Το Οικονομικό Πάσχα (Από την απασχόληση στην Ανεργία ;)

21
71

Τη νύχτα του Μ. Σαββάτου, ενώ ο Χριστός άπνους θα σαββατίζει μέσα στον υγρό Του τάφο, ένα αμέτρητο πλήθος ανέργων του πλανήτη μας θα εξακολουθεί να λιμοκτονεί μέσα σε σπηλιές, υπονόμους, τρώγλες, παραπήγματα κ.λπ. Πού είναι, λοιπόν, ο Αναστάς Κύριος της Δόξης; Μήπως μόνο στη θριαμβολογία των ιεροκηρύκων; Δεν πέθανε στο σταυρό για τη Δικαιοσύνη; Άσκοπα και εις μάτην σταυρώθηκε; Κι’ όμως οι λεγόμενοι («πιστοί» Του) Χριστιανοί πάλι θα Τον ξανασταυρώσουν!

Γιατί, δε γινόμαστε διαφορετικοί από τους σταυρωτές Του, όταν οικονομικά σταυρώνουμε το Σώμα Του (Εκκλησία), αφού τελικά πρόκειται για τη ζωτική ανάγκη τής επιβίωσης. Όπως ο Σίμων ο Κυρηναίος ανακούφισε το Χριστό στο σήκωμα τού σταυρού Του, έτσι κι’ εμείς οφείλουμε, με αφορμή την «εορτήν των εορτών», να αναλάβουμε υπεύθυνα και σοβαρά τα καθημερινά (οικονομικά-επαγγελματικά) προβλήματα τού σύγχρονου ανθρώπου. Αντίθετα, ο Καταναλωτισμός μας και φέτος θα διαπρέψει, ενώ «για το καλό» θα περάσουμε και μια βόλτα κι’ από κανένα Ναό ν’ ανάψουμε την καθιερωμένη μας λαμπάδα!

ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΗ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΕΡΓΙΑ
Δε χωρά αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο ίσως από τα πιο καυτά προβλήματα που απασχολεί ολοένα και περισσότερο σήμερα ολόκληρο τον κόσμο, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τη χώρα μας ειδικότερα είναι η ανεργία. Οι στατιστικές δίνουν συγκλονιστικά στοιχεία, ιδίως μεταξύ των νέων. Κατά τον Ραλφ Ντάρεντορφ, στα χρόνια που έρχονται σταθερή δουλειά θα έχει μόνο το 50% των «απασχολήσιμων». Οι λόγοι είναι η διεθνοποίηση και η αλληλεξάρτηση των οικονομιών, το άνοιγμα των αγορών και η ανάδειξη του ανταγωνισμού σε κυρίαρχο στοιχείο των οικονομικών εξελίξεων. Η <τεχνολογική ανεργία> που για δεκαετίες μάστιζε την Αμερική και Ευρώπη ήλθε δυναμικά κι’ εδώ είτε με τη μορφή τής «στοιχειακής ανεργίας», είτε της «πλήρους ή μερικής ανεργίας». Η παγκόσμια οικονομική κρίση, ανταγωνιστική παραγωγή και η εξειδίκευση, ευθύνονται βασικά για το φαινόμενο της ανεργίας. Στο μεταξύ, η κατάρρευση του υπαρκτού Σοσιαλισμού των χωρών τής COMEKON αποθάρρυνε τη «διευθυνόμενη οικονομία» προς δόξα του «ελεύθερου ανταγωνισμού» (Κοινωνικού Δαρβινισμού). Έτσι, η ανεργία καθίσταται πια όχι συγκυριακή ή διαρθρωτική, αλλά αδήριτη ανάγκη (βλ. Τζ. Ρίφκιν, Το τέλος της εργασίας) τής <βιομηχανικής εφεδρικής στρατιάς> (Κ. Μarx).

ΟΙ ΤΡΑΓΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ
Η ανεργία όχι μόνο καθηλώνει τη θεανθρώπινη σκέψη (δεν προάγεται η Παιδεία και ο Πολιτισμός), αλλά και την οδηγεί στην αμαρτία (αντικοινωνικούς δρόμους, λ.χ. εγκληματικότητα). Eξάλλου, δε συμβιβάζεται με την ανθρωπιά, κατανόηση, πνεύμα συνεργασίας και αλληλεγγύης τού Πάσχα. H ανεργία εκλαμβάνεται ως αρνητικός παράγοντας για την αγωνιστικότητα στη ζωή. Πολλά complexes μειονεκτικότητας, αισθήματα άγχους και ανασφάλειας μέχρι και αυτοκτονίες προέρχονται από αυτή, για να μη αναφέρουμε την άνθηση τής παραθρησκείας (Αστρολογία, Μαγεία, Πνευματισμός κ.λπ., ή ακραίων πολιτικών φιλοσοφικών θεωριών κ.ο.κ. Γιατί η ανεργία αμβλύνει, οπωσδήποτε, την πνευματική, αισθητική, φιλοσοφική και πολιτική [το πρόβλημα της ανεργίας, ως γνωστό, είχε εκδηλωθεί σε οξύτατη μορφή προ της κήρυξης του Α’ Παγκόμιου πόλεμου] συνείδηση τού ατόμου. H ανεργία, τέλος, είναι το κύριο αίτιο της <αυξανόμενης αθλιότητας>, οδηγώντας στην παραοικονομία ή μετανάστευση.

Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Οι εκκλησιαστικοί Πατέρες με βάση τη Θεία συγκατάβαση θεωρούν την εργασία ως κατεξοχήν μέσο ηθικοποιήσεως και εξαγνισμού προσωπικά και κοινωνικά. Οι αιρέσεις, όπως πάντα, απολυτοποιούσαν τα άκρα: Είτε επιδίωκαν για ιδεολογικούς λόγους την ανεργία-νιρβάνα (Αρχαιοελληνική ηθική Δουλοκτητισμού και Βουδισμού), είτε εκθείαζαν την εργασία (Προτεσταντική ηθική της υπεραξίας της εργασίας του Καπιταλισμού και Μαρξισμού). Μόνη η ορδόδοξη θεανδρική ένωση διατηρεί το χρυσό <μέτρο> και την ισορροπία.  Ενώ όμως η ανεργία για τον κόσμο λειτουργεί αρνητικά ως προς την κοινωνική αξιοπρέπεια και μεγαλοψυχία, για το Χριστιανισμό όχι. Ένας σταυρωμένος Θεός με τα σημερινά κοινωνικοοικονομικά κριτήρια, εφόσον ήταν άεργος, θεωρείται αναξιοπρεπής. Ωστόσο, μόνο ένας αναστημένος Θεός μπορεί να φωτίσει τόσο ισχυρά το πυκνό σκότος της ανεργίας.

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΩΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΕΞΕΥΡΕΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Το Πάσχα της «άκρας συγκατάβασης» της Θ. φιλανθρωπίας και της «πανηγύρεως των πανηγύρεων» δικαιούται κάθε άνθρωπος απολαβή του κόπου του. Το μήνυμα της Ανάστασης δεν είναι μήνυμα απαισιοδοξίας, αλλά ελπίδας, δύναμης, χαράς και λυτρωμού. Χωρίς εργασία όμως δεν είναι δυνατόν κάποιος να είναι ευτυχισμένος. Η Εκκλησία συμπονεί και παρηγορεί υλικά και πνευματικά τους άνεργους, (προσ)ευχομένη (για) την επαγγελματική απασχόληση όλων. Μέσα στη Θ. Λειτουργία (<λαός + έργο) όλοι (θα πρέπει να) εργάζονται πνευματικά. Η αναστάσιμη δοξο-λογία δεν είναι απλή έκφραση λεκτικών σχημάτων, αλλά νέος τρόπος ζωής και σκέψης. Αφού, η γιορτή δεν είναι απλή ανάμνηση ή υπενθύμιση αλλά, με το <λειτουργικό χρόνο>, προσωπική βίωση (του πάσχοντος και αναστάντος) Θεανθρώπου. Έτσι, η ψυχική ανεργία αντιμετωπίζεται ορθόδοξα με πνευματική εργασιοθεραπεία: ενασχόληση με τον πνευματικό μας τοκετό. Πώς κι’ εμείς, με τη <νοερά προσευχή>, θα αναστηθούμε πνευματικά.
Ο Υιός του Θεού παρέχει σ’ όλους πνευματική απασχόληση. Σήμερα ο Χριστός εργάστηκε τη σωτηρία μας, χαρίζοντάς μας (πνευματική) δουλειά, αν και χωρίς να το αξίζουμε. Σύμφωνα με τη θεολογία του Πάσχα, προηγείται η αγάπη για εργασία, ακολουθεί η μάθησή της, μετά έρχεται η ζήτηση και τέλος η προσφορά της. Ακόμα κι’ η αγάπη και το ενδιαφέρον μας για την Ανάσταση ενέχουν πνευματικό μισθό, κατά τον ι. Χρυσόστομο.
Τι στεφάνι θα φορέσει φέτος η Πολιτεία στο Νυμφίο τής Εκκλησίας; Ελπίζουμε να μην είναι «ακάνθινο». Δεν υπάρχει, νομίζω, καλύτερο δώρο από την εύρεση εργασίας σε δεκάδες χιλιάδες άνεργους; Ας μιμηθούμε τη θυσία του Θείου Οικονόμου, κι’ ας αποκτήσει δουλειά ο λαός. Η προσφορά “πάσης της ζωής ημών” είναι η δική μας συμμετοχή στο θαύμα.
Η ανεργία αντιστρατεύεται την ισονομία σε μια δημοκρατική Πολιτεία δικαίου και προνοίας. Το Κράτος ως εντολοδόχος του Θεού όχι μόνο δεν είναι δυνατόν να πέφτει στο αμάρτημα της αδιαφορίας, αλλά οφείλει να προστατεύει το δικαίωμα της εργασίας για όλους τους πολίτες, απασχολώντας όλους τους δυνάμενους για εργασία σαν τις μέλισσες στην κυψέλη για την κοινή ευημερία, και συγχρόνως εξασφαλίζοντάς τους τούς απαραίτητους όρους αυτάρκειας (Β’ Κορ. 9, 8). Η Πολιτική Οικονομία για την πάταξη της ανεργίας στα πλαίσια του παρεμβατισμού (κατά Μονεταρισμό ή  Κεϋνσιανισμό) στρέφεται στις επενδύσεις και την κατανάλωση, αν και τα μέτρα αυτά δεν είναι πάντα ακίνδυνα. Ενώ οι Χριστιανοί καλούνται να δουλεύουν ακόμα κι’ αν δεν έχουν οι ίδιοι οικονομικό πρόβλημα αλλά για να βοηθούν από το περίσσευμα της παραγωγής τούς μη έχοντες (άνεργους, ανάπηρους, ηλικιωμένους, ανήλικους κ.λπ.), οι εταίροι μας στη Δύση εισηγήθηκαν τον περιορισμό των εργατοωρών (Λευκή Βίβλος), με παράλληλη, φυσικά, μείωση του μισθού, για χάρη μιας ολιγαρχίας (Νόμος του ατομικού συμφέροντος). Βέβαια, κάτι τέτοιο θα ήταν δίκαιο, μόνο όταν δεν γινόταν σε βάρος των εργαζομένων και υπέρ της πλουτοκρατίας, όταν “ουδείς είναι υπερβαλλόντως πλούσιος, ουδείς ενδεής” (Μ. Βασίλειος).
Tο Χριστιανικό <Πάσχα> (=πέρασμα) είναι σταυροαναστάσιμο. Σταυρός και Ανάσταση του Χριστού είναι η Αποκάλυψη του Θεού, αφού τα  Πάθη του Υιού είναι το μεσσιανικό μυστήριό Του. Το Πάσχα, έτσι, συνιστά “εορτήν και πανήγυριν” αλλά και πένθος. Ο Θεός των Χριστιανών συμπάσχει με την εγκαταλελειμμένη δημιουργία Του, γιατί την αγαπά. Η πανανθρώπινη κραυγή για Ισότητα γίνεται πάνω στο Σταυρό του Χριστού κραυγή του ίδιου του πάσχοντα Θεανθρώπου. Μόνο όποιος, άτομο ή λαός, συσσταυρωθεί με τον πραγματικό Νικητή του θανάτου, θα συναναστηθεί αληθινά μαζί Του! Γι’ αυτό, μόνο μια ελληνορθόδοξη Ανάσταση μπορεί και αποκαλύπτει την αθλιότητα του κόσμου, και την παγκόσμια Ιστορία ως ιστορία θανάτου.
Η χώρα μας», όπως ο Χριστός, πολλές φορές «ραπίστηκε» από ελλείμματα. Αλλ’ ενώ ο Χριστός “χθες” ήταν στο Σταυρό και “σήμερα” στη Δόξα της Ανάστασης, η Ελλάδα που ήταν “χθες” στη δόξα, σήμερα βρίσκεται σε Σταυρό. Μικρό ή μεγάλο, αυτό θα το δείξει η στάση μας απέναντι στην Ιστορία. Η ψυχική οικονομία γίνεται προϋπόθεση της Πολιτικής Οικονομίας, χωρίς όμως και να συγχέονται.

