Π. Φαραντάκης: Υπάρχει φιλοσοφική σκέψη στο Λύκειο σήμερα;

0
59

Πέτρος Φαραντάκης

  Χωρίς αμφιβολία το Λύκειο, είναι ένα μέρος του όλου. Το όλο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η ευρύτερη κοινωνία, η οποία το περιβάλλει. Στους κόλπους της, πράγματα κυοφορούνται, γεγονότα συμβαίνουν και εξελίξεις ζυμώνονται. Ακόμα, σε μια κοινωνία, τα προς θέαση και χρήση αντικείμενα, δεν είναι ποτέ όμοια. Για αυτό και η οποιαδήποτε εικονική τους αναπαράσταση δεν αποδίδει σχεδόν ποτέ την πρωτότυπη σχέση τους και λειτουργικότητα. Με λίγα λόγια, θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε την αναπαράσταση ή την προσομοίωση αυτή, πειραματική, στο βαθμό που η ίδια επιθυμεί να εξομοιώσει και να ομογενοποιήσει συμπεριφορές και συνήθειες. Και στις δύο όμως περιπτώσεις, κατά τις οποίες δηλαδή είτε βιώνουμε  τα πράγματα in vivo (εν ζωή), είτε τα αντιλαμβανόμαστε εικονικά, υπάρχουν περιθώρια για προσωπική ή συλλογική αναίρεση, για αναζήτηση του αξεδιάλυτου και τέλος πάντων για μια πιο ποιητική τους ενατένιση. Στην περίπτωση αυτή, ετοιμάζεται το πρόσφορο έδαφος για να ευδοκιμήσει ο φιλόσοφος νους. Μιλάμε για έναν νου, ο οποίος τηρεί αποστάσεις από το πλασματικό, αισθάνεται δυσφορία με τους ‘ευπειθείς’ και δεν θέλγεται από ρητορείες. Η καθολικότητα μάλιστα ενός τέτοιου νου, δεν έγκειται τόσο στην πληθώρα των ενδιαφερόντων του, όσο στο ότι αντιστέκεται σε ολοκληρωτικούς μηχανισμούς και ότι αφήνει το ένστικτό του ελεύθερο από την επενέργεια της επιστασίας.

    Τι γίνεται όμως όταν από την εκτεταμένη κοινωνία μεταφερθούμε σε ένα άλλο πλαίσιο και μάλιστα σε αυτό του Λυκείου; Τα πράγματα εδώ παρουσιάζουν παραλλαγμένη μορφολογία. Πρόκειται αποκλειστικά για εφήβους, προσωπικότητες δηλαδή υπό διαμόρφωση, οι οποίες στην πλειοψηφία τους, δεν έχουν ενταχθεί στη ροή της εγχρήματης συναλλαγής. Επίσης οι ίδιοι, δεν σχετίζονται με κανέναν επαγγελματισμό και κανένα βλοσυρό καταμερισμό της υποχρεωτικής εργασίας. Ωστόσο, τα παιδιά  αυτά, παρουσιάζουν, από κοινού, ένα γνώρισμα. Όλα είναι προορισμένα να εργάζονται διανοητικά σε συγκεκριμένες θεματικές, οι οποίες τους δίνονται για επεξεργασία. Φοιτούν και εν γένει λειτουργούν υπό ένα ωρολόγιο πρόγραμμα και, τις ώρες μαθητείας, συναγελάζονται στον ίδιο χώρο. Οποιοσδήποτε εξωτερικός παρατηρητής, θα έλεγε  ότι συζητάμε για τις ιδανικές συνθήκες πνευματικής καρποφορίας. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Ας μη λησμονούμε πως η νεωτερική κοινωνία μας παρωθεί να βλέπουμε την κάθε παρεχόμενη πληροφορία, ως εργαλειακό μοτίβο για τη διαχείριση κάποιας άλλης, κ.ο.κ. Από αυτήν την τάση – συρμό δεν ξεφεύγουν, ούτε οι σημερινοί μαθητές. Παρασύρονται στο να κατανοούν ότι κέντρο των σπουδών τους δεν είναι η ωφελιμότητα αλλά η χρηστικότητα και η ισχύς. Μια ισχύς, η οποία ανδρώνεται με σκοπό στην ιδιοτελή τους υπερίσχυση. Αναμφίβολα υπάρχουν αντικείμενα γνώσης, τα οποία πρέπει να διδαχθούν και να εμπεδωθούν, ως έχουν. Ωστόσο, υπολείπεται, οι μαθητές να στοχαστούν στους όρους του ερωτήματος. Ενός ερωτήματος οιονεί εξελίξιμου.  

