Τo εγώ της γνώσης και το εγώ της ύπαρξης

Κατάσταση  περιορισμένης πραγματικότητας

0
527

«Ἀναμεσά μας πάντοτε ἕνας Ἐκεῖνος πού μαθαίνει τά νιάτα τοῦ οὐρανοῦ».
Γ. Σαραντάρης

Μά στόν ἀντίποδα «ὁ νεότερος κόσμος, ἀπό τήν Ἀναγέννηση καί ἐδῶθε, ζεῖ ἀκριβῶς μέσα στήν κατάσταση αὐτή τοῦ περιορισμοῦ τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς γνώσης, πού μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε κατάσταση ἀναγκαστικοῦ περιορισμοῦ ἤ κατάσταση τῆς περιορισμένης πραγματικότητας … Αὐτή ἡ ἀφύσικη τοποθέτηση στούς ἀντίποδες μᾶς κάνει, λόγου χάρη, ἀντίθετα ἀκριβῶς μέ τά ὅσα διδάσκει ὁ Πλάτωνας στό εὐπρεπείας γραφῆς πέρι καί ἀπρεπείας ( Φαίδρος 274b), νά διατηροῦμε ὁρισμένες καταστάσεις πού μᾶς ἔχουν κάνει ἔξωθεν -ὅπως ἡ γραφή- οὐκ ἔσωθεν ἀναμιμνησκόμενους, καί μᾶς πορίζουν ὄχι ἀληθινή σοφία, ἀλλά τό ὀμοίωμά της, σοφίας δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν».

Ζ. Λορεντζάτος

Στήν παρούσα μελέτη παρουσιάζονται ἐπιλεγμένα ἀπόσπάσματα ἀπό τό πόνημα τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ – Γ. ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ» καί πιό συγκεκριμένα  ἕνα μέρος ἀπό τά σχόλια πού ἀφοροῦν τό «φιλοσοφικό» δοκίμιο τοῦ Σαραντάρη «Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης», προκειμένου νά προσεγγίσουμε τά αἴτια τοῦ ὀντολογικοῦ ἀποπροσανατολισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας. Ἐνῶ γνωρίζουμε τό ποιητικό ἔργο τοῦ  Γ. Σαραντάρη, ἀγνοοῦμε τό δοκιμιακό του ἔργο, γεγονός τό ὁποῖο ὁ Ζήσιμος, ἰδιαίτερως γιά τό κείμενο τῆς Συμβολῆς, τό ἀποδίδει σέ δύο παράγοντες. Ὁ πρῶτος ἔχει νά κάνει μέ τήν ἀπιστία μας. «Τό κείμενο τοῦ Σαραντάρη τούς ξέφυγε. Μιλοῦσε γιά πολλά τῶν θείων. Ἀπιστίῃ τούς ξέφυγε». Ὁ δεύτερος ἔχει νά κάνει μέ τούς κριτικούς στήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι «στάθηκαν ἀνίκανοι νά καταλάβουν» καθώς «ποτέ δέν βάζουν μέ τό νοῦ τους τήν περίπτωση πώς μπορεῖ αὐτοί νά ὑπολείπονται ἀπό ἕνα κείμενο». Ἀπό τόν Ζήσιμο Λορεντζάτο ὄχι μόνο δέν «ξέφυγε» -δόξα τῷ Θεῷ- τό κείμενο, ἀλλά τό ἀνάστησε  γιά ὅλους ἐμᾶς  ἡ βαθυστόχαστη προσωπικότητα του. Διαβάζουμε λοιπόν:

«Ἡ «Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης» δημοσιεύτηκε τό 1937 καί ἀποτελεῖται ἀπό τόν πρόλογο καί τρία κεφάλαια: Κεφ.Α «Τό ἐγώ τῆς γνώσης καί τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης», Κεφ. Β «Ἡ πίστη» καί Κεφ. Γ «Ἡδονή καί πίστη». Σύνολο σελίδων τριάντα μία. Γιά ποιόν ὅμως λόγο ἀξίζει νά ἐνσκύψουμε στό δοκίμιο αὐτό;

«Νομίζω πώς ἡ σημερινή Ἑλλάδα μπορεῖ νά κρίνει τό λεγόμενο δυτικό πολιτισμό» διαβάζουμε σάν προμετωπίδα στόν πρόλογο τῆς Συμβολῆς. Ἡ σημερινή Ἑλλάδα «μπορεῖ καί πρέπει νά κρίνει τόν τέτοιο πολιτισμό»-τό δυτικό πολιτισμό-«ἄν θέλει νά σωθεῖ ἀπό τήν ἐπιρροή πού ἡ ἴδια ἡ Εὐρώπη ἐξάσκησε πάνω μας ἕναν ὁλάκερο αἰώνα» καί πρέπει νά προχωρήσει «μέ τήν ἀποκάλυψη τῶν σκοτεινῶν σημείων τῶν γηρασμένων Εὐρωπαίων. Προπάντων τίς ἀρρώστιες τους ἐκεῖνες πού μήτε οἱ ἴδιοι ὑποψιάζονται καί σχεδόν ποτέ δέν ἀναφέρουνε, χρειάζεται ἐμεῖς νά προσέξουμε». Καί μάλιστα, σέ ἕνα γράμμα σχετικό μέ τήν Συμβολή ὐπερτονίζει τήν ἀνάγκη αὐτή λέγοντας: «ἡ ἐποχή μας ἔχει ἱερή ὑποχρέωση νά κρίνει τό παρελθόν (καί, φυσικά, προπάντων τό εὐρωπαϊκό παρελθόν) καί … ἄλλωστε δέ μπορεῖ νά ἀποφύγει τούτην τήν ὑποχρέωση, γιατί νιώθει πώς διαφορετικά ἔρχεται ὁ θάνατος…Ἔργο τῆς γενεᾶς μας εἶναι νά ἐξηγήσει ποιός εἶναι αὐτός ὀ θάνατος».

