Ρενέ Ζιράρ: από την θυσιαστική κρίση στην σταυρική θυσία

2
98

Οφείλω από την αρχή να πω ότι, όταν διάβασα για πρώτη φορά κείμενα του Ρενέ Ζιράρ (το βιβλίο «η Βία και το  Ιερό») εντυπωσιάστηκα όσο με λίγους άλλους στοχαστές από την ευρυμάθεια και την βαθύτητα των αναλύσεών του. Αργότερα, όταν, σε άλλα κείμενά του, κατάλαβα ότι συνδέει την όλη θεωρία του με το χριστιανικό Ευαγγέλιο, η έκπληξή μου ήταν ακόμη μεγαλύτερη: να ένας σύγχρονος φιλόσοφος που τολμά να εμπνευστεί ρητά, να μιλήσει για την χριστιανική αποκάλυψη, κόντρα σε κάθε μορφής υποβόσκουσα λογοκρισία. Στο σύντομο αυτό κείμενό μου, καθώς μάλιστα παρενεβλήθη το γεγονός του θανάτου του, θα ήθελα να αναφερθώ, εν είδει μνημοσύνου, στο έργο του, και να μιλήσω για συγκλίσεις, αλλά και τυχόν αποκλίσεις, από αυτό που είναι γνωστό ως «mainstream Christianity» (=η καθαυτό χριστιανική παράδοση).

Για όσους δεν γνωρίζουν την ζιραρική θεωρία, θα αρκεστώ να σκιαγραφήσω τις πλέον βασικές του θέσεις[1]: ο Ζιράρ λοιπόν ισχυρίζεται ότι κάθε επιθυμία, εκτός από όσες αφορούν τις στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες, είναι στην ουσία «μιμητική». Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα δεν επιθυμούμε το ίδιο το αντικείμενο καθαυτό, αλλά απλώς μιμούμαστε εκείνον που ήδη το κατέχει ή μάλλον το επιθυμεί –δανειζόμαστε λοιπόν τις επιθυμίες μας από άλλους, οι οποίοι και αποτελούν για μας ένα ενδιάμεσο «πρότυπο». Είναι φυσικό έτσι να δημιουργείται αντιπαλότητα ανάμεσα στους ανθρώπους, και μάλιστα, καθώς αποτελεί μέρος της φύσης της επιθυμίας να είναι μεταδοτική, γενικεύεται αυτή η αντιπαλότητα. Γεννιέται έτσι ένα είδος παροξυσμικής κρίσης σε μια κοινωνία, τόσο που όλοι γίνονται τελικά εχθροί με όλους. Η ανθρώπινη κοινότητα φτάνει στα  όριά της, μεταβαλλόμενη σε μια τερατωδία, που οι πρωτόγονες κοινωνίες αναπαριστούν με την μορφή ακριβώς των μυθικών τεράτων. Τότε λοιπόν, για να αποφευχθεί η καταστροφή, εφευρίσκεται ο μηχανισμός του «εξιλαστηρίου θύματος».  Βρίσκεται δηλαδή τυχαία κάποιο άτομο, πάνω στο οποίο προβάλλεται η γενική επιθετικότητα, αυτό θυματοποιείται και σύντομα φονεύεται. Μια σημαντική λεπτομέρεια είναι ότι προτού φονευτεί, μεσολαβεί μια διαδικασία, κατά την οποία το θύμα «πείθεται» ότι όντως είναι «ένοχο», οπότε και εκουσίως προσφέρεται να σφαγιαστεί. Μετά  τον τελετουργικό φόνο, οι άνθρωποι ηρεμούν και επικρατεί ειρήνη. Επειδή όμως το θύμα είναι αυτό που αφενός προκάλεσε την «θυσιαστική κρίση», αλλά και αφετέρου μπόρεσε να την θεραπεύσει, ιεροποιείται, οπότε και γεννιέται η αρχαϊκή θρησκεία. Οι πρωτόγονοι, προβαίνοντας επίσης σε μια τελετουργική μίμηση της πρώτης θυσίας, με σκοπό να προσοικειωθούν ξανά τα ευεργετικά αποτελέσματά της, δημιουργούν τα υποκατάστατα του θύματος. Η ίδια η γλώσσα ανακαλύπτεται, καθώς το πρώτο σημαίνον δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αναφορά στα υποκατάστατα του εξιλαστηρίου θύματος. Τελικά, γίνεται δυνατό αυτό που λέμε στην φιλολογία «αναπαράσταση».

