρά εμπειρικό επίπεδο της προφάνειας, αυτό που εμφανίζεται αυτονοήτως στη συνείδησή μου ως «εμπειρία  πρώτου προσώπου». Ξέρω από άμεση γνώση ότι, αν μη τι άλλο, μέσα μου υπάρχει η λύπη, η χαρά, η αγάπη, το μίσος κλπ. Όλα αυτά όμως θεωρούνται, και δικαίως, «ψυχικές καταστάσεις» (τα λεγόμενα «qualia»), οπότε υπάρχει ο κίνδυνος, να φθάσουμε γρήγορα στο συμπέρασμα -αν όντως υπάρχουν όλα αυτά- ότι υπάρχει και η ψυχή. Και ψυχή δεν πρέπει επ’ ουδενί να υπάρχει… Και έτσι λοιπόν, για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, έχει ξεκινήσει ένας ιδιότυπος πόλεμος στα «qualia», έχει διαδοθεί δηλαδή η άποψη, ως ένα σημείο, ότι ο πόνος, η χαρά, η θλίψη, η οδύνη κλπ, όλα αυτά δεν υπάρχουν πραγματικά, αλλά απλώς … νομίζουμε ότι υπάρχουν! Είναι μια αυταπάτη, από την οποία μερικοί ελπίζουν ότι κάποια ήμερα θα απαλλαγούμε, και έτσι θα εκλείψει ο κίνδυνος να είμαστε κοντά στο να αποδεχτούμε ότι υπάρχει η ψυχή!

Δεν είναι ώρα να απαριθμήσουμε τις διάφορες θεωρίες των αναλυτικών φιλοσόφων για το τι ειναι ο νους («mind»). Ειναι στην πραγματικότητα περίεργες, σχεδόν εξωτικές: άλλοι λένε ότι νους είναι απλά μια μορφή συμπεριφοράς, άλλοι ότι ο νους είναι ένα πολύπλοκο λειτουργικό σύστημα (ιδέα εμπνευσμένη από την πληροφορική) κλπ. Πάντως, εκπλήσσεται κανείς από την ρηχότητα των αναλύσεων. Για την σύγχρονη αναλυτική φιλοσοφία δυστυχώς, όπως ήδη είπαμε, υπάρχει το πολύ πολύ ο «νους», η επιφανειακή «συνείδηση», κάτι σαν μια διανοητική μηχανή, που διαθέτει μία  περίεργη ικανότητα επισκόπησης του εαυτού, ενώ – για τους πιο καλοπροαίρετους- υπάρχουν και τα «qualia», που είναι όντως διαφορετικά από τα μόρια και τα άτομα, αλλά, παρά την διαφορετικότητά τους, ανήκουν στον «φυσικό κόσμο», οπότε δεν πρέπει να μιλάμε για ψυχή. Και ποια ειναι αυτά τα qualia; Οι φιλόσοφοι μένουν στις πιο επιφανειακές ψυχικές καταστάσεις, τα πιο προφανή συναισθήματα (χαρά, λύπη, οδύνη, αγανάκτηση, οργή, θυμός κλπ), χωρίς βέβαια ποτέ να διανοούνται ότι μεταξύ αυτών των «qualia» μπορεί να βρίσκεται η φιλαυτία, η ταπείνωση, η υπερηφάνεια ως ηθικό γεγονός, ο εγωισμός στην πιο βαθιά του έννοια κλπ. Ακόμη και οι υποστηρικτές των «qualia» τείνουν να απλουστεύουν αμήχανα την ψυχική ζωή, να μένουν σε ό,τι είναι ανώδυνο και βολικό για την σύγχρονη εκκοσμικευμένη σκέψη.

Η μόνη εξαίρεση που αφορά αυτόν τον κανόνα, που αναφέρεται σε κάτι βαθύτερο, είναι η περίπτωση του «ασυνείδητου», στο οποίο πιστεύουν αρκετοί στοχαστές, λόγω της ισχυρής επίδρασης του Φρόυντ. Ωστόσο, η αποδοχή αυτή τούς δημιουργεί αρκετά προβλήματα, καθότι η άποψη πως υπάρχει ένα ψυχικό γεγονός, το «ασυνείδητο», που εκ προοιμίου πρέπει να μείνει με μια έννοια μη ψυχικό (εφόσον, όταν εκβάλλει στη συνείδηση, γίνεται συνειδητό), τους φαίνεται αντιφατική. Το ασυνείδητο ειναι πάντως η μόνη τους παραχώρηση.

