Το άλλο του κόσμου στον κόσμο

1
275

Στέλιος Ράμφος

Η Ελλάδα είναι τόπος νοητός. Όχι των συνόρων η Ελλάδα ούτε των μνημείων. Πώς να ορίση ο χάρτης την ατοπία και πώς να την περιλάβη, χώρος αυτός, απεριχώρητη εκείνη; Και πώς να κρατηθή στην μνήμη άυλη κι ασχημάτιστη; Νοητός είναι ο τόπος των ιδεών, η ουτοπία του απολύτου, το νόημα του κόσμου. Το νόημα είναι το απόλυτο, η φωτοφάνεια των όντων. Απόλυτο σημαίνει το άλλο, το άλλο του κόσμου, αιώνιο και απεριόριστο και απερινόητο και ανύπαρκτο. Το άλλο του κόσμου στον κόσμο είναι η Ελλάδα.

Μεταφυσική. Αυτός ο κόσμος αφθαρσίας και δόξας είναι δικός μου. Η μεταφυσική είναι ο ιδεαλισμός μιας αρχής χωρίς τέλος. Πλήθος προφήτες αναγγέλλουν κάθε τόσο τον θάνατό της, χωρίς να λογαριάζουν πως αυτό το «μετά–» την σώζει και την δοξάζει. Το «μετά–» της μεταφυσικής είναι το «άπο–» του απολύτου – ίχνος και πόθος του άλλου, άνοιξι. […]

Μεταφυσική είναι η θεωρία του απολύτου. Αλλόκοτο θέαμα! Τα πράγματα κυματίζουν στο φως, αλλά το φως; Ποιος είδε το φως με τα μάτια του; Το φως, αισθητό στην ορατότητα που παρέχει, δεν έχει φάνεια· η ζεστασιά είναι η δόξα του φωτός. Είπα την μεταφυσική θεωρία του απολύτου γιατί το απόλυτο είναι φως. Δεν διεκδικεί ο φιλόσοφος μία θέσι στον ήλιο· ονειροπόλος της αφθονίας του φωτός πάσχει το φως. Η θεωρία είναι πάθος. Δεν βλέπει και δεν αρπάζει το βλέμμα στο πάθος· ανοίγει και υποδέχεται. Η ψυχή βιβλίω τινί προσεοικέναι. Η θεωρία του απολύτου είναι άνοιξι. [..]

Μεταφυσική είναι ο πόθος του άλλου. Στο «Μετά–» αναπνέει ένας κόσμος που δεν είναι ο δικός μας: ο άλλος κόσμος. Δεν έχουν άδικο αυτοί που αρνούνται τον άλλο κόσμο – δεν υπάρχει. Ματαιοπονούν όσοι ελπίζουν σε τούτο τον κόσμο. Ο κόσμος που ζούμε είναι όλοι οι δυνατοί κόσμοι. Κατά τι άλλαξε η ζωή μας με τα ταξίδια του διαστήματος; Ας ανατρέπη η τεχνική, ας καταλύουν οι επαναστάσεις: η πανάρχαια τάξι της βίας κραταιώνεται ατσάκιστη, αρρυτίδωτη και λαοφιλής. Όλοι οι δυνατοί κόσμοι μοιράζονται το είναι· ο άλλος κόσμος είναι άμοιρος και υπερούσιος, με ενα βάθος που δεν είναι οντολογία αλλά ηθική. Ο νους μου πετάει στην Πολιτεία και τον Φίληβο: επέκεινα της ουσίας απλώνεται ασύλληπτο (μαντευτέον) το Αγαθό. Η θεωρία του φιλοσόφου έχει την ειλικρίνεια της αγνωσίας του μυστικού χωρίς να συμμερίζεται και την στέρησί της. Πριν είναι στάσι το Αγαθό είναι έκστασι, είναι το άλλο (έτερον) και το αλλιώς (Άλλως πως εχειν) που εξ αιτίας του υπάρχομε και προς δόξαν του ζούμε. Κόσμος θα πη αρμονία και όχι άθροισμα, θα πη εντέλεια. Ο άλλος κόσμος είναι αληθινός, είναι η εντέλεια που δεν συμβιβάζεται με την τάξι και που πλατυτέρα των ουρανών μάς κατακλύζει στην έκστασι και το πάθος. […]