Όλα αυτά, τελειώνουν, κατά  τον φιλόσοφο, με το χριστιανικό Ευαγγέλιο, καθώς εκεί, για πρώτη φορά (με προμηνύματα τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης), και σε πλήρη αντίθεση με τους μύθους, το θύμα, δηλαδή ο Ίδιος ο Χριστός, κηρύσσεται ρητώς  αθώος και καταγγέλλονται οι θύτες ως άδικοι. Αυτή η ριζική κατάδειξη της αθωότητας του θύματος αχρηστεύει και αποδομεί πλήρως τον θυσιαστικό μηχανισμό, η βία πια δεν γνωρίζει καμία δικαιολογία. Όσο πιο πολύ λοιπόν επικρατεί το ευαγγελικό μήνυμα  στον κόσμο, τόσο και περισσότερο η βία θα υποχωρεί και η ειρήνη θα εδραιώνεται. Αρκεί βεβαία να μην γίνεται νοθεία και παραχάραξη του αυθεντικού χριστιανικού μηνύματος.

                                           *********************

Το πρώτο που οφείλει να παρατηρήσει κανείς είναι ότι ο Ζιράρ επιμένει και μιλά πολύ σωστά για την δύναμη του φθόνου, ο οποίος, μέσα στο έργο του, παίρνει μια πρωτόγνωρη δύναμη, πολύ μεγαλύτερη από αυτό που σημαίνει στην σημερινή γαλλική η «jalousie» (μολονότι βέβαια χρησιμοποιεί την λέξη). Η jalousie, και πολλά άλλα αντίστοιχά της σε άλλες δυτικές γλώσσες, έφτασαν να αφορούν περισσότερο το αντικείμενο που κατέχει ο φθονούμενος, και όχι τον ίδιο τον αντίπαλο της μιμητικής επιθυμίας. Γενικά, «φθονώ»,  στον σημερινό μετασχολαστικιστικό δυτικό κόσμο και την ιδιότυπη περί παθών θεωρία του, σημαίνει περισσότερο «επιθυμώ να αποκτήσω ό,τι και ο εχθρός μου», ενώ, αντιθέτως, στην παλαιά χριστιανική ασκητική παράδοση (ένα από τα πρώτα κείμενα της οποίας είναι το περίφημο «Αποφθέγματα  πατέρων»), ο φθόνος στοχεύει πρωτίστως το ίδιο το πρόσωπο του αντιπάλου. Αν για τον σχολαστικισμό το πάθος έχει περισσότερο συναισθηματικό, επιθυμητικό περιεχόμενο, για την ανατολική μοναστική παράδοση αυτό που το χαρακτηρίζει είναι κυρίως ο ηθικός προσανατολισμός. Ζηλεύω τον πλησίον, για την ανατολική «παθο-λογία», τον λόγο δηλαδή περί παθών, θα πει ότι πρώτα, από οντολογική άποψη, εξαχρειώνομαι ηθικά, αμαυρώνω την σχέση μου με τον πλησίον, και κατόπιν λαμβάνει χώρα το όποιο συναισθηματικό ή επιθυμητικό γεγονός. Πρώτα φθονώ, ως ηθικό γεγονός, και κατόπιν, ως εξ αυτού, επιθυμώ το αγαθό του άλλου.

 Όλα αυτά σημαίνουν ότι ο Ζιράρ ανακαλύπτει ξανά για την δυτική φιλοσοφία την τρομερή δύναμη του πάθους, αυτήν που ξεχάστηκε στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος και θεωρεί, τρόπον τινά, μόνο την διανοητική-εγκεφαλική λειτουργία ως πραγματικά κοσμογονική δύναμη. Το πάθος δεν είναι απλά διεστραμμένη επιθυμία, αλλά τιτάνια ανθρωπολογική αρχή, που συχνά συνίσταται σε μια ολοκληρωτική επίθεση και διεστραμμένη καταστροφική ορμή προς το πρόσωπο του άλλου αυτό καθαυτό. Κρύβει μέσα του κάτι το αληθινά δαιμονικό- ο  Ντοστογιέφσκι το κήρυξε ρητά, ο Σαίξπηρ, πιο μπροστά, το περιέγραψε λαμπρά, η αρχαία τραγωδία το διαπίστωσε  πρώτη (αυτά είναι και τα αγαπημένα αναγνώσματα του Ζιράρ). Ο Νίτσε, ειρήσθω εν παρόδω, δεν φαίνεται να το κατάλαβε καθόλου, παρά το «πάθος» του να ζήσει τον δυναμισμό του «νέου ανθρώπου».