Για να διαπιστώσουμε την ρηχότητα της σκέψης αυτής της σχολής, μπορούμε να αναφέρουμε το παράδειγμα του όρου «πάθος», που στην ορθόδοξη ασκητική γραμματεία είναι τόσο βασικό. Τι είναι λοιπόν η «λαιμαργία» για την αναλυτική φιλοσοφία; «Λαίμαργος» για τους πιο εκκοσμικευμένος στοχαστές ειναι αυτός που «τείνει να τρώγει πολύ», χωρίς να διακρίνουν ποιος τρώγει πολύ από αγάπη για την ηδονή του φαγητού και ποιος απλώς γιατί αναπληρώνει την έλλειψη αληθινά βαθιάς σχέσης με τους άλλους ανθρώπους. Ο δεύτερος γιατί να πρέπει να θεωρηθεί «λαίμαργος», τουλάχιστον με την ίδια έννοια όπως ο πρώτος; Ακόμη και οι λιγότερο εκμοντερνισμένοι και ψεύτικα ριζοσπάστες φιλόσοφοι, δεν ορίζουν τον λαίμαργο ως κάποιον που έχει τη φίλαυτη τάση να απολαμβάνει εγωπαθώς το φαγητό. Μιλούν απλώς για κάποιον που «απολαμβάνει ηδονικά το φαγητό και εξαρτιέται από αυτό», εστιάζοντας από το πάθος, που είναι κάτι με μια έννοια ενεργητικό (εκουσίως στρέφομαι στην εμπαθή ηδονή) σε κάτι παθητικό, «είμαι άρρωστος, έχω  εξάρτηση». Αυτά τα δυο δεν ταυτίζονται. Γενικότερα, ολοένα και περισσότερο το πάθος περιγράφεται με συμπεριφορικούς και όχι ηθικούς όρους, σχεδόν σε όλους τους στοχαστές. Δεν αποτελεί η λαιμαργία καθόλου αγάπη του εαυτού, φιλαυτία. Ο όρος αυτός τούς είναι άγνωστος. Η εκκοσμίκευση δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ενοράσεις. Το αποτέλεσμα, δεν αναγνωρίζεται στα ψυχικά συμβάντα κανένα ηθικό περιεχόμενο, οπότε και η ηθική γίνεται μια υπόθεση «ορθολογικότητας», που αφορά περισσότερο τη διάνοια, παρά αυτήν καθαυτή την ηθικότητά μας, όπως οριζόταν παλιότερα: το αν είμαστε ενάρετοι ή αχρείοι, πέρα από τα διανοήματά μας.

                                       ************

Θα πρέπει να εξηγήσουμε πολύ σύντομα γιατί η σύγχρονη σκέψη, και ιδιαιτέρως η αναλυτική φιλοσοφία, είναι στην πραγματικότητα τόσο εχθρική απέναντι στην χριστιανική σκέψη και ειδικότερα ανθρωπολογία. Λοιπόν, όπως τονίζουν οι μελετητές, οι ρίζες αυτής της φιλοσοφίας, πράγμα που δεν θα το περίμενε κανείς, ειναι στην πραγματικότητα εγελιανές (και ειρωνεία αποτελεί το γεγονός ότι η φιλοσοφία αυτή συχνά επιτίθεται στον Χέγκελ και τον θεωρεί μεγάλο της αντίπαλο). Όπως εξηγεί πολύ ωραία ο Τρίστραμ Ένγκελχαρτ στο μεταφρασθέν και στα ελληνικά βιβλίο του «Μετά Θεόν», ο Χέγκελ μπορεί να ερμηνευθεί, και πράγματι ερμηνεύεται σήμερα, και μη μεταφυσικά. Ο εγελιανισμός απλώς ισχυρίζεται – μιλώντας για την Ιστορία και το «Πνεύμα» που ξεδιπλώνεται σε αυτήν- ότι δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα αντικειμενικά, ορθολογικά εξωιστορικά κριτήρια, για να διαμορφώσουμε μια οποιαδήποτε φιλοσοφική άποψη. Ο Χέγκελ αντιστρατεύεται τον Καντ, ο οποίος, μιλώντας για το υπερβατολογικό υποκείμενο, υποστηρίζει μια εξωιστορική δυνατότητα να αποκτήσουμε πρόσβαση στην γνώση. Αλλά για τον Χέγκελ, παραδόξως, δεν υφίστανται καθόλου εξωιστορικά, όπως είπαμε, κριτήρια, για να κρίνουμε εν τέλει μια κοινότητα, για να πούμε πότε είναι ή δεν είναι υπεύθυνη πράξη να την εγκαταλείψουμε. Το όλο ζήτημα ειναι καθαρά θέμα προσωπικής επιλογής. Και αυτό γιατί όλες οι κοσμικές κατηγορίες, η γνώση, η πολιτική σκέψη, η πολιτική, ο τρόπος που δημιουργείται η αυτοσυνειδησία, ρυθμίζονται αμιγώς κοινωνικοϊστορικά, «εμμενώς», όπως λέμε, για την κοινότητα, οπότε και πρέπει να δώσουμε έμφαση στο γεγονός της κατάργησης οιασδήποτε αναφοράς σε διαχρονικά υπεριστορικά κριτήρια, σε οτιδήποτε υπερβατικό (ακόμη και υπερβατολογικό, όπως είναι ο «ορθός λόγος»).

