Α. Σμυρναίος: Aυτοφαγία

0
49

Αντώνης  Σμυρναίος

Ο  Πατριδεγωφάγος  του Θεόδωρου Ζιάκα είναι ένα βιβλίο πάνω στο κεφαλαιώδες ζήτημα της σύγχρονης βουλιμίας και αδηφαγίας, ανοίγοντας το πεδίο για μια εσχατολογική διαιτολογία παγκόσμιας κλίμακας, με αιχμή του δόρατος όμως τον ελληνικό και ελλαδικό χώρο, ο οποίος και τον ενδιαφέρει και μας ενδιαφέρει.

Αποτελεί το έβδομο βιβλίο του πάνω σε ένα και μόνο ζήτημα, δηλαδή το έθνος, το οποίο, όπως ο ίδιος ομολογεί, τον απασχολεί από τη δεκαετία του 1980. Αναδεικνύει έτσι ένα βασικό άξονα της ανθρώπινης σκέψης, μιας σκέψης που θέλει να είναι όντως στοχαστική, δημιουργικά στοχαστική, και όχι ένα άθυρμα brainstorming: η αληθινή δημιουργία, όπως λ.χ. την έβλεπε ο Σεζάν, είναι όχι μια χαλαρή διασύνδεση καινοθηρικών δικτυώσεων, αλλά μονομανής, έμπονη και έγκοπη ενασχόληση με ένα και μόνο ζήτημα κάθε φορά ή ακόμη και για πάντα. Αυτή η σπάνια προνεωτερική εγκύστωση στο «ενός έστιν χρεία», που μπορεί να είναι βεβαίως διαφορετικό για τον καθένα, αναδεικνύει, εκτός πολλών άλλων, και την ιδιάζουσα υπεραξία αυτού του βιβλίου.

Ο Ζιάκας λοιπόν, με βάση τη μελέτη του για το έθνος, αναπτύσσει μια θεμελιώδη ιδέα που βασανίζει από το 16ο αιώνα και εντεύθεν τη δυτική σκέψη: την ιδέα της αυτοφαγίας. Αν το βιβλίο πραγματεύεται τη βουλιμία, όπως είπαμε, ακόμη περισσότερο πραγματεύεται τη βουλιμία εις εαυτόν: το βίαιο δηλαδή, και αναγκαστικό, προσανατολισμό της δυτικής επιθυμίας στην κατασπάραξη του ίδιου του υποκειμένου που επιθυμεί, και μαζί με αυτό των οικοδομημάτων του και των θεσμών του. Αν ο άνθρωπος είναι αυτό που τρώει, κατά τον Φοϋερμπαχ, τότε πρέπει να δούμε στο υποκείμενο, που απολαυστικά αλλά και βασανιστικά αυτοτρώγεται, το πρότυπο του σημερινού ανθρώπου. Η ίδια εξάλλου η έννοια της κατ-ανάλωσης, προϊόν, ως γνωστόν, των αρχών του αμερικανικού 20ού αιώνα, και πλέον κυρίαρχη σήμερα, παραπέμπει ακριβώς στην ανάλωση, στη φθίση, στο μαρασμό και στην εντροπία, δηλαδή σε ένα ήδη χαμένο έδαφος, σε ένα εσαεί γλιστερό θεμέλιο. Και μάλιστα στον αιώνα στον οποίο όπως – όπως επιβιώνουμε, παρατηρούμε το εξής ιδιάζον χαρακτηριστικό: η μετανεωτερικότητα να αποτελεί ακριβώς την αυτοφαγία της νεωτερικότητας. Η μετανεωτερικότητα, ως ύψιστη κορύφωση της νεωτερικότητας, έχει στρέψει το θανατηφόρο της κεντρί εναντίον της μήτρας της, του πατέρα της και της μητέρας της, επιτελώντας μια απολαυστική και χαλαρή ούτως ή άλλως πατρομητροκτονία.