Για το σημερινό (οικονομικό) “Σταυρό” τής χώρας ευθυνόμαστε:

1. Προσωπικά:
α. ηθικά: έχει χαθεί η εντιμότητα, η ελπίδα, η αξιοπρέπεια, η ελευθερία, ο ηρωισμός, η ανθρωπιά, η υπευθυνότητα, η συνέπεια, η ευθύνη, η τιμή, και
β. κοινωνικά: έχει χαθεί η συνεργασία, η ομόνοια, οι αξίες της παραδοσιακής οικογένειας, η ευγένεια, η αλληλοκατανόηση, η αλληλεγγύη, η φιλανθρωπία, ο αλτρουισμός.

2. Εθνικά: κρίση α) στην Παιδεία, και β) στην Οικονομία, και

3. Παγκόσμια: α) Οικολογική μόλυνση, β) εθνικές πολιτικές.
Αλλ’ ας δούμε  πoιο «Σταυρό» προσκυνούν οι Τεχνοκράτες, γιατί μια αιρετική θεολογία του Σταυρού οδηγεί σε αιρετική (και άρα μη πραγματική) διδασκαλία της Ανάστασης. Μόνο ορθό-δοξα η λιτότητα μπορεί να λειτουργήσει ως θυσία (δοκιμασία, παραχώρηση, εγκατάλειψη).
Για μια πανεθνική οικονομική “Ανάσταση” απαιτείται: 1. Αυτοκριτική λαθών. 2. Επούλωση (πολιτικοοικονομικών) πληγών, και 3. Εθνική (Πολιτική) βούληση για “Μετάνοια”. Το αναστάσιμο μήνυμα του Χριστού είναι μια <νέα> ηθικά Ζωή και σωματική  αφθαρσία. Ποία είναι όμως αυτή η <Νέα> περίοδος, κατάσταση ή ποιοτική κατηγορία τής χριστιανικής ελπίδας, και από ποιο  “πέρασμα” (Πάσχα) την προσεγγίζει κανείς; Δεν πρόκειται φυσικά για καμιά Κοσμική Αλλαγή, ούτε για κάποια Εσωτεριστικά κανάλια (αγωγούς-τούνελ). Είναι η πίστη στον “εσταυρωμένον και αναστάντα Χριστόν”. Ανάσταση δεν σημαίνει επιστροφή (Ανακύκληση-μετεμψύχωση), αλλά πορεία προς τα εμπρός, το μέλλον. Πάσχα αληθινό είναι η έλευση του Λόγου προς τον ανθρώπινο νου (Φωτισμός-Δοξασμός), κατά την οποία ερχόμενος δια των μυστηρίων τής Εκκλησίας ο Λόγος τού Θεού στις καρδιές, χαρίζει την πληρότητα σ’ όλους τους άξιους, με την προσφορά τής μετοχής στα οικεία Του αγαθά.
Φως θα ξεπηδήσει και φέτος από τον Πανάγιο Τάφο. Γνήσια “τέκνα φωτός” είναι μόνο τα γεννημένα (υιοθετημένα) στην κολυμβήθρα παιδιά του Θ. Πατέρα, εφόσον “συνετάφησαν αυτώ δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον” (Ρωμ.6,4) του Υιού.
Ο Χριστός ήλθε για να γκρεμίσει όλα τα είδωλα. Κι’ ο θάνατος, αυτό το έσχατο όριο του ανθρώπου, κατανικήθηκε. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η διαμαρτυρία του Θεού κατά  οποιουδήποτε άλλου θανάτου. Ας ακούσουμε, το μήνυμά Του για να ζήσουμε ως Έθνος.    Αντί των καθιερωμένων ευχών, ας παρακαλέσουμε το ανέσπερο Φως τού Παναγίου Τάφου να φωτίσει όλους μας, και ιδιαίτερα τους υπεύθυνους, για μια όσο το δυνατόν προσφορότερη λύση στο τεράστιο αυτό ζήτημα.