Σημειώνει ὁ Ζήσιμος «πώς λέει: νά κρίνει, δέ λέει νά κατακρίνει»  καί ἐξακολουθεῖ σχολιάζοντας: «Αὐτή εἶναι μιά πρώτη γενική ἀρχή, ἀλλά καί στάση ἀνεξάρτητου ἀνθρώπου, συνδεμένη…μέ τήν προσπάθεια νά βροῦμε –σωστότερα νά μή χάσομε- τό πνευματικό ἐμεῖς μας, καταπῶς ὀρμήνευε ὁ Μακρυγιάννης στά Ἀπομνημονεύματά του…Ἡ κρίση πρέπει νά γίνει τή φορά τούτη, ὄχι μονάχα μέ τή «φαντασία» (Περικλῆς Γιαννόπουλος) ἤ μέ τή «σκέψη» (Ἴων Δραγούμης), ἀλλά μέ τήν πνευματική «ὅσο πιό συγκεκριμένη (καί ἥσυχη) συνείδηση τῆς ἀνωτερότητάς μας», ὄχι τῆς ἀνωτερότητας  ἐμᾶς τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, γιατί ἀπό κανένα δέν μποροῦμε νά εἴμαστε ἀνώτεροι, ἀλλά  τῆς ἀνωτερότητας τοῦ πνεύματος ἤ τῆς πνευματικῆς παράδοσης πού ἀκολουθήσαμε ἐμεῖς ἀπέναντι στό μή πνεῦμα, πολλές φορές, ἤ στίς δυτικές σχισματικές διακλαδώσεις (τοῦ Χριστιανισμοῦ, φυσικά, ἀφοῦ ἄλλη πνευματική παράδοση δέν ἀνάφανε, στίς περιοχές ὅπου ἀναφερόμαστε, ὕστερα ἀπό τό πέσιμο τοῦ ἀρχαίου κόσμου)…

Ὁ Σαραντάρης ὀνομάζει ἀκόμα τό 1937 φιλοσοφία-«ἡ φιλοσοφία μας»- ἐκεῖνο πού ἐμεῖς θά λέγαμε ὁδό (tao) …δηλαδή ἕνα τρόπο ζωῆς (πνευματικῆς), καί ὄχι φιλοσοφία μέ τή σημασία ἑνός φιλοσοφικοῦ συστήματος πού τό κατασκευάζει ἤ τό ἐπεξεργάζεται συστηματικά ὁποιοδήποτε ἄτομο, ὅπως ἔχουμε τή φιλοσοφία τοῦ Σπινόζα ἤ τή φιλοσοφία τοῦ Κάντ. Τό ἕνα εἶναι διανοητικό σύστημα τοῦ λογικοῦ μας, τό ἄλλο εἶναι ἀγρύπνια ἤ ξάνοιγμα τῶν ματιῶν μας –«τά μάτια τῆς ψυχῆς» (Σολωμός)- στόν προορισμό τῆς ζωῆς…

Συμβολή, λοιπόν, σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης σημαίνει συμβολή ἤ βοήθημα στό δρόμο πού ὁδηγάει στήν ἀλήθεια,… ἐκείνη πού μᾶς ἀπευθύνεται στό πρῶτο πρόσωπο μέσα ἀπό τίς παραβολές τῆς παράδοσης: Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια, τίποτα λιγότερο καί τίποτα περισσότερο.

Μονάχα ἡ πραγματικότητα αὐτή ὑπάρχει. Τά ἄλλα ὅλα -ὅσα ἐμεῖς νομίζουμε ἤ συνήθως ὀνομάζουμε πραγματικότητα- ὑφίστανται, εἶναι, ἀλλά δέν ὑπάρχουν.

Σταθερά ἔχομε, λοιπόν, ἀπό τή μιά μεριά ὕπαρξη καί ἀπό τήν ἄλλη ὑπόσταση ἤ εἶναι (esse). Ὑπόσταση, εἶναι ἤ ἀνυπαρξία εἶναι τό ἴδιο· (θά παρακαλοῦσα νά συγκρατήσουμε τίς διακρίσεις). Ὕπαρξη εἶναι ἄλλο.

-ὕπαρξη ἐδῶ σέ ἀντίθεση μέ τήν ὑπόσταση (ὑφίσταμαι), τό εἶναι (εἶμαι), ἤ τήν ἀνυπαρξία ( δέν ὑπάρχω)-

Ἀναμεσά τους γέφυρα ὀ ἄνθρωπος: «Μονάχα στόν ἄνθρωπο», λέει ὁ Σαραντάρης, «δίνουμε τή δυνατότητα τῆς ὕπαρξης, καί τό ἄλλο σύμπαν βλέπουμε μέ τήν κατηγορία τῆς ἀνυπαρξίας» 12.

(Καλό εἶναι νά θυμόμαστε,  στό σημεῖο αὐτό, πώς γιά τή χριστιανική παράδοση ( τῆς Ὀρθοδοξίας) τό σύμπαν ἤ ἡ κτίσις δέν ἔχουν στή φύση τους ἄλλη δυνατότητα νά ξεπεράσουν τή φυσική κατάστασή τους καί νά φτάσουν στόν Κτίσαντα (στό ὑπέρ φύσιν) παρά μονάχα τόν ἄνθρωπο, πού μέ τήν ἐλευθερία του μπορεῖ νά παρασύρει ὁλάκερη τή χτίση σέ μιά ὑπέρβαση τῆς χτίσης ἤ σέ μιά ἑνότητα μέ τό Θεό: ἀπό τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ (Πρός Ρωμαίους Η΄, 21). Μοναδική γέφυρα, ἀλλά καί μοναδικός ὑπεύθυνος γιά μιά τέτοια ὑπέρβαση καί σύνδεση ὁλάκερου τοῦ σύμπαντος μέ τό Θεό –τοῦ σύμπαντος πού μέ τόση ἀπερισκεψία (ἔπαρση ἀλογίας- ἐπιτρέψτε μου τήν προσθήκη-) σήμερα τό καταστρέφουμε- ἀπομένει ὀ ἄνθρωπος. Τό μέγεθος τῆς ὑπέρβασης αὐτῆς καί τῆς ἑνότητας τοῦ σύμπαντος κόσμου καθορίζει καί τό μέγεθος τῆς πνευματικῆς εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν παράδοση τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς).

Ἔχομε, ἄν θέλετε, δυό διαφορετικές πραγματικότητες, τήν πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης (στήν ὁποία μπορεῖ νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος) καί τήν πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας (τό ὑπόλοιπο σύμπαν). «Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τή δυνατότητα νά ὑπάρξει τόσο ἀληθινά, ὥστε νά μήν τοῦ παραμείνει μήτε σάν ἄλλη δυνατότητα ἡ περασμένη του πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας» (πάντα ὁ Σαραντάρης ὑπογραμμίζει). Αὐτή εἶναι τότε ἡ κατάσταση πού παλαιότερα ὀνομαζόταν θέωσις.

