Πολυτεχνείο 47η επέτειος της Φοιτητικής εξέγερσης – «Ενθυμούμαι…»

«Εδώ Πολυτεχνείο!.. Εδώ Πολυτεχνείο!…»

0
442

Εδώ Πολυτεχνείο!… όλο και περισσότερο μια άδεια φωνή κάπου από το παρελθόν, μια ηχητική σκιά που θαμπώνει τους ορίζοντες της καρδιάς… αλλά η καρδιά είναι που καθορίζει την οριακότητα των στιγμών, που μετατρέπει το απλώς ανησυχητικό σε εκρηκτικό ξάφνιασμα δια του οποίου (ξα)ναγράφεται η ιστορία… αφού ιστορία είναι οι πόλεμοι ανάμεσα στο όνειρο και το ξυπνητό του νιτερέσου και της ικανοποίησης από το αφεντιλίκι… η Χούντα, μια συμμορία ελεεινών της προδοσίας, και Τα Παιδιά, μια ανήσυχη και ξάγρυπνη παρέα ωραίων δαιμόνων της ελευθερίας!

Μα όταν οι ορίζοντες της καρδιάς θαμπώνουν, τότε η μνήμη γίνεται καρφί στον κρόταφο και η συνείδηση κάτι σαν άγρια δυσφορία στα σωθικά… μια άδεια φωνή, έτσι που οι όντως «φωνές», ξέπεσαν σε μικρεμπόρους ενός αχρείου μεταπρατισμού τίγκα στην αντιπαροχή και τα εύκολα Νόμπελ… είναι που ο «σύγχρονος τρόπος σκέψης» ασφυκτιά στο χρέος και με μια βία εωσφορική σβήνει από τα κιτάπια της ύπαρξης το Φυλάττειν Θερμοπύλας… και γεμίζει η ζωή παραβιασμένες Κερκόπορτες, και η ψυχή φυραίνει και μένει πια αξιολύπητη υποψία δυνατότητας του τύπου «αχ πού ‘ σαι νιότη πού ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος…».

Εδώ Πολυτεχνείο! ναι, αλλά πού «εδώ»;… στο «εδώ…» της πολιτικής και πολιτιστικής μας εξέλιξης που ο «καημός της Ρωμιοσύνης» κατάντησε περιττός ακόμα και για τον all inclusive μνημονιακό τουρισμό;… πέρα από την πολιτική ιστορία και την κοινωνιολογία, υπάρχει η περίπλοκη ποίηση της ανυπότακτης ψυχής που πάντα οικονομεί κρίσιμα νοήματα ώστε να μη σωθεί το λάδι στο καντήλι του συλλογικού χρόνου….αυτή η ποίηση πάντα θα κάνει εξεγέρσεις αλλά και πάντα θα γλιστράει μετά στη μελαγχολία του ανεκπλήρωτου έρωτα για την τελειότητα… αυτή την «παράνοια» της τελειότητας πρέπει να διαφυλάττουμε, να τη γλιτώνουμε δηλαδή από την κοπτοραπτική κάθε τύπου «καριέρας».

Όπως η συνήθης πνευματική μιζέρια, έτσι και η δική μας τάση να «αποκαθηλώσουμε» τον Νοέμβρη από την αίγλη του «μυστηρίου της εξέγερσης» και να τον καταδικάσουμε, οικτρό ισοβίτη, στο κατ’ουσίαν «πουκάμισο αδειανό» της «ιστορικοπολιτικής ερμηνείας», να τον κάνουμε δηλαδή «πολιτικό γεγονός» που απαιτείται να «προσδιοριστεί ταξικά, πολιτικά, ιστορικοπολιτισμικά»… να γίνει μάθημα δηλαδή, και «επεισόδιο», που η «διδασκαλία» του θα αφορά στη «χρήση» της φωτιάς του… κάπως έτσι οι «φωτιές» γίνονται μισοσκισμένες αφίσες σε μισοσκότεινους τείχους ανοίκιαστων σπιτιών.

[… έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.

 

Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά…
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;

Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος! …]

 

Βάρναλης Kώστας (απόσπασμα από τον πρόλογο, Σκλάβοι Πολιορκημένοι)

Θα πει κάποιος άσκεφτος, «μα τι ζητάς; να μην ερμηνεύονται τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα; να μην εξηγούνται με όρους κοινωνικούς και πολιτικούς;…» … όχι, δεν ζητώ αυτό, θα ήταν κουτό και βαθιά αντιδραστικό. «Ζητώ» μόνο να γίνει σεβαστό το θαυμαστό που περιέχεται σε μια τέτοια θυσία, το θαυμαστό της προσφοράς χωρίς καμιά διαπραγμάτευση με τους «αθώους» δαίμονες των «αυτονόητων» του υπολογισμού, του «ρεαλισμού», της «ισορροπίας», του «συμψηφισμού»… ζητώ ανένδοτα τις υποθήκες του Κατά Σαδδουκαίων και την «λόγια» απαίτηση λογοδοσίας που διαπερνά την ποίηση του Αναγνωστάκη! Ζητώ τον αδίστακτο «ιμπεριαλισμό» της δολοφονημένης δημοκρατικής αμεριμνησίας, δηλαδή την ασυζήτητη απαίτησή της να την προσκυνάμε εις τους αιώνας των αιώνων!

