Τώρα και πάντοτε. Σημειώσεις στις γραφές του Ισαάκ του Σύρου

0
128

Όταν πιάνεις να γράψεις ένα βιβλίο* σαν κι αυτό, δεν περιμένεις θερμή υποδοχή από τους αποχριστιανισμένους έλληνες, ούτε χειροκροτήματα για το εγχείρημά σου. Δουλεύεις εν σιωπή, προσπαθείς να κινηθείς στο ρυθμό εκείνου για τον οποίο γράφεις, ή μάλλον προσπαθείς να αντλήσεις όσο γίνεται περισσότερη σοφία, αλήθεια, ησυχία και προπαντός αγάπη από τον Σύρο αυτόν Γέροντα, ο οποίος από εκεί που βρίσκεται, δια των λόγων και των κειμένων του, μας φωτίζει και μας θέλγει.

Ο Κοσματόπουλος καταφέρνει να ακολουθήσει κατά πόδας το κείμενο, διαβάζει και σημειώνει. Θέλει να διασταυρώσει τα νοήματα εκείνου με τη δική του προσωπική πορεία, αλλά την ίδια στιγμή θέλει να διασταυρωθεί με την τρέχουσα πραγματικότητα, την πραγματικότητα του κόσμου και συνάμα να την φωτίσει. Να φωτίσει διαστάσεις που οι περισσότεροι δεν ξέρουμε ότι έχει ο κόσμος, καθώς τον έχουμε θεοποιήσει και παραμένουμε προσκολλημένοι σ’ αυτόν. Ο Κ. χάρη στην ανάγνωσή του ζητά να διαφοροποιηθεί από αυτή την μονοδιάστατη διάθεση, να υπογραμμίσει κι αυτός με τη σειρά του την πλευρά που υπογραμμίζει και ο αββάς και που είναι η ησυχαστική. Μέσα από αυτή αναδύεται ο ‘έσω άνθρωπος’ χωρίς τον οποίο ίσως δεν καταλαβαίνουμε τίποτα για το τι συμβαίνει αληθινά στον κόσμο, αλλά προπαντός σε μας, σε αυτά τα ανθρώπινα όντα που είμαστε, τα οποία κατά την χριστιανική παράδοση είναι δημιουργημένα ‘κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν’ του Λόγου. 

Τα λέμε αυτά και τα γράφουμε εμείς οι θεολογούντες, η οι θεολόγοι, ή οι ιερωμένοι ή απλώς οι πιστοί, αλλά δεν ξέρω πόσο κατανοούμε τις σημασίες τους, πόσο κοντά μας βρίσκονται νοήματα και μυστήρια που περικλείονται μέσαθέ τους. Να λοιπόν σε τι βοηθάει αυτό το βιβλίο εν ταυτώ με τους λόγους του αββά Ισαάκ που ακολουθεί και παρακολουθεί ο Κ. και μας τους μεταφέρει προεκτείνοντας τη σημασία τους στη σημερινή εποχή. Ήδη στον πρόλογό του μας ειδοποιεί για τον διαφορετικό και πολύ ουσιαστικό τρόπο με τον οποίο ο αββάς μιλά για την Ενανθρώπηση.  «Ο Θεός», λέει, «δεν ενσαρκώθηκε για να μας λυτρώσει από τις αμαρτίες μας ή για κάποιο άλλο λόγο αλλά για να μας κάνει μετόχους της αγάπης του». Καταλαβαίνουμε τι αλλαγή γίνεται στις σημασίες των ιερών πραγμάτων και του νοήματος της ανθρώπινης ζωής; Καταλαβαίνουμε ότι όλα μετά από μια τέτοια διατύπωση τίθενται στη βάση της Αγάπης Εκείνου και της μετοχής μας σε Αυτήν, ως του οδηγητικού νήματος που μπορεί να μας φέρει στη Βασιλεία; Σε τούτο τον κόσμο, όχι στον άλλο. Η Αγάπη στην οποία μας καλεί ο Χριστός και το υπογραμμίζει ο αββάς, είναι Αγάπη για να ζήσουμε, όχι για να πεθάνουμε. Για να ζήσουμε μέσα στο θαύμα της ανακαίνισης και της μεταμόρφωσης των πάντων. Σε αυτό το ταξίδι μας καλεί ο Κοσματόπουλος διαβάζοντας τον αββά Ισαάκ.