Αν ο άνθρωπος ήταν πάντοτε όν της περίσσειας, όπως διέγνωσε ο Μπατάιγ, ή, όπως η Βίβλος ήδη έχει καταθέσει χιλιάδες χρόνια πριν στην παγκόσμια εμπειρία, ότι ο άνθρωπος είναι ανήρ επιθυμιών, στη νεωτερικότητα, ίσως εξαιτίας μια πρώιμης ρομποτοποίησης από τον ρωμαιοκαθολικό σχολαστικισμό, στράφηκε βουλιμικά προς τη φύση και τον άνθρωπο, υποτίθεται για να τους κατανοήσει, αλλά ουσιαστικά ελέγχοντας, κατακτώντας, αποικιοκρατώντας και ιμπεριαλίζοντας, για να σατιρίσουμε, με τον αδόκιμο αυτόν όρο, τη σοβαροφάνεια των δυτικών εγχειρημάτων. Η διψασμένη θέληση του νεωτερικού ανθρώπου για γνώση, όπως θα σημειώσει ο Χάμπερμας, για μια γνώση όμως που λειτουργούσε εξάπαντος ως δύναμη, δεν είναι παράδοξο που τόσο εύκολα μεταλλάχθηκε σε μια νιτσεϊκή Θέληση για Δύναμη, σύμφωνα με το Φουκώ. Κακέκτυπο της χριστιανικής εσχατολογίας η νεωτερικότητα, αστόχαστη και παρορμητική, βγήκε παγανιά για να εκχερσώσει, να λειάνει, να ανασκάψει τα χώματα, να βυθιστεί στους ωκεανούς και να εναερίζεται στο σύμπαν, για να απολαύσει τα πάντα εν πάσι και δια πάντα, λησμονώντας ότι μαζί της βγήκε κι ο Χάρος παγανιά, κατά το λαϊκό άσμα. Κι ο Χάρος ήταν το σαράκι που την έτρωγε εξαρχής, ο κόμπος που δεν είχε λύσει, το ερώτημα που σάπιζε μαζί της: γιατί βγαίνω παγανιά, γιατί θέλω να κατακτήσω τον κόσμο, ποιον αλήθεια, εντέλει, πολεμώ; Τον Ινδιάνο και τον Ινδό, αυτό το σαρκαστικά εθνικό δίπολο της δυτικής ιλαροτραγωδίας για να θυμηθούμε το εγχείρημα του Κολόμβου, ή τον εαυτό μου, τη σάρκα μου, την παιδεία μου, την κατήχησή μου; Έφευγε από παντού για παντού, φεύγοντας, νόμιζε, για πάντα, για να ξορκίσει τη μήτρα του που τον πονούσε, τρελός από πόνο και πόθο, σέρνοντας όμως μαζί του το θάνατό του. Έφευγε για την Ανατολή για να αρπάξει το πολύτιμο γι’ αυτόν είναι της και κατέληξε να στεριώσει τη Δύση, ως Δύση οικουμενική, εκεί δηλαδή που ο πολιτισμός, συνεχώς, εδώ και πέντε αιώνες, απλώς δύει…

Έτσι, έφτασε η μετανεωτερικότητα να πληρώσει πλέον τη νεωτερικότητα με το νόμισμα που της άξιζε. Αμφισβήτησε το βασικό της πρόταγμα, την εκκοσμικευμένη της αλήθεια, δηλαδή την πρόοδο, καθώς και τα στοιχειώδη εργαλεία της, τη μέθοδο, την πειθαρχία, την ηθική, τη διάκριση, την αντικειμενικότητα, την αποτελεσματικότητα, τον ανταγωνισμό, την εργαλειακότητα. Και στη θέση τους έβαλε τη συνεχή αμφιβολία, την αποδόμηση, την ηδονοθηρία, την εκζήτηση του παιγνιώδους, την πληθυντικότητα της αλήθειας, τη μανιώδη εκζήτηση εμπειριών, τον πολυμερισμό των ετεροτήτων, το σχετικισμό και το μηδενισμό. Αλλά κυρίως έστρεψε τη βουλιμία από τα βασίλειο της φύσης προς τον ίδιο το βουλιμικό υποκείμενο: η αυτοφαγία είναι το τίμημα ενός πολιτισμού που πεινά άμετρα, δηλαδή ποθεί άμετρα, και έχοντας καταπιεί τα πάντα δε βρίσκει τίποτα άλλο να φάει, καταπίνοντας πλέον την ίδια του την κατάποση…

