Τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος

Ο Μέγας Παρακλητικός Κανόνας Θεοδώρου Β΄ Δούκα του Λασκάρεως ως μαρτυρία της πάλης με τα ψυχικά νοσήματα.

2
716

Τα μεγάλα φωτεινά απογεύματα του Αυγούστου – στην επαρχία περισσότερο – θα δει κανείς παρέες γυναικών, κι άλλοτε γυναίκες μοναχές τους να τραβούν χαρούμενα φροντισμένες για τις εκκλησιές. Αν κανείς παρατηρήσει την πρωινή βιάση των γυναικών, κυρίως την κυριακάτικη και την γιορταστική, θα μπορέσει να αναστηλώσει στα μάτια του εκείνες τις πασχαλιάτικες αφηγήσεις των Ευαγγελίων. Κρατούν στα χέρια τις προσφορές τους και με βήμα ταχύ – άλλες φορτωμένες χρόνια μα σβέλτες – μονολογούν ή ψιθυρίζουν παράπονα και κουβέντες : «Καὶ λίαν πρωΐ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς τίς ἀποκυλίσει ὑμῖν τὸν λίθον;».

Τα μεγάλα φωτεινά απογεύματα του Αυγούστου όμως, οι γυναίκες στους κόρφους τους δεν κρατούν προσφορές, αλλά συνέκδημους ή Ωρολόγια και πηγαίνουν στις εκκλησιές για να ψάλλουν τις Παρακλήσεις της Παναγίας. Άντρες, κανείς, βλέπει λίγους να γεμίζουν αραιά τον τόπο τους. Κάποτε όμως συνάντησα έναν ηλικιωμένο μεσσήνιο γέροντα που αν κι αγράμματος ήξερε από στήθους τους Παρακλητικούς Κανόνες και τον Ακάθιστο. Η απάντηση στην απορία μου ήταν πως παρακολουθούσε όταν ήταν νέος όλες τις ακολουθίες γιατί μπορούσε να δει την αγαπημένη του μονάχα στην εκκλησία, κι έτσι λίγο – λίγο τα έμαθε απ΄όξω : Του χαρίστηκε και η αγάπη της και ο έρωτας των γραμμάτων.

Από τους δυο Παρακλητικούς Κανόνες, τον Μικρό και τον Μεγάλο, πιο αγαπητός είναι ο πρώτος. Τούτο γιατί, προφανώς, είναι συντομότερος, ευκολότερος στην μελωδική εκφορά του και κυρίως κατανοητότερος στα λόγια. Ο Μεγάλος είναι σκοτεινότερος. Μιλά για πολλούς μπελάδες, δυσκολίες, πόνους, ασθένειες που γυρεύουν γιατρειά, αναζητά το φως μέσα από ερωτήσεις, μοιάζει σαν μια βαθιά περιπλανώμενη ψυχή που πορεύεται κουρασμένη στους αιώνες. Κείνο που έκανε πιο γοητευτικό τον Μέγα Παρακλητικό Κανόνα – πέρα βέβαια από την ποιητική του αξία – ήταν πως αυτή η περιπλανώμενη ψυχή που μονολογεί στους στίχους του είναι του Αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεοδώρου Β΄ Λάσκαρη (1254-1258).

Ο Θεόδωρος Β΄ δεν ήταν τόσο καλός Αυτοκράτορας και μου μοιάζει πως την ρομαντική εικόνα του αφηρημένου λογίου βασιλέως συστηματικά την καλλιέργησε η Μεγάλη Παράκληση : Κατά κάποιο τρόπο η ήπια αγιολογική του μορφή οφείλεται στην εγγραμματοσύνη του που εκδηλώθηκε με τρόπο αγιωτικό. Ήταν μια προσωπικότητα δύσκολη, βαρύτατα ψυχικά καταπιεσμένη, τόσο ιδιοσυγκρασιακά, αλλά και εξαιτίας του φόρτου της συλλογικής ιστορικής ταυτότητας : Ο Θεόδωρος Β΄ γεννήθηκε και πέθανε χωρίς να έχει δει ποτέ με τα μάτια του την Κωνσταντινούπολη και παρόλα αυτά έφερε τίτλους, ιστορικό βάρος και θεσμική ισχύ μίας Αυτοκρατορίας που υφίστατο στις μέρες του μονάχα στους τόπους της πνευματικότητας, της παραδόσεως και των ελπίδων. Από την άλλη ήταν γιός ενός πατέρα – Βασιλέως, του Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη του Ελεήμονα (1222-1254), που η φυσιογνωμία του συνοδεύτηκε από την οριακά εν ζωή αγιοποίησή του και συνόδευσε το πεπρωμένο του ελληνισμού με την σκιά του μύθου του μαρμαρωμένου βασιλιά των εθνικών μεσσιανικών οράσεων.