Ζητώ την παιδικότητα της εθελοντικής παράδοσης της εμπειρίας στον «μυστικισμό» της ενδότερης ανθρώπινης ποίησης που εγγυάται ρητά και κατηγορηματικά ότι πέρα από τον «ορθολογισμό» της συμβιβασμένης προσωρινότητας του «μέσου ανθρώπου», υπάρχει ο βαθύτερος αόρατος ουρανός των ανυπότακτων που είναι «τρελοί από έρωτα» και ικανοποιούνται μόνο όταν διασχίζουν χαρούμενα τους έρημους παραδείσους και ανανεώνουν την ενεργητική προσδοκία της άμεσης «μέλλουσας ζωής» που θα είναι δίκαιη, ελεύθερη, έντιμη, αξιοπρεπής, ασφαλής, γόνιμη σαν πάθος που πέρασε όλη την κλίμακα της «διάνοιας» και κατέληξε «ψυχή βαθιά» από ανθεκτικό μετάξι όπου κοιμούνται «αγρίμια κι αγριμάκια μου».

Ναι, η επανάσταση πρέπει να γίνεται αμέσως ποίημα και διάχυτο ερωτόλογο και διαρκής συνωμοσία της ελπίδας που αρπάζει από τον γιακά τον πιτσιρίκο κάθε γενιάς και του απαιτεί σιωπηλά «ή ταν ή επί τας», και όχι «αυτοέκφραση» και «αυτοπραγμάτωση» και «διαφορετικότητα» και «δικαιώματα»… γιατί όπου εισχωρούν αυτά τα τρυφηλά του τεμπέλικου Εγώ, εκεί ακυρώνεται το θείον και μένει σκέτο το χώμα και το νερό, πα να πει μένει η κανιβαλική θλίψη του ανθρωπάκου που τρέμει ο ατελής τον θάνατο και φτιάχνει φαντασίες αιωνιότητας κλεισμένος στο μάταιο σαρκίον του.

Ενώ εκείνα τα «παιδιά», όλα τα «παιδιά» σε διάφορους καιρούς και τόπους, αρνήθηκαν το τυπικόν της φθαρτής σάρκας μαζί με τις αρρωστιάρικες μυθολογίες της εγωπαθούς «αιωνιότητας», και άρπαξαν τη ζωή από τα μαλλιά και την ερωτεύτηκαν με αξίωση απόλυτης ένωσης και έστησαν επικράτειες δικαιοσύνης εκεί όπου πρώτα βασίλευε το στενό βλέμμα του «ατόμου»… είναι το ζενίθ της χυδαιότητας να μη βλέπεις πώς κουρέλιαζε τις φανταιζί φουστανέλες του εγωκεντρισμού ο απόκοτος Διομήδης Κομνηνός!

Στους σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου

Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα
κείτεται
-δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε-
για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου,
και συ στο σπιτάκι σου,
μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι
και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.
Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,
η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια.
Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό,
γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.
Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο
Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου,
για να ’χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο…
Λένα Παππά (προς τιμήν του Διομήδη Κομνηνού)

Πρέπει να διασώζεται το «ανεξήγητο» του «θυμωμένου λαού», πρέπει να αποτρέπεται η χειρουργική της «επιστήμης των αφηγήσεων», πρέπει να μένουμε ενεοί και αμήχανοι και απορημένοι απέναντι στον «ματωμένο άθλο», και όχι να ξαμολάμε τα «σώματα ασφαλείας» των διανοητικών εμμονών μας και να μοντάρουμε «δια ταύτα…» εκεί όπου μόνο η πανηγυρική μοναξιά του ηρωισμού υπάρχει.

Το Πολυτεχνείο, όπως όλα τα Πολυτεχνεία του χρόνου, τα κάνει να αναβλύσουν τα όρια ασφαλούς συγκίνησης που λειτουργούν κανονιστικά σε κάθε «συνήθη κατάσταση», δηλαδή η αναπάντεχη άρνηση ενός κόσμου να συνεχίσει να ψευτοζεί με αυτά τα όρια, δηλαδή η αυθόρμητη παραβίασή τους, το «άλμα» (που στριγγλίζουν οι φιλόσοφοι…) από την ποσότητα στην ποιότητα, «πιάσ’ τ’ αυγό και κούρευτο» ένα πράμα αλλά που άμα το «εκλογικεύσεις» πέτυχες μόνο να φτιάξεις «κομματικές νεολαίες» και «ιστοριογραφικές τάσεις» και ματαιωμένους εραστές σε έρημους περιβόλους γεμάτους ασυδοσία και εκ των υστέρων και πώς καταντήσαμε λοχία!

Τίποτα! «Συμβατικές» «μικροαστικές» τελετές!..αυτό μόνο, αυτό σαν «κοινοτοπία» που όμως δε δίνει χώρο στο Θέαμα, αφού επιμένει «συντηρητικά» στη «μελούρα» των γρήγορων δακρύων μπροστά στην Πύλη, και στην χαμηλόφωνη προτροπή στον πιτσιρίκο σου «μην ξεχάσεις ποτέ… πέθαναν για μας… τ’ ακούς;… μην τους προδώσεις… ».

‘Ενα κόκκινο γαρύφαλλο, το «ακορντεόν» του Μάνου, ένα αγέρωχο χαμόγελο νικηφόρας σεμνότητας, και περπάτημα, περπάτημα στους αόρατους δρόμους των ιδανικών που ποτέ δεν «εξηγήθηκαν» γιατί ποτέ δεν θα εξηγηθεί το πώς σχηματίζεται ένα «ψυχοκινητικό σύμβολο» όπως τα όριζε ο Γληνός… το Πολυτεχνείο Ζει, μόνο αν δεν έχεις πεθάνει εσύ μέσα στις τηλεχειριζόμενες μακαριότητες του «πού να τρέχεις τώρα;… άσε, άλλοι καιροί!… » …

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Η παρουσία του ήρωα”, 1976) είναι έργο του Μάριου Βατζιά.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here