Σε αυτήν την παγκόσμια βουλιμία έρχεται ο Ζιάκας ευφυώς και συστοιχεί τον Έλληνα Πατριδεγωφάγο, αυτό το παράδοξο ανθρωπολογικό βαμπίρ της νεοελληνικής μικροκλίμακας, που τρώει την πατρίδα του αλλά μαζί μ’ αυτήν και τον ίδιο τον εαυτό του. Πρόκειται για ένα βαμπίρ που δεν μας είναι όμως άγνωστο, καθώς έχει ήδη από αιώνες αποτυπωθεί στην ελληνική μυθολογία ως Ερυσίχθων, η άμετρη πείνα του οποίου, ακριβώς όπως και σήμερα, ήταν προϊόν μιας παράβασης, μιας Ύβρεως που επέφερε τη Νέμεση της αυτο-κατανάλωσης. Ο Πατριδεγωφάγος είναι ένας σύγχρονος ανθρωπολογικός καρκίνος, που διαβρώνει την πόλη, δηλαδή την οραματική κοινωνική συμβίωση, το ελληνικό σύστημα πατρίδας, με τον απεριόριστο και αδυσώπητο αυτοπολλαπλασιασμό του: είναι ακριβώς η νόσος της πόλεως, όπως γράφεται και στον υπότιτλο του βιβλίου. Αυτός ο καρκίνος διαβρώνει το έθνος ως δομή υποκειμενικοποιητικών παραδόσεων. Οι παραδόσεις αυτές, η μεταφυσική, η παιδευτική και η δικαιοπολιτική δημιουργούν με τη συνάρθρωσή τους την οντότητα του έθνους. Ο Ζιάκας θα διατρέξει με συντομία αλλά και ενάργεια την αρχαιοελληνική, την ελληνιστική, τη βυζαντινή και τη νεοελληνική εθνική παράδοση, επισημαίνοντας τα κοινά συστατικά τους στοιχεία, αλλά και τις αποκλίσεις τους, τις αλλοτριώσεις τους μέσα στη διάρκεια των αιώνων, με κορυφαία τη σοφιστική υπόσταση του ελληνιστικού αυτό-μηδενιστή και τη σύγχρονη νεοελληνική του επιβίωση στον Πατριδεγωφάγο.

