Ταυτότητα και μετανεωτερικότητα

15
819

Νικόλαος Ι. Παραδείσης, Δικηγόρος LLM

Μυθιστόρημα ΚΓ΄, Γιώργος Σεφέρης Λίγο ακόμα θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ανθίζουν τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο τη θάλασσα να κυματίζει λίγο ακόμα, να σηκωθούμε ψηλότερα

Αναζητώντας ταυτότητα σε εποχή μετά-νεωτερική.

Ορισμοί – βασικές αποσαφηνίσεις.

Το θέμα είναι δύσκολο, εξαρτάται από τον τρόπο που θα το προσεγγίσει ο καθένας.


Η δυσκολία του όμως αυτή είναι και ένα συναρπαστικό ταξίδι, μία ιχνηλασία, μία ψηλάφηση σε ζητήματα ζωτικά της ύπαρξής μας. Αξίζει, λοιπόν, τον κόπο να το προσεγγίσουμε. Ειδικά στην εποχή μας έχει ευρύ, δυναμικό περιεχόμενο, μακριά από οποιαδήποτε δογματική και αυθαίρετη κατάφαση. Με αυτό ως αφετηρία, θα ήθελα να καταθέσω τις σκέψεις μου.

Γιατί επέλεξα το συγκεκριμένο θέμα;

Το επέλεξα, διότι, πρώτον, με απασχολεί μανικά-δημιουργικά από την εφηβική μου ηλικία και, δεύτερον, το θεωρώ καίριο, όσο ποτέ άλλοτε. Θα το ενέτασσα σε μία ευρύτερη θεματική με κέντρο τον ανθρωπολογικό τύπο του σήμερα. Στη θεματική αυτή μπορούμε να εντάξουμε επιμέρους θεματικές, όπως ο σύγχρονος μηδενισμός, ο σημερινός φιλοσοφικός-οντολογικός προβληματισμός, οι ανακαλύψεις της κβαντομηχανικής και οι προεκτάσεις τους στο φιλοσοφικό-οντολογικό πεδίο, η γλώσσα μέσο υπαρξιακής ελευθερίας, η γλώσσα και η ταυτότητα, η ευρωπαική ταυτότητα, η ελληνική ταυτότητα. Στην εποχή μας με την παγκοσμιοποίηση, έχει αποκτήσει σημαντική επικαιρική διάσταση.

Ο στόχος αυτού του δοκιμίου δεν είναι σε καμία περίπτωση ηθικοδιδακτικός, ειδικά όταν μιλάμε για τέτοια ζητήματα. Το ζητούμενο είναι η θέση της ερώτησης. Η απόλυτη κατάφαση ή άρνηση δεν βοηθάει την πραγμάτευση αυτού του θέματος. Το πιο σημαντικό είναι να τεθούν οι προβληματισμοί, να προκληθούν εναύσματα και ερωτήματα, για περαιτέρω επεξεργασία. Παραφράζοντας τον Heidegger «die Frömmigkeit des Denkens sei das Fragen»[1] θα έλεγα ότι η σκέψη στέκεται με ευλάβεια απέναντι στην ερώτηση.

Η συζήτηση περί ταυτοτήτων είναι ευρωπαϊκό και διεθνές φαινόμενο. Σήμερα τέτοιες συζητήσεις κινδυνεύουν, δυστυχώς, ειδικά στην Ελλάδα, από την έπαρση της βεβαιότητας και τον φανατισμό. Εδώ θέλω να θέσω τον προβληματισμό επάνω στην ταυτότητα αυτήν καθ’ αυτήν.[2] Ως γεγονός, ως βίωμα, ως νομικό έγγραφο, ως κάτι άλλο; Aυτό θα προσεγγίσουμε.

Ο τίτλος του θέματος είναι: Αναζητώντας ταυτότητα σε εποχή μετά-νεωτερική. Ορισμοί – βασικές αποσαφηνίσεις.

Πρέπει δηλαδή να προσδιορίσουμε την μετανεωτερική εποχή-μετανεωτερικότητα και ταυτότητα.

Εδώ θα ήθελα να προλάβω αυτούς που θα ρωτήσουν γιατί χαρακτηρίζεται η εποχή μας ως μετανεωτερική. Γιατί αυτός ο όρος και όχι κάποιος άλλος ενδεχομένως; Μήπως αυτό εμπεριέχει κάποια αυθαιρεσία; Θα έλεγα όχι. Ο όρος μετανεωτερικός, πολύσημος, αμφίσημος από τη μία, από την άλλη περιεκτικός κρίνεται προτιμητέος. Προκρίνω αυτόν τον προσδιορισμό για την εποχή μας, ως τον πληρέστερο, γιατί ακριβώς μας βοηθάει να εστιάσουμε στις σημαντικές αλλαγές που συντελέστηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, να προσεγγίσουμε τα ουσιώδη και εννοώ, κυρίως, την αλλαγή του ανθρωπολογικού μοντέλου και την υφιστάμενη κρίση του, χωρίς να χαθούμε στα επιμέρους, ανάλογα και με τις ιδεοληψίες του καθενός.

Λόγω και του περιορισμένου χώρου θα προσπαθήσω να θίξω τα βασικά σημεία.

Α) Μετανεωτερική εποχή-Μετανεωτερικότητα (ή όπως αναφέρεται ως μεταμοντερνισμός): Τί είναι μετανεωτερικότητα; Μήπως υπάρχει και προνεωτερικότητα ή και νεωτερικότητα; Σε γενικές γραμμές, παρόλες τις επιμέρους εκδοχές και απόψεις (άλλωστε έχουν γραφτεί τόσα πολλά και οι προσεγγίσεις είναι ποικίλες) θα έλεγα –εδώ, εκφέρω προσωπική γνώμη, μέσα από το πρίσμα ενός ανθρώπου που γεννήθηκε στην μετανεωτερικότητα – για να μπορέσουμε να βρούμε μία βάση κατανόησης, ότι:

1) Η προνεωτερικότητα (promodernité) είναι η περίοδος που τερματίζεται με την Γαλλική Επανάσταση, η οποία αποτελεί ορόσημο από πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής, φιλοσοφικής πλευράς. (lancien régime, l’état cest moi). Σ’αυτήν υπήρχε το άτομο της φεουδαρχίας, του μεσαίωνα, το υποταγμένο στον Θεό και τη θρησκεία (καθολικισμός), η αναγκαστική πίστη στο γεωκεντρικό σύστημα του Πτολεμαίου και στην προκρούστεια δυτική πρόσληψη του Αριστοτέλη. Η μεσαιωνική ιστορία ήταν περιστρεφόμενη γύρω από τον Θεό, ο άνθρωπος ήταν απών, δεν ήταν υπεύθυνος για το πεπρωμένο του, ήταν πλήρως υποταγμένος στα φεουδαλικά και αυταρχικά θρησκευτικά συστήματα. Ο Πάπας, ο Βασιλιάς, ο εκάστοτε Ηγεμόνας ήταν αυτοί που όριζαν την ζωή του.

2) Η νεωτερικότητα ( modernité) είναι η περίοδος μέχρι την δεκαετία του 1960 ή ως την πτώση του τείχους (προτιμώ αυτό το χρονικό όριο της κομμουνιστικής κατάρρευσης-τέλους ιδεολογιών): ως η αλλαγή του ταυτοτικού-ατομικού, ταυτοτικού-συλλογικού και θεσμικού προτύπου. Ο άνθρωπος από δούλος έγινε Άτομο, κατοχυρωμένο νομικά, ατομικά προστατευμένα δικαιώματα, κοινοβουλευτική-αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αυτοδιαχειριζόμενο, υπεύθυνο, τώρα πια είναι το κέντρο αναφοράς, εκείνο τροφοδοτεί και νοηματοδοτεί την ιστορία. Είναι ο πρωταγωνιστής, ο Δημιουργός. Ο νεωτερικός άνθρωπος εκθρόνισε τον μεσαιωνικό Θεό. Έγινε κυρίαρχο, αυτεξούσιο ον. Η Λογική και η Επιστήμη κατευθύνουν τα πάντα. Η Λογική και η Επιστήμη τώρα διαμορφώνουν τον κόσμο. Ανακαλύπτει τους μηχανικούς-αιτιοκρατικούς νόμους της ύπαρξής του. Θεωρεί τον εαυτό του μία αυτολειτουργούμενη μηχανή. Η αναγκαστική νομοτέλεια αποτελεί τον οδοδείκτη της ύπαρξής του στον πλανήτη. Ενθουσιάζεται με τα μηχανόμορφα δημιουργήματά του και ατενίζει με αισιοδοξία το μέλλον. Ο Θεός βρέθηκε στον «σκουπιδοντενεκέ» της νεώτερης ιστορίας. Προσπαθεί να ανακαλύψει τους Αιώνιους φυσικούς Νόμους. Η Φύση έγινε μέσο χειραγώγησης και άσκησης εξουσίας. Άρχισε να οργανώνεται σε συστήματα και να τυποποιεί τον τρόπο ζωής του και την παραγωγή.