Αν έτσι έχουν τα πραγματα, και καταργούνται τα υπεριστορικά διαχρονικά κριτήρια, συνέπεια αυτού είναι να υφίσταται αυτοδικαίως μια πλουραλιστική κοσμική ηθική, εφόσον πολλές είναι και οι ανταγωνιζόμενες κοινότητες και οι επιμέρους  «ηθικές» τους. Ο Χέγκελ βέβαια σχετικοποιεί και τον χριστιανισμό, ερμηνεύοντάς τον ως την ηθική μιας πάλαι ποτέ καθεστηκυίας κοσμικής τάξη πραγμάτων, της «χριστιανικής αυτοκρατορίας». Εφόσον όμως η κοσμική αυτή τάξη δεν υπάρχει πια και ο Θεός μάλιστα «εξέπεσε» για τη δυτική κουλτούρα, έπεται ότι αυτή η τελευταία «λύνεται … από τους κάβους που την κρατούν δεμένη σε οτιδήποτε πέρα από την εγκοσμιότητά μας», λέγει ο Ένγκελχαρτ. Ποιος θα αντικαταστήσει όμως τον Θεο; Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης, παραδόξως Θεός πρέπει να υπάρχει. Λοιπόν, τον Θεό τώρα αντικαθιστούν οι λεγόμενοι «σκεπτόμενοι άνθρωποι», παρατηρεί ο ίδιος στοχαστής. Τον αντικαθιστούν οι διανοούμενοι δηλαδή της εγκόσμιας τάξης, καθώς αυτοί είναι που διαμορφώνουν, διερμηνεύοντας και τροποποιώντας την όσο χρειάζεται, την κρατούσα κουλτούρα της εκάστοτε εποχής- ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί μάλιστα στην λέξη «κρατούσα», καθώς η εκκοσμικευμένη αυτή σκέψη τρέφεται πολύ από την κοσμική ισχύ της! Οι φιλόσοφοι και ο κόσμος τους είναι λοιπόν το απόλυτο Πνεύμα!

