Τό Ρωμαϊκό ἰδιωτικό δίκαιο καί τό ἀνθρώπινο πρόσωπο

3
85

Ὁ σημαντικός Γάλλος διανοούμενος Φιλίπ Νεμό  ὑποστηρίζει ὅτι τό ἀνθρώπινο πρόσωπο εἶναι ἐπιγέννημα καί δημιούργημα τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Μάλιστα στόν ἀπαρτισμό τῆς ἐννοίας τοῦ προσώπου σημαντική ἦταν καί ἡ συμβολή τῆς Ρωμαϊκῆς λογοτεχνίας καί γλυπτικῆς. Στή συνέχεια θά παραθέσουμε  μακροσκελῆ ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Φιλίπ Νεμό Τί εἶναι ἡ Δύση; ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 2008, στό ὁποῖο ὁ συγγραφεύς καταδεικνύει μέ πειστικότητα τή συμβολή τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου στή διαμόρφωση τῆς ἐννοίας τοῦ προσώπου καί τῆς προσωπικῆς ταυτότητας:«Οἱ Ἕλληνες ἐπινόησαν τήν ‘’ἔννομη διακυβέρνηση’’, δέν προχώρησαν ὅμως περαιτέρω στήν ἐπεξεργασία τοῦ δικαίου. Στίς μικρές ἑλληνικές πόλεις, οἱ ὁποῖες συγκέντρωναν ἐθνοτικά ὁμοιογενεῖς κοινότητες, τό δίκαιο παρέμενε σέ μεγάλο βαθμό ἄγραφο (λόγος γιά τόν ὁποῖο γνωρίζουμε ἐλάχιστα τό ἑλληνικό δίκαιο). Ὡστόσο, ἄν τό δίκαιο ὀφείλει νά καθιστᾶ δυνατή τήν εἰρηνική καί γόνιμη συνεργασία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, χαράσσοντας τά ὅρια τοῦ ἡμετέρου καί τοῦ ὑμετέρου, εἶναι προφανές ὅτι θά παίξει αὐτόν τόν ρόλο τόσο πιό ἀποτελεσματικά ὅσο ἀκριβέστερα μπορέσει νά χαράξει αὐτά τά ὅρια. Αὐτή τήν τελειοποίηση θά φέρουν εἰς πέρας οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες καί νομομαθεῖς χάρη σέ μιά διαδικασία τόσο ‘’θαυματουργή’’, κατά μία ἔννοια, ὅσο καί τό ‘’ἑλληνικό θαῦμα’’, παρότι ἔχει ἀναλυθεῖ πολύ λιγότερο ἀπό αὐτό καί σπανίως ἔχει ἀξιολογηθεῖ δίκαια. Μέσα σέ λίγους αἰῶνες, κατάρτισαν ἕνα ὁλοκληρωμένο σύστημα ἰδιωτικοῦ δικαίου, πού δέν γνώρισε ἰσοδύναμό του στους προγενέστερους πολιτισμούς. Θά δοῦμε ὅτι, δημιουργώντας τό ἔργο αὐτό, οἱ Ρωμαῖοι ἄλλαξαν ἐντελῶς τήν ἐπικρατούσα ἕως τότε ἀντίληψη γιά τόν ἄνθρωπο καί τό ἀνθρώπινο πρόσωπο»[1]…
«Πράγματι, τό ρωμαϊκό δίκαιο, ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ μέσα ἀπό αὐτήν τή μακρά διαδικασία, παρεῖχε ἕνα μέσο ἀποτελεσματικότερο ἀπό ὁποιοδήποτε προγενέστερό του γιά τόν ὁρισμό τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας. Τό jus honorarum εἶχε σφυρηλατήσει σταδιακά τά ἐπονομαζόμενα πνευματικά ἐργαλεῖα ἀκριβείας, πού ἐπιτρέπουν τήν ἀδιαμφισβήτητη καταγραφή ὅσον ἀφορᾶ τό ἡμέτερο καί τό ὑμέτερο, μέσα ἀπό τά γεγονότα τῆς ζωῆς. Ἀφότου κάποια πρόσωπα, παραδείγματος χάριν, παντρευτοῦν, ἀποκτήσουν