Το ανήθικον του ποδοσφαίρου

2
217

Όποιος κερδίζει έχει δίκιο

(Ιταλική παροιμία)

Ξεκινώ θέτοντας ένα ερώτημα που αποτελεί κοινή απορία: Πώς εξηγείται το γενικευμένο ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο;

Το ποδόσφαιρο, που αν γίνε­ται ειδικά γι’ αυτό λόγος εδώ, αποσπασμένο από τα άλλα ομαδικά αθλήματα, είναι γιατί μοιά­ζει περισσότερο ειλικρινές σε ό.τι αφορά τις προθέσεις του, είναι παιχνίδι αντι-παλότητας. Οι παίκτες θα πρέπει να αντιπαρέλθουν δύο εμπόδια: την αντί­παλη ομάδα και το ρολόι. Πραγ­ματικό γήπεδο δεν είναι βέβαια ο τάπητας, αλλά τα ενενήντα λεπτά παιχνιδιού. Και αν ο διαι­τητής είναι ντυμένος στα μαύρα, αυτό συμβαίνει γιατί παίζει τον ρόλο του ανελέητου χάρου σφυ­ρίζοντας την αρχή και, κατά συνέπεια, το τέλος του παιχνι­διού. Να παίζεις με αντίπαλο το ρολόι σημαίνει να ξέρεις πως κάθε στιγμή που περνάει δεν επιστρέφει, κάθε στιγμή πάει και χάνεται, κάθε στιγμή είναι μια ήττα ή, μάλλον, ένα αυτογκόλ. Για τον λόγο αυτό, ακόμη και εκείνα που αποκαλούμε «ευ­γενικά αθλήματα», ανεξάρτητα από το αν έχουν ορατό ή όχι αντίπαλο, από τη στιγμή που αποτελούν πάλη με τον χρόνο δεν είναι, ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός, λιγότερο βάρβα­ρα απ’ όσο το ποδόσφαιρο.

Το ποδόσφαιρο, και δεν είμαι ο πρώτος που θα το πω, είναι πόλεμος. Από εδώ και οι τραυ­ματισμοί. Οι παίκτες, με αλεξί­σφαιρο το σώμα τους, προσπα­θούν να ανακόψουν την πορεία των κανονιοβολισμών, να γλυ­τώσουν το σπίτι τους, δηλαδή, την εστία τους. Το πέναλτυ, για παράδειγμα, είναι εκτέλεση, η εσχάτη των ποινών, θανατική καταδίκη, με τη μόνη διαφορά πως εδώ πεθαίνεις όταν δεν σε πάρει το βόλι. Πρέπει, πάντως, κανείς να πιστεύει πολύ στη ζωή για να βρει κουράγιο να ζητήσει εκδίκηση. Και σε κείνον, που εισέβαλαν στο σπίτι του, σκότω­σαν τα παιδιά και βίασαν τη γυναίκα του, δεν μένουν και πολλά πράγματα που να μπορεί να πιστέψει. Εξ ού και η γνωστή ποδοσφαιρική αρχή, «η καλύτε­ρη άμυνα είναι η επίθεση». Ό­ποιος, όμως, για να νικήσει σκο­τώνει τον αντίπαλό του, παίζει το επικίνδυνο παιχνίδι του θα­νάτου, του θανάτου που θα τον φάει. Το ποδόσφαιρο είναι, ά­ραγε, η σύγχρονη λατρεία του θανάτου; Και μήπως ο «γύρος του θριάμβου» δεν είναι παρά η κραυγή αγωνίας εκείνων – των νικητών – που έχασαν την ευκαίρια να ηττηθούν, να βγουν, δηλαδή, από τον κύκλο που ορί­ζει ο φόβος ή μάλλον η βεβαιό­τητα του θανάτου; Υποβιβάζει, όμως, κανείς τον αντίπαλό του όχι μονάχα νικώντας τον, αλλά και παίζοντας με τρόπο που να του διασφαλίζει τη νίκη. Μόνο, δηλαδή, λησμονώντας πως από τους δυο μας κάποιος αναγκα­στικά πρέπει να χάσει ή για να το πω καλύτερα, μόνο λησμονώ­ντας πως συμβαίνει να παίζω μπορώ να κερδίσω. Η αντιπαλότητα, όμως, αυτή που προϋπο­τίθεται του παιχνιδιού, καθιστά ανέφικτη τη νίκη. Αφού πρέπει, οπωσδήποτε, μια από τις δυο ομάδες να χάσει, ακόμη κι αυτή που κερδίζει είναι χαμένη. Η ισοπαλία να είναι τάχα μια κά­ποια λύση; Η ισοπαλία δεν εί­ναι παρά διπλή ήττα, αφού εκεί­νο που μετρά διν είναι να μην ηττηθώ, αλλά να κερδίσω. Τελι­κά, ίσως ήταν πραγματικά σοφή η ηθικά προσανατολισμένη συμ­βουλή των μεγαλυτέρων μας, λίγο πριν μα και ιδίως μετά το τέλος του παιχνιδιού, πως, δη­λαδή, σημασία δεν έχει να νικά κανείς, αλλά να μάθει να χάνει, αφού η νίκη είναι a priori αδύ­νατη.