3) Η μετανεωτερική εποχή-μετανεωτερικότητα (postmodernité):

Η μετανεωτερικότητα θα μπορούσε να οριστεί, κατά τη γνώμη μου, μετά την δεκαετία του 1960, Μάης 1968 ή μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Προτιμώ το δεύτερο, διότι μετά την πτώση γκρεμίζεται ιστορικά και συνειδησιακά ο έτερος πόλος. Ας μου επιτραπεί εδώ -ίσως αυθαίρετα;- να τονίσω ότι για εμάς που βρισκόμαστε στην ηλικία των τριάντα, η πτώση αποτελεί γεγονός καίριο, αφετηρία και τέλος συνάμα. Προσωπικά βιούμενο πάντα, θεωρώ ότι μετά το 1989 κάτι άλλαξε σημαντικά στο γίγνεσθαι του πλανήτη. Επήλθε το τέλος και η κατάρρευση των ιδεολογιών (leffondrement). Η μετανεωτερικότητα αρχίζει, θεωρώ, με την πτώση του τείχους. Το πρόβλημα της ταυτότητας του σημερινού ανθρώπου ξεκινάει και εμφανίζεται απτά, σε όλες του τις εκφάνσεις μετά την πτώση του σιδηρού παραπετάσματος. Το γεγονός αυτό, αποτελεί ορόσημο, δημιουργείται ένα ρήγμα, μία στροφή, αυτό είναι η μετανεωτερικότητα. Η διάρρηξη ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 και ολοκληρώθηκε το 1989. Ο όρος μετανεωτερικότητα θεωρώ ότι εγκολπώνει τα νεοπαγή στοιχεία του καιρού μας (προσωπικά προτιμητέος από αυτόν του μεταμοντερνισμού). Είναι η μετάβαση προς έναν άλλο δρόμο, ένα διαφορετικό ζητούμενο. Αυτό το πέρασμα, αυτήν την νέα εποχή, που έχει εγκαινιαστεί έκδηλα, θεωρώ ότι εκφράζει πλέρια ο χαρακτηρισμός (διεθνώς) μετανεωτερικότητα (postmodernity, postmodernité).

Χαρακτηριστικά μετανεωτερικής εποχής-μετανεωτερικότητας:

Ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών, εμφάνιση καινούργιων ασθενειών, κίνδυνος πλανητικού οικολογικού αφανισμού, παγκοσμιοποίηση, κατάργηση συνόρων, καταναλωτισμός και Μακ Κόσμος, πολιτισμική ομογενοποίηση, τεχνομεσσιανισμός (η καινούργια μεταφυσική του ανθρώπου, η πίστη ότι η επιστήμη και η τεχνολογία θα λύσουν όλα μας τα προβλήματα. Θυμάμαι μου είχε πει κάποιος θετικός επιστήμονας ότι θα πατάω ένα κουμπί και θα μου λέει αν υπάρχει Θεός!). Αξιομνημόνευτες οι απόψεις περί τέλους της Ιστορίας (Φουκουγιάμα), σύγκρουσης πολιτισμών (Χάντιγκτον), στρατιωτικής ισχύος και δη ΗΠΑ, απαλλαγμένης από νοσηρούς ευρωπαικούς συναισθηματισμούς (Ρόμπερτ Κέιγκαν). Εμφανίζονται τελευταία θεσμικές δυσλειτουργίες, προβληματικό το κοινωνικό συμβόλαιο, το κοινωνικό consensus, η ίδια η λειτουργία της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης.

Χαρακτηριστικά μεταμοντέρνου ατόμου:

Εδώ θα σκιαγραφήσω, όπως εγώ αντιλαμβάνομαι, τον μεταμοντέρνο τύπο.

Ζει στην virtual reality, εικονική πραγματικότητα, τα πάντα τρέχουν ασταμάτητα, το άτομο αδυνατεί να παρακολουθήσει τους ιλιγγιώδεις εξελικτικούς ρυθμούς, την ώρα που πάει να παγιωθεί κάτι μέσα του, αναστατώνεται διαφημιστικά, το καινούργιο τείνει να αμφισβητεί αυτό, που για λίγο θεωρούσε μόνιμο. Τα πάντα είναι σχετικιστικά, μεταβαλλόμενα, ο καθένας ζει για τον εαυτό του. Ο μεταμοντέρνος τύπος έχει αρχίσει να μην πιστεύει σε τίποτα, αμφισβητεί άλογα τα πάντα, απελπισμένος. Θρυψαλλιάζεται ως μέρος του συστήματος, μηδενίζεται ασταμάτητα κυνηγημένος. Η ελευθερία αποψιλώθηκε. Ο μεταμοντέρνος τύπος βιώνει την ελευθερία ως ένα επιπλέον εμπορικό προϊόν, με σκοπό την κατανάλωση. Μόνος του επιλέγει, αποθεώνοντας τις όποιες ενστικτώδεις επιθυμίες του, δεν σχετίζεται κοινωνικά, τα ατομικά δικαιώματα έγιναν και αυτά διεκδίκηση, βασανιστικά ατομικιστική. Παρακολουθεί κυρίως εικόνα, δεν συμμετέχει.

Ένα ιδιαίτερο επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι ζει μέσα σε συστήματα, όπου ο άνθρωπος ενεργεί μέσω απρόσωπων μηχανισμών με βάση αυστηρά τυποποιημένες λειτουργίες. Ο άνθρωπος των συστημάτων έγινε μία μηχανή, που υπακούει σε απρόσωπες κοινωνικές δομές. Ολίγοι έχουν ρόλο μάνατζερ-διαχειριστή (διευθύνοντος συμβούλου, γενικού διευθυντή, golden boy) και οι πολλοί είναι καταναλωτές-χρήστες-παθητικοί δέκτες. Αυτή είναι η σύγχρονη ανθρωπολογική διάκριση. Ακόμα και η σημερινή παιδεία είναι η αναπαραγωγή του συστημικού αυτού διπόλου. Γνώσεις αγοραίες, χρήσιμες συστημικά, απρόσωπες, που διαμορφώνουν μία αντίστοιχη νόηση και σκέψη, αριθμητική, ποσοτική, τυποποιητική.

Ειδικά στην Ευρώπη το άτομο κατέρρευσε μετά τον απηνή χιτλερικό φασισμό, τον επαίσχυντο σταλινισμό και τη διάψευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Στην Αμερική αυτή η κατάρρευση σε όλη της την έκταση ήλθε ως λαίλαπα Big Brother, Mac World, μέσω της μαζοποίησης και της τυποποίησης, η οποία εμφανίστηκε και στις δυτικές χώρες και τώρα στις ανατολικές-τέως σοβιετικές.

Εντός, λοιπόν, αυτού του πλαισίου και ο Έλληνας μπήκε σε αυτό το κλίμα, διότι πολύ απλά δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, καθ’ότι οι ταχύτητες και οι νεόφυτες ανάγκες των καιρών απαιτούσαν συγχρονισμό. Άλλαξε ταυτότητα γενικά, συλλογικά, κοινωνικά, ατομικά. Οι ιδεολογίες γκρεμίστηκαν, οι πολιτικές ομογενοποιήθηκαν. Υπάρχει πια εξάρτηση ασφυκτική από τον ξένο παράγοντα, μέσα σε ένα παγκόσμιο σύστημα, που μετατρέπεται πια (αναγκαστικά;) σε άκρατο μιμητισμό, ψιττακισμό.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό μπορούμε να προβληματιστούμε ταυτοτικά;

Β) ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Σ’ αυτές τις παγκόσμιες συνθήκες, τοποθετείται και η ίδια η ταυτότητα per se. Έννοιες αλληλένδετες η μετανεωτερικότητα και η ταυτότητα, καθώς η ταυτότητα δεν είναι νεκρό γράμμα, αλλά έχει σαφέστατα μία προσδιοριστική χρονικότητα-ιστορικότητα. Ας δούμε εάν η ταυτότητα διαδραματίζει κάποιο ρόλο για τον άνθρωπο του σήμερα, αν αποτελεί εγγενές, συστατικό στοιχείο της προσωπικότητάς του ή υφίσταται πιέσεις αποδόμησης (déconstruction), που καθιστούν έτσι όποια προβληματική επί του θέματος μάταιη. Το γεγονός αυτό καθίσταται ειδικά στην εποχή μας επίκαιρο, που μηχανισμοί τυποποιητικοί φτειάχνουν κόπιες και το άτομο ατομικά ή συλλογικά έχει περιθωριοποιηθεί, χωρίς ρόλο ενεργό, σε μία ταυτότητα-μήτρα που δεν είναι πραγματικά ταυτότητα, διότι ελλείπει (;) το καθοριστικό στοιχείο της πρωταρχικής και πρωτοβουλιακής διαμόρφωσης, της αυτενέργειας.

Θα ξεκινήσω το κεφάλαιο της ταυτότητας προσπαθώντας να την ορίσω. Θα αποπειραθώ να ψηλαφήσω το σημαινόμενο (σημασία της λέξης), για να αποσαφηνιστεί αρχικά το σημαίνον (ταυτότητα) και να ξέρουμε γιατί μιλάμε. Το θέμα είναι πολύ δύσκολο, καθ’ότι υπάρχει και το πρόβλημα της εύρεσης ενός κοινού γλωσσικού κώδικα επικοινωνίας. Οι προκαταλήψεις και οι αγκυλώσεις εμποδίζουν μία τίμια, απερίσπαστη και ακομπλεξάριστη συζήτηση.

Ας προσεγγίσουμε, καταρχήν, λεξικογραφικά τις έννοιες[3]:

Τί είναι ταυτότητα (identité);

Το σύνολο των στοιχείων που συνιστούν τη μοναδικότητα κάθε ατόμου ή ενός συνόλου, που επιτρέπουν να αναγνωρίζεται ως τέτοιο και να μην συγχέεται με κάποιο άλλο: Για το κράτος, η λέξη «ταυτότητα» έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο: μια φωτογραφία με ορισμένα ατομικά «στοιχεία» (όνομα, επώνυμο κ.λπ.), τυπωμένα σε ένα «δελτίο». Το «δελτίο αστυνομικής ταυτότητας» παραπέμπει σε ένα μοναδικό, ξεχωριστό άτομο, σε μία ταυτοτική προσδιοριστική, απαραίτητη για τις δικαιοπρακτικές του σχέσεις.