Ωστόσο, ο Ζιράρ γοητεύεται τόσο από αυτήν την ανακάλυψή του, που φτάνει να ορίζει τον φθόνο ως συστατικό στοιχείο γενικά της «ανθρώπινης κατάστασης». Γι’ αυτόν, η επιθυμία, κάθε επιθυμία, είναι προϊόν του  φθόνου. Αυτό δεν είναι πάντως η παραδοσιακή χριστιανική διδασκαλία .Με άλλα λόγια, δεν  είναι στη φύση του  ανθρώπου να φθονεί- το πάθος του φθόνου εμφανίζεται πρώτη φορά με τον Κάιν, που ζηλεύει τον Άβελ και στρέφεται εναντίον του (δεν έχω διαβάσει μια ανάλυση του Ζιράρ για αυτήν την βιβλική ιστορία).  Ο Κάϊν έχει επιθυμία, επιθυμεί την «δικαίωση» από τον Ουρανό, και γνωρίζει τι θα πει «θυσία», προσφορά στον Θεό. Πριν παρεμβληθεί ο φθόνος ωστόσο,  και αμαυρώσει ολοκληρωτικά την ψυχή του, ο Θεός αρνείται να δεχτεί την προσφορά του. Γιατί; Γιατί και ο φθόνος έχει την δική του γενεαλογία: πρόκειται για τον εγωισμό. Ο Κάϊν δεν έχει αληθινή αγάπη για τον Δημιουργό. Αυτός του το καταδεικνύει, και τότε, προκειμένου να μην τον καταπιεί το μηδέν του νοήματος, στρέφεται στον φθόνο. Το πάθος αυτό εν τέλει αποτελεί μια διεστραμμένη προσπάθεια για επικοινωνία, το ίδιο όμως το «επιθυμείν» αποτελεί ασφαλώς για τον άνθρωπο «φυσική» κατάσταση. Υπάρχει λοιπόν αυθεντική ανθρώπινη «φύση», «φυσική» επιθυμία, και αυτή δεν προκαλείται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα του φθόνου.

                                            ************************

Ωστόσο, φαίνεται να είναι γεγονός ότι, όντως, οι φθονεροί μιμούνται ο ένας τον άλλο, και ο πρώτος από αυτούς αντιγράφει τον δίκαιο (ο οποίος έχει, όπως είδαμε, φυσική επιθυμία). Ο Ρενέ Ζιράρ σωστά το επισημαίνει, στην ουσία καταδεικνύοντας ότι ο σύγχρονος πολιτισμός είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό προϊόν διαστροφικής μίμησης. Από την διδασκαλία του Ζιράρ μπορεί, όπως φαίνεται, να ωφεληθεί τα μέγιστα και η Ιστορία: πχ ο ένας ισχυρός πολιτισμός, ας πούμε ο Αμερικανικός, πείθεται από το «δυτικοευρωπαϊκό» παράδειγμα, με την μεγαλειώδη οργανωτικότητα και «αποτελεσματικότητά» του, ότι όντως, αξίζει να τον μιμηθεί κανείς, οπότε και του ανταπαντά με ένα πνεύμα περισσότερης κατάφασης, και λεπτής, δήθεν δημιουργικής, επεξεργασίας, των αρχών του πρώτιστου πολιτισμού-παραδείγματος. Τα ίδια τα άτομα-φορείς πχ του αμερικανικού πολιτισμού, ασυνείδητα, με την καθημερινή τους συμπεριφορά, εμπλεκόμενα ασυνειδήτως στον μιμητικό ανταγωνισμό, ανταπαντούν, μεταξύ άλλων, σε αυτό που κάνει ο Ευρωπαίος, λέγοντάς του, συχνά με τον τρόπο τους: βαδίζεις καλά, σωστά αποτελείς το πρότυπο. Το πρότυπο βέβαια, ο Ευρωπαίος, ως ο «πρώτος» μεταξύ ίσων της ομάδας των μιμητικά ανταγωνιζομένων και νυν συνασπισμένων κατά ενός θύματος αντιπάλων, είναι επιφορτισμένος με το υψηλό καθήκον να καταρτίζει μία μεταφυσική πρόταση, ικανή να καθησυχάζει τους μιμητές του, όταν αυτοί ρωτούν: είναι στ’ αλήθεια φυσική η επιθυμία σου; Και επειδή, ασφαλώς, το μέγα παράπτωμα για το ασυνείδητο του δυτικού πολιτισμού, φροϋδικής υφής αυτήν την φορά, είναι ότι σκότωσε τον πατέρα του (=τον Πάπα ως θρησκευτική και πολιτική αυθεντία), ο Ευρωπαίος ξεκινά την επανάστασή του ακριβώς προσπαθώντας να καταδείξει ότι ό,τι επιθυμεί είναι «φυσικό» (το φυσικό δίκαιο, τα «φύσει» ανθρώπινα δικαιώματα κλπ κλπ). Μέγας προφήτης, ως προς αυτό, του νεοτέρου ευρωπαίου είναι ο γαλλόφωνος Ρουσό, με την μανία να ανάγει στη «φύση» τις ιδεολογικές διαφωτιστικές θέσεις. Και εντός των σχέσεων μεταξύ επαναστατημένου Ευρωπαίου και Πάπα, παίζεται το μέγα παιχνίδι της γενεαλογίας του δυτικού «φθόνου» και της δυτικής εν γένει επιθετικότητας.