Πολλά θα μπορούσε να επιλέξει κανείς για να συζητήσει από αυτό το νήμα των συλλογισμών που εκτυλίσσεται μέσα στο βιβλίο. Εγώ θα σταθώ ιδιαίτερα στους τρεις τύπους ατομικού και συλλογικού υποκειμένου και στη συνάρθρωσή τους με το έθνος, που παίρνουν τα εντελώς στοιχειώδη, αν και αμφίσημα, ονόματα του Ιδιώτη, του Πατριώτη και του Χριστιανού. Τύποι όχι βεβαίως καθαροί, αλλά μεικτοί, μεταβατικοί αλλά και μιγαδικοί, δηλαδή πραγματικοί και φαντασιακοί, στους οποίους μετέχουμε ή προσδοκούμε να μετάσχουμε, όπως το θέλει ο Zιάκας, λίγο-πολύ όλοι. Αν ο άνθρωπος ως υποκείμενο είναι προϊόν της σύγκλισης δύο κλήσεων, της αυτό-επιβεβαιωτικής και της αυτό-υπερβατικής, με την πρώτη αναπαράγοντας τον εαυτό του, ενώ με τη δεύτερη ανοιγόμενος στην κοινωνία, τότε ο Ιδιώτης είναι αυτός που παραμένει στο επίπεδο της ατομικής, αυτοεπιβεβαιωτικής απόλαυσης, είναι δηλαδή ο ΙδιώτηςΥπήκοος. Κατόπιν, ο Πατριώτης ανάγεται βέβαια στη σφαίρα της συλλογικής ευθύνης, του ανταποδοτικού ηθικού καθήκοντος, χωρίς όμως να παραβλέπει τελείως την ατομική απόλαυση, όντας ο Πατριώτης—Πολίτης. Τέλος, ο τρίτος ανθρωπολογικός τύπος, ο Χριστιανός, υπερβαίνοντας το εγκόσμιο δίλημμα ατομικού-συλλογικού, αποτελεί την ενσάρκωση της απάρνησης του ιδίου, εγωιστικού, θελήματος, όντας ήδη Ουρανοπολίτης. Είναι αυτός που απαρνιέται την ατομική ή συλλογική ισχύ και επιδιώκει να θυσιάζεται και για το ατομικό και για το συλλογικό, υπακούοντας εθελούσια στο σκανδαλώδες πρόταγμα «η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται», κι αποτελώντας κατ’ ακολουθίαν «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρία». Η μετάβαση από τον ένα τύπο υποκειμένου στον άλλο δεν είναι υποχρεωτικά γραμμική και σπανίως είναι μόνιμη. Οι υπαναστροφές δίνουν και παίρνουν, αλλά αυτό που είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό είναι ότι η μετακίνηση από τον Ιδιώτη, στον Πατριώτη και από κει στο Χριστιανό γίνεται πάντοτε με βίαιους ταραγμούς, με κοσμογονικές δηλαδή ιστορικές ανακατατάξεις, πολέμους κυρίως και καταστροφές, οι οποίες αποδομούν και αναδομούν το ανθρωπολογικό τοπίο.

Αυτό που διατρέχει όλο το βιβλίο του Ζιάκα είναι η διαλυτική φύση και φυσιογνωμία του Ιδιώτη, του σοφιστικού εκείνου σχετικιστή, ο οποίος διατρέχει επίσης ολόκληρη την ιστορική εξέλιξη για να καταλήξει σήμερα στο ιδεώδες του μετανεωτερικού μηδενιστή, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, του Πατριδεγωφάγου. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε, παραφράζοντας τον Λένιν, ότι ο Ιδιώτης αποτελεί ακριβώς την παιδική αρρώστια και του Πατριώτη και του Χριστιανού, γιατί συγκροτεί ένα συνεχές, επίμονο, ναρκισσιστικό κάλεσμα στην ηδονοθηρική εντροπία, δηλαδή στην αυτοφαγία, τους τραβάει σε μια άβυσσο που δεν τη βλέπουν μόνο αυτοί, αλλά τους βλέπει πλέον κι εκείνη…

Υπάρχει άραγε έξοδος, διέξοδος από τον ανθρωπολογικό καρκίνο του Πατριδεγωφάγου; Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το συγγραφέα μας ως απαισιόδοξο, καθώς, σε αντίθεση με τα ειωθότα αιτήματα, είναι βέβαιος ότι ούτε κομματική αλλά ούτε καν πολιτική διέξοδος διαφαίνεται. Και στην μεν πρώτη περίπτωση, στην κομματική, συντάσσεται με την Σιμόν Βέηλ, η οποία θεωρούσε ότι «αν εμπιστευόμασταν στο διάβολο την οργάνωση της δημόσιας ζωής, δεν θα μπορούσε να φανταστεί τίποτε πιο ευρηματικό από τη δημιουργία των κομμάτων». Αλλά και η ευρύτερη πολιτική διέξοδος πάλι μοιάζει ανέφικτη, καθώς ο Ζιάκας διαβλέπει, και μαζί του κάποιοι, τουλάχιστον, από μας, όχι την ευρωπαϊκή ή παγκοσμιοποιητική ενσωμάτωση ως θεραπεία του νεοελληνικού αδιεξόδου, αλλά, αντίθετα, «τη γενικευμένη υποστροφή σε έναν πρωτόγονο τεχνοφασιστικό δεσποτισμό, με έντονα φεουδαρχικά χαρακτηριστικά», όπως γράφει, ένα δεσποτισμό ομόλογο ακριβώς της κοινοβουλευτικής δικτατορίας, της «αιρετής τυραννίας» του αστόχαστου και βάναυσου ηθικολογείν, που ήδη ζούμε στη χώρα μας και στην Ευρώπη.