Η έννοια της ταυτότητας προσδιορίζεται καλύτερα και διακρίνεται από άλλες επαλλάσσουσες, παρεμφερείς έννοιες όπως:

Η υπηκοότητα (citizenship, citoyenneté, Staatsangehörigkeit): Ο νομικός δεσμός ενός ατόμου με κάποιο κράτος- έννομη τάξη. (Είναι χαρακτηριστικό ότι και στις τρεις γλώσσες, ετυμολογικά, το σημαντικό στοιχείο είναι αυτή η νομική σχέση με κάποια υπέρ-ατομική εξουσία).

Η ιθαγένεια (nationalité): Εκ του ιθύς, ευθύς και γένος, γίγνομαι. Ο νομικός δεσμός που συνδέει ένα πρόσωπο με ορισμένο κράτος, με βάση το οποίο το πρόσωπο καθίσταται πολίτης του κράτους αυτού.

Στον λεξικογραφικό ορισμό πρέπει να συμπληρώσουμε ότι η ειδοποιός διαφορά της ιθαγένειας είναι η γέννηση του ατόμου εντός των ορίων της κρατικής επικράτειας, σε αντίθεση με την υπηκοότητα που δεν το προϋποθέτει.

Η προσωπικότητα (personnalité) του ατόμου είναι το σύνολο των φυσικών, πνευματικών, ψυχικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών ενός προσώπου, το σύνολο των επιμέρους στοιχείων που εξατομικεύουν και χαρακτηρίζουν ένα πρόσωπο. Η ιδιότητα του να είναι κάτι ξεχωριστό, να έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα που το ξεχωρίζουν από τα όμοιά του.

Η ιδιαιτερότητα (particularité): Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κάνουν κάτι να ξεχωρίζει από τα άλλα.

Η νοοτροπία (mentalité): Εκ του νοέω-ώ και τρόπος, ο ιδιαίτερος τρόπος σκέψης ατόμου ή ομάδας, τα χαρακτηριστικά της νόησης και της αντίληψης (κάποιου).

Η ιδιοσυγκρασία: Εκ του κεράννυμι, αναμειγνύω με έναν τρόπο ίδιον, ιδιαίτερο, μοναδικό. Ο ιδιαίτερος τρόπος κατά τον οποίο εκδηλώνεται και αντιδρά κανείς, ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνει κανείς τον ψυχικό του κόσμο.

Η ιδιοπροσωπία: Η ιδιαίτερη μορφή της προσωπικότητας κάποιου, η ιδιαιτερότητα (κάποιου ως ανθρώπινης οντότητας), η ξεχωριστή φυσιογνωμία, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας.

Θα προσέθετα ότι είναι το σύνολο των ιδιαίτερων εκείνων χαρακτηριστικών, που καθιστούν το πρόσωπό μας, δηλαδή την φυσιογνωμία μας, τον τρόπο που αποκαλύπτουμε τον εαυτό μας στους άλλους μέσα από τα ενεργήματά μας, μοναδικό, ξεχωριστό.

Σε συλλογικό επίπεδο η ταυτότητα αποτελεί στοιχείο εθνικά προσδιοριστικό, κοινωνικό, γεωγραφικό, θρησκευτικό. Εδώ, λόγω και του περιορισμένου χώρου δεν θα επεκταθώ στα επιμέρους, για να ορίσω ποια είναι για παράδειγμα η εθνική ταυτότητα ή η εθνική ταυτότητα του σημερινού Έλληνα, ζητήματα άκρως ενδιαφέροντα και επίκαιρα. Με ενδιαφέρει αποκλειστικά εδώ η ταυτότητα ipso facto, ως υπαρκτικό γεγονός, ως έκφραση του ανθρώπινου Είναι, συλλογικού και ατομικού.

Συνοψίζοντας, θα όριζα την ταυτότητα ως το σύνολο εκείνων των γνωρισμάτων, τα οποία φανερώνουν την μοναδικότητά μας. Είναι το άθροισμα εκείνων των στοιχείων, τα οποία διαμορφώνουν την συλλογική ή ατομική ενoείδεια, η οποία διαφοροποιεί άτομα-πρόσωπα από άλλα ή συλλογικές οντότητες, συλλογικότητες από άλλες όπως πχ το έθνος, τους πιστούς μιας θρησκείας ή ακόμη (δευτερευούσης σημασίας βέβαια) και τους αφιονισμένους οπαδούς ενός κόμματος ή μίας ομάδας.

Στις μέρες μας αυτή η συζήτηση αν μη τι άλλο είναι ελκυστική, καθώς σήμερα πια αμφισβητείται γενικά η ταυτότητα, ως ανάγκη, ως αναζήτηση, ως στοιχείο υπαρκτικό, υπόστασης του ατόμου ή μιας συλλογικότητας. Έχουμε αποφασίσει ότι μας αρκούν οι τυποποιημένες ταυτότητες (identités standardisées), μέσω των τυποποιητικών, καταναλωτικών μηχανισμών που τις παράγουν. Η συζήτηση περί ταυτότητας, επίσης, μονοπωλείται από την συζήτηση περί εθνικής ταυτότητας, λόγω μεγαλύτερης σπουδαιότητας, ιστορικής παράδοσης και επηρεασμού παγκόσμιων εξελίξεων ως τις μέρες μας, αλλά δεν εξαντλείται, κατά τη γνώμη μου, μόνο εκεί. Αυτό ας το συνειδητοποιήσουμε. Το ζήτημα δεν είναι η εθνική ταυτότητα, αλλά γενικά η ταυτότητα ως ανάγκη της ύπαρξής μας. Σήμερα η εποχή μας είναι καθαρά αντιταυτοτική, θα τη χαρακτήριζα παγκοσμιοτική, ομογενοποιητική, πράγμα που θέτει, έτσι ένα γενικότερο ζήτημα. Όταν κάποιοι λένε δεν με ενδιαφέρουν οι ταυτότητες, όλοι είμαστε όμοιοι, ίσοι, ίδιοι, αν το εξετάσουμε βαθύτερα θα δούμε μία υπαρξιακή φοβία προς τη διαφορετικότητα. Νομίζεις και είναι ψυχαναγκαστικό ζητούμενο η πολτοποίηση. Το καταμεμυττωτευμένον πάσης φύσεως υλικό στο αριστοφανικό γουδοχέρι, επιβάλλεται πολλές φορές ως τροφή του σημερινού ανθρώπου.

Και εδώ ξεκινάει ο προβληματισμός:

Μπορούν οι συλλογικότητες και το άτομο ως οντότητες, να αναφέρονται σε κάτι υπαρκτό και όχι σε κάτι ανύπαρκτο, ως κάτι με το οποίο κατανοούμε τους εαυτούς μας (εαυτότητα: την ιδέα που σχηματίζουμε για τον εαυτό μας ατομικά ή συλλογικά); Και επειδή, προφανώς, δεν είναι μία μόνο, η περί εαυτού ιδέα, ούτε στάσιμη είναι, αντιθέτως, είναι έννοια πολυεπίπεδη και πολυεκδοχική, αναγόμενη στο παρελθόν, θεάται το μέλλον. Αναχωνεύει στοιχεία ετερόκλιτα, παίρνει από το παρελθόν τα δομικά υλικά και με βάση το παρόν διαμορφώνεται το μέλλον. Γεγονός διαπροσωπικό, διανθρωπικό και ατελεύτητο. Καινούργιες ατομικές συμπεριφορές, καινούργια πρότυπα, καινούργια υπερκρατικά σχήματα, οργανισμοί και συλλογικότητες. Νέα σχεδιάσματα, νέα δημιουργήματα.

Ως πολίτης του 21ου αιώνα, μακριά από επιπολαιότητες, αφορισμούς και υπεραπλουστεύσεις μαζικής φύσεως, θεωρώ ότι η αναζήτηση ταυτότητας είναι καθαρά ζήτημα υπαρκτικό. Είναι υπαρκτικά αναγκαίο, χωρίς αυτό ακυρωνόμαστε ως ετερότητες, προσωπικές και συλλογικές. Υφιστάμεθα μία κατάρρευση, την οποία ατομικά και συλλογικά βιώνουμε. Η ταυτότητα μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή της αλλοτρίωσης.

Κυρίαρχα ρεύματα σήμερα, αλλά και στο παρελθόν, που είχαν ως κύριο άξονά τους τον ταυτοτικό ή μη προσδιορισμό (με θετική βέβαια στην αρχή συνεισφορά και κατόπιν αρνητική) είναι ο εθνικισμός (παθολογικός ταυτοτισμός-φυλετισμός), ο εθνο-ταυτοτικός μηδενισμός, ο θρησκευτικός ταυτοτικός προσδιορισμός (Ελλάδα=χριστιανισμός ή δωδεκαθεϊσμός), καθώς και ο ταξικός ταυτοτικός προσδιορισμός (εκμεταλλευτές-ιμπεριαλιστές-κάτοχοι των μέσων παραγωγής και εκμεταλλευόμενοι-προλετάριοι-λαός-εργάτες).