παιδιά, συνεταιρισθοῦν μέ κάποιον ἄλλο καί ἕνας ἀπό τούς συνεταίρους τους δημιουργήσει χρέη ἤ ὀφειλές, ὑποθηκεύσουν ἤ ἀποδεσμεύσουν ἀγαθά, καί τά παιδιά πού ἀπέκτησαν τούς κληρονομήσουν, παντρευτοῦν μέ τή σειρά τους, χωρίσουν, ἀποκτήσουν παιδιά ἐντός ἤ ἐκτός γάμου ἤ υἱοθετήσουν, καί ἡ περιουσία τους κλαπεῖ καί στή συνέχεια ἐπιστραφεῖ μετά ἀπό δικαστική ἀπόφαση, κτλ., μετά ἀπό ὅλες αὐτές τίς ἀλλαγές, τά πνευματικά ἐργαλεῖα πού σφυρηλατήθηκαν ἀπό τό ρωμαϊκό δίκαιο ἐπιτρέπουν νά παραμένουν τό ἡμέτερο καί τό ὑμέτερο σαφῶς ὁριοθετημένα. Ὁ καθένας ἀνακτᾶ ὅ, τι τοῦ ἀναλογεῖ. Ὡστόσο, ἄν ὅσα ἀνήκουν στόν καθένα καθορίζονται μέ τόν τρόπο αὐτό καί διασφαλίζονται στόν χρόνο (ἀκόμη καί πέρα ἀπό τήν ἀτομική ἀνθρώπινη ζωή, χάρη στό δικαίωμα κληρονομιᾶς), τό ἴδιο τό ἐγώ παίρνει μιά διάσταση πού δέν εἶχε σέ κανέναν ἄλλο πολιτισμό. Πράγματι, αὐτό πού εἴμαστε ἐξαρτᾶται κατά κάποιον τρόπο ἀπό αὐτό πού ἔχουμε. Ἑπομένως, ἄν αὐτό πού ἔχουμε εἶναι καί παραμένει εὐδιάκριτο ἀπό αὐτό πού ἔχουν οἱ ἄλλοι, αὐτό πού εἴμαστε εἶναι καί παραμένει εὐδιάκριτο ἀπό αὐτό πού εἶναι οἱ ἄλλοι.
Ἔστω τρία ἄτομα, ὁ Caius, ὁ Marcus καί ὁ Quintus, πού ὁ καθένας τους ἔχει μιά ἀτομική ἰδιοκτησία ὑπό τήν ἐγγύηση τοῦ δικαίου. Ἄς παρατηρήσουμε τίς διαδοχικές καταστάσεις τῶν περιουσιῶν αὐτῶν σέ διάφορα στάδια Τ1, Τ2, Τ3, …, Τν, καταστάσεις πού μεταβάλλουμε ἁπλῶς, στό ἀκόλουθο σχῆμα, μέ σύν καί πλήν (ἡ ἀπόδειξη θά ἦταν πιό πειστική ἄν μπορούσαμε νά παρεμβάλουμε ποιοτικές μεταβολές). Βλέπουμε λοιπόν νά περιγράφονται διαφορετικές ‘’πορεῖες ζωῆς’’:
Οἱ γραμμές αὐτές ἀποκτοῦν σύντομα ἕνα σχῆμα ἐντελῶς ξεχωριστό, εἶναι ὅλο καί λιγότερο ταυτόσημες οἱ μέν πρός τίς δέ, πράγμα πού μᾶς ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι τά ‘’ἐγώ’’ διαφοροποιοῦνται ὅλο κάι περισσότερο. Ἡ διαδικασία εἶναι σωρευτική, διότι κάθε μεμονωμένο τμῆμα ζωῆς πού ἔχει βιωθεῖ δίνει στό ‘’ἐγώ’’ τήν ἰδέα καί τά μέσα τά ὁποῖα τοῦ ἐπιτρέπουν νά συλλάβει μελλοντικά σχέδια γιά τή ζωή, πού οἱ ὑπόλοιποι δέν μποροῦν νά συλλάβουν, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶχαν διαφορετικό παρελθόν.
   Οἱ προσωπικές ζωές παύουν λοιπόν νά συγχωνεύονται στόν ὠκεανό τοῦ συλλογικοῦ, ὄχι μόνο ὑπό τήν ἔννοια τῆς συγχώνευσης στούς κόλπους τῆς ἀρχαϊκῆς φυλετικῆς ὁμάδας, ἀλλά καί ὑπό τήν ἔννοια τῆς πολύ στενῆς ἀκόμη ἀλληλεγγύης πού κυριαρχοῦσε στή μικρή ἑλληνική πόλι. Καί τό ρωμαϊκό δίκαιο, παρά τή φαινομενική του πεζότητα, λαμβάνει αἴφνης μιά ἀπρόσμενη ἠθική διάσταση. Μποροῦμε νά