Αρκεί, πάντως, να ρίξει μια ματιά κανείς στον Πίνδαρο, για να διαπιστώσει πως στην ελληνι­κή αρχαιότητα δεν ήταν τόσο ο αθλητισμός που νικούσε όσο οι ηθικές αξίες που αυτός αντιπρο­σώπευε. Εκεί οι αγώνες ήταν θεοψία, εδώ το πολύ να είναι θέαμα. Με τις ηθικές αξίες δεν νοείται αντιπαλότητα, όπως δεν νοείται αντι-παλότητα με τον θεό. Ο πιστός μπορεί να σωθεί, δηλαδή να νικήσει, επειδή ο Θεός του ως ανίκητος δεν τον είναι αντί-παλος. Η πάλη με τον Θεό γίνεται έτσι πάλη με τον διάβολο και ο πιστός στην αντι­παλότητα του με τον διάβολο είναι εκ των προτέρων χαμένος. Μόνον, όμως, ως χαμένος διασφαλίζει τη νίκη του με το να καταφεύγει στο θεϊκό έλεος. Οι νικητές δεν ξέρουν από ελεημο­σύνη.

 Να ξαναγυρίσουμε όμως, στο αρχικό μας ερώτημα: Να εξηγεί, άραγε, τη λαϊκότητα – και ο όρος δεν έχει καθόλου υποτιμητική έννοια – του ποδο­σφαίρου, η διαρκώς ανοικτή ό­ρεξη για μια τελική οριστική νίκη – ανέφικτη όσο υπάρχει α­ντίπαλος – ή καλύτερα το αίτη­μα για μια ολοκληρωτική εξαφά­νιση του αντιπάλου, καταπάτη­σή του με το να υποχρεωθεί σε ένα είδος οριστικής ήττας; Ο νικητής αδικεί, βέβαια, τον ητ­τημένο. Δεν νικάει ο καλύτερος ή ο πιο δυνατός, γιατί αν συνέ­βαινε αυτό ο αγώνας δεν θα γινόταν, ποτέ. Ο αγώνας ή μάλ­λον η αγωνία έγκειται στο ότι και οι δύο μπορούν να νικήσουν ή, για να το πούμε αλλιώς, κα­νείς δεν δικαιούται να ηττηθεί. Ο «καλύτερος» ή ο «πιο δυνα­τός» προκύπτουν ως χαρακτηρι­σμοί, όταν το παιχνίδι έχει τε­λειώσει και το αποτέλεσμα είναι πια γνωστό, γιατί το ηθικό μας αισθητήριο δεν μπορεί να δεχθεί την ήττα του καλύτερου. Έτσι το ποδόσφαιρο μοιάζει όχι τόσο να αδικεί τον ηττημένο όσο την ίδια την ηθική. Οι φίλαθλοι ορύονται στις κερκίδες, όταν ο νικητής σηκώνει το τρόπαια για τον λόγο πως θα μπορούσε να το έχει χάσει. Το ότι ο νικητής θα μπορούσε να έχει χάσει σημαίνει πως δεν νικά, κατ’ ανάγκη, ο καλύτερος. Η μαγεία του ποδο­σφαίρου έγκειται στο ότι αυτό επιτρέπει, για να μην πω ότι εύχεται, τη μεταμόρφωση του α­δύνατου – πάντα σύμφωνα με τις αντικειμενικότερες ενδεί­ξεις – σε δυνατό – σε περίπτω­ση ενδεχόμενης νίκης του. Μα αν ο νικητής αδικεί τον ηττημέ­νο, ο ηττημένος δεν χάνει ποτέ. γιατί μόνον από μια δίκαιη νίκη θα μπορούσε να ηττηθεί. Μια «δίκαιη νίκη» δεν μπορεί, βέ­βαια, να σημαίνει τίποτε άλλο παρά τη ματαίωση του παιχνι­διού.

