Στην εποχή της αβεβαιότητας

1
1897
«Αν η πόλη βαδίζει προς την καταστροφή της, τα άτομα δεν μπορεί να διατηρήσουν κανένα είδος ευημερίας»
Θουκυδίδης, Β. 60 2-3
Μέχρι και την εκπνοή του 20ού αι. ζούσαμε με τη βεβαιότητα ότι η κάθε επόμενη γενιά θα ζει καλύτερα από την απερχόμενη. Αποδεχόμασταν, δηλαδή, μια νομοτελειακή πορεία της Ιστορίας προς ένα διαρκές καλύτερο. Σήμερα η εικόνα αυτή αντιστράφηκε: η αίσθηση είναι πως η επερχόμενη γενιά θα ζήσει χειρότερα από την απερχόμενη. Κάτι που δείχνει πως η Ιστορία δεν κινείται νομοτελειακά σε ανοδική πορεία. Κινείται και αντίστροφα. Οπου η παλινδρόμηση στη βαρβαρότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Και επιπλέον όλα αλλάζουν με εκπληκτική ταχύτητα. Και όχι πάντα προς τα εμπρός. Η παραγωγή σε παγκόσμιο επίπεδο αυξάνεται με αλματώδη ταχύτητα. Εφυγε όμως από τους μικρομεσαίους παραγωγούς, όπου σε μεγάλο βαθμό διασφαλιζόταν και η απασχολησιμότητα των πολιτών, και πέρασε στα χέρια των λίγων κατόχων της τεχνογνωσίας ή στις πολυεθνικές. Αυτό οδήγησε στο περιθώριο εκατομμύρια ανθρώπους ιδιαίτερα χαμηλής ειδίκευσης από τη μία πλευρά και από την άλλη στη συσσώρευση κεφαλαίων για λογαριασμό των κατόχων των μέσων μαζικής παραγωγής, με τελικό αποτέλεσμα τη βάρβαρη διεύρυνση των ανισοτήτων.
Εξαιτίας αυτών, μάλιστα, η παραγωγή αποσυνδέθηκε σε μεγάλο μέρος από τη χρήση, την ανάγκη δηλαδή η παραγωγή να υπηρετεί συγκεκριμένες φυσικές ανάγκες, και συνδέθηκε σχεδόν αποκλειστικά με το κέρδος και τη συναφή κατανάλωση. Η οποία για να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα δημιούργησε με τη διαφήμιση τεχνητές ανάγκες. Στη μετάλλαξη αυτή συντελέστηκε και μια άλλη ανατροπή: οι σκοποί που έπρεπε να προηγούνται και να ακολουθούν τα μέσα, σχεδόν υποχώρησαν και άφησαν να ηγούνται τα μέσα και να ακολουθούν οι σκοποί ή, και το χειρότερο, συχνά τα μέσα έγιναν αυτοσκοπός.
Η έκρηξη της τεχνογνωσίας δίνει φτερά μόνο στα μέσα και όχι στους σκοπούς τα μέσα, όμως, χωρίς δεσμευτικό σκοπό, κινούνται ανεξέλεγκτα, με αποτέλεσμα να αυτοαναγορεύονται σε αποκλειστικούς σχεδόν προωθητήρες των εξελίξεων και άρα να διεκδικούν τον ρόλο των νέων αφεντικών. Κάτι που έχει δραματικές επιπτώσεις και στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς μας. Και καθώς, μάλιστα, ο άνθρωπος δρα κυρίως στα μέσα και λιγότερο ή και καθόλου στη διαμόρφωση αντίστοιχων σκοπών, ουσιαστικά συμβάλλει στη μονομέρεια που οδηγεί στο χάος. Και κυρίως ανοίγει τον δρόμο προς ανύπαρκτους σωτήρες. Οικοδομεί έναν κόσμο κατά τέτοιον τρόπο ώστε σχεδόν να καθίσταται αβίωτος. «Ζήτησα το ελάχιστο», λέει ο νομπελίστας ποιητής μας, «και με τιμώρησαν με το πολύ».