…ἄς συγκρατήσουμε καί ἐμεῖς μιά γιά πάντα, πώς ἔχομαι ἀπέναντί μας τήν πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης (ὁ στόχος) καί τήν πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας (σά νά λέμε τό κοντάρι πού ρίχνομε ἤ πού δέ ρίχνομε καταπάνω στό στόχο). Ὅπως ἔχομε δύο πραγματικότητες, ἔτσι ἔχομε καί δυό ἐγώ. Πρῶτα τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης (στήν ὁποία μποροῦμε νά φτάσομε),… «Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς ἑνός ἀνθρώπου εἶναι ἡ αἰωνιότητα, ἀλλά μονάχα σάν ἀγκαλιαστεῖ ἀπό τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης, ἀπό τόν Ἄνθρωπο. Ἄν τό ἄτομο σάν ἄτομο νομίζει πώς πέτυχε ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα, αὐταπατᾶται» 15… Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης δέ χρειάζεται δια-βεβαιώσεις γιά νά λάβει αὐτοσυνείδηση, μήτε γνωρίζει ἀμφιβολίες: Ἁπλά ἀπό τήν ἀρχή εἶναι (est), δίχως νά χρειάζεται ἄλλο τίποτα, ὅπως ὁ καιρός στό βαρόμετρο ἤ ὅπως τό μεδούλι στό κόκκαλο· στό ἐγώ τῆς ὕπαρξης βασιλεύει ἡ σχέση τούτη: «δέν μοῦ λείπει ἠ αὐτοσυνείδηση, ἀλλά δέν εἶναι αὐτή πού μοῦ χρειάζεται γιά νά πῶ πώς εἶμαι» 14. Αὐτό εἶναι τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης.

Ὁλότελα διαφορετικό εἶναι τό ἐγώ τῆς γνώσης. «Τό ἐγώ τῆς γνώσης καταλήγει στήν αὐτοσυνείδηση» 13(ergo sum). «Τό ἐγώ πού δυσπιστεῖ πρός τήν ἑνότητά του, ἐκεῖνο τό ἐγώ γνωρίζει» 12…

Μέ τό διχασμό ὑποκείμενο-ἀντικείμενο, ἤ μέ τή γνώση, «ἡ συνείδηση βεβαιώνει τόν ἑαυτό της πώς κάτι, ἄσχετο πρός αὐτήν…ὑφίσταται» 10. Ἀλλά αὐτό (ἀντικείμενο ἤ ὑποκείμενο) συμβαίνει ἔξω. Τό ἔξω ὑφίσταται (δέν ὑπάρχει, «γιά τόν ἄνθρωπο πού ἀπόλυτη πραγματικότητα θεωρεῖ τήν ὕπαρξη» 10). Μονάχα τό μέσα  ὑπάρχει. Τό μέσα, λοιπόν, ἤ ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας, ἡ «ὕπαρξη»τοῦ Σαραντάρη, δέ βρίσκεται μέ τή γνώση…

Καί-ἐπαναλαμβάνουμε- ὁ νεότερος κόσμος, ἀπό τήν Ἀναγέννηση καί ἐδῶθε, ζεῖ ἀκριβῶς μέσα στήν κατάσταση αὐτή τοῦ περιορισμοῦ τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς γνώσης, πού μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε κατάσταση ἀναγκαστικοῦ περιορισμοῦ ἤ κατάσταση τῆς περιορισμένης πραγματικότητας.

Ἄν μέ τή γνώση (ἐγώ τῆς γνώσης) χρειάζεται ἡ ἀμφιβολία, μέ τήν ὕπαρξη (ἐγώ τῆς ὕπαρξης) χρειάζεται ἡ πίστη. Μέχρι τώρα ἀναφέραμε τό ρῆμα δυσπιστεῖ καί τή λέξη πίστη (ὑπογραμμισμένα ἀπό τόν Σαραντάρη) στίς δύό ἀκόλουθες φράσεις: «Τό ἐγώ πού δυσπιστεῖ πρός τήν ἑνότητά του, ἐκεῖνο τό ἐγώ γνωρίζει» 12 καί: «…[ἡ ὕπαρξη] τρέφει μιά πηγαία πρωταρχική πίστη στό ἐγώ [της], κι ὄχι μιάν ἀμφιβολία» 13. Συμπληρώνομαι τώρα τόν πίνακα γιά τό ἐγώ τῆς γνώσης: «…ἀλλά τούτη ἡ γνώση (τόσο τοῦ κόσμου ὅσο καί τοῦ ἑαυτοῦ μου) γεννιέται ψυχολογικά ἀπό μιάν ἀμφιβολία, ὄχι μονάχα γύρω ἀπό τή γνώση γενικά, ἀλλά προπάντων γύρω ἀπό τό εἶναι μου. Εἶμαι ἤ δέν εἶμαι; Σ’ ἕνα τέτοιο ἐρώτημα ἡ συνείδηση ἀποκρίνεται θέτοντας τό ἐγώ τῆς γνώσης· εἶμαι, ἐφ’ ὅσο γνωρίζω κάτι, γιατί γνωρίζοντας κάτι, θά γνωρίσω τόν ἑαυτό μου.

»Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης εἶναι ἄλλο»14. Καθώς εἴπαμε, ἡ ὕπαρξη δέ χρειάζεται τήν αὐτοσυνείδηση (τῆς γνώσης) ἤ ἄλλες διαβεβαιώσεις, μήτε γνωρίζει ἀμφιβολίες: «Εἶμαι, γιά τοῦτο δέν ἀμφιβάλλω…ἡ ὑποστασή μου καθαυτή ὑπερέχει τήν αὐτοσυνείδηση, ἀλλά δέν εἶναι αὐτή πού μοῦ  χρειάζεται γιά νά πῶ πώς εἶμαι…ἡ ὑπόστασή μου δέ φοβᾶται ἀμφιβολία ἤ ἀφαίρεση…» 14.