Από την αρχή του βιβλίου μας εισάγει σε ουσιαστικές αλήθειες. Μιλά για την άσκηση που γεννά τη γνώση, για μια άλλου είδους γνώση που δεν σχετίζεται με διατριβές και εξειδικεύσεις, σαν αυτές που κατακλύζουν την εποχή μας και όπου ο ειδικευόμενος αγνοεί συχνά όλα τα άλλα και είναι σαν να βρίσκεται κλεισμένος σε γυάλα αδιαφανή. Γιατί εδώ, στην περίπτωση του αββά η άσκηση δεν είναι αυτοσκοπός, είναι το μέσον για να προχωρήσει κανένας στο βαθύτερο μυστήριο της ύπαρξης του έτσι ώστε να φτάσει να  δ ε ί και το αρχέτυπό του, Εκείνον που τον δημιούργησε. Μαθαίνουμε έτσι ότι ο Χριστός στα Ευαγγέλια μιλά «με όρους της Βασιλείας των Ουρανών», οπότε εσύ που θέλεις να ακούσεις και να εννοήσεις, πρέπει να κινηθείς σε αυτό το επίπεδο, πρέπει να ‘αφαιρέσεις’ τον εαυτό σου για να προχωρήσεις. Υπάρχει ένας έρωτας του αββά για τον Νυμφίο Χριστό που διέπει τα γραπτά του και που μας τον μεταγγίζει ήρεμα ο Κ. Ωστόσο, ένας τέτοιος έρωτας δεν μοιάζει και πολύ με αυτούς που κυκλοφορούν και μάλιστα στην εποχή μας. Απαιτείται μια δοκιμασία, απαιτείται προπαντός αυτό που λέμε μετάνοια, μια μεταστροφή που είναι ουσιαστικά στροφή από τον κόσμο στον προσωπικό άνθρωπο, έτσι ώστε να αντικρίσει την αληθινή εικόνα του εαυτού του, να δει το Πρόσωπο του Υιού και Λόγου και εξ αυτού το Πρόσωπο του Πατέρα.  

Πώς όμως μπορεί να κατορθωθεί αυτό; Τι μπορεί να μας τραβήξει έξω από το πνεύμα του κόσμου; Ο Κ. μέσω αββά Ισαάκ απαντά «Μόνο το Πνεύμα του Θεού». Και αυτό έχει να κάνει με την ελευθερία. Πάντα υπάρχει ζήτημα ελευθερίας, όμως ο άνθρωπος ο εγκλωβισμένος στο πνεύμα του κόσμου αυταπατάται ότι είναι ελεύθερος. Η ελευθερία που την έχει ‘φυτέψει’ μέσα μας ο Δημιουργός, είναι άλλου είδους. Και για να τραφεί έχει ανάγκη τους λόγους Εκείνου και τον Παράκλητο, το άγιο Πνεύμα δηλαδή, το οποίο έρχεται στη θέση του αναληφθέντος Χριστού για να μας οδηγήσει στην κλίμακα των αληθειών του Ευαγγελίου, να μας βοηθήσει να προχωρήσουμε τον άλλο δρόμο, αυτόν που φανέρωσε ο Υιός με το σταυρό και την Ανάσταση.

Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι οι λόγοι του αββά Ισαάκ με τους οποίους μας οικειώνει ο Α.Κ. συνιστούν μια θεολογία της Αγάπης στον μέγιστο βαθμό, γιατί φτάνει να ζητήσει ακόμη και αγάπη «υπέρ των δαιμόνων», όταν μας δίνει κατά κάποιο τρόπο τον ορισμό της ελεήμονος καρδίας’: «Είναι να καίγεται η καρδιά υπέρ όλης της κτίσεως, ήγουν υπέρ των ανθρώπων, και των πτηνών, και των ζώων, και των δαιμόνων και υπέρ παντός κτίσματος» (σ.27).