Η Ιστορία, πέρα από τις επιδώσεις του Θεοδώρου Β´ στα γράμματα, έχει φροντίσει να μαρτυρήσει την ασθενική του φύση. Οι προσωπικές του καταγραφές, όσο κι εκείνες του περίγυρού του μαρτυρούν πως ο βασιλέας έπασχε από βαριάς μορφής κατάθλιψη με κρίσεις κι εκδηλώσεις παράνοιας, αποτέλεσμα ακραία φοβικών συμπτωμάτων. Ήταν τόσο έντονα τα επεισόδια αυτών των κρίσεων ώστε να εκδηλώνονται με εξαιρετικά βίαιο τρόπο. Κι αλήθεια, η συμπερίληψή τους εδώ θα αδικούσε τον γενναίο πνευματικό αγώνα του Θεοδώρου Β΄ με τα ψυχικά νοσήματα.

Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας μπορεί να διαβαστεί ως μαρτυρία αυτής της προσωπικής αναμετρήσεως. Μάλιστα, το πρώτο του χαρακτηριστικό είναι ο βαθιά προσωπικός χαρακτήρα της γραφής που ενθαρρύνει την καθολική υιοθέτηση της ταυτότητας του ποιητή, ακριβώς μέσα από την κοινή ανθρώπινη εμπειρία της ασθένειας και της ανάγκης μιας παρηγοριάς, αν όχι θεραπείας. Συνεπώς, η πλέον μύχια συνθήκη καθίσταται η κοινότερη κατάσταση και στο πρώτο – πρώτο τροπάριο η διάθεση περιγράφει την καρδιακή στάση, ως στάση μιας θλιμμένης προσοχής : « Τῶν λυπηρῶν έπαγωγαὶ χειμάζουσι, τὴν ταπεινήν μου ψυχήν ».

Στο εξής, η ψυχή του ποιητή θα καλύπτεται από σύννεφα, θα δοκιμάζεται από ανάγκες, θλίψεις, εχθρούς, συμφορές, κινδύνους θα παραδέρνει σε τρικυμίες, κλύδωνες, καταιγίδες σα βαρκούλα, θα βουλιάζει στους ποντικούς πάτους, στα σκοτάδια, θα την τριγυρνούν οι ζαλάδες του βίου όπως οι μέλισσες την κερήθρα, θα ματώνει από τα βέλη των θλίψεων, των πειρασμών, της λύπης. Η λεξιλογική ποικιλία περιγράφει μία βαρύτατη ψυχολογική πίεση που δεν προκύπτει τόσο από την αντίληψη ενός ανθρώπου υποκείμενου στα επακόλουθα της αμαρτίας, όσο ενός ανθρώπου εξαντλημένου στα ανθρώπειά του. Εάν ο οντολογικός πυθμένας αυτού καταλήγει στην όψη της αμαρτίας , η ποιητική στάση του Θεόδωρου Β΄ περιγράφει έναν άνθρωπο που με αγωνία αναζητά την γαλήνη της σχέσης με το θείο.