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το κομματικό και πολιτικό αδιέξοδο υφίσταται διότι επιζητούμε να κινηθούμε μόνο μέσα σε στερεότυπα αντανακλαστικά άλλων εποχών, γιατί επιζητούμε μόνο ομοιοπαθητικές θεραπείες, αντί για ετεροπαθητικές, γιατί εγκλωβίσαμε την περιλάλητη κριτική μας σκέψη στο καθήκον να αναπαράγει απλώς το ίδιο αυτοαναφορικό σύστημα σε πολλαπλές, καταναλωτικές εναλλακτικότητες, δηλαδή, εν ολίγοις, την αχρηστέψαμε. «Δεν σκέπτομαι, άρα υπάρχουν», όσοι με βλέπουν ως εμπόδιο στο δρόμο τους για έναν κόσμο δίχως τριβές… Η ιστορία ήταν πάντα το βασίλειο της ελευθερίας, όχι οι ντετερμινιστικοί μονόδρομοι που οι οικονομολογούντες και νέο-ηθικολογούντες μας επιβάλλουν. Η αναζήτηση διεξόδου δεν πρέπει λοιπόν να γίνει με τα υλικά της παρακμής, με τα εργαλεία της σήψης, με τις μεθόδους της συνήθους αυτο-ανάλωσης. Δεν χρειάζεται να ξαναπεράσουμε το στάδιο της νεωτερικότητας για να θεραπευτούμε. Γιατί στην Ελλάδα κάποιοι θρηνούν ακόμη για το τρένο της νεωτερικότητας που χάσαμε, μοιρολογούν για την αστική τάξη που πηδήξαμε, σαν να επρόκειτο για μεταφυσικές οντότητες μιας αδυσώπητης αναγκαιοκρατίας, επιμένοντας όμως να λησμονούν την ανηλεή κριτική της νεωτερικότητας που πλήθος δυτικοί στοχαστές έχουν ήδη εδώ και έναν τουλάχιστον αιώνα ενδελεχώς αποτυπώσει… Ο Ζιάκας θα απαντήσει σε αυτούς με καθαρότητα ότι δεν υποπτεύονται καν, όπως ακριβώς και ο Κοραής, ότι «ο ελληνικός και ο νεωτερικός ανθρωποκεντρισμός ήταν ασύμβατοι ή πιο σωστά, διαμετρικά αντίθετου προσανατολισμού», ότι ο εκσυγχρονισμός δηλαδή του νεοελληνικού κράτους είχε έναν κόμπο από την αρχή… Ο δυτικός κόσμος σπεύδει ιλιγγιωδώς στη μετανεωτερικότητα για να θεραπεύσει τις βαθιές πληγές που άνοιξε εντός του η νεωτερικότητα: αυτό είναι το νόημα του έργου σημαντικών στοχαστών, όπως ο Φουκώ, ο Ντελέζ, ο Μπρυκνέρ, ο Μπάουμαν, ο Λας, ο Γκρέυ, ο Μπωντριγιάρ και πολλοί άλλοι ακόμη, αλλά εμείς, ως γνήσιοι συμπλεγματικοί επαρχιώτες, εξακολουθούμε ακόμη να ζητάμε τη φυματίωση που δεν περάσαμε για να ακριβοπληρώσουμε στη συνέχεια τα φάρμακά της, που και πάλι θα μας προσφέρουν οι εσαεί, δυστυχώς, φυματικοί.