Θα προσέθετα, προσωπική εκτίμηση κάνω, και αυτόν που έχει εμφανιστεί τις τελευταίες δεκαετίες -σκοπίμως τον εντάσσω σε μία ξεχωριστή κατηγορία:

Θα τον αποκαλούσα καταναλωτικό ταυτοτισμό, μέσω της διαφήμισης, των media, της ευδαιμονοθηρικής επιβαλλόμενης κατασφάλισης. Δεν έχει στο υπόστρωμά του κάποιον προηγούμενο ταυτοτικό ή μη προσδιορισμό. Ζητούμενο είναι η αύξηση της καταναλωτικής ευχέρειας. Το άτομο επιβεβαιώνεται, ανακουφίζεται, καταξιώνεται καταναλώνοντας. Είναι νεόφυτος ταυτοτικός τύπος σε παγκόσμια κλίμακα.

Όσον αφορά τη χώρα μας τρεις ήταν οι ταυτοτικοί προσδιορισμοί που κυριάρχησαν και σημάδεψαν την ιστορία του νεώτερου κρατικού ελληνισμού, πάλι δυστυχώς με κατάληξη αρνητική.

1) Ο εθνοφυλετισμός-θρησκευτισμός κατά το πατρίς, θρησκεία, οικογένεια που εξευτελίστηκε από τη χούντα.

2) Ο λεγόμενος υπαρκτός σοσιαλισμός με τα επακόλουθά του στον ελληνικό χώρο σε όλα τα επίπεδα, που τελικά αποδείχτηκε φενάκη.

3) Ο δυτικός ευρωπαϊκός μονόδρομος δημιούργησε μία νέα ταυτότητα. Από την δουλική μίμηση της Δύσης, αρχής γενομένης από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τη σημερινή αμερικανοποίηση, δυτικοποίηση σε όλα τα επίπεδα.

Από τη μία, κοινό χαρακτηριστικό των δύο πρώτων ήταν ότι επικράτησαν βιαίως και κατέρρευσαν κραυγαλέα. Το πρώτο μετά την χούντα, το δεύτερο μετά το 1989. Το τρίτο ήταν μία ιδεολογική, προπαγανδιστική πορεία, που πήγαζε και από την καχεξία και την ανημπόρια του ταλαιπωρημένου εν γένει ελληνισμού. Οι ποικίλες αντιξοότητες έκαμψαν τις αντιστάσεις του και αυτό που προείχε ήταν να βρεθεί ένα στήριγμα, ένας άμεσος στόχος, ο εκσυγχρονισμός, ο εκμοντερνισμός, φαινόμενα που καλώς ή κακώς συνδέονται και με μία νοοτροπία απόλυτης λατρείας για το λαμπυρίζον ξένο. Ήταν ίσως μονόδρομος. Φαίνεται όμως ότι και αυτό έχει οδηγήσει σε ανθρωπολογικό αδιέξοδο.

 

Συμπεράσματα
Αναρωτιέμαι εν τέλει, η ταυτότητα είναι κάτι φυλετικό, χρωματικό, DNA, αστυνομικό δελτίο, ιδεολογική προπαγάνδα πάσης φύσεως; Είναι έννοια μονοδιάστατη; Τα ερωτήματα καίρια και εύλογα.

Το ζήτημα που γεννιέται, λοιπόν, είναι η ανανοηματοδότηση της ταυτότητας. Θα μου επιτρέψετε, το λέω ίσως λίγο αφοριστικά, να μην κάνουμε αναφορά σε δευτερεύουσες ταυτοτικές προσδιοριστικές, που δεν καθορίζουν σοβαρά το μέλλον ατόμων και κοινωνιών πχ οι αφιονισμένοι οπαδοί μίας ομάδας.

Μπορούμε δηλαδή να μιλήσουμε για μία νέα ταυτότητα; Εδώ τίθεται ένα ζήτημα. Θα έλεγα ναι, μιλάμε ή είναι αναγκαίο και αναπόφευκτο να μιλήσουμε για νέα ταυτότητα, η οποία όμως θα πρέπει να αναζητηθεί, σε όχι δογματικές και χρησιμοποιημένες αφετηρίες.

Και εκεί βρίσκεται ο πυρήνας της, στην καθαρά υπαρκτική της πλευρά, ως ανάγκη, ως βίωμα, ως πολιτισμική πρόταση, ως τρόπος του βίου, ως κάτι τόσο θεμελιώδες, που χωρίς αυτό δεν νοηματοδοτείται η ύπαρξη. Προσέξτε τις λέξεις που χρησιμοποιώ, είναι πολύ συγκεκριμένες και προσπαθούν να αποδώσουν όσο γίνεται πλέρια την έννοια της ταυτότητας.

Για να το πω πιο απλά: Αν δηλαδή η όλη προβληματική περί ταυτότητας και το ίδιο το ταυτοτικό γεγονός έχει αξία για την ύπαρξή μας, όχι ιδεολογική, ψυχοσυναισθηματική, αλλά αντίθετα, θεμελιώδη, που ικανοποιεί τις υπαρκτικές μας ανάγκες, εμπλουτίζει την προσωπικότητά μας ατομική και συλλογική. Γιατί πιστέψτε με αν είναι κάτι που δεν αξίζει, τότε δεν υπάρχει λόγος να μιλούμε γι’αυτό.

Και πάμε στα ερωτήματα. Η ταυτότητα μήπως εκφράζει μία απαράμιλλη συναρπαστική ενικότητα, η οποία δημιουργείται από τα σύνολα συμβεβηκότα, από τις ανάγκες της ύπαρξης, της δίψας για ζωή, της νοηματοδότησης του βίου, έτσι όπως οριοθετούνται από κάθε συλλογικότητα ή ατομικότητα; Μήπως η κάθε ταυτότητα αποτελεί απάντηση στα καίρια ερωτήματα της ίδιας μας της ζωής; Έναν ιδιάζοντα τρόπο στο υπάρχειν; Ένας λόγος περί του όντος της ύπαρξής μας;

Η όλη προβληματική ξεκινάει, κατά τη γνώμη μου, από λόγους καθαρά υπαρκτικούς-οντολογικούς. Να ορίσουμε και να νοηματοδοτήσουμε την ζωή μας μέσα από μία ταυτότητα, που θα δείχνει τη σχέση μας με το υπαρκτό, τον κόσμο και τα άλλα όντα. Ως κάτι που δίνει τέτοιο νόημα στην ύπαρξή μου, που χωρίς αυτό η ζωή μου δεν έχει κανένα νόημα, ακυρώνεται. Η ταυτότητα είναι πάλη με το ίδιο το νόημα της ύπαρξης. Η ταυτότητα είναι ένας τρόπος να φωτίσουμε την ίδια μας την ύπαρξη και τον θάνατο ή την αθανασία της. Μήπως μπορούμε να δούμε την ταυτότητα από μία άλλη οπτική; Μήπως μας αίρει από το υπαρξιακό μηδέν;

Δεχόμαστε ως βάση ότι ο άνθρωπος είναι ένα εξελιγμένο δαρβινικά θηλαστικό, που έρχεται και παρέρχεται χωρίς νόημα και σκοπό; Αφήνει κάτι πίσω του; Μήπως η ταυτότητα αποτελεί ίχνος αθανασίας; Οδοδείκτη προς το διαφορετικό της ύπαρξης, ο οποίος στέκεται αντίβαρο στην υπαρξιακή μας ανεστιότητα;

Το ύψιστο πρόβλημά μας σήμερα και ίσως από πάντα ήταν και είναι αρχικά η επιβίωση. Ας υποθέσουμε ότι λύνουμε την επιβίωση. Στην Αφρική, στην Ασία σε κάθε χώρα του πλανήτη δεν θα υπάρχει πρόβλημα βιωτής. Η ζωή θα αναπαράγεται θηλαστικά, μηχανικά, φυτικά. Η νοηματοδότηση σταματάει εδώ; Μήπως μου λείπει κάτι; Κρίση νοήματος; Μήπως αυτή η υλική υπερπλήρωση οδηγήσει σε άλλες αναζητήσεις; Πέρα από το ασφυκτικά φθαρτό, από την μίζερη και νεκρωμένη μηχανοποιημένη βιωτή; Μήπως αποτελεί ζήτημα προσωπικής αξιοπρέπειας και υπαρξιακής ελευθερίας;

Ο Wittgenstein, αναφερόμενος στη νοηματοδότηση του βίου δηλώνει στην πραγματεία του Tractatus logicophilosophicus (6.41): «Το νόημα του κόσμου βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Στον κόσμο τα πάντα είναι όπως είναι, τα πάντα συμβαίνουν όπως συμβαίνουν. Μέσα στον κόσμο δεν υπάρχει αξία – κι αν υπήρχε, δεν θα είχε αξία…Διότι όλα τα συμβαίνοντα (εννοεί της Φύσης-Κόσμου)…είναι τυχαία. Αυτό που δεν είναι τυχαίο, δεν μπορεί να βρίσκεται στον κόσμο, διότι θα ήταν και αυτό πάλι τυχαίο» (Der Sinn der Welt muß außerhalb ihrer liegen. In der Welt ist alles wie es ist und geschieht alles wie es geschieht; es gibt inihr keinen Wert – und wenn es ihn gäbe, so hätte er keinen Wert… Denn alles Geschehen … ist zufällig. Was es nicht-zufällig macht, kann nicht inder Welt liegen; denn sonst wäre dies wieder zufällig)[4].