Η σκοπιά της φιλοσοφίας είναι έτσι η σκοπιά της εκκοσμικευμένης κοινότητας, που μπορεί να αποτιμήσει το πολύ πολύ και να κρίνει τις μονομέρειες και ατέλειές της, οπότε και καταφέρνει να τις υπερβεί- αυτο το έργο αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας οι αναλυτικοί φιλόσοφοι, που εκλαμβάνουν άκριτα τους  εαυτούς τους ως το σκεπτόμενο «εμείς» της κοινότητας, σε σημείο που η επίκληση σε αυτό το «εμείς» γίνεται πολύ κουραστικό για όσους διαβάζουν αναλυτική φιλοσοφία. Οι φιλόσοφοι, ως διερμηνευτές του πνεύματος της κοινότητας,  εμμένουν ασφαλώς στην περίφημη «γλωσσική χρήση» της εκάστοτε έννοιας, για να ξεκαθαρίζουν το πραγματικό περιεχόμενό της – και μιλούμε πάντα για τη «χρήση» μιας έννοιας σε μια καθεστηκυία εκκοσμικευμένη ιστορική τάξη, με τη γνωστή κοσμική κουλτούρα της. Αναλυτική φιλοσοφία και αμερικανοβρετανικός πολιτισμικός περίγυρος πάνε χέρι χέρι! Και υπό αυτό το πρίσμα ερμηνεύεται το καθετί: κόβεται προκρούστεια ό,τι δεν μπορεί να ανεχτεί η σύγχρονη κοσμική κουλτούρα, και βέβαια δεν μπορεί να ανεχτεί τίποτε περισσότερο από μια ρηχή ανθρωπολογία της επιφανειακής «αυτοσυνείδησης». Έργο των περισσοτέρων αναλυτικών φιλοσόφων ειναι προπαντός να εξοβελίζουν το υπερβατικό ή να το μεταφράζουν υπό εκκοσμικευμένους όρους, για να γίνει ανεκτό. Εξ ου και ο πόλεμος ακόμη και στη λύπη ή τη χαρά, τα «qualia»! Και φυσικά η εκκοσμίκευση αρνείται την ύπαρξη της «καρδιακής» πραγματικότητας, γιατί η αναγνώριση αυτής θα την εξαναγκάσει να θέσει σε κριτική βάσανο της ίδιες τις αρχές της. Το αποτέλεσμα, ακόμη και ο Βιτγκενστάιν θεωρούσε τον χριστιανισμό ως μια δυνατή μορφή ζωής μεταξύ άλλων. Τον σχετικοποιεί.

                               *************

Ας αντιστρέψουμε το κλίμα, ας φθάσουμε σιγά σιγά στην ορθόδοξη ανθρωπολογία. Λοιπόν, για την πατερική ασκητική γραμματεία, υπάρχει όντως η βαθεία «καρδία», το κρυμμένο υποσυνείδητο, αυτός ο μυστικός τόπος που ειναι απρόσιτος για  κάθε πλάσμα, και στον οποίο τελικά μόνο ο Θεός έχει πρόσβαση. Φθάνουμε στην βαθεία καρδία διά του θανάτου: η ετοιμότητά μας ή όχι να θυσιαστούμε για ένα ιδανικό, αυτή η «ακραία συνθήκη», αποκαλύπτει και ποιοι στην πραγματικότητα είμαστε- ωστόσο, το παράδοξο ειναι ότι η ετοιμότητα αυτή είναι και εμπειρικό γεγονός, οπότε αφορά και τη φιλοσοφία. Πρόκειται για ένα αληθές «είναι-προς- θάνατον», πολύ διαφορετικό όμως από το χαϊντεγκεριανό, γιατί ειναι βαθύτατα ηθικοποιημένο- και η ηθική εδώ θεωρείται κομμάτι της οντολογίας. Η βαθεία καρδία αποτελεί έτσι το «ιερό βήμα» του κάθε ανθρώπου, αυτό που στην πραγματικότητα ανήκει στον Θεό- ως «εικόνα Θεού». Γιατί το να παραδεχτεί κανείς το τελείως στην ουσία εμπειρικό γεγονός ότι πράγματι ο άνθρωπος έχει ελευθερία και, αν θέλει, μπορεί να θυσιαστεί όντως για ένα ιδανικό –αν δηλαδή αποδεχτεί φιλοσοφικά την πραγματική σημασία της «θυσίας»-, τότε αυτομάτως υπερβαίνεται κατά πολύ ο όποιος συμπεριφορισμός και εκδιώκεται η μικροψυχία της σύγχρονης εκκοσμικευμένη σκέψης. Αποφασίζοντας να θυσιαστούμε για τον Άλλον, κοινωνούμε αληθώς με Αυτόν –τον Θεό, αλλά και τον συνάνθρωπο, για τον οποίο αποφασίζουμε να πεθάνουμε. Ξανοιγόμαστε αγαπητικά μόνο στον τόπο της καρδιάς.