Η ιστορία υφαίνεται στο δράμα. Το αρχαίο δράμα αποτελεί την πιο ριζική σύλληψι της ιστορίας και η τραγωδία την οριακώτερή της έκφρασι. Στο τραγικό ενσαρκώνεται η ασυμφωνία των συνειδήσεων και των γεγονότων, όπως διαδραματίζεται στο θέατρο του ανθρωπίνου πράττειν, είναι η συναίσθησι και η καταγραφή μιας ανημπόριας που περικυκλώνει την πραξι μας και που την ορίζει: το κακό δεν είναι του χεριού μας. Για τον Όμηρο που η ιστορία είναι καπρίτσιο των θεών, το δράμα δεν καταλήγει σε τραγωδία· για τους τραγικούς όμως η ανθρώπινη πράξι σημαίνει μιαν εγκατάλειψι, που μόνο η απουσία του θεού θα μπορούσε να εξηγήση. Ο τραγικός άνθρωπος αγωνίζεται να πληρώση το κενό του θεού με το ανάστημά του· περιωρισμένος όμως στην αυτοπεποίθησί του και αναλαμβάνοντας ένα χρόνο που είναι ήδη δικός του, γίνεται υποχείριος των έργων του και συντρίβεται. Ύβρις δεν είναι τόσο ο παραλογισμός της θεοποιήσεως, όσο η φρεναπάτη μιας ελευθερίας στο είναι. Στο δράμα παίζεται η τραγωδία της ελευθερίας.

Οικεία ατμόσφαιρα. Η τραγωδία της απουσίας του Θεού βρίσκεται πολύ κοντά στην τραγωδία του θανάτου Του που ζούμε: ο Θεός πεθαίνει όχι γιατί δεν μας χρειάζεται πια, αλλά γιατί μένει καρφωμένος στο ξύλο. Η σταύρωσι χωρίς την ανάστασι μας ξαναγυρίζει στην τραγωδία. Πίσω από το ευγενισμένο πρόσωπο των προνομιούχων λαών της εποχής μας πλανιέται η αγωνία μιας ψυχής που μη έχοντας τρόπο να δοθή αναλύεται και μαραγκιάζει. […]

Η φιλοσοφία σημειώνει το τέλος μιας μοναξιάς: ο Θεός είναι μαζί μας. Η φιλοσοφία γεννιέται και ανδρώνεται στο αίτημα μιας αρχής που δεσπόζει στον κόσμο και τον σώζει. Ο θεός των ποιητών δεν είναι ο θεός της φιλοσοφίας. Στην γιγαντομαχία της αρχής ο Θεός παραστέκεται στους ανθρώπους χαρίζοντάς τους σιγά-σιγά το πρόσωπο Του: ενικός στην αρχή, με τον καιρό φανερώνεται άτοπος, άχρονος, απόλυτος. Τι να κρατήσης απ’ αυτό που δεν πιάνεται και πώς να κρατηθης σ’ αυτό που δεν είναι; Στα αδιέξοδα της τραγικής υπάρξεως η φιλοσοφία αντιπαραθέτει την θεωρία. Καμμία προτεραιότητα της σκέψεως δεν συνοδεύει την θεωρία, όπως θα φανταζόταν ένας σύγχρονος άνθρωπος, αιχμάλωτος διλημμάτων που για τους Αρχαίους δεν υπήρξαν ποτέ. Πρόκειται για το ίδιο το γεγονός του πνεύματος, την φυσική συνέπεια της απορίας της αρχής. Ο θεός-λόγος του Ηρακλείτου συντροφεύει τους ανθρώπους στην ομολογία· η ενικότης του παρμενιδείου όντος δίνεται στην αλήθεια του νοείν· το σύμπαν των πλατωνικών ιδεών αποκαλύπτεται στην θεωρία. Με την θεωρία η φιλοσοφία φέρνει στον κόσμο την υπερβατική τάξι, υψώνοντας έτσι την τραγική πράξι σε ηθική και την ιστορία σε λειτουργία.

Τίποτε το κοινό δεν συνδέει την θεωρία με την λογική. Η θεωρία είναι το ανατρίχιασμα της παρουσίας του άλλου. Στην ομορφιά δεν με αποσβολώνει το αντικείμενο άλλα η όψι του απολύτου που το διαβαίνει. Η θεωρία ή είναι αντιπαράστασι με το αθέατο ή δεν υπάρχει. […]

 

Το ανθρώπινο δράμα είναι η θεοποίησι του ανθρώπου· το θειο δράμα είναι η σταύρωσι του Θεού. Ο Χριστός μάς δέχεται σε μιαν έκστασι που δεν προσβάλλει τον χωρισμό. Η θέωσι είναι κάθαρσι και χάρι. Γι’ αυτή την κάθαρσι ο άγιος απορρίπτει την θέλησί του και μέσα σ’ αυτήν, απαλλαγμένος από το βάρος του, βλέπει Θεού πρόσωπο. Η όψι του Θεού φωτίζει το πρόσωπο του άλλου: ο Θεός αγάπη εστίν.