                                         **********************

Μια άλλη πολύ σπουδαία επισήμανση του  Ζιράρ, που ήδη σημειώσαμε, είναι ότι ακριβώς οι φθονεροί συνασπίζονται στην επιθυμία τους να εκτονώσουν την επιθετικότητά  τους. Αντί για αταξία, ο φθόνος γεννά τρομερή τάξη, συνομάδωση και «πολιτισμό», γι’ αυτό άλλωστε και εφευρίσκεται, σχεδόν μεθοδικά ο μηχανισμός του εξιλαστηρίου θύματος. Πρόκειται για άλλη μια ανακάλυψη του γάλλου φιλοσόφου, που ωστόσο έχει περιγράψει προηγουμένως καλά η ανατολική χριστιανοσύνη, η οποία και γνωρίζει ότι τα πάθη ακριβώς μεταμφιέζονται. Δυστυχώς, ελλείπει εδώ ο χώρος για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε, ακροθιγώς έστω, το θέμα του πώς ο εγωισμός, και ειδικότερα ο φθόνος, μπορούν να ενδύονται το προσωπείο της καλοσύνης, της προσφοράς, της άκρας ευγένειας, και ακόμη της ψυχικής ευαισθησίας, της τρυφερότητας, της στοργής, της συγκίνησης!  Ο εγωισμός μπορεί να λάβει ακόμη τις μορφές του μεγάλου ενδιαφέροντος, δήθεν, για το κοινωνικό, καλλιτεχνικό, επιστημονικό γίγνεσθαι, να μετατραπεί σε μορφή κοινωνικής οργάνωσης και μεθοδευμένης αλληλεγγύης, επιπροσθέτως να φορέσει την μάσκα του προσωπικού δήθεν προβληματισμού, της ανησυχίας, του ενδιαφέροντος για ολοκλήρωση και υπέρβαση της μονομέρειας. Όλα αυτά, αν ψάξει κάνεις, θα τα βρει, ας πούμε στον  Ντοστογιέφσκι (φαίνεται να έχει επιδράσει καταλυτικά στον  Ζιράρ), τολμώ να πω όμως ότι η δυτική λογοτεχνία, εν πολλοίς, με την τάση της να εστιάζει κυρίως σε υποκειμενιστικά – συναισθηματολογικά ζητήματα, αντιγράφοντας ανεπιτυχώς τον άγιο Αυγουστίνο και τις «Εξομολογήσεις» του, τα παραγνωρίζει.  Και στο σημείο αυτό, αξίζει πάλι να αναφερθούμε στην Ιστορία, ή μάλλον στην «Γραμματική των Πολιτισμών», για να θυμηθούμε τον τίτλο ενός κλασικού έργου του Μπρωντέλ: ο δυτικός πολιτισμός, λοιπόν,  γεννά θαυμαστή «τάξη», όχι απλά ανταποκρινόμενος στις έσωθεν κρυφές δομές και προϋποθέσεις του, αλλά γιατί, επιπροσθέτως, νιώθει την ανάγκη, διαλεγόμενος ασυνείδητα με άλλους μεγάλους πολιτισμούς, να εξάρει τον εαυτό του ως το θαυμαστότερο παράδειγμα ανθρώπινου πολιτιστικού εποικοδομήματος. Η σύγχρονη φιλοσοφία μιλά, μ’ έναν ανιστορικό, είναι η αλήθεια, τρόπο, για τον «ευρωκεντρισμό» και τον «λογοκεντρισμό» του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Ωστόσο, είναι ανάγκη και η ίδια η Ιστορία, μετά τον Ζιράρ, να θέσει ευκρινέστερα το ερώτημα, την σπουδαιότητα του οποίου διαισθάνεται η Φιλοσοφία: ανάμεσα στα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού συγκαταλέγονται,άραγε, ο (πχ αποικιακός) ανταγωνισμός και η (πχ οικονομική) αντιπαλότητα; 