ὑποστηρίξουμε ὅτι, ἔχοντας ἐπινοήσει τό ἰδιωτικό δίκαιο, οἱ Ρωμαῖοι ἐπινόησαν τόν ἄνθρωπο ὡς ἄτομο, ἐλεύθερο, πού ἔχει μιά ἐσωτερική ζωή, ἕνα πεπρωμένο ἀποκλειστικά μοναδικό, καί τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά ἀναχθεῖ σέ κανένα ἄλλο – ἕνα ἐγώ. Τό ρωμαϊκό δίκαιο εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἡ πηγή τοῦ δυτικοῦ οὐμανισμοῦ…
 Ὁ Κικέρων εἶναι ἐκεῖνος πού φαίνεται ὅτι εἶχε τήν ἰδέα νά ἀποδώσει στό ἀνθρώπινο ὄν ἐν γένει τήν λέξη persona, πού ἀρχικά ὑποδείκνυε, ὅπως γνωρίζουμε, τούς χαρακτῆρες τοῦ θεάτρου. Χρησιμοποιεῖ τή μεταφορά αὐτή στό De Officiis κατά τήν παρουσιάση τῶν ἠθικῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἕλληνα στωϊκοῦ Παναίτιου. Κάθε ἄνθρωπος διαθέτει τήν ἀνθρώπινη φύση, πού εἶναι κοινή σέ ὅλους. Ὅμως, ἐπιπλέον, κάθε ἄνθρωπος ἔχει μιά φύση πού τοῦ εἶναι προσίδια, χάρη στήν ὁποία ἔχει ἕναν διαφορετικό ρόλο νά διαδραματίσει στή ζωή, κατά τόν ἴδιο τρόπο πού οἱ χαρακτῆρες τοῦ θεάτρου ἔχουν ἕναν διαφορετικό ρόλο νά διαδραματίσουν στό θεατρικό ἔργο. Κάθε ξεχωριστός ἄνθρωπος δικαιοῦται λοιπόν, ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, τόν χαρακτηρισμό persona, πού δίνουμε στούς ἠθοποιούς. Καί, ὅπως τό θέατρο δέν θά εἶχε κανένα νόημα χωρίς τή διάρθρωση τῶν ἐνεργειῶν καί τῶν διαφορετικῶν συναισθημάτων τῶν χαρακτήρων, ἔτσι καί ἡ Δημοκρατία δέν θά ὑπῆρχε ἄν οἱ πολίτες ἔπαυαν νά εἶναι ὁ ἑαυτός τους, ἄν, ὑπό τήν ἐπίδραση κάποιας τελετουργίας ἤ κάποιου συλλογικοῦ ἀμόκ, πού θά ἀνατίναζε τίς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου, ξαναγινόταν μιά ‘’ὁμάδα σέ συγχώνευση’’, μιά κοινότητα ἀλληλέγγυα καί ὁμόφωνη, ὅπου ὁ ἰδιαίτερος χαρακτήρας τῆς προσωπικότητας τοῦ καθενός θά εἶχε ἐξαλειφθεῖ.
    Πιστεύουμε ὅτι ὁ Κικέρων μπόρεσε νά προσθέσει αὐτό τό ἀποφασιστικό σκέλος τοῦ περσοναλισμοῦ στήν ἑλληνική θεωρία τῆς οἰκουμενικῆς ἀνθρώπινης φύσης, μόνο ἐπειδή τό ρωμαϊκό δίκαιο εἶχε ἐκ τῶν προτέρων δημιουργήσει τίς προϋποθέσεις μιᾶς κοινωνικῆς καί θεσμικῆς ἀναγνώρισης τῶν δικαιωμάτων, τῶν ἐλευθεριῶν καί τῆς διαχρονικότητας τοῦ προσώπου…»[2]
  Γιά τόν περσοναλισμό τῆς Ρωμαϊκῆς λογοτεχνίας καί γλυπτικῆς λέγει ὁ Φιλίπ Νεμό: «Τά ἔργα τῶν μεγάλων Λατίνων συγγραφέων  ἔχουν ἀναμφίβολα μιά οὐμανιστική χροιά, πού τά διαφοροποιεῖ σαφῶς ἀπό ἐκείνη τῶν ἐλάχιστα προγενεστέρων ἑλληνικῶν ἔργων.