Η ένταση όμως του βασιλέως, νομίζω, πως μπορεί να ανιχνευθεί και στην δομή του ποιήματος : Στα τροπάρια των Ωδών Α´, Γ´ και Δ´ σχηματίζονται αντιθετικά ζεύγη. Τα μεν πρώτο και τρίτο τροπάρια συνιστούν επικλήσεις και παρακλήσεις προς την Θεοτόκο, τα δε δεύτερο και τέταρτο δοξολογικές εκφράσεις ενός ανθρώπου που θαυματουργικά σώζεται πάντοτε χάρη στις θερμές της πρεσβείες. Ο ρυθμός αυτής της διάρθρωσης, με διαφορετική θέση, εντοπίζεται και στις υπόλοιπες ωδές του Κανόνα. Αυτό που προκύπτει από το σχήμα είναι η ακαριαία εναλλαγή διαθέσεως όπως ακριβώς ενός ανθρώπου που διέπεται από ψυχική αστάθεια ή που τον κατατρέχουν οι περιστάσεις και οι εναλλαγές του βίου. Από την άλλη όμως μαρτυρείται και η αιφνίδια παρουσία του θαύματος μέσα στο σκοτάδι της απελπισίας, ενόσω όμως οι βουλές του θείου παραμένουν σκοτεινά απροσπέλαστες : Πίσω από τον γαλήνιο λιμένα το πέλαγος συνεχίζει να βρυχάται. Ο τρόπος με τον οποίο οι ιδέες αυτές αποτυπώνονται από τον Θεόδωρο Β΄ μοιάζουν να μιμούνται βασικές αρχές της θεολογίας των τραγικών, κυρίως του Αισχύλου.

Θα δώσω μία ακόμη εσωτερική μαρτυρία σχετική με την ασθένεια του βασιλέως : Στο δεύτερο τροπάριο της Ε΄ Ωδής ο Θεόδωρος Β΄ γράφει : « Οἱ μισοῦντες με μάτην, βέλεμνα καὶ ξίφη, καὶ λάκκον ηὐτρέπισαν, καὶ ἐπιζητοῦσι, τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι πρὸς γῆν, Ἁγνὴ, ἐπιζητοῦσιν. ἀλλ´ἐκ τούτων προσθάσασα, σῶσόν με ».

Η ένταση του βασιλέως περιγράφεται από το σχετικά αδιαμόρφωτο του τροπαρίου. Εξηγούμαι : Η επανάληψη του ρηματικού τύπου ἐπιζητοῦσι σε μόλις μία αράδα και η αδιαφορία του Θεοδώρου Β´ για περαιτέρω επεξεργασία κι αντικατάστασή του σχηματίζει την ανάγκη του να εκφράσει την φορτισμένη ψυχική του κατάσταση, δεδομένης της ποιητικής αξίας του Κανόνα. Συνεπώς, η επανάληψη επιτείνει την προσωπική ένταση. Νομίζω κιόλας πως πίσω από αυτούς τους στίχους παραμονεύει μία προσωπικότατη εμμονή του : Σύμφωνα με την εξομολόγηση του Παχυμέρη, ο βασιλεύς πίστευε πως ασκούσαν εις βάρους του πρακτικές μαγείας. Μάλιστα, καταγράφονται σειρές πολιτικών διώξεων – αποκορύφωμα αυτή της οικογενείας των Παλαιολόγων – με την αιτιολόγηση πως οι απόπειρες καθοσιώσεως και ανατροπής του επιχειρούνταν μέσω της μαγείας. Αρκεί να σημειώσω πως η άσκηση αυτών των πρακτικών σύμφωνα με το βυζαντινό – ρωμαϊκό Δίκαιο επέσυρε σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και την ποινή του θανάτου. Η αποκορύφωση αυτών των φοβικών κρίσεων οδηγούσε τον Θεόδωρο Β΄ σε εξαιρετικά βίαια ξεσπάσματα. Η καταγραφή των φόβων του σε αυτό το τροπάριο εκφράζεται με το μάταιο μίσος των εχθρών του, με τις ένοπλες φιγούρες τους που τον προσεγγίζουν θέλοντας να τον πετσοκόψουν και να τον κατεβάσουν στον τάφο. Αυτή η ακραία κλεισούρα του οντολογικού και σωματικού τάφου ομοιάζει με την δαυϊτική έκφραση του 87ου Ψαλμού : « Ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου », ομοίως και με του 142ου Ψαλμού όπου η βαθιά μετάνοια, αλλά και η υπερβολή της θλίψεως σημαίνουν αποστέρηση της παρουσίας του Θεού : « Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ´ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον ».