                                             ***********************

Πάμε τώρα στην καρδιά του ζιραρικού έργου, που αφορά βέβαια την ανάλυση που κάνει στο χριστιανικό Ευαγγέλιο. Μιλώντας πάντα για την ικανότητα των παθών -εδώ το φθόνου- να γεννά τάξη, ο φιλόσοφος επιμένει ιδιαίτερα στο γεγονός της γέννησης του «όχλου». Παραδειγματική περίπτωση του κάθε «όχλου» είναι βέβαια το πλήθος που σκότωσε τον Χριστό. Ο όχλος που σταυρώνει τον Θεάνθρωπο είναι το αρχέτυπο κάθε πλήθους που ορμά να σκοτώσει, ακόμη και αυτών των θερμόαιμων παθιασμένων ανθρώπινων μαζών που κινήθηκαν δολοφονικά κατά των θυμάτων τους προ της Σταύρωσης. Ο Ζιράρ επιμένει ιδιαίτερα στο γεγονός του Σταυρού, και είναι ανάγκη να συμφωνήσουμε μαζί του[2], όταν δείχνει ότι ο τότε όχλος δεν έδρασε «ανεξέλεγκτα», τυφλά. Αντιθέτως, πάντα το μανιασμένο πλήθος στοχεύει εκεί που πρέπει. Το πάθος γεννά, όπως είπαμε, «ορθολογικότητα», γι’ αυτό και, όντως, οι σταυρωτές του  Χριστού ήταν θαυμαστά «ήρεμοι» και «γαλήνιοι» (τουλάχιστον οι χειραγωγοί του πλήθους): οι Αρχιερείς, για παράδειγμα, που καταδίκασαν τον Θεάνθρωπο, έμεναν σταθεροί σε «αρχές» και «αξίες», γιατί δήθεν δρούσαν υπέρ του λαού. Είχαν, και δεν θα μπορούσαν να μην έχουν, και δικαστήρια και κατηγορητήρια και πραιτόρια και Πιλάτο και όλα τα σχετικά. Διέθεταν επίσης και την τέλεια δικαιολογία: «συμφέρει ένα άνθρωπον απολέσθαι υπέρ του λαού» (Ιω, 18,14). Επιπλέον, ήταν, υποτίθεται, και κατά της βίας, εφόσον προσπαθούσαν να μην διαχυθεί το «κακό» του κηρύγματος του Ευαγγελίου του Χριστού, ο Οποίος μιλούσε άλλωστε για «μάχη» γονέων και παιδιών, για «γκρέμισμα» του ναού του  Σολομώντα και ανοικοδόμησή του σε τρεις μέρες κλπ. Οι θύτες εμφανίζονται ως πράοι!

                                                ********************

Μια άλλη πραγματικότητα, στην οποία οδηγούν όλα τα προηγούμενα, και που σωστά διαβλέπει ο Ζιράρ, είναι ότι δεν υπάρχει εν τέλει παρά μία και μόνο μία ανθρώπινη Ιστορία, που διατρέχει και συγκεφαλαιώνει κάθε επιμέρους πολιτισμό, περιλαμβάνοντας ακόμη και την γεγονοτολογία των κάθε λογής αποκλεισμένων ιθαγενών φύλων, που δεν ήρθαν ποτέ πιθανόν σε επαφή με τον έξω κόσμο. Ιδού ο λόγος γι’ αυτό: στην επίθεσή τους κατά του αδύναμου θύματός τους, οι μιμητικά ανταγωνιζόμενοι αντίπαλοι απελευθερώνουν και εξακοντίζουν κατ’ αυτού το σύνολο του ανθρώπινου φαντασιακού αποθέματος. Η βία αξιοποιεί τα απύθμενα, αβυσσαλέα βάθη του ανθρώπινου ασυνειδήτου, θα’ λεγε κανείς ακόμη και εκείνα τα εμπαθή ενεργήματα[3] που ούτε τόλμησε ποτέ να σκεφτεί ο φροϋδισμός. Το φαντασιακό, σε αυτήν την περίπτωση, αγγίζει, υπό μία διαστροφική έννοια, την λεπτή εκείνη περιοχή όπου το κτιστό φτάνει στα όριά του και συναντά το υπερβατικό,  γι’ αυτό και γίνεται ανίερο, δαιμονικό. Από θεολογικής, αλλά και ανθρωπολογικής απόψεως, αυτό σημαίνει ότι ο όλος Αδάμ, με το σύνολο της ψυχοδυναμικού αρνητισμού του, βάδισε κατά του Χριστού, ο Οποίος βέβαια δεν κατείχε και δεν επιθυμούσε τίποτε[4], παρά μόνο ήλεγχε τους πονηρούς, έστω και με το γεγονός  ότι απλά υπήρχε (αμέσως μετά τον έλεγχο, «ήρξαντο οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι δεινώς ενέχειν» κατά του Χριστού, Λουκ. 11, 54). Όλος ο Αδάμ εξεγέρθηκε κατά του Χριστού, Αυτός όμως βγήκε νικητής από αυτόν τον σφοδρό εναντίον Του πόλεμο, γιατί βέβαια ήταν Θεός, και ως εκ τούτου είχε «υπερφυή ταπείνωση». Η ταπείνωση, και η υπ-ακοή[5] που συνδέεται μ’ αυτήν, είναι το μόνο αντίδοτο στον φθόνο, και όχι απλώς η «αγάπη», όταν αυτή νοείται μόνο ως απλό συναίσθημα, διακριτή συμπάθεια προς κάποιον. «Διό και ο Θεός αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα»(Φιλ. 2,9). «Εν ω γαρ πέπονθεν αυτός πειρασθείς, δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (Εβρ.3,18). Αν και Θεός, υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα σε αυτά που υπέφερε ο Κύριος κατά την ανθρώπινη φύση Του, και στα δικά μας παθήματα, λέγει κάπου ο πατήρ Σωφρόνιος.