Ἀρκεῖ νά σκεφτοῦμε τή διαφορά πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στό κοινωνικό σύμπαν τῶν Νόμων τοῦ Πλάτωνα καί σέ ἐκεῖνα πού προβάλλουν ἡ φιλοσοφία καί ἡ πολιτική σκέψη ἑνός Κικέρωνα ἤ ἑνός Σενέκα, ἡ ποίηση ἑνός Βιργιλίου ἤ ἑνός Ὁρατίου, ἡ ἱστορία ἑνός Τάκιτου, τό Σατυρικόν κ.ο.κ. Ἐδῶ βρισκόμαστε σέ ἕναν ἄλλο πολιτισμό, πολύ πλησιέστερο στόν πολιτισμό τῶν σύγχρονων Εὐρωπαίων ἀπό ὅ,τι ἦταν ὁ ἑλληνικός πολιτισμός: οἱ Λατίνοι συγγραφεῖς ζοῦν σέ ἕναν κόσμο ὅπου ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο διαθέτει ἕναν θεσμοθετημένο κοινωνικό χῶρο, πού εὐνοεῖ τήν ἄνθηση τῆς ἀτομικῆς μοίρας καί ψυχολογίας. Στίς σάτιρες τοῦ Ὁράτιου ἤ τοῦ Ἰουβενάλιου ὁ κόσμος τῆς “ἰδιωτικῆς ζωῆς”εἶναι ἐκεῖνος   πού καταλαμβάνει ὅλη τή σκηνή. Ἡ δημόσια ζωή τῆς Ρώμης εἶναι παρούσα μόνον ὡς διάκοσμος. Ἡ πολιτική ‒ πού ἦταν, γιά τόν Ἀριστοτέλη ἀκόμα, ὁ ἔσχατος ὁρίζοντας τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, ὁ πήχης μέ τόν ὁποῖο ὁ πολίτης ὄφειλε νά μετράει τή ζωή του ‒ τείνει πλέον νά ἀποτελεῖ μόνο πλαίσιο ἤ συγκείμενο.Τό ἐνδιαφέρον ἑστιάζεται στό ἐγώ, στά σχέδιά του, στίς σχέσεις του μέ τά ἄλλα ἐγώ, σέ μιά διαπροσωπικότητα πού δέν ἀποτελεῖ συγχώνευση μέ τήν ὁμάδα, σέ μιά συνύπαρξη πού δέν εἶναι συλλογικοῦ, ὁλιστικοῦ ἤ “φυλετικοῦ”τύπου, ἀντιθέτως, ἐπιτρέπει νά ὑφίστανται πλήρως τό ἄτομο καί ἡ ἐλευθερία του.
 Ἐξίσου ἐντυπωσιακή εἶναι καί ἡ διαφορά πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς καί τῆς ρωμαϊκῆς γλυπτικῆς. Ἡ πρώτη παρουσιάζει ἀρχέτυπα, σχεδόν ἀνώνυμα πρόσωπα (ὁ κοῦρος καί ἡ κόρη, ὁ ἡνίοχος τῶν Δελφῶν), ἡ δεύτερη τονίζει τήν ἀπόλυτη μοναδικότητα τοῦ κάθε προσώπου, λαξεύει προτομές ἐντελῶς ξεχωριστές, ἀναγνωρίσιμες ἀνάμεσα σέ χίλιες ἄλλες, μέ τίς χάρες ἀλλά καί τά ἐλαττώματά τους (ρυτίδες,οὐλές, φαλάκρα κλπ.). Τά ρωμαϊκά ἀγάλματα εἶναι πορτραῖτα: ἀρκεῖ νά ἐπισκεφτεῖ κανείς τά ρωμαϊκά μουσεῖα γιά νά πειστεῖ. Θά πρέπει νά περιμένουμε τή μεταγενέστερη φλαμανδική ζωγραφική τῆς Ἀναγέννησης γιά νά ξαναβροῦμε τήν τέχνη τοῦ πορτραίτου, πού ἄλλωστε εἶναι κατανοητή μόνο ἀπό μιά κοινωνία πού ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη καί τήν πλήρη νομιμότητα τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς τῶν ἀτόμων.
  Στήν ἀνάπτυξη αὐτοῦ τοῦ δυτικοῦ οὐμανισμοῦ,ὁ χριστιανισμός θά παίξει βεβαίως σημαντικό ρόλο χάρη στήν ἐξύψωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀτόμου, τό ὁποῖο εἶναι ἠθικά ὑπεύθυνο, δημιούργημα καί θέλημα τοῦ Θεοῦ ὥστε νά εἶναι μοναδικό, διατηρώντας τή μοναδικότητα αὐτή ἀκόμα καί στήν αἰωνιότητα. Ἀλλά μπορεῖ νά σκεφτεῖ κανείς ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἰουδαιοχριστιανισμός δέν θά μποροῦσε νά δώσει αὐτή τή θεολογική ἀξία στό ἄτομο, ἄν ἡ θρησκεία αὐτή δέν ἐπικρατοῦσε σέ μιά κοινωνία πού εἶχε ἤδη ἐξυψώσει τό ἐγώ.