Είναι προφανές ότι αυτό το «πολύ» αποσταθεροποιεί την κοινωνική ισορροπία, ρευστοποιεί τις στέρεες εκτιμήσεις και εισάγει την αβεβαιότητα. Και επιπλέον έχει ως αποτέλεσμα η δημοκρατία να εκλαμβάνεται ως ένας τρόπος διακυβέρνησης όπου η ευθύνη περιορίζεται στην κλειστή ομάδα των αντιπροσώπων, που δεν επεκτείνεται και στην υποκείμενη κοινωνία. Εκεί, δηλαδή, όπου εξουσία και εξουσιαζόμενοι, παραγωγοί και καταναλωτές, δυνάμενοι και μη, συνάπτουν σχέσεις αλληλοσυμπλήρωσης με στόχο την ειρηνική συνύπαρξη. Με άλλα λόγια, εκεί όπου συμπλέκεται το ατομικό με τη συλλογικότητα.
Κατά τον Γκράμσι, όταν το παλαιό πεθαίνει χωρίς να έχει γεννηθεί το καινούργιο, τότε στο μεσοδιάστημα αυτό συμβαίνουν τα πιο ποικίλα παθολογικά φαινόμενα: η αβεβαιότητα πολλαπλασιάζεται, ενώ η σκέψη κινείται με απλουστεύσεις και συνθήματα προς μια εύθραυστη γνώση που περισφίγγεται από τον δογματισμό. Τότε είναι που ενεργοποιούνται και οι ιδεοληπτικές πεποιθήσεις. Η πόλωση εγκαθιδρύεται στην πολιτική, οι διαφορετικές απόψεις γίνονται από αποκλίνουσες αμοιβαία αποκλειόμενες. Οι πολίτες διχάζονται, ενώ το ανοίκειο μεταβάλλεται σε οικείο, η δε αντιπαλότητα γίνεται εχθροπάθεια.
Ομως η λύση ενός προβλήματος δεν μπορεί να βρεθεί μέσα στον τρόπο σκέψης που το γέννησε ή έστω το στήριξε. Αρα, για να αποκτήσει μέλλον το μέλλον μας, ο πολίτης οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν. Δεν είναι μόνον υποκείμενο των εξελίξεων και της όποιας εξουσίας. Είναι και υπερκείμενο όλων αυτών. Μόνο που, για να κερδίσει αυτόν τον πρωταγωνιστικό ρόλο, πρέπει ο ίδιος να τερματίσει μέσα του τη ληθαργική, συμφεροντολογική συμπεριφορά της ιδιοτέλειας, να έχει, όπως δικαιούται, την προσωπική του γνώμη, στηριγμένη όμως στα πραγματικά δεδομένα, όπως αυτά τα καθορίζει η πραγματικότητα.
Η επιστήμη τρέχει με ρυθμούς ασύλληπτους. Φέρνει στην επιφάνεια νέες πραγματικότητες που τα αλλάζουν όλα. Αρα, αυτό που απαιτείται στην εποχή μας είναι μια μεγάλη αλλαγή στη θεμελιώδη δομή του τρόπου σκέψης μας. Μια αλλαγή, ώστε να ανταποκριθούμε στα νέα δεδομένα που με σχεδόν καταιγιστικό ρυθμό προκύπτουν. Σήμερα είναι περισσότεροι εκείνοι που άφησαν πίσω τους τις αυταπάτες της «επανίδρυσης του κράτους», του «λεφτά υπάρχουν», του «Ζάππεια ένα και δύο», της «δημιουργικής ασάφειας», του «σκισίματος των Μνημονίων» κ.ά. Πέρασαν κοντά δέκα οδυνηρά χρόνια, άλλαξαν κοντά έξι κυβερνήσεις, δοκιμάστηκαν τρία και κάτι Μνημόνια, το ένα χειρότερο από το άλλο. Και είμαστε ακόμη στον τοίχο κολλημένοι. Και να που ήρθε και ο κορωνοϊός για να φέρει στην επιφάνεια ίσως το πιο ακανθώδες πρόβλημα του πολιτισμού μας. Τη σχεδόν παντελή έλλειψη συλλογικής ευθύνης.