Πως ακούγονται άραγε τέτοια λόγια εν μέσω ενός πολιτισμού της διάνοιας, της πληροφόρησης και της γνώσης, μιας γνώσης όμως που δεν βουτάει στην καρδιά, ούτε καταλαβαίνει από την καρδιά ως το υπαρξιακό κέντρο του ανθρώπου; Απλώνει τα πλοκάμια σε Ανατολή και Δύση, Βορρά και Νότο και κλείνει μέσαθέ της και τους ανθρώπους, οι οποίοι ζουν με την ψευδαίσθηση ότι κατακτούν τον κόσμο, γίνονται δυνατοί, αγνοώντας ότι μια τέτοια δύναμη και η επιδίωξή της, συντηρεί όλα τα αδιέξοδα του κόσμου, όλες τις συρράξεις, τις διεκδικήσεις, τις συγκρούσεις και τις επαναστάσεις, που σύντομα καταντούν τρομοκρατίες και ολοκληρωτισμοί. Γιατί από όλα αυτά λείπει αυτό που προωθούν τα γραπτά του αββά: η ελεήμων καρδία. Η μεταμόρφωση δηλαδή της καρδιάς του ανθρώπου σ’ ένα πυρήνα θερμότητας, υπομονής, ελέους, καταλλαγής, φωτεινότητας και διαφάνειας.

Ποιό είναι το κύριο στοιχείο για μια τέτοια μεταμόρφωση; Η ταπείνωση.

Εδώ τα πράγματα στενεύουν και στενεύουν πολύ. Φαίνεται ότι μπορεί κανένας σε όλα να τα καταφέρει, στην ταπείνωση κολλάμε. Το φανερώνει η ανθρώπινη ιστορία, η ανθρώπινη κακοδαιμονία, η έπαρση, η εγωπάθεια, ο ναρκισσισμός, η σκλήρυνση των καρδιών και των διεκδικήσεων, η επιθετικότητα, ο θυμός, η ανθρώπινη αναλγησία. Γιατί με την ταπείνωση μπορείς να αναποδογυρίσεις την όλη κατάσταση. Μπορείς όλα τα προηγούμενα πάθη να τα θεραπεύσεις και να προχωρήσεις ακόμη πιο πέρα. Μπορείς να χτυπήσεις το κακό στη ρίζα του γιατί η ταπείνωση σε αυτοθεραπεύει, θεραπεύει δηλαδή όλα εκείνα που λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ότι εκπορεύονται εκ της καρδίας: «μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, οφθαλμός πονηρός, βλασφημία, υπερηφανία, αφροσύνη» (Μκ. 7,20-22). Όλα είναι ειπωμένα στα Ευαγγέλια αλλά χρειαζόμαστε οδηγούς σαν τον αββά, χρειαζόμαστε πίστη και σθένος για να συνδυάσουμε ταπείνωση με αγάπη, έτσι ώστε να προχωρήσουμε στον κόσμο της Βασιλείας. Ο κόσμος της βασιλείας είναι η Εκκλησία, αλλά όταν λέμε Εκκλησία εννοούμε μια κατάσταση, ένα βίωμα ζωής, μια πνευματική εμπειρία, το μυστήριο που αγκαλιάζει τους πιστούς και μάλιστα όσους εκκλησιάζονται, αλλά λίγοι έχουν μυστικότερη εμπειρία, λίγοι μπορούν να παρακολουθήσουν τον αββά Ισαάκ στον βηματισμό του και λίγοι –φοβάμαι- ενδιαφέρονται να το κάνουν. Εξάλλου, οι περισσότεροι νομίζουν ότι η Εκκλησία αρχίζει και τελειώνει στο ναό, από εκεί και ύστερα δεν έχεις να κάνεις τίποτα. Μα ίσα-ίσα έχεις και παραέχεις. Αυτό δείχνει η βιοτή του αββά Ισαάκ. Αυτό δείχνει η ζωή όλων εκείνων των παλιών αγίων, αναχωρητών και ασκητών που χάνονταν στις ερημιές και έφταναν σε πράξεις αδιανόητες για τους σημερινούς ανθρώπους. Όλοι αυτοί είχαν ‘βρει’. Αυτό δεν το καταλαβαίνουμε οι περισσότεροι χριστιανοί και μάλιστα πολλοί θεολογούντες που πείθονται κυρίως στη μορφή ενός αστικού χριστιανισμού, ενός ‘πολιτισμένου’ χριστιανισμού και θεωρούν όλες τις άλλες μορφές ξεπερασμένες ή λαθεμένες.

