Σκέψεις γιά τό Πένθος καί τό Θάρρος μετά τήν 5η Μαϊου 2010

2
159

Ἐδῶ καί πολλά  χρόνια στήν Ἑλλάδα , καθημερινά ζώντας αὐτό πού θά μποροῦσε κανείς κατά ἕνα γενικό τρόπο νά ὀνομάσει : «τό ἐρειπωμένο καί τό ἄλγος του», βρισκόμαστε σέ κατάσταση πένθους. Γιά ἄλλους ἀπό μᾶς εἶναι συνειδη- τό , γιά ἄλλους ὄχι . Ἀλλά εἴτε τό ἀναγνωρίζουμε εἴτε θέλου- με νά τό ἀγνοοῦμε , τό πένθος παραμένει παρόν καί ὅ,τι διαδηλώνει/διατρανώνει τήν ὕπαρξή του στίς ζωές μας εἶναι ἡ ἀπουσία αὐθεντικῆς , δημιουργικῆς χαρᾶς .

Στίς 5 Μαϊου 2010 τό Πένθος « παίρνοντας σάρκα καί ὀστά » (στήν πραγματικότητα θά ἔπρεπε νά ποῦμε «καίγοντας σάρκα καί ὀστά»), ἔγινε ὁρατό σέ ὅλους μας και δέν μπο- ροῦμε πιά νά κάνουμε τίποτα γιά νά τό συγκαλύψουμε.