Ας δούμε, λοιπόν, την ταυτότητα ως διαφορετική νοηματοδότηση του βίου, ως τρόπο εύρεσης νοήματος σε διάφορες διαβαθμίσεις, ατομικές και συλλογικές. Θα κάνω ένα βήμα παραπέρα. Η ατομική λοιπόν ταυτότητα (άτομο), η συλλογική ταυτότητα (έθνος) και η οικουμενική ταυτότητα (ευρωπαϊκή, διεθνική) μήπως είναι εν τέλει έννοιες, που φανερώνουν διαφορετικές νοηματοδοτήσεις, διαφόρων επιπέδων, αλληλοπλεκόμενες και όχι αλληλοαποκλειόμενες; Αν δούμε την ταυτοτική, ατομική νοηματοδότηση ως φωτισμό της συλλογικής και αυτής ως μιάς οικουμενικής, μήπως τελικά αίρονται κάποιες χρόνιες στρεβλώσεις που καθήλωσαν τον προβληματισμό και τη σκέψη μας; Αν δηλαδή το όλον αποτελείται από επιμέρους και τα επιμέρους από άλλα μερικότερα, που το καθένα διατηρεί την υπαρκτική του ετερότητα και ιδιοπροσωπία, αντλώντας στοιχεία και δίνοντας, σε μία συνεχή ώσμωση, που κομίζεις ετερότητα και λαμβάνεις ετερότητα, χωρίς να σχίζεσαι, μήπως τελικά μπορούμε να καταλήξουμε κάπου; Μήπως βρήκαμε κάποιον οδοδείκτη;

Η όλη προβληματική πάνω στο θέμα της ταυτότητας είναι κατά τη γνώμη μου συναρπαστική και θεμελιώδης, γιατί σχετίζεται ιδιαζόντως με τη δημιουργικότητα του ανθρώπου. Τα ίδια τα άτομα, κοινωνοί, πολίτες αποφασίζουν και διαχερίζονται την αυτοεικόνα τους. Το πρόβλημα είναι αν ενδιαφέρονται για μία απροσμάχητη, συνεχή, εξελισσόμενη ταυτοτική αναζήτηση.

Εδώ θα έλεγα ότι είναι ζήτημα παιδείας-εκπαίδευσης, αναγκών και ιεράρχησης, προτεραιοτήτων και ποιοτήτων.

Δυστυχώς, αυτά τα θέματα φαίνονται μακριά από εμάς. Η ταυτότητα του σημερινού ανθρώπου είναι καθαρά εγκατεστημένη σε ένα πλαίσιο ασφυκτικά ατομικιστικό, καταναλωτικό, ευδαιμονιστικό, με προέκτασή του την κομματική αποθηρίωση και την κοινωνική διάλυση.

Στόχος μου ήταν να θέσω το πρόβλημα σε μία βάση γενικότερη. Το ίδιο το θέμα έχει πολλές παραλλαγές, όπως τόνισα πριν.

Η ταυτότητα αποτελεί εξωτερικευμένη δηλωση του υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού, να υπάρξει. Καθορίζεται από το επίπεδο της συνείδησής του, τις γεωπολιτικές, τις γεωγραφικές, τις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες και τις εν γένει ανάγκες-ιεραρχήσεις του. Ο εμπλουτισμός της συνείδησης και το ξεκαθάρισμα των στόχων αποτελεί καίριο ζήτημα.

Η ταυτότητα ως μέσο νοηματοδότησης, συλλογικής και ατομικής, ως πρόταση υπαρκτικής ετερότητας και τρόπου βίου, αποτελεί ένα μέσο αναμέτρησης με το υπαρκτό, με το όλον που μας περιβάλλει.

«Ένα εργαλείο που θα μας βοηθήσει να δώσουμε μορφή και νόημα στην άμορφη, άμυαλη απεραντοσύνη», όπως πραγματευόταν ο Καζαντζάκης στην Ασκητική.[5]

Οι γνωστές ταυτοτικές εκδοχές βρίσκονται στο ιστορικό μουσείο. Καλώς βρίσκονται εκεί. Νομίζω ότι είναι πρόκληση, μία καινούργια πρόταση ταυτότητας, που να εμφυσεί δημιουργικό πνεύμα, να δίνει απάντηση στα καίρια, συγχρονισμένη με την εποχή μας, σε όλους τους τομείς. Στην παιδεία, στην οικονομία, στην πολιτική. Αυτό επιτυγχάνεται με καινοτόμο πνεύμα και όχι με παλαιοημερολογιτισμούς και σκληρύνσεις διαφόρων ειδών. Μέσα από τη γλωσσική καλλιέργεια, την ευρωπαϊκή ένταξη, πορεία και ολοκλήρωση μιλάμε με παραγωγικό και δημιουργικό τρόπο για ταυτότητα.

Δείτε, ας το πω και έτσι, την ενασχόληση με την ταυτότητα ως χαρά, όχι ως καθήλωση ψυχοπαθολογική σε βεβαιότητες και σχήματα, όχι ως αφηρημένες νοησιαρχικές πεποιθήσεις, αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα, θα γίνει ένα νεκρό ιδεολόγημα. Μην δείτε την ταυτότητα με όρους χρησιμοθηρίας, για να υποτάξετε ή να υποταχθείτε, αλλά με όρους νοηματοδότησης. Ταυτότητα σημαίνει αναστροφή με πραγματικές ανάγκες νοήματος, με προτεραιότητες εμπειρικές. Δημιουργείται από την ανάγκη της κοινωνίας των σχέσεων, να αντλήσουμε κριτηρία ποιότητας και όχι είδωλα και σχήματα, που δεν έχουν κανένα ρεαλιστικό, εμπειρικό και υπαρκτικό έρεισμα. Η ταυτοτική αναζήτηση και προβληματική δεν επιβάλλεται, αλλά προσκτάται, γίγνεται, γεννιέται από τις ανάγκες. Είναι σχέση ερωτική, κυριαρχική της ύπαρξης, στίβος ζωής. Ένα μέσο για την πρακτική σε αυτό το αγώνισμα είναι το ίδιο το άθλημα και η κατάκτηση της γλώσσας. Αποκτούμε ταυτότητα δια της γλώσσας. Ψηλαφούμε τα υπαρκτικά καίρια, έχοντας ως οδηγό την γλώσσα.

Προσφυώς το λέει ο Heidegger «η γλώσσα είναι ο οίκος του Είναι» (die Sprache ist das Haus des Seins).[6] Το ανθρώπινο Είναι στεγάζεται και αποκαλύπτεται στον τόπο της γλώσσας. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο το Είναι μας με την ίδια την γλώσσα που αρθρώνουμε.

Ο Régis Debray, επίσης, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η γλώσσα δεν είναι ένα εργαλείο, αλλά ένας τόπος ζωής, το χρυσό νήμα για μια ζωτικότητα μακρά και μοναδική» (la langue, elle nest pas un instrument, mais un milieu de vie, le fil dor dune vitalité longue et singulière). [7]

Και αν αυτή η χαρά της ταυτοτικής αναζήτησης μετουσιωθεί, ενσαρκωθεί σε πρόσληψη ατομική, συλλογική, εθνική τότε η πρόκληση και για τη χώρα μας θα είναι μεγάλη. Θα ενδιαφέρει πια αυτή η ενσάρκωση πανανθρώπινα, παγκόσμια. Χρειαζόμαστε θα έλεγα μία καινή γνώση και μια καινή γνωσιολογία, για μια καινούργια ταυτότητα. Να μάθουμε να αναστοχαζόμαστε και να συνθέτουμε. Σήμερα δυστυχώς δεν μπορούμε να το κάνουμε. Και δεν έχουμε μάθει, αλλά και εμποδιζόμαστε να μάθουμε. Είναι τόσες πολλές οι ιστορικές αρτηριοσκληρύνσεις, οι προκρούστειες λογικές (η κομματική αποθηρίωση επιδεινώνει την κατάσταση), που κυριολεκτικά έχουμε πρόβλημα κρίσης, σύνθεσης και διαλεκτικής. Δεν ξέρουμε πως να κινηθούμε μέσα στην πολλαπλότητα για να βρούμε τη θέση μας. Χάσαμε την αυτοπεποίθησή μας, υποβιβαζόμαστε εθελούσια, μαζοχιστικά, σχιζοφρενικά, ξιφουλκώντας σε θέματα πχ σκανδάλων, διαφθοράς, ιστορικού παρελθόντος (Εμφύλιος, Πολυτεχνείο), τα οποία θα έπρεπε να είχαν λυθεί εδώ και καιρό. Θεωρώ ότι λείπει πια, εδώ που έχουμε φτάσει, ένας στόχος, ένα όραμα, ένα ιδανικό, που θα συνεγείρει, θα συναρπάσει, θα κινητοποιήσει. Είμαστε σχισμένοι, θραύσματα, τετμημένοι. Δεν θα μου άρεσε να πω να περιμένουμε μοιρολατρικά την έλευση ενός εμπνευσμένου ηγέτη. Όχι. Αυτό που υπαρκτικά χρειαζόμαστε τώρα, είναι να μάθουμε να θέτουμε τέτοιους προβληματισμούς, να δια-λεγόμαστε, να κατανοούμε τα γύρω μας συμβαίνοντα, για να αντιμετωπίζουμε τις προκλήσεις των καιρών, μήπως και βρούμε την θέση μας, ένα νόημα. Χρειαζόμαστε μία συνείδηση πολυμορφίας και την ανάγκη να ανακαλύψουμε μέσα από την πολλαπλότητα την ενότητα, τον Τρόπο μας.