Σήμερα, η ΤV κρατά στην οθόνη της εκατομμύρια απομονωμένα άτομα να παρακολουθούν κυρίως μια εικονική πραγματικότητα, ήτοι ένα θέατρο σκιών. Και επιβάλλει έναν μοναχικό δρόμο, ενώ η συνύπαρξη απαιτεί δημόσιο δρόμο. Κάτι που η απομόνωση το αποκλείει. Ετσι, πιθανόν η έκρηξη της ατομικότητας να ελευθερώνει ίσως την ύπαρξη, υπονομεύει όμως τη συνύπαρξη. Κι αυτή την ώρα, με τον κορωνοϊό να καλπάζει, αυτό που απαιτείται είναι η δυσεύρετη συλλογική αντίδραση. Χωρίς την οποία η αλυσίδα του κακού δεν σπάει. Αν το άτομο – πολίτης συνεχίσει ακόμη και τώρα να λιβανίζει την ατομική ευδαιμονοθηρία, τότε το πιο πιθανό είναι πως θα είναι ο ίδιος που προετοιμάζει την έλευση μιας αξημέρωτης νύχτας.
Η Ιστορία είναι ευνοϊκή μαζί μας μόνον όταν τη γράφουμε οι ίδιοι. Ομως για να είναι ευνοϊκή η Ιστορία μαζί μας θα πρέπει ο τρόπος σκέψης στη βάση του οποίου συγκροτήθηκε ως τώρα η δημόσια ζωή μας να αλλάξει. Συνεπώς, η αποθέωση του ατομικισμού οφείλει να υποχωρήσει για λογαριασμό της κοινής σωτηρίας. Η ύπαρξη να ανοίξει δρόμο στη συνύπαρξη. Η βία, η παραβατικότητα, ο ωχαδερφισμός, χρόνιες παθήσεις της συλλογικής συμπεριφοράς μας, πρέπει να πιεστούν σε υποχώρηση με τη συμβολή όλων. Προκειμένου να αναδειχτούν θεσμοί που θα προωθούν την αρετή της συναίνεσης, της σύγκλισης, του συμβιβασμού. Ωστε να προαχθεί σταδιακά η ιδέα της συλλογικότητας και κατ’ επέκταση και του κοινού ή δημόσιου αγαθού. Και αυτό θα είναι το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της εξόδου από την επαπειλούμενη άβυσσο. Πολύ έγκαιρα και έγκυρα ο John Stuart Mill προειδοποιούσε ότι «δεν είναι εφικτές οι μεγάλες αλλαγές στο ανθρώπινο γένος μέχρι να λάβει χώρα μια μεγάλη αλλαγή στη θεμελιώδη δομή του τρόπου σκέψης του». Και προειδοποιητικά συμπλήρωνε: «Οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές δεν μπορούν να προέρχονται από πολιτικές επαναστάσεις, αλλά από εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις».
Τώρα είναι η ώρα, τώρα που απειλείται ο πλανήτης ολόκληρος, τώρα είναι η ώρα να κάνουμε το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, πριν μας προλάβει η αξημέρωτη νύχτα. Και στον δρόμο αυτό μαζί με μας θα προκύψουν συμμαχητές και οι ανάλογοι ηγέτες, οι οποίοι, κατά τον Willy Brandt, «αναδεικνύονται σχεδόν πάντοτε όταν δεσπόζει το χάος, σπάνια από την καθιερωμένη τάξη και ουδέποτε από την καριέρα ρουτίνας».
*Ο Μωυσής Ελισάφ είναι δήμαρχος Ιωαννίνων
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Η πλατεία της 23ης Μαρτίου στην Καλαμάτα”, 1966) είναι έργο του Γιάννη Τσαρούχη.

1 σχόλιο

  1. Θαυμαστής ευστοχίας και πληρότητας κείμενο!
    “Αν το άτομο – πολίτης συνεχίσει ακόμη και τώρα να λιβανίζει την ατομική ευδαιμονοθηρία, τότε το πιο πιθανό είναι πως θα είναι ο ίδιος που προετοιμάζει την έλευση μιας αξημέρωτης νύχτας.”
    Θερμές ευχαριστίες στον κ. Δήμαρχο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here