   Εξάλλου, εάν οποιαδήποτε ιδέα δεν είναι δυνατόν νοητά να αναιρεθεί, δεν είναι επιστημονική. Όταν οι μαθητές καλούνται να εννοήσουν τη φυσική ως  αποκλειστικό μέσον κατανόησης της αιτιακής ερμηνείας και την κοινωνιολογία ως την κυρίαρχη αντίληψη του σκοπού και της σημασίας των συμβεβηκότων , τότε είναι  εύκολο να διολισθήσουν στην εκμηχάνιση του κόσμου και να θεωρήσουν τη μηχανή εξήγησής του, ως ανεξάρτητο και αυτοδημιουργημένο όργανο προσοικείωσής του. Με τον τρόπο αυτόν, δάσκαλος και μαθητής, οδηγούνται μακριά από τη μεταφυσική αίσθηση και αγκυροβολούν σε οριστικές διατυπώσεις ενός υπερπλήρους κόσμου. Τα πάντα υποβάλλονται στην αποδεικτική μαρτυρία, η οποία εκδογματίζει θεωρίες και υποκειμενικές καταστάσεις. Μείζονες μορφές σκέψης, όπως είναι το Παράδειγμα, ο σχετικισμός των επιστημολογικών επεισοδίων, τα αδιέξοδα του θετικιστικού φορμαλισμού, τα θραύσματα του συντετριμμένου πλέον κοσμοειδώλου, κ.λπ., ξεφεύγουν από τον ορίζοντα της εγκύκλιας παρουσίασης και αντιμετώπισης. Με τον τρόπον αυτόν, χάνονται αρκετά κεφάλαια αυτούσιας φιλοσοφικής αναδίφησης, χωρίς να αναλύεται η λογική των επιστημονικών συγκρούσεων.

  Ακόμα και στα περιεχόμενα του καθ`ύλην εγχειριδίου της φιλοσοφίας, οι αναφυόμενες διανοητικές έριδες, αντιμετωπίζονται ως εσωτερικές διαμάχες πεδίου, αυτοδιατιθέμενες, χωρίς να μνημονεύεται η διαθεματική τους εξάρτηση. Λείπουν οι συζητήσεις που δεν βλέπουν τελεσίδικα το όλον, που  εντοπίζουν ρήγματα εντροπίας στις βεβαιότητες και που ενθαρρύνουν την προσωπική μετοχή του μαθητή στο απορείν. Εδώ δεν ταυτίζουμε αναγκαστικά το φιλοσοφείν με το ελληνίζειν. Το συνδέουμε με τον σχετικισμό της γνωσιολογικής δυνατότητας, αποφεύγοντας την έσχατη έκβαση στις διαδρομές του λόγου.

Η σύνδεση αυτή, μας βοηθά να ανακατατάξουμε αυτό το οποίο θεωρούμε ως ‘πραγματικό’, δίνοντας χώρο στην κριτική και την επαναθεώρηση αξιών. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι ο μαθητής καθίσταται  ευάλωτος από τις ‘στιβαρές’, και κάθε λογής, ιδεολογίες, τη στιγμή που είναι ευεπίδεκτος μόνον στις ‘αλήθειες’, οι οποίες ορθώνονται απέναντί του επιθετικά. Ομοίως και η διδασκόμενη θεολογία, δεν εκλαμβάνεται ως αποδομητικό εγχείρημα, αλλά ως κάτι το οποίο μας θωρακίζει έναντι αντιπάλων και αντιμαχόμενων. Παρόλο που η ίδια καταδικάζει κάθε ηθικό δογματισμό, δεν παύει να υιοθετεί ορθοπρακτικές διαμεσολαβήσεις, για να πείσει και να θεμελιώσει το ‘επιχείρημα’. Η ‘γεωγραφία’ μάλιστα των σημείων από τα οποία η σχολική θεολογία  αποτελείται, της προσφέρεται ως χώρος για μόνιμη ιδιοκατοίκηση. Η θεογνωσία εκτρέπεται πλέον από τη διαδικασία ψαύσης του επέκεινα και μεταποιείται σε λογική ακολουθία όρων, οι οποίοι αφίστανται από τον αποφατισμό.