Εἴπαμε λίγο πρίν, πώς «ὀφείλουμε νά ξεφύγουμε» ἀπό τό δυισμό τῆς γνώσης, «ἄν θέλουμε ἡ συνείδηση ν’ ἀποκτήσει τήν πραγματικότητα-ὕπαρξη, ἄν θέλουμε ἁπλῶς ὁ ἄνθρωπος κατά τό βίο του νά γυρέψει χωρίς δισταγμούς μοναχά τόν ἑαυτό του» 10. Νά γυρέψει (ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν, Ἡράκλειτος fr. 16) –καί νά βρεῖ- τόν ἑαυτό του (γνῶθι σαυτόν) σημαίνει νά ἀποχτήσει τελικά ὁ ἄνθρωπος τήν «πραγματικότητα-ὕπαρξη, μόνην πραγματικότητα» 9. Καί αὐτή ἡ πραγματικότητα, ἡ μόνη, εἶναι ἡ «ἄλλη κατεύθυνση» πρός τήν ὁποῖα  «στρέφεται» τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης. Στήν «πραγματικότητα-ὕπαρξη» ἤ «ἀλήθεια τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης» ὑποκείμενο καί ἀντικείμενο εἶναι τελικά ἕνα, ἔχουν πραγματοποιήσει «ἐκείνην τήν ἑνότητα πού ὅταν τήν ἐπιτύχεις σέ δεσμεύει, καί σ’ ἐμποδίζει νά ἐπιστρέψεις στήν ἀνάλυση, στό χωρισμό, στή διαίρεση ὑποκειμένου καί ἀντικειμένου» 23, καί πρός τήν ἑνότητα αὐτή δυσπιστεῖ ἀκριβῶς «τό ἐγώ πού γνωρίζει» 12. Ἐνῶ ἀντίθετα: «Ἡ ὕπαρξη εἶναι ἡ μόνη ἀπόλυτη ἑνότητα» 31. Σέ διαφορετική γλώσσα –φτάνει νά μήν κακομεταχειριζόμαστε τά σύμβολα- θά μποροῦσαμε νά μιλήσομε παράλληλα γιά τό Δέντρο τῆς Ζωῆς καί τό Δέντρο τῆς Γνώσης.

Ὅταν ἡ συνείδηση ἀποχτήσει τήν πραγματικότητα-ὕπαρξη, τότε ὁ ἄνθρωπος παύει νά εἶναι ἄτομο καί ἀρχίζει νά γίνεται Ἄνθρωπος…καί ὁ χρόνος τοῦ «βίου» του, «τοῦ θνητοῦ ἑαυτοῦ του, τῆς μεταβαλλόμενης φύσης του» («τό ἄτομο βλέπει ἕναν ἀόριστο χρόνο, μιά ἀριθμητική σειρά στιγμῶν πού ἡ τύχη μεταβάλλει κατά βούληση» 15), ἀλλά συνορεύει μέ τήν αἰωνιότητα: «Τά σύνορα τοῦ Ἀνθρώπου εἶναι ἡ αἰωνιότητα» (ibid.)… «…ἡ αἰωνιότητα…δέν εἶναι παρά “ὁ χρόνος τῆς ζωῆς ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι ὁ ἑαυτός μας”» 16.   Στήν κατάσταση αὐτή ζοῦμε τότε τήν «ἀλήθεια τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης», ὅπου ἀντικείμενο τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης εἶναι ἠ αἰωνιότητα καί ὑποκείμενο τῆς αἰωνιότητας εἶναι  τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης. Τό ἕνα μέσα στό ἄλλο…Τέτοιο παρουσιάζεται τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης σέ ἀντίθεση μέ τό ἐγώ τῆς γνώσης. «Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης δέ γνωρίζει ἁπλῶς τό ἀπόλυτο ἀντικείμενό του…ἀλλά πράττει κάτι τό ἀσύγκριτα γονιμότερο, ζεῖ τό ἀπόλυτο ἀντικείμενό του, τήν αἰωνιότητα» 16.

Ἀπό τήν κατάσταση αὐτή τῆς «ζωῆς» ( ὄχι τοῦ «βίου»μας) ἔχομε φύγει -καί ἐδῶ πάλι ὁ παραλληλισμός μέ τούς ἀπόβλητους ἀπό τόν Παράδεισο θά μποροῦσε πάλι νά βοηθήσει- ἔχομε φύγει φαινομενικά ἤ ἀπατηλά (αὐτή εἶναι ἡ ἀνυπακοή τῶν πρωτοπλάστων· ἡ ἐλευθερία μας… ἔχομε φύγει φαινομενικά, λέμε, γιατί στήν πραγματικότητα εἴμαστε πάντα ἐκεῖ, … «δέν μᾶς χωρίζει… τίποτε τό πραγματικό, μήτε μιά ἄλλη αἰώνια ἀλήθεια ἀκατάλυπτη ἀπό τό νοῦ μας, ἀπό τήν ἀνθρώπινη οὐσία μας, μήτε ἕνα αἰώνιο ψέμα…Γιά ὅποιον πιστεύει δέν ὑφίσταται ψέμα, γιατί δέν ὑφίσταται ἄλλος ρυθμός ἀπό τόν ρυθμό τῆς ἀλήθειας. Γιά ὅποιον πιστεύει δέν ὑφίσταται ἄλλη ἀλήθεια ἀπό τή δική του, γιατί δέν ὑπάρχουν δύο ἀλήθειες» (ibid.)….

«Χρειάζεται νά μή μπορεῖ νά χωρέσει ἠ ἀμφιβολία μέσα στήν ζωή σου,» -συνεχίζει παραινετικά ἡ Συμβολή- «γιά νά μήν ἐπεκταθεῖ ἀπό ἐκεῖ στή σκέψη σου, στήν ἀφηρημένη λογική σου, στήν κοσμοθεωρία σου, καί διαστρέψει ἔτσι τούς ἄλλους ἀνθρώπους» (ibid.). Tέτοιος τοῦ παιχνιδιοῦ ὀ νόμος: «Δέ μποροῦμε νά φτάσομε στήν ὕπαρξη παρά διαρκῶς πιστεύοντες, πιστεύοντες χωρίς χάσμα, χωρίς ἀφαίρεση· καί συνεπῶς καί προπάντων χωρίς ἀμφιβολία γιά τήν πίστη μας» 21. Ἀπό τό παραμικρότερο χάσμα μπαίνει μέσα ὀ ἀντίπαλος ἤ τό κενό. Γιά τό λόγο αὐτόν καί γιά νά μή «φοβᾶται ἀμφιβολία ἤ ἀφαίρεση» πρέπει πάντα ἡ ὑπόστασή μας νά εἶναι «πληρωμένη ἀπό προσοχή» 14. «Ἡ ἀμφιβολία θά γεννηθεῖ πάντοτε, θ’ ἀνοίξει δίοδο μέσα στούς συλλογισμούς σου, ἄν δέν προσηλωθεῖς καί σχεδόν ἀκινητήσεις σέ μιά πραγματικότητα πού τό ἐλαχιστό της μόριο φέρνει ὁλάκερη τήν αἰωνιότητα, τή δική σου, ἐκείνη τήν ἀπόλυτη κατάφασή σου πού τίποτε μέσα στό σύμπαν δέν ἀφήνει κενό, δέν ἐγκαταλείπει ἀβέβαιο. Ἄν κάτι ἀπό τό σύμπαν διαφύγει τήν προσοχή σου θά παραμείνει μετέωρο στήν ἀνυπαρξία, καί θά ἔρθει καιρός πού ἡ τέτοια ἀνυπαρξία θά σοῦ ἐπιτεθεῖ, καί ἄν σέ βρεῖ ἀπροετοίμαστο θά σέ καταστρέψει» 17. Ἔχομε μπροστά μας μέ μιά μονοκοντυλιά τό ὁλάκερο τό δράμα τοῦ σύγχρονου κόσμου…