Σε επίπεδο λεξιλογίου η διάθεση του Θεοδώρου Β΄ περιγράφεται από τις συχνές επαναλήψεις σε διάφορες πτωτικές και αριθμητικές εκδοχές των ουσιαστικών λύπη, θλίψη, ζάλη. Η ποιητική αριστοτελική μελαγχολία του, που κατέληγε στις εκβολές της κατάθλιψης είχε και σωματικές εκδηλώσεις. Σε μία προσωπική επιστολή του στον Βλεμμύδη εξομολογήθηκε πως βασανιζόταν από αφόρητους πόνους στον βραχίονα, που διέτρεχαν την άκρη του ώμου του ως τον αγκώνα. Μάλιστα, θεωρούσε πως οι εκτιμήσεις των γιατρών ήταν βλακώδεις, καταλήγοντας πως εκείνος είχε απλά αφεθεί στην φθορά του πόνου και της θλίψεως – άλλωστε μονάχα την Θεοτόκο αναγνώριζε ως τῶν νόσων ἰατρόν. Κατά κοινή ομολογία των συγχρόνων του, ο Αυτοκράτορας ήταν – το λιγότερο – επιληπτικός.

Κι έτσι όμως, τα βαριά σύννεφα ή το βαθύ σκοτάδι ή το απύθμενο βάθος της ψυχικής κόπωσης του Θεοδώρου Β΄ βιάζονται από ηχητικές εντάσεις που περιγράφουν μία άλλη καρδιακή στάση. Προστακτικές, παρακλήσεις, βοές : « Λάμψον μοι », « Σῶσόν με », « Λύτρωσε », « Βλέψον », « Ἐπίσκεψε », « Μὴ παρίδῃς », « Δίδου μοι χεῖρα βοηθείας », « Πρόστηθί μοι καὶ ἀντιλαβοῦ μου », « ἀνυμνῶ », « Μεγαλύνω », « Γεραίρω », « Καυχῶμαι », « Κηρύττω », « Δοξάζω », « ὑμνολογῶ », « Φθέγγομαι », « Καὶ θρηνῶ καὶ στενάζω », « Οὐ σιωπήσω τοῦ βοᾶν τρανότατα », « Δός μοι », « ὀδυνηρῶς κράζω σοι », « Ὅλῃ ψυχῇ καὶ διανοίᾳ , καὶ καρδίᾳ Σε καὶ χείλεσι δοξάζω », « Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι» , « Κηρύττω, μεγαλύνω, ψυχῇ τε καὶ καρδίᾳ, καὶ λογισμῷ καὶ γλώσσῃ πάντοτε ». Βιάζονται μέσα σε μία αγαπητική χορογραφία : « Νῦν πεποιθὼς ἐπὶ τὴν Σὴν κατέφυγον ἀντίληψιν », « Πρὸς τὴν Σὴν σκέπην ὁλοψύχως ἔδραμον, καὶ γόνυ κλίνω », « Εἰς σὲ προστρέχω », « Προστρέχω τῇ σκέπῃ σου, σῶσόν με ». Και καταλήγουν σε μία πρωτοπρόσωπη θαρραλέα ομολογία ελπίδας και πίστεως :

« Καὶ ποῦ λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν;
ποῦ προσφύγω; ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι;
τίνα θερμὴν ἔξω βοηθόν,
θλίψεσι τοῦ βίου καὶ ζάλαις οἴμοι! κλονούμενος;
Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, καὶ θαρρῶ καὶ καυχῶμαι,
καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου σῶσον με ». « Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην Ἁγνὴ;
ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι;
ποῦ πορευθῶ;
ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν;
ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν;
ποῖον ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν;
Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω,
εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι,
καὶ ἐπὶ σὲ θαρρῶν κατέφυγον ».

Οι δικοί μας Δεκαπενταύγουστοι με την μικρή τους νηστεία, το ψάρι του Σωτήρος, την ραστώνη του απογεύματος και τα πανηγυράκια, κάθονται στην αγκαλιά της Μάνας που δε μοιάζει με το κορίτσι του Ευαγγελισμού, αλλά της Γυναίκας του συγκρατημένου θρήνου της Αποκαθήλωσης, που είναι έτοιμη να πιάσει το παιδί από το αφτί και να το τραβήξει στην κάμαρα ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο. Της Μάνας με τα μεγάλα μαύρα σαν αμύγδαλα μάτια που βαστά τον Γιό της αφήνοντας δειλά να ξεπροβάλλουν τα μακριά λεπτά της δάχτυλα. Της Μορφής που δεν υπόκειται στην ανάγκη ερμηνείας, αλλά επιβάλει τον κανόνα της σιωπής.