πηγή: antifono.gr

21 Σχόλια

  1. Καλή η προσπάθεια του κ. Τσιτσίγκου, αλλά θυμίζει έκθεση ιδεών. Τα δύο συγκρινόμενα μεγέθη: Ορθόδοξο Θεολογικό Πάσχα και εργασιακή καταξίωση, έτσι όπως ο ίδιος τα επεξεργάζετα δείχνουν ανόμοια και ετερόκλητα. Αυτό εξάλλου φαίνεται και από το ότι δεν υπάρχει συνοχή μεταξύ του τίτλου και του περιεχομένου των αναπτυσσόμενων παραγράφων.

  2. Κύριε Φαραντάκη, όταν αρθρογραφώ πιο επιστημονικά, με κατηγορούν αναγνώστες ότι δεν καταλαβαίνουν και ότι θα έπρεπε να τα δημοσιεύω σε ειδικά επιστημονικά περιοδικά. Όταν πάλι γράφω πιο απλά (όπως στο παρόν που δεν αξιώνει βέβαια θεολογική ή φιλοσοφική πρωτοτυπία, αλλά μόνο να παράσχει έναν παραμυθητικό λόγο, πράγμα που θα έπρεπε να το είχατε καταλάβει), μού λέτε ότι σας θυμίζει έκθεση ιδεών. Παρακαλώ, αν έχετε κάτι να εισφέρετε επί τής ουσίας, δηλ. να επισημάνετε κάποιο θεολογικό λάθος ή να προσθέσετε κάποια σκέψη σας, θα σας ήμουν ευγνώμων (π.χ. αν μπορείτε εσείς καλύτερα να συνδέσετε το Πάσχα με την ανεργία). Τώρα, το αν μορφολογικά ή υφολογικά ένα κείμενο παρουσιάζει ή δεν παρουσιάζει συνοχή, είναι “εκτός θέματος” (άλλωστε, σε όλα τα άλλα μου άρθρα που έχω δημοσιεύσει εδώ, δεν με επαινέσατε, εκτός και αν δεν συμφωνείτε καθόλου σε ό,τι υποστηρίζω), αφού εδώ δεν γράφουμε (και μάλιστα το συγκεκριμένο που δεν έχει επίτηδες καθόλου παραπομπές), για να βαθμολογηθούμε φιλολογικά. Εξάλλου, τα χάσματα, που εσείς βλέπετε, για κάποιους άλλους που γνωρίζουν ίσως ορισμένους “αρμούς”, δεν υφίστανται. Αλλά μια ανάλογη αιτιολόγηση θα απαιτούσε πολύ περισσότερο χώρο και χρόνο, τον οποίο δυστυχώς δεν διαθέτω.

  3. Σας διαφεύγει η βασική διαφορά ανάμεσα στην Πίστη και την Ηθική.
    Η μεν πρώτη εκφράζει την επίγνωση, η δε δεύτερη την γενναιότητα.

  4. Με βάση τι ή ποιον (μήπως τον Νίτσε;) το συμπεραίνεις αυτό, Λούμπεν; Κατ’ αρχήν, ιουδαιοχριστιανικά η πρωτογενής σημασία τής πίστης είναι η εμπιστοσύνη και όχι η ψιλή επίγνωση. Έπειτα, το όλον τής χριστιανικής Ηθικής δεν έγκειται στη γενναιότητα που παραπέμπει στον εγωτισμό, αλλά στην αγαπητική θυσία.

  5. Η εμπιστοσύνη δεν είναι τυφλή, έχει την λογική της βάση, όχι όμως σε συλλογισμούς αλλά στην βεβαιότητα της επίγνωσης του συναισθήματος.
    Ούτε η γενναιότητα έχει την βάση της στον εγωτισμό, ο οποίος αποτελεί κοινωνική μεταποίηση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Η γενναιότητα είναι στοιχείο αυθυπέρβασης, όπως και η ηθική!

  6. ΠΡΟΣ ΛΟΥΜΠΕΝ
    Από πού απορρέει η βεβαιότητα (της επίγνωσης) του συναισθήματος; Η χριστιανική πίστη-εμπιστοσύνη δεν είναι μεν ά-λογη, αλλ’ είναι υπέρλογη, χωρίς βεβαιότητες. Ποιος μου εγγυάται ότι βιώνω ένα συναίσθημα; Και μήπως η “σωτηρία” τού ανθρώπου έγκειται στο ότι βιώνω (ωραία ή δυσάρεστα, δεν έχει σημασία) συναισθήματα, κατά τον Schleiermacher;