«Ἡ ἀμφιβολία εἶναι τό ἄνθος τῆς τύχης… κι ἔτσι ὅλα μποροῦν νά γίνονται ἀμφίβολα· ἀκόμα καί ἠ γνώση εἶναι μιά ἀμφιβολία πού τήν τέτοια ὑπόστασή της δέ θά συνειδητοποιήσει ποτέ» (ibid.). «Τό μόνο χρέος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μήν ὑποχωρεῖ ποτέ, διαρκῶς νά στερεώνει τό δεσμό του μέ τήν πραγματικότητα· νά μήν ἀφήνει στήν τύχη τίποτε» 18. Καί ἐδῶ ἀκούγεται πρώτη φορά, ὁ μεγάλος σαρανταρικός λόγος: «ἔξω ἀπό τήν πίστη ὅλα εἶναι τύχη» 17 –πού βρίσκει τό πνευματικό του παραπλήσιο στά ἑλληνικά τοῦ Παύλου ( ἀποκαλύπτοντας ταυτόχρονα καί ὅλο τό βαθύτερο νόημα τοῦ ἐπιστολικοῦ χωρίου): πᾶν δέ ὁ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστίν (Πρός Ρωμ. ΙΔ΄, 23).

… «Ἄλλωστε ἡ πορεία πρός τήν ὕπαρξη εἶναι πορεία πρός τήν ἀλήθεια» 20. Ὅμως, γιά νά γυρίσουμε στά λόγια μας, ἡ πορεία αὐτή χρειάζεται τήν πίστη –«οὐσία τῆς πορείας, γόνιμη ὁρατή ροή, ἡ πίστη» (ibid.). Ἡ πίστη «ὑπονοεῖται», δηλαδή (προ- καί ἐν-) ὑπάρχει στήν ἀνθρώπινη κατάσταση δυνητικά καί χρειάζεται νά πραγματοποιηθεῖ ἐνεργητικά. Ἡ πίστη ὀφείλει νά γίνει συνείδηση καί ὕστερα βίωση» (ibid.) ἤ πράξη…ὅποιος τή ζήσει ἤ τήν πραγματοποιήσει τήν πίστη του «ὑπερβαίνει τό ἄτομο» καί ἀδελφώνεται μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, στή γλώσσα τῆς Συμβολῆς: «ὑπάρχει ἄνθρωπος μέ τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν καιρῶν»· « Ἡ πίστη πού στόν ἄνθρωπο, στόν κάθε ἄνθρωπο, ὑπονοεῖται, δέ δεσμεύει τόν ἴδιο [τό ἄτομο], ἀλλά τήν ἀνθρώπινη κατάστασή του· ἄν ὁ ἄνθρωπος δέ νιώσει δικό του τό χρέος τῆς κατάστασής του, τότε χάνει τόν ἴδιο τό λόγο του, χάνεται ὁ ἴδιος, δέν ὑπάρχει· γιατί ἡ πίστη τοῦ κάθε ἀνθρώπου μαρτυρεῖ μιάν ἀνάγκη, πού, ναί μέν πότε ὑπερβαίνει καί πότε δέν ὑπερβαίνει τό ἄτομο…, πάντως προδιαγράφει τόν ἴδιο δρόμο πρός τήν ὕπαρξη ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων πού θά τόν ἀκολουθήσουν [τόν δρόμο ἤ τήν ὁδό (tao)] κι ἐκείνων πού θ’ ἀφαιρεθοῦν πίσω ἀπ’ τήν ἀπάτη»19-20. «…ὅπου ὁ ἄνθρωπος παύει τό συλλογισμό του ἐμφιλοχωρεῖ μέσα στό αἴσθημά του μιά ἐμπιστοσύνη τοῦ ἴδιου πρός τό σύμπαν καί πρός τόν ἑαυτό του, ἐμπιστοσύνη πού, εἴτε σιωπηλά, εἴτε συνειδητά, τόν πείθει νά θελήσει τή ζωή σάν ἕνα ἀπόλυτο» 18 ( ἤ «μέγα καλό καί πρῶτο», στή διατύπωση τοῦ Σολωμοῦ). «Ἀλλά στήν ἀθώα ἔμφυτη πίστη πού τήν ἀνθρωπότητα τρέφει, δέν μποροῦμε νά σταματήσουμε· γιατί ἄν κανείς δέν προχωρήσει πέρα μά τοὐναντίο πιστέψει μονάχα στή ζωή, τελικά δέν θά πιστέψει σέ τίποτε» (ibid.).