                                                      *******************

Ολόκληρη η Ιστορία του Αδάμ λοιπόν συγκεφαλαιώνεται και περιλαμβάνεται στην Σταυρική Θυσία του Χριστού: ο λόγος είναι ότι ο Κύριος έζησε εν τω Σταυρώ ολόκληρη την εμπειρία της ανθρώπινης «κατάστασης». Ο Ζιράρ κάνει ορισμένες ωραίες περιγραφές του πάθους του Κυρίου, αλλά και η ορθόδοξη θεολογία  έχει επιμείνει, ήδη από τον καιρό του Δ αιώνα, σε αυτήν την αλήθεια: ο Θεάνθρωπος  φορτώθηκε, ανέλαβε όλο το βάρος του ανθρώπινου κακού, «πειράσθηκε» εις τέλος. Βίωσε, για παράδειγμα, και την μοναξιά του Σωκράτη στην φυλακή, την εξορία του Πλάτωνα, τα βασανιστήρια που αρχαίοι και νεότεροι πολιτισμοί επιφυλάσσουν στους αιχμαλώτους πολέμου, το δράμα ακόμη των σύγχρονων αστέγων, των κάθε λογής αποκλήρων, τα «μοντέρνα» βασανιστήρια επιπροσθέτως του άγχους και της εγκατάλειψης (ας σκεφτούμε πχ την αγωνία στην Γεθσημανή, το μυστήριο της θεοεγκατάλειψης πάνω στον  Σταυρό) κλπ. Έζησε όχι μόνο το δράμα του δικού Του καιρού, αυτό είναι το παράδοξο, αλλά και τις μεγάλες πληγές του μέλλοντος αιώνος. Και καθώς στην ουσία η Ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο, υπό μία έννοια, παρά η γενεαλογία και η ανάπτυξη των οδυνών και των δακρύων ανά τους αιώνες στην γη, γι’ αυτό και ο Κύριος, που έγινε «κατάρα» για χάρη μας, συγκεφαλαιώνει τον όλη πορεία του Αδάμ στον χρόνο.  Πράγματι,  η Ανάστασή Του, όπως περιγράφει ο Ζιραρ, τερματίζει την Ιστορία, γιατί ακριβώς «απομυθεύει». Μετά τον Χριστό δεν υπάρχει πια μύθος, αλλά μόνο Ευαγγέλιο. 