Τέτοια θέματα απαιτούν και μία προσωπική θεώρηση. Ζούμε και σε ένα τρόπο του βίου, ο οποίος κινείται στην προτεραιότητα της ιδεολογίας, χρησιμοθηρίας. Δυστυχώς υποφέρουμε από εθισμούς. Ιδεολογικοποιούμε την γνώση, με αποτέλεσμα η γνώση να μετατρέπεται σε ατομική βεβαιότητα, ιδιοκτησία, μανιακή σιγουριά, στα όρια της παθολογίας. Ο φόβος της γνωστικής αυτοδιακινδύνευσης μας παραλύει.

Μιλώντας, λοιπόν, για μία έννοια τόσο πολυεπίπεδη και μεταβαλλόμενη, όπως είναι η ταυτότητα, θα έλεγα ότι είναι επικίνδυνη και η όποια δογματική αντικειμενοποίηση. Τέτοια ζητήματα-αθλήματα χρειάζονται υψηλή παιδεία, άνοδο της κατά κεφαλήν καλλιέργειας, γνήσια αποτίμηση των ρεαλιστικών δεδομένων, υψηλό αίσθημα ευθύνης, όξυνση της κριτικής ικανότητας και αναστοχασμός επάνω στις ήδη ιεραρχημένες ανάγκες για νέες ιεραρχήσεις, ειδικά στην εποχή μας, που συμμετέχουμε σε εταιρισμούς κρατών (Ευρωπαική Ένωση), που σημειώνονται μεγάλες κρίσεις, ρήξεις και εκρήξεις σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Με το δοκίμιο αυτό τέθηκαν, ψηλαφήθηκαν ορισμένα ζητήματα. Ο καθένας, έπειτα, μπορεί να προχωρήσει την προβληματική παραπέρα και να εμβαθύνει δημιουργικά και μόνο δημιουργικά. Αυτό νομίζω ότι είναι κάτι που υπαρκτικά το έχουμε σήμερα ανάγκη. Χρειάζεται να δώσουμε χώρο, για να μετά-μορφωθούμε.

Πρωτόλεια έκδοση στο περιοδικό του Δικηγορικού Συλλόγου Χίου Χιακά Νομικά, Σεπτέμβριος 2009, Τεύχος 7ο .

(ηλ επεξεργασία: Αντίφωνο)


[1] http://de.wikipedia.org/wiki/Martin_Heidegger

[2] Για το ζήτημα της ελληνικής και ευρωπαϊκής ταυτότητας, ειδικότερα, έχουν γίνει καίριες, γόνιμες προσεγγίσεις-καταγραφές. Ενδεικτικά ξεχωρίζω αυτές του Θ. Ζιάκα, του Χρ. Γιανναρά και του Δ. Ζιαμπάρα.

[3] Λεξικό Μπαμπινιώτη, Αθήνα 2002. Ο λεξικογραφικός ορισμός βοηθάει, αρχικά, να προσεγγίσουμε την σημασία όλων αυτών των λέξεων, χωρίς όμως να εξαντλείται σ’ αυτόν το περιεχόμενό τους.

[4] Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Tractatus Logico Philosophicus, μετάφραση Θανάσης Κιτσόπουλος, εκδόσεις Παπαζήση, 1978, σελ 128

[5] Νίκου Καζαντζάκη, Ασκητική, εκδόσεις Ελένης Ν.Καζαντζάκη, Αθήνα

[6] Martin Heidegger, Επιστολή για τον Ανθρωπισμό Brief über den Humanismus, Μτφ. Γ. Ξηροπαϊδης, γ΄έκδοση, εκδόσεις Ροές 2006

[7] http://www.monde-diplomatique.fr/mav/97/

 

 

15 Σχόλια

  1. Καλό κείμενο, όμως είναι ελλιπής νομίζω η παρουσίαση του θέματος. Γίνονται νύξεις μόνο για την ανάγκη αποδεικτικής. Δεν είναι δηλαδή απαραίτητη η συμβολή των θέσεων των ιστορικών επιστημόνων, των αρχαιολόγων, των φυσικών και χημικών, των θεολόγων και κυρίως των βιολόγων και γενετιστών για την δημιουργία μιας ταυτότητας;

  2. Eίναι καίριες οι παρατηρήσεις σου. Απλώς με το κείμενο αυτό ήθελα να επικεντρωθώ, άλλωστε ο χώρος είναι περιορισμένος, σε μία πλευρά-εκδοχή της ταυτότητας, μία πλευρά που δεν τονίζεται και δυστυχώς οι περισσότερες συζητήσεις γίνονται σε θέματα κυρίως ιδεολογικά, μανιχαϊστικά. Φυσικά και είναι θεμελιώδεις η συμβολή των παραγόντων που αναφέρεις, απλώς έχω σκοπίμως εστιάσει αλλού. Άλλωστε έχουν γραφτεί γι’αυτούς τόσα πολλά που νομίζω ότι δεν είχα και πολλά να προσθέσω

  3. Κατά την ταπεινή μου γνώμη η συζήτηση περί ταυτότητας αποκτά νόημα μόνο όταν εξετάζουμε την συμπεριφορά άτομων ή φορέων συλλογικών ταυτότητων (έθνη,θρησκείες,πολιτικοιδεολογικά κινήματα) μέσα στο πλέγμα των εχθρικων ή φιλικών σχέσεων τους με άλλα άτομα ή άλλους φορείς τέτοιων ταυτοτήτων. Η ιστορία αυτών των σχέσεων και όπως ο καθένας την αντιλαμβάνεται θα προσδιορίσει και την ταυτότητα του.Η νοηματοδότηση της ύπαρξης δεν διαμορφώνει από μόνη της ταυτότητα και αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για τις συλλογικές ταυτότητες στις οποίες τα άτομα προσχωρούν.

  4. Κύριε Παραδείση, ζούμε σε μια πολύ ευαίσθητη εποχή. Τα εξωτερικά ερεθίσματα του κόσμου δεν διαμορφώνουν και δεν οδηγούν στην σύνθεση κάποιας ταυτότητας. Επιπλέον, ο εσωτερικός μας κόσμος παλεύει μέσα στη δίνη των εξελίξεων και του αδηφάγου χρόνου, με αποτέλεσμα να μην μένει πολλές φορές κανένα περιθώριο για προσωπική αναζήτηση της περιβόητης ταυτότητας. Έτσι, κείμενα καθαρά θεωρητικά όπως το δικό σας, όσο όμορφα δομημένα και αν είναι, παρόλα αυτά όμως δεν προτείνουν λύσεις, δεν αποκαλύπτουν ουσιαστικά τίποτα το καινούργιο και δεν φωτίζουν την αχλύ της προσωπικής αλλά και της ομαδικής οδύσσειας προς την αυτογνωσιακή ιθάκη, καλά θα ήταν να συνοδεύονται απαραίτητα και από τις σκέψεις, δημοσιευμένες επισήμως ή μή, των πρακτικών και φυσικών ερευνητών.

    Το θέμα, όπως παραδεχθήκατε και σεις ο ίδιος είναι όντως δύσκολο. Γίνεται δυσκολότερο πιστεύω εξαιτίας της παράλειψης ή και της άγνοιας βασικών παραμέτρων και στοιχείων.

  5. Ουσιαστικά τα σχόλιά σας και μου δίνεται τα κατάλληλα εναύσματα. Επιτρέψτε μου να πω ότι πολλές φορές η διαφορά ανάμεσα σ’αυτό που θεωρούμε θεωρητικό και πρακτικό είναι ένα πολύ μικρό βηματάκι. Όταν εννοούμε πρακτική, αν το καταλαβαίνω καλά έτσι όπως το εννοείτε, αναφέρεσθε στο εδώ και τώρα, στο οτιδήποτε πιστοποιείται από τις αισθήσεις, από τα δεδομένα μιας αισθητηριακής εμπειρίας. Νομίζω ότι αυτό μερικές φορές οδηγεί σε κάποια απελπισία υπαρκτική. Δηλαδή η εδώ και τώρα ντετερμινιστική απόδειξη ακυρώνει την μαγεία των σχέσεων. Κάποια πράγματα υπεμφαίνονται, ψηλαφούνται, σμιλεύονται πχ ο έρωτας. Για να μην παρεξηγηθώ!Σαφέστατα οι πρακτικοί και φυσικοί ερευνητές, όπως προσφυώς λέτε, είναι το θεμέλιο αλλά όχι το μόνο. (Ένα ξεχωριστό βιβλίο: Αινστάιν : Πως βλέπω τον κόσμο, εκδόσεις Λιβάνη). Αντιλαμβάνομαι την ταυτότητα, αν θέλετε την εθνική, την ευρωπαική ως σχέση αυθυπερβατική, ερωτική, δημιουργική, με ανιδιοτέλεια, που φέρνει τους ανθρώπους σε κοινωνία, που σμιλεύει πολιτισμό μέσα από εμπειρικές, πραγματικές, βιωματικές ανάγκες. Δυστυχώς ο χώρος του μην. είναι μικρός. Κωδικά μιλώντας θα σας το πω με πιο απλά λόγια: Νομίζω ότι αξίζει θεωρητικά-εμπειρικά-πρακτικά να δουλέψουμε επάνω στην εξής θεματική: Ο προσδιορισμός της ταυτότητας στην σημερινή Ελλάδα αρχίζει και τελειώνει με τα δύο κόμματα της “αριστεράς”, τον “δραγωνικό” χυλό και το άλλο κόμμα του “λαϊκού ορθοδοξισμού; Η πρακτική τους είναι αναμφισβήτητη, το ανθρωπολογικό τους αδιέξοδο όμως είναι τεράστιο…Ο Σαρκοζί επιθυμεί να ξεκινήσει μία συζήτηση στην Γαλλία για την ταυτότητα, εδώ ο όποιος προβληματισμός ή μας τρομάζει ή φτειάχνει καλούπια…

  6. Aριστοτέλη, συμφωνώ ότι ακριβώς οι σχέσεις, φιλικές, εχθρικές, οι συγκρούσεις δημιουργούν, οικοδομούν και αυτές την ταυτότητά μας. Επίσης και οι ανάγκες μας ως άτομα, ως έθνη, ως υπερ-κρατικά σχήματα παράγουν ταυτότητα. Όταν λέω νοηματοδότηση εννοώ το νόημα που δίνει ο καθένας ως άτομο, ως συλλογικότητα στον βίο του, την κατεύθυνσή του, τον σκοπό του. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι είμαστε ατάκτως ερριμένοι, χωρίς νόημα και σκοπό, έρμαια απλώς …των συγκρούσεων. Εμείς έχουμε ανάγκες, εμείς γεννάμε τις συγκρούσεις και τις συζεύξεις. Η νοηματοδότηση συνέχει, ενώνει, αναχωνεύει και προσλαμβάνει στοιχεία.