…Ἔχομε, λοιπόν, δυό λογιῶν πίστη, τή φυσική πίστη πού ἀγκαλιάζει συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα μονάχα τή ζωή, καί τήν πνευματική πίστη (τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης) ἤ τήν πίστη-πράξη «πού ἀγκαλιάζει τή δυνατότητα τῆς συνολικῆς πραγματικότητας»18. Δέν ἀγκαλιάζει δηλαδή μοναχά τήν περιορισμένη πραγματικότητα (τοῦ ἐγώ τῆς γνώσης). Καί ἐπεξηγεῖ ὁ Σαραντάρης πώς «…χωρίς τήν πίστη θεωρία καί πράξη ἀφορᾶνε μιά ἴδια πραγματικότητα, τήν ἀφηρημένη πραγματικότητα τῆς γνώσης· τοὐναντίον ἡ πίστη-πράξη γεννάει τή συνολική πραγματικότητα, τήν ὕπαρξη» 20. «Ποιά εἶναι ἡ πράξη τοῦ ἐγώ πού ἀγκαλιάζει τή δυνατότητα τῆς συνολικῆς πραγματικότητας; […] Τούτην τήν πράξη ὀνομάζω πίστη»18-19… «Ἡ πίστη», λοιπόν, «μονάχα σάν πράξη ἀνταποκρίνεται στόν ὅλον ἄνθρωπο» 18, μοναχά σάν πίστη-πράξη τόν πηγαίνει «ἀπό τό εἶναι στήν ὕπαρξη» 21, καί τέλος: «Ἡ πίστη ὀδηγεῖ ἄμεσα στήν πραγματικότητα» 22. (Τό ἄμεσα λέγεται ἀδῶ μέ τρόπο ἀπόλυτο, ζωντανά, σέ ἀντίθεση μέ κάθε μεσολάβηση ἤ ἀφαίρεση, μέ τή σημασία πού ὁ W. B. Yeats ἀρματώνει τήν ἀκόλουθη φράση του: «Neither Christ nor Buddha nor Socrates wrote a book, for to do that is to exchange life for a logical process» -Autobiographies, «Estrangement», London 1955)… Ἡ πίστη χρειάζεται νά εἶναι «ἰσάξια τῆς συνολικῆς πραγματικότητας…ἰσάξια δηλαδή ἑνός συνολικοῦ ἀνθρώπου, ἑνός ἀνθρώπου μέ αὐτάρκεια» 21, …  «Ἕνας συνολικός ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δέ φοβᾶται τήν ἐμβρίθεια τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου πρῶτα καί ὕστερα ἀπ’ αὐτόν· γνωρίζει τό χῶρο καί τό χρόνο, ἀλλά ἀγαπάει καί πιστεύει μονάχα σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού σημαίνει τό ἴδιο σά νά ἀγαπάει καί νά πιστεύει μονάχα στόν ἑαυτό του» (ibid.). Ἀπό ἐδῶ μποροῦμε νά καταλάβομε, γιά τήν πνευματική παράδοσή μας, πώς τό τυπικά διμέτωπο ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν κρύβει οὐσιαστικά μιά ταυτότητα, καί πώς ἀκόμα καί τό ἀντιφατικό ἤ ἀκατανόητο (γιά τό ἄτομο) ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν χαράζει ἕνα ὅριο ἀπό τό ὁποῖο δέν μποροῦμε στήν πραγματικότητα νά ξεφύγουμε… «Ἡ ἀγάπη πρός τό διπλανό, πού μᾶς ἔμαθε ὁ Χριστός, βρίσκεται κιόλας πιό σιμά στήν ἀλήθεια ἀπ’ ὅποια δυνατή γνώση, γιατί σπάει τά δεσμά τοῦ ἀνθρώπου -ἀτόμου, φανερώνει μιά βίωση πού δέν εἶναι πιά ἐκείνη τοῦ ἀτόμου, πού μονάχα συγκεχυμένα ἐρωτεύεται καί συγκεχυμένα πεθαίνει. Ἅλλο ζήτημα τώρα ἄν ἡ ἀγάπη πρός τό διπλανό μας, ὄταν τή σχετίσουμε, τή συγκρίνουμε μέ τή γνώση, εἶναι κιόλας πίστη (ἔστω μή ἀκέραια) στόν ἄνθρωπο».

Θά μποροῦσε νά κλείσει ἐδῶ ἠ συγκεκριμένη παρουσίαση τῆς Συμβολῆς διότι μᾶς ἔχει ἤδη θέσει ἐνώπιον τοῦ σημαντικότερου προβλήματος τῆς ἐποχῆς μας: τόν ἐκτωπισμό τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν περιορισμένη πραγματικότητα τῆς γνώσης καί πιό συγκεκριμένα τήν ἀφαίρεση τοῦ ἐγώ ἀπό τό ὀντολογικό πεδίο τῆς ὕπαρξης. Πρόκειται γιά μιά βάρβαρη ἐκγύμνωση ἀπό τήν ἐσωτερική μας οὐσία πού ὁδηγεῖ σέ «χυδαῖο θάνατο» ἄνθρωπο καί κτίση. ‘Υπενθυμίζω τήν προτροπή τοῦ Σαραντάρη: «Ἔργο τῆς γενεᾶς μας εἶναι νά ἐξηγήσει ποιός εἶναι αὐτός ὀ θάνατος». Καί στό σημεῖο αὐτό ὀφείλω νά ἀναφέρω τά σχετικά πονήματα τοῦ Φίλιππου Σέρραρντ «Ὁ βιασμός τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσεως / Διερεύνηση τῶν ἀρχῶν καί τῶν συνεπειῶν τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης» καί «Θάνατος καί Ἀνάσταση τῆς ἱερῆς κοσμολογίας», πού ἀναφέρονται στήν ἀποιεροποίηση καί χρησιμοθηρική ἐκμετάλευση τῆς φύσης καί στήν ἀπανθρωποποίηση τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κοινωνίας του, ἐξαιτίας τοῦ ἐπιστημονικοῦ κοσμοειδώλου πού ἐκτώπισε τίς βιωματικές ἀρχές τῆς ἱερῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, ἤ πιό ποιητικά δοσμένο: τόν ἀνοιχτό τρόπο σεβασμοῦ πρός τό μυστήριο.

Ὡστόσο παρά τήν κρισιμότητα τοῦ θέματος καί τήν ἀνάγκη νά σταθοῦμε σέ αὐτό μέχρι νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀπάτη καί τήν καθημερινή  ἀποσύνθεση τῆς ὕπαρξης πού ἀπώλεσε τήν ἀλήθεια της διά τῆς γνώσεως, πρέπει νά προχωρήσω στό τρίτο καί τελευταῖο μέρος τῆς Συμβολῆς τό ὁποῖο ἀπότελεῖ τό πρακτικό καί ἐμπειρικό μέρος τῆς μελέτης του Σαραντάρη.