Η καρδιά λοιπόν δεν είναι ο μονοσήμαντος τόπος των απλών σκέψεων, αισθημάτων και συναισθημάτων, όπως νομίζουν μερικοί σήμερα. Αξίζει να επιχειρηματολογήσουμε και φιλοσοφικά πάνω σε αυτό το θέμα – με όποια αξία μπορεί έστω να έχει η επιχειρηματολογία εδώ. Κάποιος λοιπόν περαστικός βλέπει έναν ζητιάνο, κλαίει για τη δυστυχία του, νιώθει ισχυρά συναισθήματα, οδύρεται μπροστά στο θέαμα, αλλα τελικά φεύγει και δεν βοηθά. Γιατί όμως συνέβη αυτό; Ίσως ο περαστικός είναι φίλαυτος, αγαπά περισσότερο τη δική του ζωή, τη «βολή» του, τις ανέσεις του, ίσως είναι υπερήφανος, δεν ενδιαφέρεται κατά βάθος για κανέναν άλλον στη ζωή εκτός από τον εαυτό του. Μα τι θα πει όμως εδώ η λέξη «ενδιαφέρεται»; Αυτό το «ενδιαφέρον» συνιστά άραγε μια απλή γνωστική λειτουργία της «αυτοσυνειδησίας», όπως λέμε π.χ. «ενδιαφέρον» να ανακαλύψουμε μια νέα καλή συνταγή; Το ενδιαφέρον για τον άλλον, με βάση όσα είπαμε, φαίνεται να αποτελεί κάτι πολύ βαθύτερο από τον απλό οδυρμό μπροστά στο θέαμα της δυστυχίας του άλλου, τον ψεύτικο κλαυθμό. Είναι κάτι «καρδιακό»- όποιος δεν βοηθά νικάται π.χ. από τον φίλαυτο λογισμό «αν δώσω λίγα χρήματα, θα μείνω εγώ χωρίς λεφτά», ή από άλλους παρομοίους λογισμούς, όλους ενεργητικούς – όπου ως «λογισμοί» θεωρούνται πράγματα που δεν αποτελούν απλώς σκέψεις, αλλά συνιστούν βαθύτερες εσωτερικές θεωρήσεις, οι οποίες και αγγίζουν αυτό που βαθύτερα είμαστε ή που σκοπεύουμε να γίνουμε. Ό,τι φοβόμαστε βαθύτερα, ό,τι επιθυμούμε, ό,τι όνειρα κάνουμε, ιδιοτελή ή όχι, αγαπητικά ή εγωιστικά, όλα αυτά εμπλέκονται στον βαθύ εαυτό μας, άγνωστο εν πολλοίς για τη δυτική σύγχρονη σκέψη, με λίγες εξαιρέσεις (π.χ., όπως ήδη είπαμε, τον «Μικρό Πρίγκιπα»).

Η αγάπη δεν είναι ένα απλό συναίσθημα, μέσα σε πολλά άλλα. Όταν αγαπώ τον άλλον, δεν το κάνω γιατί, νιώθοντας έτσι, ικανοποιώ μια βαθύτερη δική μου ατομική ανάγκη να αισθάνομαι καλά. Αγάπη σημαίνει αληθές δόσιμο στον άλλον –ιδού που όταν πάρουμε στα σοβαρά την αγάπη, διανοίγεται ο μέγας τόπος της βαθείας καρδίας. Μπορώ να απογυμνωθώ από όλα για χάρη του άλλου; Από αυτό το ερώτημα και πέρα αρχίζει η είσοδος στο μυστικό νόημα της ζωής, στο νόημα του κόσμου, του υπάρχειν, του Είναι- αρχίζει η κοινωνία με το πρόσωπο του Άλλου, αρχίζει το κοίταγμα κατευθείαν στα μάτια του συνανθρώπου. Αλλά η δυτική σκέψη, για τους λόγους που εξηγήσαμε, έχει αναπτύξει δυστυχώς μεγάλη δυσανεξία ακόμη και για τη «θυσία»- θεωρεί ότι αυτή φέρνει σε δύσκολη θέση εκείνον για τον οποίο θυσιάζεται κανείς, γιατί τον «υποχρεώνει»! Ας μην ξεχνάμε ότι ο σημερινός μέσος άνθρωπος και η «κοινότητά» του δεν θέλουν ούτε να θυσιάζονται ούτε να θυσιαστεί κανείς για χάρη τους. Δεν θέλουν «υποχρεώσεις»! Και αυτό περνά στην ίδια τη φιλοσοφία…