  7. Κρίνω σκόπιμο να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις που έκανα για το θέμα της ταυτότητας με αφορμή μια διάλεξη του ηγέτη τη καθολικής εκκλησίας:
    Ο Ιουδαιοχριστιανισμός ο Άγιος Ρώμης το Ισλάμ και η Ρωμιοσύνη.

    Η διάλεξη του Πάπα στο Regensburg μου έδωσε αφορμή για σκέψεις σχετικές με την ερμηνεία της συμπεριφοράς φορέων συλλογικών ταυτοτήτων όπως τα έθνη οι θρησκευτικές κοινότητες και τα ιδεολογικά κινήματα. Τις σκέψεις αυτές παραθέτω ξεκινώντας από το συμπέρασμα :Αυτό που σε πρώτο βαθμό εξηγεί την συμπεριφορά του φορέα μιας συλλογικής ταυτότητας έναντι άλλων αντίστοιχων φορέων είναι η θέληση και η προσπάθεια που αυτός καταβάλει να παραμείνει αυτοτελής ανεξάρτητος και ετοιμοπόλεμος ,όχι οι πραγματικές ή φανταστικές προσβολές που η ταυτότητα του όπως ο ίδιος την προσδιορίζει δέχεται από τους άλλους.
    Ο πάπας στο Regensburg χρησιμοποίησε τα λόγια του Μανουήλ του 2ου του Παλαιολόγου και βρήκε το μπελά του. Οι μουσουλμάνοι, –σ’αυτή την περίπτωση όχι κάποιοι ακραίοι αλλά σχεδόν το σύνολο-, αντέδρασαν γιατί το Ισλάμ υπέστη προσβολή επειδή ο Πάπας δήθεν υιοθέτησε την άποψη του Μανουήλ ότι το Ισλάμ είναι θρησκεία βίας. Οι αντιδράσεις τους φυσικά δεν έχουν καμιά σχέση με το τι πραγματικά είπε ο πάπας πράγμα που κάθε πνευματικά έντιμος άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να δεχτεί. Οι αντιδράσεις τους έχουν σχέση με την διάθεση τους να παρουσιάζουν τον εαυτό τους σαν το θύμα άδικων επιθέσεων και προκαταλήψεων, πιστεύοντας ότι αυτό εξυπηρετεί τον αγώνα για την διατήρηση και ενίσχυση της δικής τους ιδιαίτερης ισλαμικής ταυτότητας.
    Το ενδιαφέρον όμως στοιχείο εδώ είναι άλλο. Κατά την γνώμη μου στην διάλεξη του πάπα υπάρχουν πλευρές που λειτουργούν υπέρ της ισλαμικής ταυτότητας και κατά συνέπεια η διάλεξη του θα έπρεπε αντίθετα να τύχει ευνοϊκής αντιμετώπισης από τους μουσουλμάνους: Με λίγα λόγια ο πάπας θεωρεί ότι ενώ η ευρωπαϊκή ταυτότητα συγκροτείται από την έννοια ενός θεού αξεχώριστου (ίσως και δεσμευμένου) από τον ορθό λόγο η ισλαμική ταυτότητα συγκροτείται από την έννοια ενός θεού απόλυτα υπερβατικού και αδέσμευτου. Στο βαθμό μάλιστα που το στοιχείο αυτό με ιδιαίτερη υπερηφάνεια και έμφαση τονίζεται από τους ίδιους τους μουσουλμάνους,αναρωτιέται κανείς προς τι το μίσος και η οργή? Ο λόγος είναι απλούστατα ότι επειδή μια ταυτότητα διαμορφώνεται δευτερευόντως μόνο από το περιεχόμενο που δίνει σε αυτήν ο φορέας της, πρωτευόντως δε από τις μάχες που αυτός δίνει με τους εχθρούς του, το σημαντικό είναι πάντα η διαρκής υπενθύμιση της ύπαρξης του εχθρού και η προετοιμασία για πόλεμο. Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο οι μουσουλμάνοι αδιαφόρησαν για τη σωστή (σύμφωνη με τον δικό τους αυτοπροδιορισμό) περιγραφή από τον πάπα του ακρογωνιαίου λίθου της ισλαμικής τους ταυτότητας και προτίμησαν να αναδείξουν την δήθεν προσβολή τους από την απλή παράθεση που έκανε των απόψεων του Μανουήλ. Από τους μουσουλμάνους αυτοί που δικαιολογημένα θα έπρεπε να αντιδράσουν και δεν αντέδρασαν είναι εκείνοι που διεκδικούν για το Ισλάμ ρόλο συστατικό της ευρωπαϊκής ταυτότητας θεωρώντας το ως θεμέλιο του ευρωπαϊκού ορθολογισμού εξ΄’ αιτίας της συνεισφοράς σπουδαίων μουσουλμάνων διανοητών του 9ου ,10ου και 11ου αιώνα.. Αυτοί με λίγα λόγια από τους μουσουλμάνους που επιθυμούν να συμπεριλαμβάνουν τον εαυτό τους στην ευρωπαϊκή ταυτότητα. στο βαθμό που ο παπικός ορισμός της ταυτότητας αυτής τους αφήνει απ΄έξω είχαν κάθε λόγο να αντιδράσουν πράγμα όμως που δεν έκαναν γιατί αυτό ακριβώς θα τους εμφάνιζε ως αντιευρωπαίους.(ενάντιους σε αυτό στο οποίο θέλουν να συμπεριληφθούν).
    Από την άλλη πλευρά ο πάπας βρήκε το μπελά του και από μη μουσουλμάνους, υπήρχαν και άλλοι που ενοχλήθηκαν .Ενοχλήθηκαν π χ .αυτοί που πιστεύουν ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα προσδιορίζεται ως κατ εξοχήν κοσμική με συνέπεια η προσπάθεια του πάπα να την προσδιορίσει σύμφωνα με την μία ή την άλλη αντίληψη για τον θεό να χαρακτηρίζεται όχι απλά λανθασμένη αλλά ανεπίτρεπτη. Ενοχλήθηκαν αυτοί που πιστεύουν ότι η προσπάθεια μονοπώλησης του ορθού λόγου από την Ευρώπη είναι ρατσιστική. Ενοχλήθηκαν οπαδοί του διαθρησκευτικού διαλόγου για την όπως πιστεύουν αναίτια επιβάρυνση του κλίματος .Τέλος ενοχλήθηκαν οι αυτολογοκρινόμενοι ραγιάδες (dhimmis) φοβούμενοι πιθανά μουσουλμανικά αντίποινα.
    Δεν ενοχλήθηκαν αντίθετα αυτοί που κατά την γνώμη μου κυρίως θα έπρεπε να ενοχληθούν και να αντιδράσουν δηλαδή οι σιωνιστές οι νεοσυντηρητικοί και οι προτεστάντες φονταμενταλιστές, αυτοί δηλαδή που καιρό τώρα καλλιεργούν την άποψη του ιουδαιοχριστιανισμού. Την άποψη που θέλει τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ταυτότητας να βρίσκονται στην ιουδαϊκή και χριστιανική σκέψη και υποβαθμίζει μέχρις εξαφανίσεως τον ρόλο όχι μόνο του αρχαιοελληνικού πνεύματος αλλά και του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Μολονότι ακόμα και ένας πρωτοετής φοιτητής της θεολογίας γνωρίζει ότι το στοιχείο που ο πάπας αποκλειστικά απέδωσε στην ισλαμική αντίληψη περί θείου (το στοιχείο της υπερβατικότητας ) είναι εξ ίσου το βασικό στοιχείο και της αντίστοιχης ιουδαϊκής αντίληψης. Μιας αντίληψης δε που γαλβανίστηκε και ισχυροποιήθηκε στα πλαίσια μιας ιδιαίτερα έντονης πρόκλησης που η αντίληψη αυτή δέχτηκε από την ελληνική φιλοσοφία και νοοτροπία κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.
    Και πάλι θα ισχυριστώ ότι η μη ενόχληση αυτών των κύκλων οφείλεται στους ίδιους λόγους που οδήγησαν στην ενόχληση των μουσουλμάνων. Παρ΄’όλο που η λογική συνέπεια της παπικής θέσης είναι ότι η ιουδαϊκή αντίληψη όχι μόνο δεν βρίσκεται στα θεμέλια αλλά τελείως εκτός της ευρωπαϊκής ταυτότητας αυτό παραγνωρίζεται ως δευτερεύον γιατί απλούστατα αναδεικνύεται και πάλι το πρωτεύον που είναι η περιχαράκωση από τον εχθρό, εν προκειμένω το Ισλάμ
    Επίσης και οι εξ ημών Ρωμιοί δεν φαίνεται να αντιλήφθηκαν ότι και αυτούς ο πάπας τους εξόρισε από τον παράδεισο της ευρωπαϊκής ταυτότητας μια και η Ρωμαίικη αντίληψη για τον θεό –τουλάχιστον σε ότι αφορά την υπερβατικότητα –δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την ιουδαιομουσουλμανική. Εκτός και αν το αντιλήφθηκαν αλλά δεν ενοχλήθηκαν γιατί απλούστατα βρίσκουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα ανάξια λόγου κατάλληλη μόνο για τους ευρωλιγούρηδες
    Αλλά και οι εξ ημών έλληνες έμειναν ασυγκίνητοι στην ευγενική υπενθύμιση εκ μέρους του πάπα της σπουδαιότητας του ρόλου του ελληνικού ορθολογισμού στην διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τις διαμαρτυρίες που προκάλεσε μόλις πριν λίγα χρόνια η απόπειρα κάποιων να ταυτίσουν την Ευρώπη αποκλειστικά με την κληρονομιά του Καρλομάγνου, η απουσία θετικών εκδηλώσεων στην παπική αυτή θέση θα ήταν δυσεξήγητη αν δεν ίσχυε και εδώ το αρχικό βασικό συμπέρασμα: Αδιάφορο αν η παπική θέση όπως διατυπώθηκε στο Regensburg έρχεται εξ΄ αντικειμένου προς επιβεβαίωση της κυρίαρχης εθνικής μας ιδεολογίας του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού ο πάπας εξακολουθεί να παραμένει ιστορικός εχθρός και ως τέτοιος αναγκαστικά στερήθηκε την συμπαράσταση που λογικά του οφείλαμε.
    Τελικά δεν είναι οι διαφορετικές ταυτότητες και οι ενίοτε ανταγωνιστικοί αυτοπροσδιορισμοί που δημιουργούν τους εχθρούς και τους πολέμους αλλά αντίθετα οι εχθροί και οι μεταξύ τους πόλεμοι που δημιουργούν τις διαφορετικές ταυτότητες σαν ένα είδος αποκρυσταλλώσεων. Όσο δε οι φορείς των διαφόρων συλλογικών ταυτοτήτων διατηρούν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης η απουσία εχθρών θα παραμένει ουτοπία και από την ιστορία δεν θα γλιτώνει κανείς. Όσοι δε έχουν διαφορετική γνώμη ας πάψουν τουλάχιστον να ειρωνεύονται τον Φουκουγιάμα.