                                               *********************

Από φιλοσοφική-θεολογική άποψη είναι επίσης γεγονός ότι ο Χριστός, θυσιαζόμενος, ανακαίνισε την ανθρώπινη «φύση»[6]. Ο Θεός δεν έγινε άνθρωπος για να αφήσει απλά σε μας ένα καλό ηθικό υπόδειγμα, να αποτελέσει, ας πούμε, πρότυπο ορθής συμπεριφοράς. Σκοπός Του ήταν να ζωοποιήσει το εσώτερο είναι μας, σώμα και ψυχή. Χωρίς να το λέγει καθαρά (τον εμποδίζουν ως ένα βαθμό οι αυγουστίνειες προϋποθέσεις του), ο Ζιράρ στην ουσία καταδεικνύει την εξής αλήθεια: η βαθύτατη, άκρως ομόθυμη σύγκλιση και θαυμαστή συνένωση των ανταγωνιζομένων αντιπάλων σ’ έναν και μόνο έναν παθολογικό οργανισμό, τον «όχλο», με την δική του ιδιότυπη οντο-σύσταση, αποκαλύπτει, έστω και με αρνητικό τρόπο, ότι ο άνθρωπος αποτελεί ενιαία υπόσταση. Παρέλκει εδώ η προσπάθεια να τεκμηριώσουμε περαιτέρω το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν είμαστε εξατομικευμένες περιπτώσεις, χαλαρά συνδεδεμένες μεταξύ τους, ενός συγκυριακού βιολογικού υποστρώματος, με επίσης περιπτωσιολογικές ψυχοδομές (όπως πιστεύει μέρος της σύγχρονης ψυχολογίας), αλλά μέλη του ενός Αδάμ[7].  Η απολύτρωση δια του Χριστού σημαίνει ακριβώς «σταύρωση και ταφή» με τον Χριστό, συμμετοχή στην πορεία του Χριστού προς το πάθος – γιατί ο Χριστός, όπως φαίνεται θαυμάσια από τις αναλύσεις του γάλλου φιλοσόφου, δεν έπαθε απλώς, άλλα πορεύτηκε προς το πάθος. Κατά κάποιο τρόπο διαπέρασε όλη την άβυσσο του πάθους, τις αλλεπάλληλες διαδοχικές φάσεις του, πράγμα, άλλωστε, που περιγράφει  παραδειγματικά η υμνολογία της Μεγάλης Εβδομάδας. 

                                                        **********************

Μίμηση και φθόνος, πάθος και επιθυμία, ιερή βία και απομύθευση, πορεία προς το πάθος και τερματισμός της Ιστορίας, ανθρώπινη φύση και χρόνος, όλα αυτά υπάρχουν στο έργο του Ζιράρ, είτε στο επιφανειακό στρώμα της ρητής απόφανσης, είτε στο βαθύτερο πνεύμα, που διατρέχει προπαντός τις σελίδες εκείνες όπου αναλύεται η μια και μοναδική «δραματουργία»: αυτή του θείου δράματος.

Σημειώσεις

[1]  Στα ελληνικά κυκλοφορούν αρκετά βιβλία του πια. Βλέπε ιδίως το «Εξιλαστήριο Θύμα, Η βία και το Ιερό» (Εξάντας ,Αθήνα 1991), το «Κεκρυμμένα από καταβολής» (Κουρής, Αθήνα 1994) και «Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν…» (Εξάντας- Νήματα, Αθήνα 2002).

[2]  Αυτό είναι το βαθύτερο πνεύμα των αναλύσεων του Ζιράρ, που αναδεικνύει όλο και περισσότερο στα έργα του το γεγονός της θυματοποίησης του Δικαίου. Αυτό βέβαια κηρύσσει με εμφατικό τρόπο ήδη η  Παλαιά Διαθήκη (πχ: «παρέστησαν οι βασιλείς  της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου…», Ψαλμ. 2,2). Η «αθεΐα», περαιτέρω, ως οργανωμένος κα συγκροτημένος τρόπος ύπαρξης, ανά τους αιώνες, τρέφεται και ενδυναμώνεται από αυτή την «σύναξη των ασεβών», για την οποία μιλούν οι Ψαλμοί. Ο ίδιος ο Κύριος είπε για την συμψυχία των φθονερών: «ει δε και σατανάς εφ’ εαυτόν διεμερίσθη, πώς σταθήσεται η βασιλεία αυτού;» (Λουκ. 11,18).

[3]  Ο όρος αυτός σημαίνει τον ιδιότυπο τρόπο με τον οποίο τα πάθη σχετίζονται, αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, και συγχωνεύονται σε μια ιδιαίτερη κάθε φορά ουσία.  Η πραγματικότητα των «εμπαθών ενεργημάτων» μένει δυστυχώς πλήρως άγνωστη στην δυτική επιστήμη, τα δοξάζει όμως, καθώς τα αντιλαμβάνεται για μεγάλο πνευματικό θησαυρό, η δυτική λογοτεχνία.

[4]   Ματθ 4,1-11, όπου ρητώς λέγεται ότι ο Κύριος αρνήθηκε κάθε εμπαθή επιθυμία. Γράφει και ο Πατήρ Σωφρόνιος: «Καμία επιθυμία δεν μπορούσε να εξουσιάσει τον Χριστον, ούτε για μια στιγμή, χάρη στην άμεση αντίδραση Του». («Οικοδομώντας τον Ναό του Θεού μέσα μας και στους αδελφούς μας», τομ. Α, σελ. 133, ΙΜΤΠ, Έσσεξ, 2013).