                                             ************

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι «δεν σκεπτόμαστε πράγματι με το μυαλό αλλα με την καρδιά» – αντίθετα και πάλι από ό,τι νομίζει η σύγχρονη εκκοσμικευμένη σκέψη. Μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε άλλη μια φορά υπέρ και αυτής της πραγματικότητας, μολονότι η αξία του να επιχειρηματολογείς για αυτά τα θέματα είναι μαλλον περιορισμένη. Ωστόσο, ας το επιχειρήσουμε: ποιος λοιπόν είναι αυτός που αποφασίζει «θα βοηθήσω τον καταζητούμενο από τους ναζί», στην εποχή του Β Παγκοσμίου Πολέμου; Ποιο ειναι το πραγματικό κέντρο των αποφάσεων αυτού του είδους εντός του εαυτού μας, ποιος τελικά παίρνει την απόφαση; Στο σημείο αυτό η αναλυτική φιλοσοφία μπερδεύεται:  ο νους («mind») κατανοεί ως γνωστική πραγματικότητα το δίλημμα «να θυσιαστώ ή να μην θυσιαστώ;», αλλά έχει άραγε νόημα να πούμε ότι «αποφασίζει ο νους»; Και ποια σημασία έχει η φράση «αποφασίζει ο όλος άνθρωπος», εφόσον ο όλος άνθρωπος ειναι που βλέπει, αλλά εργαλείο της όρασης ειναι το μάτι; Ποιος ειναι ο μυστικός τόπος μιας τέτοιας απόφασης; «Ο εγκέφαλος»; Αλλα ο εγκέφαλος έχει διάφορες λειτουργίες, μία από τις οποίες μπορεί να είναι και η «απόφαση σε ηθικά διλήμματα», μόνο που στην παρούσα περίπτωση η λέξη απόφαση έχει πέρα για πέρα ηθική σημασία, οπότε πρέπει να βρούμε, αν πιστεύουμε πραγματικά στην ηθική, ποια ειναι η περιοχή του εγκεφάλου που ορίζει την ηθικότητα. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι γίνεται σχετική έρευνα από τους επιστήμονες, μόνο που δεν παίρνουν την έννοια «απόφαση» και «ηθική» στα σοβαρά. Την εννοούν ως την καταληκτική έκβαση ενός ανώτερης τάξης «λειτουργικού υπολογιστικού προγράμματος», οπότε αποηθικοποιουν απλώς την ηθικότητα. Εν πάση περιπτώσει, για τη σύγχρονη φιλοσοφία η λειτουργία της εμπλοκής σε ηθικά διλήμματα και ο τρόπος απόφασης παραμένει στην ουσία ένα άγνωστο θέμα. Πρέπει εν προκειμένω απλώς να πούμε ότι, όπως σκέπτεται μεν ο όλος άνθρωπος, αλλά ειδικότερα ο νους («εγκέφαλος»), έτσι αποφασίζει ο όλος άνθρωπος, αλλά υπάρχει όντως το μυστικό κέντρο της λήψης των αποφάσεων, η βαθεία καρδία. Γενικότερα, με την έννοια της ανθρώπινης ευθύνης και ελευθερίας νιώθει άβολα η αναλυτική φιλοσοφία και η σύγχρονη σκέψη, αλλά δυστυχώς αυτές πράγματι σχετίζονται με τον βαθύτερο πυρήνα αυτού που τελικά είμαστε. Και πρέπει να σημειωθεί ότι από την καρδιά παίρνει μάλιστα τον προσανατολισμό της και η «βούληση»: βούλομαι να κάνω τα πάντα για να σώσω τον καταζητούμενο από τους ναζί, αυτό, αφού όμως πρώτα αποφασίσω ότι θέλω να τον σώσω- προηγείται κάτι που καθορίζει ποιο θα ειναι το πρωταρχικό περιεχόμενο της βούλησής μου, και αυτό είναι προϊόν της ελευθερίας μου.