  8. Αλλάζω μόνο δύο λέξεις. Αισθάνεσθε ότι είστε δημιούργημα ενός Θεού;

    (Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν θέλετε να απαντήσετε δημόσια, παρακαλώ τη διαχείρηση να διαγράψει την ερώτησή μου)

  9. Δεν έχω πρόβλημα να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση αν ξεκαθαρίσουμε πρώτα τι σημαίνει δημιούργημα και τι Θεός. Ξέρεις αυτές οι ερωτήσεις νομίζω ότι δεν έχουν κάποια ουσία, βάθος, δεν φωτίζουν, τίθενται με κωδικούς. Δηλ. προσπαθούμε να ρωτήσουμε και να απαντήσουμε με μαθηματικό τρόπο σε ένα ζήτημα που δεν είναι μαθηματικό. Δηλ. μία καταφατική ή αρνητική απάντηση σε τι συμπέρασμα οδηγεί; Όταν είμαστε μικρότεροι είχαμε τέτοια διλήμματα, όπως για παράδειγμα αν γεννηθήκαμε με τη μεσολάβηση του πελαργού στη μητέρα μας, ο θεούλης με τα λευκά γένια κ.α. Θεωρώ ότι είμαστε πνευματικά, υπαρκτικά, βιωματικά ώριμοι και ικανοί να εμπλουτίσουμε τον προβληματισμό μας, την σκέψη μας τον κόσμο μας, τον τρόπο του βίου μας…εδώ έχει τεράστια σημασία πως φανταζόμαστε, ορίζουμε το θεωρητικό και το πρακτικό…το βιβλίο του Einstein που σου προανέφερα επισημαίνει, ψηλαφεί τα καίρια, αξίζει να το αγοράσεις

  10. Δημιούργημα θα πει υστερόχρονος υπάρξεως και γεννημένος από την αγαπητική θεία ενέργεια. Όπου Θεός, ο Πρώτος της ζωής από πάντοτε εξαιτίας του Εαυτού του, που είναι αγάπη.

    Μιλώντας για ταυτότητα, αναρωτιώμουν κατά πόσο η διαδικασία εύρεσης ταυτότητας μπορεί να πραγματωθεί αποκομμένη από τα προσωπικά υπαρκτικά συναισθήματα που έχει κανείς και την σύνδεσή του με τον Δημιουργό. Εξ ου και η ερώτησή μου για το πώς νιώθετε εσείς ο ίδιος τον εαυτό σας.

    Όσο για τον Einstein, θα τον αγοράσω μιας και επιμένετε. 😀

  11. Kαταλαβαίνω που το πας…ναι, η διαμόρφωση της ταυτότητάς μας περνάει μέσα και από την σχέση μας με αυτό που μας υπερβαίνει, να το ονομάσω Θεό, Πρώτο Κινούν, Δημιουργό, Είναι…όπως θέλεις. Το ζήτημα είναι πως το αντιλαμβανομαστε, ποια σχέση έχουμε με αυτό. Προσωπικά, το ψηλαφώ, γνωρίζω-αγνοώ τον Δημιουργό μέσα από τα δημιουργήματά του, τον κόσμο-κόσμημα, δεν περιμένω να με πάρει τηλ. στο κινητό ούτε να έχει άσπρα γένεια ή να με κηδεμονεύει ως παγκόσμιος δικτάτωρ. Ο Ελύτης λέει: Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει. Είμαστε, αρχικά, βιολογικά δημιουργήματα της μητέρας μας και του πατέρα μας. Αν τώρα ανατρέχοντας στο παρελθόν, όλες οι προηγούμενες γενεές δημιουργήθηκαν από….τον “ΘΕΟ”, για να ακριβολογήσω από την Αγάπη του Θεού ή για λόγους νομοτέλειας ή τυχαιότητας αυτό έχει σχέση με τη λήψη του ζητουμένου και πως νοηματοδοτεί ο καθένας το Όλο που τον περιβάλλει. Προσωπικά, με εκφράζει η λήψη του “Θεού, Δημιουργού” με τους όρους μιας σχέσης, ίσως ερωτικής, και όχι ως μία απρόσωπη υπερβατική μονάδα, που με έριξε εική και ως έτυχε στον πλανήτη, επαναλαμβάνω έχει άμεση σχέση με την νοηματοδότηση του καθενος…αυτά δεν ιδεολογικοποιούνται, γιατί μετατρέπονται σε ιερό πόλεμο, καύσεις βιβλίων, γκουλάγκ κτλ

  12. Κύριε Παραδείση,
    Αναφορικά με την βαρύγδουπη ρήση σας ότι τάχα “Ο Θεός βρέθηκε στον «σκουπιδοντενεκέ» της νεώτερης ιστορίας” έχω να παρατηρήσω τα εξής :
    Απαιιτείται απύθμενο θράσος να ισχυρίζεται κάποιος μετά την κατάρρευση του Μπολσεβίκικου Σοβιετικού τέρατος ότι ο Θεός είναι “στα σκουπίδια”. Εκεί που κάποτε οι μπολσεβίκοι τιμούσαν τους δικούς τους “θεούς”, σήμερα χτίζονται κατά χιλιάδες Ορθόδοξοι Χριστιανικοί Ναοί, επίσης πολυάριθμοι νέοι και νέες (πολύ από αυτούς με μεγάλες σπουδές και καριέρες) γίνονται μοναχοί και μοναχές αντίστοιχα σε όλες τις Ορθόδοξες Χώρες του πρώην σιδηρούν παραπετάσματος.
    Είτε αρέσει είτε όχι και σήμερα ο Αναστάς Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Θεάνθρωπος, ζεί και θριαμβεύει στις ψυχές εκατομμυρίων Χριστιανών. Αντίθετα, στον σκουπιδοντενεκέ της Ιστορίας βρίσκονται οι πολέμιοι του Ιησού Χριστού, όπως ο Νέρωνας, ο Διοκλητιανός, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, διάφοροι Οθωμανοί Σουλτάνοι, ο Ροβεσπίερος, ο Λένιν, ο Στάλιν κλπ.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

  13. Ο Harari στο Sapiens θεωρεί Νεωτερικά Χρόνια αυτά μετά το 1500 (Επιστημονική Επανάσταση, ανακάλυψη της Αμερικής) με κεντρικές αξίες την παραδοχή της άγνοιας και την ανακάλυψη της γνώσης και προνεωτερικά τα προηγούμενα, που είχαν στο κέντρο την απόλυτη αλήθεια του Θεού. Ο Harari βέβαια απαξιώνει εντελώς τη Γαλλική Επανάσταση οπότε αναγκαστικά θέτει άλλο χρονικό όριο στη Νεωτερικότητα.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here