Ἐδῶ, λοιπόν , «θά βροῦμε τήν «ἡδονή», ὄχι ὄμως ἐκείνη τήν ἡδονή πού συνήθως «εἶναι πάντοτε ἀνάμεικτη  μέ ἄλλα στοιχεῖα, μέ ἀδυναμίες τοῦ ἀτόμου πού ἀφοροῦν μιάν ἀνυπαρξία ἄσχετη ὁλότελα πρός τήν ὕπαρξη» 29… «Ὅμως ὀφείλει ὁ φιλόσοφος νά διαβάσει τήν πηγαία ἡδονή στήν ὅποια ἀνθρώπινη ἐκδήλωση βρίσκεται κρυμμένη. Ὅ,τι δέν ἔγινε ὕπαρξη κι ὅμως εἶναι πραγματικότητα, καί προφτάνει ἀκόμα νά μετουσιωθεῖ σέ ὕπαρξη ἄν ἕνα ἐγώ τό θελήσει ἀπό τήν ἀρχή ἴσαμε τό τέλος μιᾶς προσπάθειας δημιουργίας, ἐκεῖνο εἶναι ἡδονή·…» 29 …Ἡ ζωή τοῦ  συνολικοῦ ἀνθρώπου εἶναι «εἴτε ἡδονή , εἴτε θυσία τῆς ἡδονῆς» 30. Τί ἐννοοῦμε; Ἐννοοῦμε πώς ἡ «ἀληθινή ἡδονή»…πρέπει νά ξεπεραστεῖ, πρέπει ἀπό πραγματικότητα (πού τώρα εἶναι) νά γίνει πραγματικότητα-ὕπαρξη (πού ἀκόμα δέν εἶναι), μέ ἄλλα λόγια, εἶναι «χρέος νά γίνει θυσία τέτοιας γεμάτης ἡδονῆς, γιά νά ὑπάρξει ὁ συνολικός ἄνθρωπος, καί νά ὑπάρξει ἡ συνολική πραγματικότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων» 30. Ἡ τέτοια γεμάτη ἤ ἀληθινή ἡδονή ἔχει προορισμό νά ὁδηγήσει-μέ τή θυσία της- στή συνολική ἀλήθεια ἀπό μόνη  «τήν μερική ἔστω ἀλήθεια τῆς ἡδονῆς» 29.

… ἡ ἡδονή ,λοιπόν, εἴδαμε πώς ἀποτελεῖ «ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ὕπαρξης». Ναί. Ἀλλά γιά νά προχωρήσομε στήν ὕπαρξη (ἀπό τό εἶναι).

… «Ἡ θυσία τοῦ ἀνθρώπου θα κατευθύνεται λοιπόν πρός μιά τέτοια ἡδονή…γιά νά ἔχει ἀκριβῶς τή δύναμη νά τήν ἀπαρνηθεῖ ὅταν θά μποροῦσε ἀκόμα νά ἐξακολουθήσει τή νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας του·…» 30. Ἄν ἐπιμείνουμε «ἴσαμε τό τέλος στήν ἡδονή» τότε «ἡ ἡδονή, ἡ ἁγνή ἡδονή ἀποκαλύπτεται μέθη τοῦ πεπερασμένου» καί ὁ ἄνθρωπος «γιά νά μήν ἐξοικειωθεῖ ἀπόλυτα μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, προτιμάει τήν πιό τρελή διέξοδο, τό θάνατο» 30. Αὐτό κάνουν μέ τή συνειδητή ἐγκατάλειψή τους στή «νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας» τους οἱ αὐτοαποκαλούμενοι εὐφημιστικά –γιά τό Σαραντάρη- «ἀνδρεῖοι τῆς ἡδονῆς» (Καβάφης). «Ὁ συνολικός ἄνθρωπος πού ἐπιμένει ἴσαμε τό τέλος στήν ἡδονή, ἀντιφάσκει ἀναγκαῖα μέ τόν ἑαυτό του, μέ τή δική του αὐτάρκεια» 30… «…ἡ πράξη ἀντίθετη τῆς ἡδονῆς, εἶναι ἐκεῖνο πού οἱ περισσότεροι ὀνομάζουνε ‘‘πνευματική ζωή’’· εἶναι ἡ πορεία πρός τήν ὕπαρξη» 30. Κακῶς, λοιπόν, ἐμεῖς σήμερα ὀνομάζουμε πνεῦμα τή διανόηση ἤ τά γράμματα (lettres). Ὅλες οἱ πρόσφατες θεωρίες μᾶς καλοναρχᾶν πώς ἀπό τήν ἡδονή καί τό θάνατο δέν ὑπάρχει διέξοδο καί πώς ὁ ἄνθρωπος ἀπαράβατα ἕνα μονάχα μπορεῖ νά κάνει: «νά ἐξακολουθήσει τή νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας του». Ἡ ζωή τοῦ πνεύματος δέ βρίσκεται στή «σκέψη» (φιλοσοφία) καί στή «φαντασία» (τέχνη) τῆς ἐποχῆς πού, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, μποροῦν νά χαραχτηριστοῦν πέρα γιά πέρα ἀντιπνευματικές, ἤγουν ἡδονιστικές καί πεισιθάνατες. Καί τό πνεῦμα καθώς ξέρομε, δέν εἶναι μήτε ἡδονή, μήτε θάνατος. Ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος.

…Ἀγνοώντας, ὄμως, «τί λέγεται ἀθανασία, αἰωνιότητα» ὁ ἔρωτας «εἶναι ἡ ὕψιστη αὐταπάτη· ἡ ἀπόλυτη ἀφοσίωση πρός τή θνητή μας ὀντότητα…» 25 … «Ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ θνητός ἐαυτός μας, ὄλος ὁ θνητός ἑαυτός μας, ἀλλά σά θέση» 27· ὄχι σάν ἄρνηση νά ὑπάρξομε…Θέση εἶναι ὀ θνητός ἑαυτός μας, ὄταν ἀρνούμενος τήν αἰωνιότητα ἀρνεῖται, κατά μείζονα λόγο τό θάνατο. Ἀπό τή σκοπιά τῆς ὕπαρξης τό νά μήν πιστεύει στήν αἰωνιότητα, εἶναι τό σφάλμα τοῦ ἐρωτευμένου· τό νά μήν πιστεύει ὀ ἐρωτευμένος στό θάνατο, τοῦτο δέν ἀποτελεῖ σφάλμα. Γιατί ὁ θάνατος εἶναι πραγματικότητα τοῦ εἶναι, ὄχι τῆς ὕπαρξης» (ibid.).