    Συνεπῶς ἡ ἐπινόηση τοῦ οὐμανισμοῦ εἶναι πρωταρχικά ρωμαϊκή. Δέν θά ὑπῆρχε οὐμανισμός χωρίς τό ἰδιωτικό δίκαιο καί τή νομική προστασία τῆς ἰδιοκτησίας. Ἡ πρόοδος πού γνώρισε τό δίκαιο στή Ρώμη ἔβγαλε ὁριστικά τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τόν ὁλισμό. Ἡ Δύση θά καταγράψει αὐτό τό κεκτημένο ταυτόχρονα μέ τήν ἑλληνική πολιτική συνείδηση. Ἡ Ἀνατολή θά ἐξακολουθήσει νά τό ἀγνοεῖ».[3]
   Ἐπίσης στίς ὑποσημειώσεις τοῦ ἔργου του, καί συγκεκριμένα στήν ὑποσημείωση 32, ὁ Φιλίπ Νεμό προσθέτει τήν ἑξῆς ἀνάλυση γιά τήν συμβολή τῆς Πατερικῆς φιλοσοφίας στήν ἀνάδειξη τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου:«Ἄς προσθέσουμε ἐξάλλου ἕνα περίεργο στοιχεῖο σέ αὐτό τόν φάκελο. Γνωρίζουμε ὅτι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρειάστηκαν τρεῖς αἰῶνες γιά νά δημιουργήσουν μιά χριστολογία καί μιά τριαδολογία. Οἱ λύσεις πού ἐπικράτησαν τελικά – ὁ Θεός εἶναι ἕνας σέ τρία ‘’πρόσωπα’’∙ ὁ Χριστός ἔχει δύο φύσεις, θεϊκή καί ἀνθρώπινη, ἀλλά εἶναι ἕνα καί μοναδικό ‘’πρόσωπο’’- εἰσήχθησαν τελικά ἀπό λατινόφωνους θεολόγους. Πίστεύουμε ὅτι αὐτό ὀφείλεται ἀκριβῶς στό γεγονός ὅτι διέθεταν τήν ἔννοια τοῦ ‘’προσώπου’’. Οἱ Ἕλληνες εἶχαν μόνο τήν ἔννοια τῆς ’’ὑπόστασης’’, πού δημιουργοῦσε πρόβλημα, γιατί φαινόταν νά προϋποθέτει ὅτι κάθε ὑπόσταση εἶναι μία ΟΥΣΙΑ: συνεπῶς, ἦταν δύσκολο νά ἐννοηθοῦν τρεῖς θεϊκές ‘’ὑποστάσεις’’ πού δέν ἀποτελοῦσαν τρεῖς διαφορετικούς θεούς. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ λέξη ΠΡΟΣΩΠΟΝ ὑπῆρχε στά ἑλληνικά μέ τήν ἴδια σημασία πού εἶχε τό persona, ὁμιλοῦν προσωπεῖο πού φοροῦσαν οἱ ἠθοποιοί στό θέατρο γιά νά ὑποκριθοῦν ἕνα χαρακτήρα. ὡστόσο, φαίνεται ὅτι ὁ ἑλληνικός ὅρος εἶχε μικρότερη ἀνθρώπινη καί κοινωνική βαρύτητα ἀπό ὅ,τι ὁ λατινικός ὅρος. Τό ΠΡΟΣΩΠΟΝ ἐκλαμβανόταν μόνο ὡς προσωπεῖο, καί ἡ χρήση τῆς λέξης αὐτῆς, προκειμένου νά ὑποδείξει τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἦταν, γιά αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, ὕποπτη γιά τροπικό μοναρχιανισμό (modalismus) καί σαβελλιανισμό (τό δόγμα σύμφωνα μέ τό ὁποῖο πρόκειται γιά τήν ἴδια θεϊκή ὕπαρξη πού ἐμφανίζεται μέ τρεῖς ξεχωριστούς ‘’τρόπους’’, ὅπως ἕνας ἠθοποιός μπορεῖ νά φέρει διαδοχικά πολλά προσωπεῖα). Ὁ σαβελλιανισμός εἶχε καταδικαστεῖ ὅμως ἐξαρχῆς: Πατέρας, Υἱός καί Ἅγιο Πνεῦμα ἔχουν μιά ἀδιαμφισβήτητη ἀτομικότητα. Ἐξοῦ τό ἐνδιαφέρον τῆς λέξης καί τῆς ἔννοιας τοῦ ‘’προσώπου’’, πού προβλήθηκε ἀπό τόν Τερτυλλιανό: ‘’τρία πρόσωπα, μία μόνο οὐσία’’, διατύπωση πού ἐπαναλήφθηκε ἀπό τούς ἄλλους Λατίνους Πατέρες, τόν ἄγιο Ἱλάριο τοῦ Πουατιέ, τόν Βικτωρίνο κάι τόν ἅγιο Ἀμβρόσιο. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ τριαδολογική Ὀρθοδοξία παγιώθηκε ἀπό τή Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (381) καί ὅτι οἱ δημιουργοί τῶν ὁριστικῶν διατυπώσεων πού υἱοθετήθηκαν ἀπό τή σύνοδο αὐτή εἶναι οἱ Καππαδόκες Πατέρες, δηλαδή Ἕλληνες. Ἀλλά αὐτοί τό μόνο πού ἔκαναν ἤταν νά δώσουν στίς ἑλληνικές λέξεις τή σημασία πού εἶχαν οἱ λατινικές λέξεις, οἱ ὁποῖες χρησιμοποιοῦνταν ἀπό τούς θεολόγους τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἔτσι, χωρίς τό ρωμαϊκό ego, δέν θά ὑπῆρχαν θεϊκά χριστιανικά πρόσωπα. Μέ ὅλο τόν δέοντα σεβασμό πρός τούς χριστιανούς πού θεωροῦν ὅτι, στόν τομέα τῆς θεολογίας, χρωστοῦν εὐγνωμοσύνη μόνο στή βιβλική Ἀποκάλυψη, φαίνεται ὅτι ὀφείλουν τήν ὁλοκληρωμένη μορφή τῆς θεολογίας τῆς Ἁγίας Τριάδας στίς δημιουργίες τοῦ ἰδιωτικοῦ ρωμαϊκοῦ δικαίου – οἱ ὁποῖες δέν εἶχαν μόνο κοινωνική ἐμβέλεια ἀλλά κάι πολιτισμική. Τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ».[4]
    Εἶναι πολύ σημαντικά αὐτά πού λέγει ὁ Φιλίπ Νεμό – γι̉ αὐτό ἄλλωστε παραθέσαμε τά ἀνωτέρω μακροσκελῆ κείμενά του αὐτούσια −, ὅμως νομίζουμε ὅτι ὑποτιμᾶ τήν συμβολή τῶν Ἑλλήνων, τόσο τῶν ἀρχαίων, ὅσο, κυρίως, τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν Πατέρων στή διαμόρφωση τῆς ἐννοίας τοῦ προσώπου.
  Ἔτσι χωρίς νά ἀμφισβητοῦμε τό κῦρος καί τήν εὐρυμάθεια τοῦ Φιλίπ Νεμό θά φέρουμε στό προσεχές μέλλον μερικές ἐνστάσεις στίς προαναφερθεῖσες ἀπόψεις του. Θά προσπαθήσουμε νά δείξουμε ὅτι  ἡ συμβολή τῶν Ἑλλήνων, τῶν ἀρχαίων ἀλλά κυρίως τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν Πατέρων, δέν ἦταν ἀμελητέα καί ἀναξία λόγου στή διαμόρφωση τῆς ἐννοίας τοῦ προσώπου, ἀλλά τοὐναντίον θεμελιώδους σημασίας.
[1]  Φιλίπ Νεμό, Τί εἶναι ἡ Δύση;, ἐκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 2008, σελ. 31.
[2]  Φιλίπ  Νεμό, ἔνθ. ἀν.,σελ. 39-40-41-42
[3]  Φιλίπ  Νεμό, ἔνθ. ἀν.,σελ.43-44-45
[4]  Φιλίπ Νεμό, ἔνθ. ἀν., σελ. 174-175
Ο ζωγραφικός πίνακας (“Η Δικαιοσύνη ανάμεσα στη Νομοθεσία και την Ισχύ”, 1936) που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο τού, ιταλού, Μάριο Σιρόνι.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο

3 Σχόλια

  1. «Πράγματι, αὐτό πού εἴμαστε ἐξαρτᾶται κατά κάποιον τρόπο ἀπό αὐτό πού ἔχουμε. Ἑπομένως, ἄν αὐτό πού ἔχουμε εἶναι καί παραμένει εὐδιάκριτο ἀπό αὐτό πού ἔχουν οἱ ἄλλοι, αὐτό πού εἴμαστε εἶναι καί παραμένει εὐδιάκριτο ἀπό αὐτό πού εἶναι οἱ ἄλλοι.»

    [b]Σαθρά θεμέλια στηρίζουν τερατόμορφα οικοδομήματα[/b]:
    Αυτός θα ήταν ο τίτλος μου, αν είχα τον χρόνο (ελπίζω κάποια στιγμή να τον βρω) για μια οργανωμένη και τεκμηριωμένη κριτική στους, πράγματι, ενδιαφέροντες ισχυρισμούς (του Νεμό αλλά και του συγγραφέα) του άρθρου.

    Πολύ σύντομα (λόγω της προαναφερθείσας χρονικής πίεσης) και χάριν προβληματισμού, θα θέσω μόνο κάποια απλά ερωτήματα, μαζί με σύντομους σχετικούς συλλογισμούς.

    Αν αυτό που είμαστε εξαρτάται απ’ αυτό που έχουμε (η -ενδελεχώς καθορισμένη- κατά Μαρξ έννοια της τάξης), το γεγονός αυτό δεν καθιστά δευτερεύον κάθε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που μας καθιστά ανεπανάληπτες προσωπικότητες; Αυτό που έχουμε, δεν θα μπορούσε να το έχει και οποιοσδήποτε άλλος;

    Και, ακόμη, μήπως αυτή η φαινομενική θεμελίωση ατομικών δικαιωμάτων (ιδιοκτησίας) δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από τη -Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει- διαδικασία νομιμοποίησης και παγίωσης των αυθαίρετων (δια βίας και αρπαγής και όχι ομόφωνα συμφωνημένων) σχέσεων ανισότητας εντός των ανθρώπινων κοινωνιών;

    Και όταν τέτοιες, θεμελιώδεις, παραδοχές περνούν αβασάνιστα, πώς μπορούμε να περιμένουμε οτιδήποτε χρήσιμο και ωφέλιμο να διατυπωθεί στη συνέχεια;