    Έπειτα, από πού συμπεραίνεις -και μάλιστα τόσο αφοριστικά και με μια μάλιστα παπική απολυτότητα- ότι ο εγωτισμός “αποτελεί κοινωνική μεταποίηση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης” μόνο; Μπορείς να μας παραπέμψεις σε κανένα φιλοσοφικό ή ψυχολογικό Λεξικό; Ή δικές σου σκέψεις και ιδέες είναι αυτές; Δεν γνωρίζεις ότι ο εγωτισμός είναι ανθρώπινη ασθένεια και δεν ταυτίζεται με το ζωώδες ένστικτο; Από την άλλη μεριά, η γενναιότητα μπορεί μεν να αποτελεί στοιχείο (ή αρετή), όπως ορθά τώρα γράφεις, αλλά όχι το άπαν της Ηθικής. Και, εν πάση περιπτώσει, σε ποια γενναιότητα αναφέρεσαι; την Ομηρική, την Πλατωνική, τη Χριστιανική, τη Νιτσεϊκή ή την υπαρξιστική; Με βάση ποιο θεμέλιο κινείσαι; Εγώ επώνυμα είμαι και ομιλώ ως Χριστιανός Θεολόγος. Εσύ; Ανώνυμος, αλλά και ανερμάτιστος; Αλλά με μια απρόσωπη ή έστω συγκεκαλυμμένη επικοινωνία όχι μόνο τα μηνύματα συγχέονται πολύ εύκολα, αλλά στερείς από τον εαυτό σου την ύψιστή σου ηθική αξία: τη γενναιότητα..

  7. “Δεν γνωρίζεις ότι ο εγωτισμός είναι ανθρώπινη ασθένεια και δεν ταυτίζεται με το ζωώδες ένστικτο;”

    Δεν είναι ανθρώπινη αλλά κοινωνιογενείς ασθένεια γιατί προϋποθέτει το πρόσωπο. Για την ακρίβεια, ο εγωτισμός δεν είναι μεταποίηση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης σε κοινωνική κατάσταση αλλά αναποίηση της κοινωνικής πραγματικότητας σε ατομική ιδιότητα.

    Μπορείτε να ξέρετε εάν εμπιστεύεσται κάποιον (“πιστεύω σε εσένα”), αλλά δεν μπορείτε να εξηγήσετε την εμπιστοσύνη αυτή με επιχειρήματα.
    Η δε παπική απολυτότητα την οποία μου καταλογίζετε, είναι απολύτως ελληνική εκτός και εάν είστε σε θέση να την ανατρέψετε με συγκεκριμένα αντι-παραδείγματα.

    Υ.Γ. δεν συνηθίζω να προτεσταντίζω παραπέμποντας σε βιβλιογραφία και τρίτους!

  8. Αν δεν παραπέμπεις, νομίζεις ότι όσα λες ή γράφεις τα έχεις πρωτοσκεφτεί εσύ; Παρθενογένεση; Τότε ή είσαι αφελής, ή δεν καταδέχεσαι να παραπέμπεις, ή (συνειδητά ή ασυνείδητα) λογοκλέπτεις.

    Στον Προτεσταντισμό, ο κάθε καθηγητής γράφει ως αυθεντία χωρίς να παραπέμπει σε καμία Ιερά Παράδοση (Πατέρες, θεολόγους και εκκλησιαστικούς συγγραφείς). Όλοι όμως οι Πατέρες τής Εκκλησίας παραπέμπουν σε προηγούμενούς τους Πατέρες και Διδασκάλους. Όμοια, όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι σχολίαζαν απόψεις των προ αυτών.

    Η Παπική απολυτότητα είναι ελληνική; Δεν γνωρίζεις το “Τις αγορεύειν βούλεται” στην αρχαία ελληνική Δημοκρατία; Ο μεγαλύτερος Έ λ λ η ν α ς φιλόσοφος Σωκράτης δεν έλεγε “εν οίδα ότι ουδέν οίδα”;

    Δεν μου απάντησες περί γενναιότητας απο-κάλυψης του π ρ ο σ ώ π ο υ σου, μια που πιπιλίζεις συνέχεια τη λέξη πρόσωπο.

    Και πάλι μου απαντάς αφοριστικά, χωρίς επιχειρήματα από λογική, ιστορική ή εμπειρική έρευνα. Από πού συμπεραίνεις ότι ο εγωτισμός είναι κοινωνιογενής ασθένεια και πώς το αποδεικνύεις; Επειδή τσαμπουνάς τη λέξη πρόσωπο; Τι εννοείς εσύ υπό τη λέξη πρόσωπο; Τώρα αλλάζεις και τη λέξη “μεταποίηση” και την αντικαθιστάς με την “αναποίηση” (που σηκώνει πολύ εξήγηση και συζήτηση). Συγχέεις τον εγωτισμό με τον εγωισμό. Η “κοινωνική πραγματικότητα” δεν είναι απαραίτητο να έρχεται σε σύγκρουση με την “ατομική ιδιότητα”, όπως συμβαίνει σε έναν νευρασθενή. Ορθό-δοξα και υγιεινά, το ατομικό συνυπάρχει με το κοινοτικό. Το ένα δεν απορροφά το άλλο (βλ. Εκκλησία).

    Φαίνεται μάλλον ότι πρέπει να είσαι Γιανναρικός, αφού “κολλάς” συνέχεια στο ΠΡΟΣΩΠΟ και υπερτονίζεις την “εμπειρία”. Αλλά, θα σε συμβούλευα, αφού ξεκολλήσεις από διάφορες αυθεντίες και γκουρού, ελευθερωθείς και γίνεις εκλεκτικός “φιλόσοφος”, να διαβάσεις όσα κατά καιρούς έχουν οι διάφοροι φιλόσοφοι γράψει για τις αδυναμίες και τα ελαττώματα του Εμπειρισμού.

    Τέλος, άλλο πράγμα είναι αυτό που γράφεις [“Μπορείτε να ξέρετε εάν εμπιστεύεσται κάποιον (“πιστεύω σε εσένα”), αλλά δεν μπορείτε να εξηγήσετε την εμπιστοσύνη αυτή με επιχειρήματα”], το οποίο βέβαια θυμίζει L. Wittgenstein (το οποίο και αληθεύει, και συμφωνά), και άλλο αυτό που συζητούσαμε πριν, δηλ. για την ε π ί γ ν ω σ η του συναισθήματος. Κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί ότι βιώνω ένα συναίσθημα. Δεν μιλάμε δηλ. για τη λογική ή μη μετάδοση του συναισθήματός μας σε τρίτους, αλλά πώς εγώ γνωρίζω την πρωταρχική (καταγωγική) εμπειρία τού συναισθήματός μου.