… «Ἀλλά ὀφείλουμε νά μιλήσουμε γιά τό θάνατο ἀπό τή σκοπιά τῆς ὕπαρξης» 28. Ἔχομε θανάτους δύο εἰδῶν: τό «χυδαῖο» καί τό  «συνολικό» θάνατο. «Ὁ συνολικός θάνατος (πού συμπίπτει μέ τό φυσιολογικό) εἶναι ἐκείνη ἡ ἀφαίρεση ἀπ’ ὅπου δέ μποροῦμε νά ἐπιστρέψουμε στόν ἑαυτό μας» (ibid.). Μπροστά σέ μιά τέτοια πιθανότητα δέν μποροῦμε νά ἀδιαφορήσουμε: «Τό ἐγώ δέν μπορεῖ νά ἀδιαφορήσει μπροστά στό συνολικό θάνατο» (ibid.)· καί γιά τοῦτο χρειάζεται νά ἔχομε προηγουμένως ἀδιάκοπη ἄσκηση καί ἐξάσκηση, αὐτό πού στά ἀρχαῖα ἑλληνικά λεγόταν μελέτη, καί στόν Πλάτωνα μελέτη θανάτου, …( Φαίδων 81). «Ἄλλωστε ὁ συνολικός θάνατος ὁδηγεῖ τό ἐγώ στή φωτισμένη κατάσταση τοῦ ἄλλου θανάτου πού άναφέραμε, τοῦ χυδαίου θανάτου, ἐκείνου πού σκοτώνει τίς δυνατότητές μας, ὄταν αὐτές διψᾶνε ζωή καί δικαιοῦνται ζωή, ἀγνάντια σ’ ἔναν ἑαυτό μας πού ροπή του ἔχει τό πλήρωμα τῆς ὕπαρξης» (ibid.). Γιά τό λόγο αὐτό, πάλι στόν Πλάτωνα –πού δέν ἔκανε φιλοσοφία ἤ δέ φιλοσοφοῦσε μέ τή σημερινή ἔννοια, ἀλλά ἀναζητοῦσε καί ἐκεῖνος ἕνα τρόπο ζωῆς (πνευματικῆς), ὅπως ὁ Σαραντάρης- μαθαίνομε πώς οἱ ὀρθῶς φιλοσοφοῦντες (καί ὄχι οἱ ὑπόλοιποι) ἀποθνήσκειν μελετῶσι (Φαίδων 67e). Σκόπιμο μοιάζει νά ἀναφέρομε σχετικά τή χριστιανική μνήμη θανάτου καί τό πνευματικό πρότυπο τοῦ Χριστιανοῦ ἀσκητῆ πού ἐτεθνήκει τῷ κόσμῳ.

Ἀλλά τό πράγμα δέν τελειώνει ἐδῶ. Στήν ἐποχή μας διάφορες «θεωρίες», πού τίς χαρακτηρίσαμε ἀντιπνευματικές καί πέρα γιά πέρα ἡδονιστικές καί πεισιθάνατες, πᾶν νά ἀντικαταστήσουν τίς παραδόσεις ἐκεῖνες πού καλύπτουν, μέ τό πνευματικό περιεχόμενό τους, ὄχι μονάχα τό μυαλό ἤ τίς αἰσθήσεις μας, τή «fisica», ἀλλά καί τό πνεῦμα ἤ τή  «metafisica» τοῦ Σολωμοῦ («Στοχασμοί τοῦ ποιητή»), δηλαδή ὁλόκληρο τό πεδίο ἤ «τή συνολική πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου»·…Καί, χωρίς νά ὑπερβάλλομε, μποροῦμε νά παρατηρήσομε σήμερα πώς οἱ «θεωρίες» αὐτές, ἄν ὄχι τίποτα ἄλλο, ἔχουν γιά τόν περισσότερο κόσμο γράψει μιά προσημείωση, νά τό ποῦμε ἔτσι, ἀπάνω στήν πνευματική κληρονομιά τῶν πατέρων μας. «Ὑφίσταται ἕνας θάνατος» -λέει ὁ Σαραντάρης- «πού εἰσέρχεται στή θεωρία μας τοῦ κόσμου, καί μέ τήν παρουσία του μπορεῖ νά γεμίσει τή συνολική πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου· αὐτός ὁ θάνατος διευθύνει στό θάνατο ὄχι ἕναν μόνον ἄνθρωπο, ἀλλά μιά κοινότητα ἀνθρώπων· καί γιά τοῦτο εἶναι ὁ πιό ἐπικίνδυνος» 29. Δίχως νά τό καταλαβαίνουν, ἀπό τή φύση τους ἤ ἀπό τήν ἐφήμερη καταβολή τους, οἱ «θεωρίες» αὐτές «εἶναι θεωρίες πού θυσιάζουν τόν ἄνθρωπο στό θάνατο, καί δέν τό γνωρίζουν· εἶναι διαστροφές πού γεννήθηκαν άπό ἕναν ἀχαλίνωτο ἡδονισμό·…ἡ ἡδονή τοῦ θανάτου, τοῦ θανάτου ὅλου τοῦ κόσμου τίς διατρέχει. Γι’ αὐτό ἡ πίστη μας στήν ὕπαρξη ὀφείλει νά γίνει κοσμοθεωρία -κοσμοθεωρία ἐδῶ ὄχι μέ τή δυτική σημασία τοῦ Weltanschauung, ἀλλά μέ τήν εὐαγγελική τοῦ πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη (Κατά Ματθ.ΚΗ΄,19)-· γιατί δέν ἀρκεῖ ν’ ἀναγκάσεις τούς ἀνθρώπους προορισμένους στό θάνατο, ἀλλά καί τίς θεωρίες τους, τίς τόσο φλύαρες, πρέπει νά ἐξουδετερώσεις καί ὕστερα ν’ ἀντικαταστήσεις» (ibid.).».

Κλείνοντας τήν παρουσίαση τῆς Συμβολῆς τοῦ Σαραντάρη ἀπό τόν Ζήσιμο Λορεντζάτο ὁ ὁποῖος στό «Χαμένο κέντρο» ὑπογραμμίζει τήν τραγική ἀποκοπή ἀπό τήν οὐράνια ρίζα μας, καί προσπαθεῖ νά μᾶς παρακινήσει νά ἀφουγκραστοῦμε τήν ἱερή παράδοσή μας ὥστε «νά βροῦμε πρῶτα τρόπους ζωῆς καί ὕστερα τρόπους τέχνης», βρίσκουμε τώρα στήν πλώρη μας (στόν ἐν τῇ καρδίᾳ νοῦ) τό εἶναι μιᾶς πυξίδας (συμβολῆς) πού σταθερά δείχνει ὕπαρξη, καί αὐτή ἡ πυξίδα δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν πνοή τοῦ Θεοῦ πού φωτίζει καί κεχαριτωμένα καλεῖ τό κατ’εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση ἀποστέλνοντας «ἐκείνους πού μαθαίνουν τά νιάτα τοῦ οὐρανοῦ» κοντά μας.

ΥΓ. Οἱ ἀριθμοί, πού παραθέτει ὁ Λορεντζάτος, δείχνουν τόν ἀριθμό τῆς σελίδας ἀπ’ ὅπου προέρχονται οἱ λόγοι στό δοκίμιο τοῦ Σαραντάρη: Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Προσωπογραφία”, 1948) είναι έργο του Νίκου Νικολάου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here