Ο Α.Κ. με το βιβλίο του αυτό μας φέρνει κοντά σε μια άλλη πραγματικότητα, μια πιο εσωτερική και μυστική, αυτήν που περιγράφει στο έργο του ο αββάς Ισαάκ. Διαβάζουμε στη σ. 39; «Οι ασκητές αποτραβιούνται από τον κόσμο όχι για να πεθάνουν μέσα στην εκμηδένιση, αλλά για να ζήσουν την πραγματική ζωή». Στην προηγούμενη παράγραφο έγραψε ότι «Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ανθρωπότητα μέσω της θλίψης και του πόνου για τον κόσμο, όχι για να εξαγνιστεί, αλλά για να καταλάβει  πως η σωτηρία έγκειται στην αποδοχή του πλησίον. Σ’ αυτό ενυπάρχει και το βαθύτερο μυστήριο του σταυρού». Αυτοί που πιστεύουν ότι επειδή ζουν κατά παρέες ή ομάδες ή γενικότερα φροντίζουν να είναι κοινωνικά όντα, θα πρέπει να σκεφτούν μήπως είναι πολύ πιο μακριά από τον διπλανό τους παρά ο ασκητής που ζει στην έρημο. Φοβάμαι πως παρά τις ψυχολογίες και τις ψυχαναλύσεις στις οποίες επιδίδεται  ο δυτικός κόσμος εδώ και χρόνια-ουσιαστικά από τότε που ξεμάκρυνε από το μυστήριο της Ενανθρώπησης- και οι οποίες τελευταία σαρώνουν και τους εν Ελλάδι χριστιανικούς χώρους, πολύ λίγο έχουμε πάρει είδηση τι σημαίνει αυτό που λέει η Εκκλησία ‘πλησίον’ και προπαντός πολύ λίγο βιώνουμε το μεγάλο μυστήριο που κρύβει η λέξη. Όντως δεν σωζόμαστε χωρίς τον άλλο, γιατί έτσι η σχέση μας με τον ‘πλησίον’ παραμένει ανενεργός. Πολύ περισσότερο το ζήτημα αφορά το ζευγάρι. Η γαμήλια σχέση του άντρα και της γυναίκας επ’ουδενί μπορεί να είναι σχέση ανάμεσα σε άτομα, που το καθένα τραβάει το δρόμο του. Στο βάθος του μυστηρίου της Ενανθρώπησης υπάρχει ένας σταυρός για όλους, γιατί η αληθινή αγάπη είναι κενωτική και θυσιαστική: όταν αγαπώ φροντίζω πιο πολύ για τον άλλο παρά για μένα. Ο άλλος θα φροντίσει για μένα. Αυτό, οι άγιοι, και βεβαίως ο αββάς Ισαάκ το γνώρισαν στη σχέση τους με το Νυμφίο Χριστό. Γι’αυτό, εξάλλου, η μοναξιά σε αυτές τις μαζικές κοινωνίες των εκατομμυρίων ανθρώπων όλο και πολλαπλασιάζεται, γιατί οι άνθρωποι ζουν μαζί αλλά είναι μέσα σε βαθιά αποξένωση, αυτήν που εκφράσανε με το έργο τους πρόσωπα όπως ο Ιονέσκο και ο Μπέκετ. 

Η συγγραφή του Α.Κ. πάνω στις γραφές του αββά Ισαάκ μας μαθαίνει πράγματα που ο χριστιανικός κόσμος μάλλον έχει προ πολλού λησμονήσει. Η προέλαση ενός κονφορμιστικού χριστιανισμού ή άκρως θρησκειοποιημένου, αγνόησε ή παραμέρισε μια αλήθεια. Ότι η Εκκλησία είναι είσοδος στη βασιλεία του Θεού και ότι ο Χριστός ουσιαστικά μας καλεί σε αυτή τη Βασιλεία. Εάν τώρα εγώ θέλω να πορεύομαι στη Βασιλεία αυτή και την ίδια στιγμή να περνώ μια χαρά μέσα στον κόσμο, υπηρετώ δύο κυρίους, όπως μας έχει πληροφορήσει εδώ και χιλιάδες χρόνια το Ευαγγέλιο. Μαζί με αυτή την αλήθεια πηγαίνει και μία άλλη. Ότι όντας μέλος του εκκλησιαστικού Σώματος καλούμαι να οικοδομήσω καινούργιο εαυτό. Δεν ζω με την Εκκλησία και τη χριστιανική μου ταυτότητα ως δεδομένα. Χρειάζεται καθημερινά κάτι να αφαιρώ και κάτι να προσθέτω, κάτι να ξεκαθαρίζω περισσότερο και κάτι να μου αποκαλύπτεται.