  9. “Τότε ή είσαι αφελής, ή δεν καταδέχεσαι να παραπέμπεις, ή (συνειδητά ή ασυνείδητα) λογοκλέπτεις.”

    Βλέπω δυστηχώς, ότι η διάθεσή σας για μια σοβαρή συζήτηση εξαντλείται πολύ γρήγορα μαζί με την δυνατότητά σας να παραθέσετe επιχειρήματα.
    Στο εξής θα αποφεύγω να διαβάζω ή να σχολιάζω τα κείμενά σας.

  10. [quote name=”ΤΣΙΤΣΙΓΚΟΣ”]ΠΡΟΣ ΛΟΥΜΠΕΝ
    Η χριστιανική πίστη-εμπιστοσύνη δεν είναι μεν ά-λογη, αλλ’ είναι υπέρλογη, χωρίς βεβαιότητες. Ποιος μου εγγυάται ότι βιώνω ένα συναίσθημα; Και μήπως η "σωτηρία" τού ανθρώπου έγκειται στο ότι βιώνω (ωραία ή δυσάρεστα, δεν έχει σημασία) συναισθήματα, κατά τον Schleiermacher;
    [/quote]

    Κι όμως, κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, η πίστη έχει το στοιχείο της βεβαιότητας γιατί είναι [b]σχέση [/b] (κι εδώ δεν αντιγράφω τον Γιανναρά αλλά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή: “Πίστις εστίν άλογος γνώσις· επεί άλογος, ουκ εκ μαθημάτων· επί δε γνώσις, άρα σχέσις”) που επιβεβαιώνεται από την εκκλησιαστική κοινότητα ή από κάποιους φωτισμένους τους οποίους αυτοί αναγνωρίζει (βλ. “Συνοδικόν της Ορθοδοξίας”: “κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και της Εκκλησίας το ευσεβές φρόνημα”).
    Ναι, η πίστη είναι ένα υπέρλογο βίωμα, ένα αίσθημα, όχι συναίσθημα (το οποίο εμπεριέχει το στοιχείο της ανθρώπινης εμπάθειας. Ο μακαρίτης ο Πεντζίκης έλεγε: συναίσθημα=αίσθημα+εγωισμός). Κι αυτό ακριβώς το υπέρλογο βίωμα οδηγεί στη βεβαιότητα, όχι η λογική ή τα επιχειρήματα. Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν: “λόγω παλαίει πας λόγος”. Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συμληρώνει (και τον επαναλαμβάνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς) : “βίω δε τις;” Ποιο επιχείρημα μπορεί ν’ αντιμετωπίσει τη βεβαιότητα του βιώματος;

  11. ΠΡΟΣ ΛΟΥΜΠΕΝ

    Όσα γράφω, δεν είναι επιχειρήματα έναντι των δικών σου αφορισμών; Ποια επιχειρήματα μου προσκομίζεις εσύ; Βρήκες αφορμή από το επίθετο “αφελής” για να διακόψεις τον διάλογο. Δεν μου απαντάς όμως επί τής ουσίας. Δεν πειράζει. Έχεις τις απόψεις σου και εγώ τις δικές μου. Αντί λοιπόν μόνο να κριτικάρεις, και μάλιστα ανώνυμα, δημοσίευσε τις απόψεις σου σε κάποιο άρθρο σου, για να δεχτείς και εσύ ανάλογες και πολλαπλές κριτικές.

  12. ΠΡΟΣ Theo – re (έτερον ανώνυμον).

    Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, η πίστη (“ελπιζομένων υπόστασις” ή “Πίστις γάρ ἐστι, γνῶσις ἀληθής ἀναποδείκτους ἔχουσα τάς ἀρχάς”, Μαξίμου, Εκατοντάς Α’, 1, 9) ως εμπιστοσύνη είναι αβεβαιότητα μέσα στη βεβαιότητα, και βεβαιότητα μέσα στην αβεβαιότητα παραδοξολογικά (υπέρλογα): “ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση” (Α’ Κορ. 10, 12). Εσύ ανάγεις την πίστη στη ΣΧΕΣΗ, παρανοώντας ή παρερμηνεύοντας τον άγιο Μάξιμο, ο οποίος επί λέξει γράφει: “Ἡ πίστις ἀναπόδεικτος γνῶσίς ἐστιν. Εἰ δέ γνῶσίς ἐστιν ἀναπόδεικτος, ἄρα σχέσις ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι᾿ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ᾿ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν” (Εκατοντάς Δευτέρα, 2, 12). Η σχέση την οποία μνημονεύει ο Άγιος, δεν αναφέρεται στις ενδο-κοινοτικές ή κοινωνικές σχέσεις (πρβλ. Περσοναλισμό), αλλά στη μυστική και υπέρλογη (“υπέρ φύσιν”) “σχέση” πιστεύοντος ανθρώπου και Θεού: “ἡ δὲ γνῶσις, διὰ τὸν γινώσκοντα· ὁ δὲ γινώσκων, διὰ τὸν ἀγνώστως γινωσκόμενον καὶ ὑπὲρ γνῶσιν γινώσκοντα” (Μαξίμου, Εκατοντάς τρίτη, 3, 45). Αφού, λοιπόν, ορθά παραδέχεσαι ότι η πίστη είναι ένα υπέρλογο βίωμα που δεν αποδεικνύεται, δηλ. δεν βεβαιώνεται, λογικά, άρα αντιφάσκεις, γράφοντας στην αρχή ότι η πίστη “έχει το στοιχείο τής βεβαιότητας”. Αναγκαστικά, λοιπόν, θα πρέπει να καταλήξεις στη δική μου διατύπωση: βεβαιότητα μέσα στην αβεβαιότητα, και αβεβαιότητα μέσα στη βεβαιότητα.