Βέβαια, εδώ, έχουμε να κάνουμε με τον Θεόδωρο Β΄ που οι φωνές κι οι παρακλήσεις του, η τόση του κούραση – η ψυχική κι η σωματική – που είναι το καθενός ο βιωτικός κόπος και τόπος, δεν αφήνουν μέρος για την σιωπή. Να΄ ναι όμως έτσι;

Στο τελευταίο τροπάριο του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα ο βασιλέας γράφει : « Τὴν δέησίν μου δέξαι τὴν πενιχράν, καὶ κλαυθμὸν μὴ παρίδῃς, καὶ δάκρυα καὶ στεναγμόν. ἀλλ´ἀντιλαβοῦ μου, ὡς ἀγαθή, καὶ τὰς αἰτήσεις πλήρωσον. Δύνασαι γὰρ πάντα, ὡς πανσθενοῦς, Δεσπότου Θεοῦ Μήτηρ, εἰ νεύσεις ἔτι μόνον, πρὸς τὴν ἐμὴν οἰκτρὰν ταπείνωσιν ».

Η σκηνή αυτή είναι παρμένη από την αυτοκρατορική εθιμοτυπία και το πρωτόκολλο των βασιλικών ακροάσεων. Ο Θεόδωρος Β΄ προσφέρει τον εαυτό του ικέτη ενώπιον του παντοκρατορικού θείου βήματος. Η Θεοτόκος στέκεται πλάι στον Δεσπότη Χριστό κι αρκεί μονάχα ένα της νεύμα για να ικανοποιηθούν όλα τα αιτήματα του πάσχοντος βασιλέως της Αυτοκρατορίας της Νικαίας Θεοδώρου Β΄ Δούκα του Λασκάρεως. Παρεκτός των δακρύων του κυριαρχεί η σιωπή και το σωτήριο νεύμα. Το νεύμα αυτό, σύμφωνα με την αρχαία ρωμαϊκή θεσμική παράδοση που ακέραια επιβίωσε ως τον 15ο αιώνα στους εθιμοτυπικούς κώδικες, ήταν αποκλειστικό αυτοκρατορικό προνόμιο : Ο Αυτοκράτορας δεν μιλούσε ποτέ, παρά μονάχα με νεύματα δήλωνε κι εννοούσε την απόφαση ή την προτίμησή του. Αυτή η στατική εικόνα του βασιλέως , που συντριπτικά παρέμενε αμίλητος κατά τις τελετουργίες , παρέπεμπε στην αναλόγως στατική εικόνα του Παντοκράτορα Θεού – Λόγου, που παρακάθεται του Θεού – Πατρός, όπως κανείς παραστέκει σε έναν απόμακρο μονάρχη. Στην Βασίλειο Τάξη του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου η πρακτική αυτή δηλώνεται με το επιγραμματικό « λαβὼν νεῦμα », « νεύει ».

Έτσι, το σωτήριο τούτο νεύμα μοιάζει με μητρικό χάδι. Ίσως να είναι αυτό το νεύμα που παρηγορούσε την ψυχή του Θεοδώρου Β΄ καθώς έκλεινε τα μάτια του τον Αύγουστο του 1258 μόλις στην ηλικία των 36 χρόνων. Κι ίσως αυτή του η συντριβή είναι που έκαμε την προσευχή του, παράκληση στα χείλη του καθενός, την ανεπίγνωστα θερμότερη προσευχή μας για την δική του ψυχή που τόσο ταλαιπωρήθηκε, μα άλλο τόσο συντρόφεψε ψυχές που χειμάζονται από συμφορές, θλίψεις, ανάγκες στον αιώνια αυγουστιάτικο ακύμαντο λιμένα της Μητρικής αγκάλης.

Στην ηχηρή σιωπή της Αγάπης.

2 Σχόλια

  1. Ἐξαιρετικό κείμενο. Δέν τόξερα πώς καί οἱ ψυχικά πάσχοντες εἶναι σέ θέση νά γράψουν τέτοιας πνοῆς ποίημα, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Παρακλητικός Κανόνας.Γι’αὐτό τό ποίημα αὐτό ἀγγίζει τά κατάβαθα τῆς ὑπάρξώς μας: εἶναι ἱκετευτική κραυγή τοῦ ἀνθρώπινου πόνου!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here