Ο Θεός είναι αγάπη. Σκέπτομαι πως αν ο ελληνισμός έπαιρνε κάποιο τέλος, αυτός ο λόγος θα ήταν ο τελευταίος του. […] Ο Θεός είναι αγάπη σημαίνει ότι ο Θεός δεν είναι και ότι το είναι του μη-είναι βρίσκεται στο δόσιμο, την σχέσι του είναι και του άλλου. Όχι πως ο χριστιανισμός είναι ένας εκλαϊκευμένος πλατωνισμός, όπως θα έσπευδε ίσως κάποιος να συμπεράνη σαρκάζοντας, αλλά με τον χριστιανισμό το πνεύμα κατακλύζει την ζωή των ανθρώπων. Εφ’ όσον η υπέρβασι του Θεού Είναι η ψυχή, τότε ενυπάρχει στην αγάπη. Η ιστορία παίζεται σε ένα θέατρο που δεν είναι δικό της. Αυτό είναι το κρυφό νόημα των μεταμορφώσεων του ελληνισμού, το μυστικό του και η αθανασία του.

Ο κόσμος δεν περίμενε τον Χριστό να του μιλήση για αγάπη – η αγάπη ήταν ο νόμος προ Χριστού. Ο Χριστός έδειξε πως η αγάπη είναι εκτός νόμου και πως είναι σταυρός. Η αγάπη είναι το τέλος του κόσμου και η Βασιλεία των ουρανών απόλυσι του αυτού και του εαυτού – κένωσι. Η πρώτη αγάπη δεν είναι του εαυτού, όπως νομίζουμε συνήθως παίρνοντας το αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν κατά γράμμα. Αν είχαν έτσι τα πράγματα ο Χριστός δεν θα σταυρωνόταν για μας, θα έπαιρνε τα όπλα και τα βουνά. Αλλά ο επαναστάτης δεν ξέρει το δώρο και συνεπώς δεν μπορεί να αγαπά· τα δίνει όλα, και την ζωή του ακόμη, για την εξουσία. Επανάστασι και αντεπανάστασι είναι δοσοληψίες. Δεν δίνεις όταν δεν έχης, θα μας πουν. Κι όμως: πλούσιος δεν είναι όποιος έχει· πλούσιος είναι όποιος δίνει. Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν σημαίνει κάτι πρωτάκουστο, σημαίνει: κάνε τον άλλο δικόν σου, δική σου την συνθήκη του και την κατάστασί του, άλλαξε. Η αλληλεγγύη χωρίς την σεισάχθεια του Εγώ είναι ιεραποστολή ή υποκρισία, Υπάρχει τρόπος να νοιώσουμε τον άλλο αν δεν βρεθούμε στην θέσι του;

Το θέμα του χριστιανισμού είναι η θέωσι και το έργο της θεώσεως η αγάπη. Η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, είναι σχέσι μυστική. Ο Θεός δεν δίνεται όχι εξ αιτίας μας άλλα διότι δεν είναι. Ο μυστικός ούτε βιώνει ούτε και διεκδικεί κάποιαν απόλυτα προσωπική εμπειρία. Ο μυστικισμός της αμετάδοτης προσωπικής εμπειρίας είναι διονυσιασμός και σκληρότητα, ενώ ο μυστικισμός του δοσίματος είναι λειτουργία και ψυχισμός, ηθική πόθου υπερούσιου και χρόνος της ηθικής ανεπανάληπτος. Δεν δίνω για να με ευχαριστήσουν ούτε αγαπώ για να αγαπηθώ, αγαπώ προτού καν να σκεφθώ και να λογαριάσω. Τα γυρίσματα του χρόνου συνδαυλίζουν τον θάνατο και ανάβουν την απελπισία της αγριότητος και της ακολασίας: είμαστε για τον χρόνο· η ψυχική ζωή δίνει στον θάνατο νόημα, τον ημερώνει και τον κυριαρχεί: ο χρόνος είναι για τον άνθρωπο, η ζωή μας δοξάζεται κάθε στιγμή και σώζεται στην ανάστασι μιας αγάπης χωρίς αντίκρισμα.

 

πηγή: Αντίφωνο, αποσπάσματα από το βιβλίο «Τόπος υπερουράνιος» (σήμερα, τμήμα του τόμου «Τριώδιον», εκδ. Αρμός) που πρωτοκυκλοφόρησε το 1974.

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here