Από την καρδιά επίσης πρέπει να πούμε ότι εκπορεύονται και καθορίζονται και τα συναισθήματα: μετά το βαθύ καρδιακό γεγονός να βοηθήσω τον καταζητούμενο, μπορώ να νιώσω διάφορα συναισθήματα, όπως συγκίνηση για την προσωπική του ιστορία, φόβο ίσως που εμπλέκομαι σε μια επικίνδυνη περιπέτεια,  χαρά της διάσωσης κλπ. Όλα αυτά όμως έρχονται δεύτερα σε σχέση με το πρώτιστο γεγονός, ότι ενδιαφέρομαι όντως «καρδιακά» για τον άλλον, ότι θέλω να θυσιαστώ για αυτόν. Ακόμη και η λογική υπηρετεί το σχέδιο της καρδιάς: αφού η τελευταία  αποφασίσει τι θα κάνω ως υπεύθυνο άτομο, ως έλλογο ον, μετά καταρτίζω το όλο σχέδιό μου,  καταστρώνω αυτή ή την άλλη λεπτομέρεια κλπ. Η ίδια η απόφαση όμως είναι κάτι πέρα από το πεδίο της τυπικής, συμβατικής λογικής, την υπερβαίνει. Η λογική υπηρετεί το καρδιακό γεγονός, κατά κάποια εννοία. Η καρδιά έτσι είναι το θεμέλιο της ύπαρξής μας, αυτό που στ’ αλήθεια είμαστε. Γι’ αυτό άλλωστε και το Ευαγγέλιο μιλά για τον «θησαυρό της καρδιάς μας», καθώς τελικά βαθύτερα αποζητούμε το μεγάλο ιδανικό ή το απορρίπτουμε. Είμαστε ζεστοί ή χλιαροί, πρόθυμοι ή απρόθυμοι για το καλό. Η καρδιά έχει τα μυστικά της, αυτή ξέρει ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε εν τέλει. Η πρωταρχική μας ελπίδα, ό,τι θέτουμε ως προτεραιότητα στη ζωή μας, ό,τι στ’ αλήθεια μας συγκινεί, ο τρόπος που διαμορφώνουμε τον σκοπό της ζωής μας, το ίδιο το ηθικό κέντρο μας, αυτό είναι η «καρδιά» μας. Και όλα αυτά σχετίζονται με την αυτοσυνειδησία μας, καθώς η βαθιά καρδιά εκβάλλει πράγματι στη συνείδηση και την διαφωτίζει, αλλά επίσης και με την μνήμη, γιατί αυτή η τελευταία μας βοηθά να σχηματίσουμε μια εικόνα για τον εαυτό μας, για αυτό που είμαστε σε σχέση με αυτό που έχουμε ήδη κάνει.  Η καρδιά είναι ο τόπος όχι των σκέψεων, αλλά των βαθύτερων «λογισμών» μας.

Η καρδιά ειναι τέλος ο χώρος της μυστικής πάλης του καλού ή του κακού μέσα μας. Πού τέλος πάντων διεξάγεται αυτός ο κρυφός πόλεμος σχετικά με το αν θα θελήσω να θυσιαστώ ή όχι για τον  συνάνθρωπό μου; –αναφέρω πολλές φορές αυτή την ακραία περίπτωση, γιατί μόνο σε τέτοιες δύσκολες περιστάσεις αποκαλύπτεται καλύτερα το μέγεθος του ηθικού γεγονότος που είναι ο άνθρωπος. Αν υπάρχει μόνο ο νους και η ρηχή αυτοσυνειδησία του, τότε που στα αλήθεια διεξάγεται αυτός ο απροσμέτρητα βαθύς υπαρξιακός και ηθικός πόλεμος; Είναι απλό συναισθηματολογικό γεγονός, ώστε να τον νιώθουμε όπως πχ έναν πονόδοντο; Ειναι κάτι απίστευτα βαθύ αυτός ο αγώνας, που εστία του έχει τελικά τον πολύτιμο χώρο της καρδιάς. Ειναι κρίμα λοιπόν που αυτό το σημαντικότατο ανθρώπινο κέντρο, «ο παρθένος μυστικός χώρος της ψυχής μας», το σημείο της καθαρής αλήθειας, ο τοπος της θείας σπίθας, δεν αναγνωρίζεται στην ουσία από τη σύγχρονη ανθρωπολογική σκέψη, που έχει φτωχύνει τόσο πολύ. Χρειαζόμαστε έναν Πασκάλ, έναν Εξυπερύ.  Τουλάχιστον , ας πάρουμε στα σοβαρά τα κείμενά τους…

 

Εικόνα: “Παναγία η Καρδιώτισσα” (Περίπου 1425-50) Σήμερα, στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here