Ο Ζιάκας όχι μόνο θα περιγράψει, αλλά θα ευνοήσει, θα επιζητήσει, θα έλεγα θα εκβιάσει, τον εριστικό ταραγμό, που έτσι κι αλλιώς είναι στην ίδια τη φύση των βροτών. Γιατί θεωρεί ότι η συστημική κρίση που περνάμε, αυτό το ελληνικό Δόγμα του Σοκ, «δημιουργεί συνθήκες ευνοϊκές για την εμφάνιση Χριστιανών ‘εκ μεταστροφής’, δηλαδή Χριστιανών στην κυριολεξία», όπως γράφει. Αυτοί οι χριστιανοί εξ εθνών, νέοι άνθρωποι χωρίς τις ανήκεστες σχεδόν βλάβες των μεσηλίκων και των υπερηλίκων, είναι δυνατόν να αποτελέσουν το μικρό ποίμνιο, που ακόμη και άλλες παραδόσεις, όπως η εβραϊκή ή ινδουϊστική, επιζητούν, το λήμμα μιας αναγέννησης αδιάγνωστης εισέτι, που δεν θα μοιάζει όμως και δεν πρέπει να μοιάζει με καμιά του παρελθόντος, επιτελώντας έτσι ένα αυθεντικό εσχατολογικό πρόταγμα. Ο νεοέλληνας, αυτό το ανατολικο-δυτικό ανθρωπολογικό υβρίδιο, δεν έχει πια ζωή. Όσο αυτό δε γίνεται αντιληπτό, και προγραμματίζουμε συστημικές, ομοιοπαθητικές και αποκλειστικά οικονομολογικές θεραπείες των συμπτωμάτων και μόνο, τόσο μακρύτερος θα είναι κι ο δρόμος της διεξόδου.

Ο Ζιάκας με τον Πατριδεγωφάγο έκανε μια ευρηματική και πειστική ανατομία των συνθηκών εξόδου από το τέλμα της αυτοκτονικής αυτοφαγίας, στην οποία, υπήκοοι μέχρι θανάτου, αρκετοί συνάνθρωποί μας έχουν δυστυχώς, την τελευταία τουλάχιστον τριετία, υποκύψει. Αγαπητοί φίλοι και φίλες, προτείνω να μελετήσουμε αυτό το βιβλίο προσεκτικά για να προσανατολισθούμε στην αναζήτηση ετεροπαθητικών θεραπειών, θεραπειών που λ.χ. ο Γάλλος φιλόσοφος Ντερριντά προσδοκούσε να πέσουν μόνο από ψηλά, σαν κεραυνός, έξω δηλαδή από το πλαίσιο των στερεότυπων οριζόντων μας και των συστημικών, εγκλωβιστικών αναμονών μας, σαν ένα παράδοξο Συμβαίνον… Ο Πατριδεγωφάγος αποτελεί μια προκλητική κλήση και μια εμμέριμνη πρόσκληση για την επανεξέταση των νημάτων και την επαναβίωση των νοημάτων αυτού του εξαιρετικού οικουμενικού συμβαίνοντος, της ελληνικής δηλαδή και χριστιανικής παράδοσης, η οποία μοιάζει να διέρχεται σήμερα την περίοδο μιας ιδιαίτερα σκιώδους εκλείψεως. «Η πρώτη-πρώτη ιδιότητα του υποκειμένου είναι να αυταπατάται», θα μας προειδοποιήσει πικρά ο Μπατάιγ. Έτσι ο κόσμος διέρχεται μέσα στη φοβερή αγωνία της αυτοφαγίας του, που την έχει μεταλλάξει σε φρικώδη αφασία, όντας όμως ένας κόσμος που θα σκάσει κάποτε και με ένα κρότο και με ένα λυγμό, για να θυμηθούμε κάπως την προειδοποίηση του Eliot, παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε αυτούς τους τελευταίους σπασμούς αυτού του κόσμου ας είμαστε εκεί, σαν έτοιμοι όμως από καιρό, για ν’ αλιεύσουμε το εσχατολογικό τους μεγαλείο, αυτό ακριβώς το μεγαλείο που νομίζω ότι προτυπώνει ο Θεόδωρος ο Ζιάκας με το τελευταίο αυτό πολύτιμο βιβλίο του, για το οποίο και τον ευχαριστούμε.

πηγή: Aντίφωνο, oμιλία στο βιβλιο-στέκι «Χάρτα», Βόλος, 17 Μαΐου 2013

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here