Μέσα στά  προηγούμενα χρόνια καί ἄλλοτε πενθήσαμε  συλλογικά. Ἀλλά εἴχαμε ἀκόμα τήν πολυτέλεια τῶν ψευδαισθήσεων. Μπορούσαμε νά στραφοῦμε στά ἀντικείμενα , τά χιλιάδες ἀντικείμενα , μέ τά ὁποῖα δέν γεμίσαμε ἀλλά κυριολεκτικά ἀδειάσαμε τήν ζωή μας, καί νά ἁρπαχτοῦμε ἀπ’ αὐτά ὡσάν ἀπό σωσίβια , γιά νά μήν ἀντιμετωπίσουμε τήν ἀλήθεια . Δηλαδή τήν ὀδύνη τοῦ πένθους μας μπροστά στό ἐρειπωμένο .
Ἀφήνω τήν λέξη χωρίς καμία ἐπεξήγηση ἔτσι ὥστε νά χωράει τά πάντα , ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει. Τό ἐρειπωμένο ἁπλώνεται παντοῦ.
Τώρα ξέρουμε  πολύ καλά πώς εἶναι ἀδύνατο νά στραφοῦ- με σέ κανενός εἴδους ἀντικείμενα γιά νά ἁρπαχοῦμε. Και μ’αὐτό ἐννοῶ πώς καί τόν συναδελφό μας καί τόν συν- άνθρωπό μας καί τόν ἑαυτό μας καί τόν Θεό τόν ἴδιο ἀποπειραθήκαμε νά μετατρέψουμε (ἤ καί εἴχαμε μετατρέψει) σέ ἀντικείμενα μιᾶς ἤ πολλῶν χρήσεων.
Βρισκόμαστε τώρα γυμνοί και τετραχηλισμένοι ἀπέναντι σέ ἕνα ὀγκῶδες πένθος τό ὁποῖο  μᾶς ἔχει μαγκώσει κατά τέτοιο τρόπο  ὥστε δέν μποροῦμε νά ὑποδυθοῦμε πώς δέν τό ἀντιλαμβανόμαστε.
Γιά ὅποιον θυμᾶται  ἀκόμα τί σημαίνει ἡ Ἀγωνία τῆς Νύχτας στόν Κῆπο τῶν Ἐλαιῶν , εἶναι κατανοητό ποιά τεράστια ἀγωνία ἔχει φανερωθεῖ πλήρως.
Ἀγωνία καί  Πένθος , τά ὁποῖα ὀφείλουμε νά σηκώσουμε. Ἀλλά καί αὐτοί πού λησμόνησαν εἷναι ὑποχρεωμένοι ἀπό τά πράγματα νά θυμηθοῦν.
Ἡ 5η Μαϊου εἶναι ἀφιερωμένη στήν ἑορτάζουσα μνήμη τῆς Ἁγίας Ε ἰ ρ ή ν η ς . Τόσο ἡ σύμπτωση ὅσο καί τό ὄνομα βοοῦν τήν πένθιμη ἀντήχηση μέσα μας ἀπό μόνα τους. Οἱ νεκροί τῆς 5ης Μαϊου δέν εἶναι ἁπλά οἱ δικοί μας νεκροί ἀλλά ὁ δικός μας νεκρός ἑαυτός. Εἴτε σκοτωμένο εἴτε δολοφονημένο εἴτε ὅπως ἀλλιῶς τόν ποῦμε , παραμέ-
νει ὁ δικός  μας νεκρός συλλογικός καί προσωπικός ἑαυτός.
Δέν πρόκειται  οὔτε γιά «φιλοσοφίες», οὔτε γιά «λόγια τοῦ ἀέρα», οὔτε γιά «ὑπερβολές» :
Βρισκόμαστε ἐνώπιον  τῆς νεκρότητάς μας .
Ὀφείλουμε  νά τήν ἀντέξουμε.
Ὅσο καί νά ἀκούγεται παράδοξο , ἐντούτοις μποροῦμε. Γιατί ὑπάρχει μιά λειτουργία στήν ὕπαρξή μας ἡ ὁποία ἔχει αὐτήν τήν δύναμη. Ὅπως καί νά τήν ὀνομάσουμε : ποιότητα , ἱκανότητα ἤ λειτουργία παραμένει ἡ ἴδια . Πρόκειται γιά τό Θάρρος. Τό Θάρρος πού βρίσκεται στήν ρίζα της ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Κοιτάζοντας μέσα μας και ἀνάγνωρίζοντάς το , θά τό ἀναγνωρίσουμε καί στά πρόσωπα  γύρω μας. Καί τότε μιά δεύτερη  λυτρωτική ἀναγνώριση δυνατόν νά ἐπακολουθή-
σει :
Στή θέση τῶν  «νεκρῶν ἀντικειμένων» θά ἀναγνωρίσουμε  ζωντανά , πάσχοντα καί πενθοῦντα πρόσωπα προικισμένα ὡστόσο μέ Θάρρος.
Ὅλα τά δεινά, ὅλη τήν ὀδύνη, ὅλες τίς ἐσωτερικές καί ἐξωτε- ρικές μας συγκρούσεις, ὅλη μας τήν ἔνδεια, θά τήν πάρει πάνω του, θά τήν ἀναλάβει τό Θάρρος.
Γράφω αὐτές  τίς σκέψεις συντριμμένη μπροστά  στήν ἔκτα- ση τῆς νεκρότητάς μου , τῆς νεκρότητάς μας . Ἀλλά τήν ἴδια στιγμή πλήρως ἐμπιστευμένη στό Θάρρος τῆς ὑπάρξεώς μου, στό Θάρρος τῆς δικῆς σας ὑπάρξεως.
Ὅποιος πιστεύει στόν ΣταυροΑναστημένο Χριστό ἀναγνω-
ρίζει μέ ἁ π τ  ό τρόπο τήν Πηγή τοῦ Θάρρους του. Κάνει ὅ,τι καί ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς : Σκύβει νά Τόν ἀγγίξει γιά νά ἀντλήσει καί νά πιεῖ Θάρρος.
Ἀλλά καί  αὐτός πού δέν πιστεύει, καί  αὐτός πού λοιδωρεῖ, κι αὐτός  πού αἰσθάνεται τό μηδέν νά τόν  κατακλύζει καί  γίνεται ἀνελέητα κυνικός πρός πᾶσα κατεύθυνση, σκύβο- ντας μέ εἰλικρίνεια μέσα του θά ἀνακαλύψει πώς τό Θάρρος τῆς ὕπαρξής του μπορεῖ νά τά σηκώσει ὅλα αὐτά. Μπορεῖ νά σηκώσει ὁ λ ό κ λ η ρ ο τόν νεκρό ἑαυτό .
Διαρκῶς ὑψώνονται  φωνές ζητώντας ψυχραιμία καί  ἑνό- τητα γιά τίς ὧρες πού ζοῦμε καί γι αὐτές πού θά ἔρθουν. Ἄν καί μέσα στόν ὀρυμαγδό , ἀκούγονται ἀρκετά εὐδιάκριτα καί διαρκῶς ὑψώνονται νέες.
Ὅπως τό ἀντιλαμβάνομαι , αὐτό πού ζητοῦν (δηλαδή τήν  ψυχραιμία τήν ἑνότητα , τήν ἀποφασιστική ἄρνηση στή βία) ἀφορᾶ σέ μικρές καί μεγάλες καθημερινές πράξεις ἤ χειρονομίες πού ὅλες μαζί συνιστοῦν μιά στάση Θάρρους.
Μιά στάση Θάρρους  θεμελιώνεται στό ἴδιο τό Θάρρος τοῦ  ὑπάρχειν ἀλλά δέν τελειώνει ἐκεῖ. Στήν πραγματικότητα ἐγκαινιάζει ἕναν νέο τρόπο ὕπαρξης και συνύπαρξης . Ἐγκαινιάζοντάς τον δέν σηκώνει μόνον τό ἄλγος τοῦ πένθους ἐνώπιον τοῦ κατερειπωμένου μας κόσμου ἐδῶ στήν Ἑλλάδα ἤ καί στόν κόσμο ἅπαντα, ἀλλά τό ὑπερβαίνει ἐπίσης.
_  Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀστοχία ἀπό τήν ἀπελπισία,   μοῦ εἰπώθηκε κάποτε.
_ Μεγαλύτερη κι ἀπό τήν δειλία ;
_ Μεγαλύτερη. Γιατί ἡ δειλία μπορεῖ κάποτε νά ἀποτελεῖ τήν ἀρνητική ἤ ἀντεστραμμένη εἰκόνα τῆςἐσώτερης ἀναζή-τησης τοῦ Θάρρους.