    Μήπως γι’ αυτό αρχίζουν αμέσως μετά τα (άλλα λόγια, ν’ αγαπιόμαστε) σχολαστικά τερτίπια του τύπου «όχι το [i]πρόσωπο[/i] δεν ήταν και [i]τόσο πρόσωπο[/i] στην αρχαία Ελλάδα», «όχι ήταν Λατίνοι οι πατέρες που μας έδωσαν το δόγμα» και άλλα ευτράπελα, που μπορούμε να τα συζητάμε για καιρό, αποδίδοντας ταυτόχρονα, έτσι απλά και αβασάνιστα, στη κβαντική αβεβαιότητα ή στην ανθρώπινη αμαρτία και στα ανεξιχνίαστα θελήματα του Θεού, το ότι δισεκατομμύρια συνάνθρωποί μας υποφέρουν, σε μεγάλο βαθμό λόγω αυτού του ευφυέστατου πρότζεκτ «διαφύλαξης της ανθρωπότητας από “τήν ἐπίδραση κάποιας τελετουργίας ἤ κάποιου συλλογικοῦ ἀμόκ, πού θά ἀνατίναζε τίς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου, [και θα οδηγούσε τους πολίτες να] ξαναγίνονταν μιά ‘ὁμάδα σέ συγχώνευση’, μιά κοινότητα ἀλληλέγγυα καί ὁμόφωνη”».
    Φυσικά και παραλείπεται η καταληκτική φράση «ὅπου ὁ ἰδιαίτερος χαρακτήρας τῆς προσωπικότητας τοῦ καθενός θά εἶχε ἐξαλειφθεῖ»: ακριβώς αυτό γίνεται προσπάθεια να υποδειχθεί πως δεν ισχύει, αλλά ότι έντεχνα, σχεδόν ύπουλα, χωρίς καμία τεκμηρίωση, εισάγεται στο κείμενο και στα μυαλά μας (δεν υποστηρίζω, ωστόσο, ότι υπάρχει απαραίτητα κακόβουλη σκοπιμότητα εκ μέρους των συγγραφέων – πολύ πιθανό είναι να θεωρούν κι οι ίδιοι δεδομένα κάποια πράγματα που, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι καθόλου δεδομένα).

    Να σημειώσω, για τους πιο σχολαστικούς, ότι δεν νοείται, εδώ, ως σχέση ανισότητας η γονεϊκή σχέση, ή η διδασκαλική, ακριβώς γιατί το κριτήριο (στο όλο παραπάνω σκεπτικό) δεν είναι η εξουσία, αλλά η διάσωση της προσωπικής (και αγαπητικής, θα έλεγα) σχέσης, που θεμελιώνει την αυτόβουλη συμμετοχή με από κοινού συμφωνία και καθιστά ανίσχυρη τη δια της εξουσίας επιβολή.

    Επίσης, να σημειώσω ότι η «ομάδα σε συγχώνευση» (ή, κατά άλλους, «σύντηξη» – le groupe en fusion), αν δεν κάνω λάθος, είναι ένας όρος του Σαρτρ, που η τοποθέτησή του στο παρόν κείμενο ξενίζει και, πιθανότατα, δεν ανταποκρίνεται στα συμφραζόμενα.

  2. γαπητέ φίλα προσκείμενε, κατ’ἀρχήν σέ εὐχαριστῶ γιά τό σχόλιό σου. Ἐγώ κατέγραψα τίς ἀπόψεις τοῦ Φιλίπ Νεμό ὄχι γιατί συμφωνῶ καθ’ὁλοκληρίαν μέ αὐτές, ἀλλά γιατί τίς βρίσκω πρωτότυπες καί ἐνδιαφέρουσες. Προτίθεμαι στό μέλλον νά δημοσιεύσω δύο-τρία ἄρθρα στλις φιλόξενες στῆλες τοῦ Ἀντιφώνου πού θά καταδεικνύουν τήν συμβολή τῆς ἑλληνικῆς τέχνης καί πολιτικῆς πρακτικῆς καθώς καί τῆς ἑλληνικῆς Πατερικῆς διανοήσεως στήν διαμόρφωση τῆς ἐννοίας τοῦ προσώπου πού ὑποβαθμίζει ὁ Φιλίπ Νεμό.

  3. Αγαπητέ κύριε Σχοινά, ευχαριστώ για την απάντησή σας.

    Η αλήθεια είναι ότι μάλλον υπήρξα λίγο απότομος, κατά βάση λόγω βιασύνης. Η κριτική μου, όπως και είναι εμφανές, απευθυνόταν κυρίως προς τις θέσεις του Νεμό και η κριτική στο πρόσωπό σας έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με τον, υψηλό ομολογουμένως, βαθμό απροσδιοριστίας αναφορικά με το τι αποδέχεστε (από τις θέσεις του Νεμό) και τι όχι.
    Κατά τ’ άλλα, κατ΄ εμέ, το κείμενο είναι ενδιαφέρον και καλογραμμένο.

    Αυτά τα ολίγα είχα να σας απευθύνω, μαζί με τις αναστάσιμες ευχές μου για έμπνευση, δημιουργικότητα και ευχαριστία στη ζωή σας και, βεβαίως, αναμένω τα επόμενα άρθρα σας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here