  13. Εγώ δεν βλέπω κανέναν αρθρογράφο σε αυτήν εδώ την συζήτηση να “δέχεται” κριτικές.
    Εν πάσει περιπτώσει, δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο να ανταλλάσονται χαρακτηρισμοί ανάμεσά μας. Όπως διαπιστώσατε και εσείς οι απόψεις μας αποκλείνουνε. Ας μείνουμε σε αυτή την κοινή διαπίστωση!

  14. Ομιλώ από παλιά, γιατί, αν δεν κάνω λάθος, πάντα με έχεις στο στόχαστρό σου, χωρίς να σου έχω κάνει τίποτα (Δεν έχω κάνει σε κανέναν, γι’ αυτό πιάνει και τη δική σου ανωνυμία). Εν πάση περιπτώσει, δηλώνεις Ορθόδοξος Χριστιανός, που ασπάζεσαι το Ορθόδοξο Σύμβολο της Πίστεως; Τουλάχιστον ανώνυμα μπορείς να μου λύσεις αυτήν την απορία. Έχεις σπουδάσει Θεολογία, Κοινωνιολογία ή Φιλοσοφία; Γιατί δεν μου αποκαλύπτεσαι; Με φοβάσαι; Ακόμα και φίλος και γνωστός μου να είσαι δεν πρόκειται να στενοχωρηθώ για τις απόψεις σου, αντίθετα θα χαρώ για τις γνώσεις σου. Αν μάλιστα μου είσαι άγνωστος, γιατί δεν θέλεις να γίνουμε φίλοι στον κοινό αγώνα για την ανόρθωση του Ανθρώπου;

  15. Το θεωρείτε απαραίτητο να γνωρίζετε την ταυτότητα ενός ανθρώπου αλλά προτιμάτε να σκέφτεστε με μέτρο τις απρόσωπες, νεκρές, έννοιες.
    Δεν αγωνίζεστε για την ανόρθωση των ανθρώπων αλλά για την αναπαραγωγή της επιβεβαίωσης της γνώσης σας, για αυτό και μιλάτε για “τον άνθρωπο” (αόριστα, απρόσωπα) και όχι για “τους ανθρώπους”!
    Για αυτό το θεωρείτε απαραίτητο να έχει κάποιος σπουδάσει για να έχει γνώσεις και να συνομιλεί μαζί σας, ανεξαρτήτως από το πρόσωπό του!
    Για αυτό ζητάτε να μιλάω με παραπομπές, σε τρίτους, “εγνωσμένους”, “ειδικούς” και θεωρείτε αυθαίρετα, ότι είμαι λογοκλέπτης.

  16. Μπορείς να αφήσεις σε παρακαλώ τις σοφιστείες, ότι π.χ. μιλώ για τον “άνθρωπο” και όχι για τους “ανθρώπους”; Θα πρόσεξες ότι τη λέξη “Άνθρωπος” την έγραψα με κεφαλαίο Α, για να δηλώσω την αξία που δίνω στους ανθρώπους: “τά πάντα προσίεται, ίνα σώση τόν άνθρωπον”. Και εν πάση περιπτώσει, εγώ προτιμώ να σκέφτομαι με απρόσωπες και νεκρές έννοιες, εσύ γιατί δεν μου απαντάς με την προσωπική σου ταυτότητα, προσήνεια και φιλανθρωπία; Ακριβώς επειδή δεν θεωρώ απαραίτητο να έχει κάποιος σπουδάσει για να έχει γνώσεις και να συνομιλεί μαζί μου, γι’ αυτό επίμονα σου ζητώ το πρόσωπό σου. Το ότι δεν παραπέμπεις, επαναλαμβάνω ότι είτε δεν καταδέχεσαι, είτε νομίζεις ότι τα έχεις πρωτοσκεφθεί εσύ. Όπως και να έχει, είναι ανήθικο και προκλητικό να οικειοποιείσαι σκέψεις και απόψεις άλλων για δικές σου, γιατί, ακόμα και τίποτα να μην έχεις διαβάσει ή σπουδάσει, ασυνείδητα είσαι ήδη φορτισμένος με τις ιδέες τού πολιτισμού και του κοινωνικού σου περιβάλλοντος. Ακόμα και ο Χριστός (η Αυτοσοφία) παρέπεμπε στην ΠΔ. Εσύ τα έμαθες χωρίς (κτιστά ή άκτιστα) ακούσματα ή διαβάσματα; Γιατί δεν μπορώ βέβαια να αποκλείσω και το ενδεχόμενο να είσαι ένας αγράμματος Προφήτης, όπως ο “καθηγητής τής ερήμου” Μ. Αντώνιος. Μου κάνει όμως εντύπωση η εμμονή στην κρυφιότητά σου. Τι επιδιώκεις με αυτήν; Μήπως την ταπείνωση; Ίσως. Πάντως, ο Χριστός είπε: “Εγώ παρρησία λελάληκα τω κόσμω” (Ιω. 18, 20).