Σ’ αὐτόν πού ζητᾶ , δίδεται.
Ἴσως  ἔγραψα τίς σκέψεις αὐτές  γιά νά κινητοποιήσω τό Θάρρος μέσα μου ἤ νά στραφῶ πρός αὐτό, «γιά νά πάρω Θάρρος», ὅπως λέμε.
Δέν εἶχα καμία πρόθεση «δοκιμίου», «μικροῦ μελετήματος» καί γράφοντάς τις δέν ἤξερα ἄν θά τίς κρατήσω στό συρτάρι ἤ ἄν θά τίς δώσω «κάπου».

Εἶπα : «Ἄς ἐμπιστευθῶ τό Θάρρος καί ἴσως… » .

Εἶναι περισσότερο  ἀπό ἐνδιαφέρον ὅτι γράφτηκαν χτές καί σήμερα τό πρωί βρῆκα γιά πρώτη φορά στό ἠλεκτρο-
νικό ταχυδρομεῖο  μου ἕνα εἶδος «πρόσκλησης» σέ πολλούς ἀνθρώπους , ἀνάμεσα τους κι ἐμένα, ἀπό τό Ἀντίφωνο.

Μπορεῖ  καί  κάποιος ἄλλος νά θέλει νά τίς  ἀκούσει , γιά τοῦτο ἀποφάσισα νά τίς μοιραστῶ , ἄν καί δέν ἔχουν ὑποστεῖ τήν ἀπαιτούμενη γιά μιά δημοσίευση ἐπεξεργασία. Ἑπομένως μοιράζομαι μιάν αὐθορμησία. Ζητῶ τήν κατανόηση τῶν ἀναγνωστῶν καί εὐχαριστῶ τό Ἀντίφωνο.

Υ.Σ. Ὀφείλω νά πῶ ὅτι οἱ σκέψεις μου δέν  διεκδικοῦν καμιά πρωτο- τυπία . Ὁ Πάουλ Τίλλιχ (1886 -1965)ἔγραψε πάνω σ’ αὐτό ἀκριβῶς τό θέμα ἕνα ὑπέροχο, κατ’ ἐμέ, βιβλίο τό ὁποῖο ἐκδόθηκε τό 1976 ἀπό τίς ἐκδόσεις «Δωδώνη». Επειδή δέν μποροῦσα νά θυμηθώ τό ὄνομα ἑνός Ἀμερικανοῦ «μαθητῆ» τοῦ Τίλλιχ , ὁ ὁποίος πάνω στά ἴδια ἴχνη ἔγραψε ἕνα βιβλίο μέ τίτλο «The gift of courage» , ψάχνο- ντας στό google εἶδα ὅτι πάμπολλα ἔχουν γραφτεῖ μέ παρόμοιο τίτλο.

* Πεζογράφος, τό πρῶτο βιβλίο της, ἐκδόθηκε τό 1972 , τό πιό πρόσφατο τό 2008, κράτησε ἐπί δέκα χρόνια τήν στήλη της κριτικῆς στό περιοδικό “Εὐθύνη “, μέχρι τό τελευταῖο του τεῦχος τόν περασμένο Δεκέμβριο.

2 Σχόλια

  1. Μεστός και ελπιδοφόρος λόγος μέσα σε μια πληρη αναγνώριση της δύσκολης πραγματικότητας .Συγχαρητήρια και ευχές για συνέχιση αυτού του βιώματος .

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here