*

“Όλες οι θρησκείες βασίζονται στη βία. Ο Κρίσνα προτρέπει τον Αρζούνα στο πεδίο της μάχης να φονεύσει χωρίς έλεος τους αντιπάλους του, ανάμεσά τους και πολλούς συγγενείς του, γιατί η αλήθεια βρίσκεται στο απρόσωπο, πέραν του συγκεκριμένου προσώπου. Ο Χριστός υπομένει τη βία, την αποκαλύπτει και την υπερνικά. Φέρνει στο φως τον συγκεκριμένο  άνθρωπο, τον αποκαθιστά σ ‘αυτό που πραγματικά είναι, ως εικόνα Θεού. Γι αυτό και ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, και πολύ περισσότερο ιδεολογία. Ο Ιησούς Χριστός θεμελιώνει μια βαθιά προσωπική σχέση με τον κάθε πιστό, μια σχέση που βασίζεται στην ολική στροφή του νοός πέρα από τις συντεταγμένες στις οποίες κινούνται οι ανθρώπινες ενέργειες» (σ. 121). 

 Να γράψεις ένα τέτοιο απόσπασμα σημαίνει ότι έχεις αυτή την προσωπική σχέση στην οποία αναφέρεται, χωρίς την οποία δεν υπάρχει πραγματική ‘υιοθεσία’, δεν υπάρχει αληθινή μετοχή στο εκκλησιαστικό μυστήριο. Ο χριστιανός έχει ανάγκη να ενεργεί στην προέκταση του έργου που επιτέλεσε ο Χριστός, όσο βρισκόταν πάνω στη γη, δηλαδή να ανατρέπει τις αξίες του κόσμου και να αποκαθιστά την αληθινή εικόνα του ανθρώπου αρχίζοντας από τον ίδιο. Αυτή είναι όλη του η δουλειά, πρώτα και κύρια και έπονται όλα τα άλλα. Ούτε μικροαστισμοί χωρούν εδώ ούτε μεγαλοαστισμοί. Τα κείμενα του αββά Ισαάκ που κάθε τόσο παρατίθενται, βοηθούν να το καταλάβουμε. Δεν είναι ανάγκη να ζει κανείς στην έρημο για να γίνει ησυχαστής. Μπορεί να γίνει και μέσα στον κόσμο. Σε καιρούς που δεν ξέρουμε ποιός είναι ο γείτονας του διπλανού διαμερίσματος, όλα αυτά τα ησυχαστικά και πνευματικά και τα αφορώντα τον ‘έσω άνθρωπο’ μετακομίζουν –αν μου επιτρέπετε η έκφραση- μέσα στον κόσμο, θα έλεγα μάλιστα ότι οι σημερινοί χριστιανοί τα χρειάζονται για να ενεργοποιηθούν ξανά και να εγκαταλείψουν την παθητικότητα, την εκκοσμίκευση, την ουδετερότητα ή τον φονταμενταλισμό, που κι αυτός προβάλλει στραβά βασικές αλήθειες του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας. Είναι γραμμένο στο Ευαγγέλιο: «Γιατί βλέπεις την ακίδα που είναι στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι που έχεις στο μάτι σου, δεν το παρατηρείς; …Υποκριτά, βγάλε πρώτα από το δικό σου μάτι το δοκάρι και τότε θα ιδείς καθαρά για να βγάλεις την ακίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Μθ 7, 3-5). Προτού διορθώσω τα κακώς κείμενα στον άλλο ή στην κοινωνία, πρέπει να τα διορθώσω επάνω μου και κατά το Ευαγγέλιο και τον αββά Ισαάκ πρέπει να αλλάξω τη ζωή μου, να βρω τον αληθινό εαυτό μου, άρα να συναντηθώ με το Αρχέτυπο που είναι ο Χριστός.

Από τη στιγμή που θα γίνει αυτό όλα είναι αλλιώς. Σε αυτό το αλλιώς έχουμε κληθεί και αυτό μας βοηθούν να καταλάβουμε οι λόγοι του αββά Ισαάκ και η συγγραφή του Α.Κοσματόπουλου. 

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος,  Τώρα και πάντοτε, Σημειώσεις στις γραφές του Ισαάκ του Σύρου, Πατάκης, 2007, σ.199.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Νέα Ευθύνη” τχ. 24, Ιούλιος- Αύγουστος 2014. 

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here