    Τις γνώσεις τις δικές μου (τις οποίες έχω αποκτήσει σουδάζοντας MA, ThD και PhD) δεν τις θεωρώ απόλυτες, κλειστές και τετελεσμένες: “γηράσκω αεί διδασκόμενος”. Συνεχώς τις ανανεώνω, διαβάζοντας και ερευνώντας. Τη μόνη “επιβεβαίωση” που ζητώ, είναι η αλήθεια τής Ορθοδοξίας, στην οποία δηλώνω (χωρίς να το κρύβω ή αποσιωπώ, όπως εσύ) ότι πιστεύω. Όλες μου λοιπόν τις γνώσεις τις επιστρατεύω υπέρ τής Ορθόδοξης Θεολογίας. Αν τώρα μέσα από τη δόξα τής Ορθοδοξίας αντιδοξασθώ και εγώ, αυτό το θεωρώ σαν τον απόστολο Παύλο καύχημά μου, γιατί πέτυχα εν μέρει τού σκοπού μου ως Θεολόγου.

  17. “Όπως και να έχει, είναι ανήθικο και προκλητικό να οικειοποιείσαι σκέψεις και απόψεις άλλων για δικές σου,”

    Είναι παράδοξο θα έλεγα να παραδέχεστε από την μία ότι δεν γνωρίζετε την ταυτότητά μου και από την άλλη να έχετε αποφασίσει για τον εαυτό σας ότι οικειοποιούμαι σκέψεις και απόψεις άλλων. Εάν δεν αναφέρετε τους άλλους των oποίων, κατ’ εσάς πάντα, έχω “οικειοποιηθεί” τις σκέψεις και απόψεις προτείνω να ανακαλέσετε αμέσως τον θρασύτατο ισχυρισμό σας ότι οικειοποιούμαι σκέψεις και απόψεις τρίτων!

    Εσείς, που πουλήσατε πρώτος την ψυχή σας στον προτεσταντισμό των πτυχίων “ΜΑ”, “ThD”, “PhD” και δεν συμμαζεύεται, δεν θα μας κάμετε τον Ορθόδοξο!

  18. Επιμένω ότι είσαι λογοκλέπτης, γιατί δεν υπάρχει α π ό λ υ τ η παρθενογέννηση στην ανθρώπινη σκέψη.

    Επειδή σπούδασα, σημαίνει ότι πουλήθηκα στον Προτεσταντισμό; Οι Τρεις Ιεράρχες που σπούδασαν στον εισωλολατρικό κόσμο, πουλήθηκαν στον Παγανισμό; Τι εμμονές, αλήθεια ή κόμπλεξ, έχεις, φουκαρά μου!!!

  19. “Επιμένω ότι είσαι λογοκλέπτης, γιατί δεν υπάρχει α π ό λ υ τ η παρθενογέννηση στην ανθρώπινη σκέψη.”

    Με την λογική αυτή, ο καθένας μας είναι λογοκλέπτης, γιατί υποθέτω ότι δεν παραπέμπετε στις “πηγές” σας κάθε φορά που ανοίγετε το στόμα σας.
    Εν πάσει περιπτώσει, η συζήτηση έχει πάρει άσχημη τροπή και δεν προτίθεμαι να την συνεχίσω.

  20. Αγαπητέ κ. Τσιτσίγκο,

    Έχω τους λόγους μου να γράφω υπό ψευδώνυμο (χρησιμοποιώ το ίδιο σε όλες τις παρεμβάσεις μου σ’ αυτόν και άλλους ιστοχώρους), μια και ο φιλόξενος αυτός χώρος το επιτρέπει, και δεν βλέπω σε τι θα βοηθούσε στη συζήτηση η αποκάλυψη της ταυτότητας μου. Δεν έχει λοιπόν κανένα νόημα να μου απευθύνεσαι ως “έτερον ανώνυμον”.

    Μου φαίνεται πως παρανοείς τα γραφόμενά μου.
    Δεν ισχυρίστηκα πως “η σχέση την οποία μνημονεύει ο Άγιος αναφέρεται στις ενδο-κοινοτικές ή κοινωνικές σχέσεις” (η παράθεσή μου είναι από άρθρο του Αθανασίου Γέβτιτς που δεν το έχω πρόχειρο). Εννοώ φυσικά τη σχέση με τον Θεό, η αλήθεια ή η πλάνη της οποίας επαληθεύεται κρινόμενη “κατά τας των Αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και της Εκκλησίας το ευσεβές φρόνημα”. Δηλαδή, υπάρχουν κάποιες “αυθεντίες” στην Εκκλησία που δεν είναι οι κατά κόσμον σοφοί και πολυμαθείς αλλ’ οι Άγιοι, οι “διαβεβηκότες εν θεωρία” του Θεού, οι “πάσχοντες τα θεία και ου διανοούμενοι”. Σ’ αυτούς βασίζεται η Εκκλησία, εφόσον συμφωνούν με το ευσεβές φρόνημά της.

    Η πίστη αυτή, που πηγάζει από την κοινωνία με τον Θεό, είναι βεβαία, γιατί αποτελεί βίωμα, όπως το τόνισα και στο προηγούμενο σχόλιό μου, μια και “καλόν χάριτι βεβαιούσθαι την καρδίαν”. Τα λεκτικά σχήματα του τύπου “βεβαιότητα μέσα στην αβεβαιότητα, και αβεβαιότητα μέσα στη βεβαιότητα” αφορούν μόνο όσους εντάσσουν την πίστη στις λογικές κατηγορίες και πιστεύουν βάσει συλλογισμών (και η δήθεν αντίφασή μου που επικαλείσαι μόνο σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον μπορεί να ευσταθεί), κι όχι τους Πατέρες μας που θεολογούν “αλιευτικώς και ουκ αριστοτελικώς”.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here