    Πάνω από όλα όμως, αξίζει να επισημανθεί ότι η απομνημόνευση και η αποστήθιση σκέψης δεν ισοδυναμεί με την παραγωγή σκέψης. Αξιώματα και συμπεράσματα, πριν από την εγκαθίδρυσή τους στη νεανική συνείδηση, οφείλουν να κατανοηθούν επαγωγικά και να κατοχυρωθούν μέσα από την αμεσότητα του σχολίου και την αντιγνωμία των απόψεων. Κάτι τέτοιο, υπονοεί και την αναγνώριση της απόκλισης τα από συστήματα, και τη θεώρησή της ως νοήματος συμπαγούς, με οντολογικό μέγεθος. Με την προοπτική αυτή,  θα φανεί ότι μικρόκοσμος και μακρόκοσμος απέχουν από την απόλυτη γνώση και ότι συνυφαίνονται με συγκεκριμένους  ιστορικούς συντελεστές καθώς και με την ενορασιακή ιδιοσυγκρασία μας. Η επιβαλλόμενη διάκριση επίσης ανάμεσα σε δόξα και σε επιστήμη, μας πληροφορεί για τον βαθμό αυτοτέλειας και  κύρους γνωστικών πειθαρχιών που  διδάσκονται και διαφωτίζει το εύρος τους. Ούτως ή άλλως, τα νοηματικά παράγωγα μιας κατά το δυνατόν πρωτογενούς σκέψης, σηματοδοτούν την εκκίνηση νέων προσανατολισμών, συνδράμοντας στη διάρκειά τους. Τούτο επ` ουδενί σημαίνει τη σταδιακή διαιώνιση ολόκληρου εσμού πεποιθήσεων, προκειμένου αυτές να αποτελέσουν γνωρίσματα μόνιμης συμπεριφοράς του εκπαιδευτικού συστήματος. Το αντίθετο. Οι εν λόγω προσανατολισμοί, εξαγγέλλουν την ιδιωτικότητα του στοχασμού και δή στοχασμού περιωπής, όταν συντρέχουν οι συνθήκες εκείνες κατά τις οποίες, συγκυριακά, θέτουμε ιδέες  των άλλων αλλά και του εαυτού μας, ως ‘αντικείμενο’.  

   Αυτό δεν συνεπάγεται πως επιδιώκουμε την κατασκευή ενός αντικειμενικού ανθρώπου.

Η εφευρηματική εργασία, που σημειώνεται κατά την πρόοδο του φιλοσοφικού στοχασμού, δεν χρειάζεται πάντα να είναι προτυπολογικού χαρακτήρα, επειδή, μέσω του προτύπου,  οδηγούμαστε αναγκαστικά στη γραμμική δημιουργία ενός πνεύματος, το οποίο αργά ή γρήγορα θα εξελιχθεί σε δυναμική της υποτάσσουσας τεχνικής. Αναφερόμαστε στα επινοήματα εκείνα, τα οποία δεν στηρίζονται μόνον στην εμπειρία αλλά στη δραστηριότητα του πνεύματος, που αφυπνίζεται με τη διαλεκτική και τον ερωτώντα λόγο. Έτσι η ευαισθησία και η κρίση, δεν έχουν ως στόχο μόνον να ενδυναμώνουν τα υλικά όργανά μας για την αποκρυπτογράφηση του κόσμου, αλλά να συγκροτούν τον αναστοχασμό μας για το ταμείο της γνώσης, το οποίο κάθε φορά σωρεύεται. Πάθος, φαντασία και τέχνη, εκλυόμενα ακόμα και στο περιθώριο μιας ανελαστικής και αυστηρά τυπικής  διδασκαλίας μαθημάτων, ευοδώνουν την πολιτισμική επιμειξία και δικαιώνουν δημιουργικές επαφές, ανάμεσα σε διδάσκοντες και διδασκόμενους. Εφεξής, δεν θα αποκαλούμε βαρβαρότητα ότι μας είναι ανοίκειο και η τεχνοοιοικονομική παγκοσμιοποίηση δεν θα αποβαίνει εις βάρος της ακέραιης σκέψης. Η εκκόλαψη μιας διερωτώσας συνείδησης ολοένα θα απομακρύνει την ύβρη του εξορθολογισμού∙ αυτού που έχει αναγορευθεί σε θρησκεία επίγειας διάσωσης. Τότε αναπόδραστα θα αναδυθεί ο φιλόσοφος…

 πηγή: Aντίφωνο   

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here