 Τα γήπεδα δεν δίνουν χαρά. δημιουργούν, αντίθετα, ανάγκη παρηγοριάς, δηλαδή Παρακλήτου. Η ποδοσφαιριχή συνάντηση παίρνει, έτσι, τη μορφή θρη­σκευτικής συνάξεως. Παρηγοριά θέλουν οι νικητές, γιατί τι αξία μπορεί να έχει μια νίκη που θα μπορούσε να μην έχει πραγματοποιηθεί, παρηγοριά θέλουν και οι ηττημένοι, αφού απέτυχαν τη στιγμή που είχαν τις ίδιες, αν όχι και περισσότερες, πιθανότη­τες με τους νικητές για νίκη. Παρηγοριά, που διεκδικώντας την θα οδηγηθούν σε έναν και­νούργιο αγώνα. Όταν, όμως, η νίκη είναι ανέφικτη, οι υλικές ανταμοιβές καθίστανται απα­ραίτητες. Από αυτή την άποψη, η επαγγελματικοποίηοη του πο­δοσφαίρου υπήρξε η μακρινή, μα αναγκαία, συνέπεια του γεγονότος πως το άθλημα αυτό ιδρύθηκε ως παιχνίδι αντι-παλότητας. Να βρισκόμαστε, άραγε, πολύ κοντά στην εποχή, που το ποδόσφαιρο από αγωνία θα γί­νει προσευχή, προσκύνηση της ομάδας που με μόνη την παρουσία της μέσα στο γήπεδο θα καθιστά μάταιη τη διεξαγωγή του όποιου αγώνα;

*Ο συγγραφέας του άρθρου είναι σήμερα άμισθος πρωτοπρεσβύτερος της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Υπηρετεί στο Γραφείο της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Βρυξέλλες). Παράλληλα, διδάσκει ελληνική φιλοσοφία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Η Καθημερινή, Κυριακή 14/7/1988

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του βρετανού Cecil Walter Hardy Beaton,

πηγή ψηφιακού κειμένου: Αντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Μου προξενεί εντύπωση το εν λόγω άρθρο, καθώς υπάρχουν ιστορικού και κοινωνιολογικού τύπου αναλύσεις για το ποδόσφαιρο ως πολιτιστικό προϊόν της βιομηχανικής εποχής της πρώτης περιόδου της νεωτερικότητας, υπάρχουν αισθητικές και ποιητικές θεωρήσεις του σπορ (με κυρίαρχη μακράν του Παζολίνι), υπάρχουν μάλιστα και φιλοσοφικές επεξεργασίες του εν λόγω αθλήματος. Επίσης, στην αρνητική εκδοχή υπάρχουν τουλάχιστον εμπεριστατωμένες κριτικές που εντάσσει το ποδόσφαιρο στην λεγόμενη κοινωνία του θεάματος. Ας είναι…

  2. Το σημαντικό με το κείμενο αυτό, αγαπητέ Μανώλη, είναι νομίζω ότι δεν εξετάζει την [i]αντιπαλότητα[/i] (και όχι, περιοριστικά, το ποδόσφαιρο) ως φαινόμενο, ειδικά, της «νεωτερικότητας» ─ ακόμα στενώτερα, μάλιστα, της «βιομηχανικής εποχής» της.
    Σημαντικό ακόμα είναι, θεωρώ, ότι δεν την εξετάζει υπό δάνειο πρίσμα θεάσεως. Εξ ού και διέπεται από μια “ανοιξιάτικη” πρωτοτυπία, ισχυρίζομαι, η οποία πάντως δεν προσέρχεται διόλου ως αυτοσκοπός του.
    Σημαντικό επιπλέον ότι δεν επισκοπεί το θέμα του υπό την εντυπωσιοθηρική… κενολογία σύσσωμης π.χ. τής, κατά Ντεμπόρ, «Κοινωνίας του θεάματος».

    Κι ακόμα σημαντικώτερο, έχω τη γνώμη, είναι ότι δεν το ανα-κρίνει καταδικαστικά: Από μένα, που ενίοτε διαθέτω χρόνο για να δω ποδόσφαιρο, το γραπτό αυτό γίνεται ευπρόσδεκτο ως ένα κέντρισμα απολαυστικά διεισδυτικό επί της ουσίας (και όχι μόνο της επιφανείας) του δρώμενου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here