[5]  Στους Πατέρες, αξίζει να σημειωθεί, η «υπακοή» εννοείται ως μία γνήσια διυποκειμενική δυνατότητα. Το πρώτιστο και μέγιστο παράδειγμα της υπακοής είναι φυσικά, όπως αναλύει επίμονα ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ο Ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος και δίδαξε όλους μας ότι μόνο αυτή η στάση ενώπιον του Θεού, αλλά και μεταξύ μας, οδηγεί σε μια γεμάτη νόημα ζωή. Η υπακοή τελικά αποτελεί μια οντολογική δυνατότητα του ανθρώπου να «ακροάται», προφητικώ τω τρόπω, όχι μόνο τον Θεό, αλλά τρόπον τινά και τον συνάνθρωπό του. Το ανθρώπινο πρόσωπο, δυνάμει του ότι διαθέτει συνείδηση,  «πληροφορείται» για το ποια είναι η επιθυμία του αδελφού του, και μπορεί κατόπιν να την εκπληρώνει. Αυτή η οντολογική – υπαρξιστική σημασία της υπακοής δυστυχώς δεν έχει μελετηθεί καθόλου από την σύγχρονη φιλοσοφία.

[6]  Η αμαρτία, γράφει ο Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας στο «Περί της εν Χριστώ Ζωής», έχει διπλή φύση (όπως περίπου το φως): είναι και έξη, γενικότερη ψυχοσωματική φθορά, αλλά βέβαια και πράξη. Το κακό, παγιωνόμενο στον άνθρωπο, όπως ήδη το κατάλαβε ο Αριστοτέλης, γίνεται «έξη». Και η έξη δεν αφορά μόνο το πνεύμα, αλλά και το σώμα. Αυτό το τελευταίο, που κατά τους φαινομενολόγους, δεν είναι άθροισμα μορίων, αλλά ένυλος δυναμισμός, μπορεί να ζητά, να απαιτεί, να διαμαρτύρεται, να σκοτίζεται ή να φωτίζεται κλπ. Η ψυχή επίσης εκβάλλει στο σώμα, το επηρεάζει, η χαρά ή η λύπη γίνεται σύντομα και υλικό γεγονός, φυσικοχημικό, αιματικό, ορμονικό κλπ. Και το μυστηριώδες ψυχοσωματικό σύνολο που λέγεται «ανθρώπινη υπόσταση», άπαξ και «φθαρεί»- γιατί συμβαίνει και αυτό- χρειάζεται ανακαίνιση. Αυτή η τελευταία επιτυγχάνεται με το βάπτισμα.

[7]  Όπως διδάσκει ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης στο «Πώς τρία Πρόσωπα λέγοντες εν τη θεότητι ου φαμέν τρεις Θεούς», δεν υπάρχει στην ουσία παρά ένας και μόνος άνθρωπος (με πολλές υποστάσεις). Κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο επίσης, υφίσταται η βαθύτερη «υποστατική ενότητα» του ανθρωπίνου γένους, η κοινότητα πίσω από την διαφορά. Γι’ αυτό και είναι δυνατόν άλλωστε να προσοικειωθεί κανείς το δράμα του Ίδιου του Χριστού στην προσωπική του ζωή, να ταφεί και να αναστηθεί μαζί Του. Με το ζήτημα της ενότητας της ανθρώπινης φύσης συνδέεται και το θέμα της λεγόμενης «υποστατικής  προσευχή», βασικό θέμα της ασκητικής φιλολογίας.

Απεικόνιση: Η παραβολή των κακών γεωργών. Από δυτικοευρωπαϊκό χερόγραφο των μέσων αιώνων.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Εξαιρετικά ενδιαφέρον και γενικώς υπέροχο κείμενο.

    Το κομμάτι εκείνο του κειμένου που είναι ίσως περισσότερο αμφισβητήσιμο είναι εκείνο που αναφέρεται στην αποτίμηση του δυτικού πολιτισμού και στα φερόμενα ως θεμέλια του (τον ανταγωνισμό και την αντιπαλότητα). Η αναφορά έχει ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον εκ του γεγονότος ότι εγγράφεται σε μία συνολικότερη τάση στην ορθόδοξη διανόηση, και η οποία απολήγει όχι απλώς στην ελληνική (ορθόδοξη) αυτονομία έναντι του δυτικισμού αλλά σε έναν επιθετικό αντιδυτικισμό, που συρρέει και με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές (είναι ζητούμενο ποιά η αιτιώδης σχέση μεταξύ τους, αν δηλαδή οι πνευματικές τάσεις είναι εποικοδομηματικού χαρακτήρα επί δεδομένων οικονομικών τάσεων ή αν οι οικονομικές τάσεις ακολουθούν δρόμους που προδιαγράφει η πνευματική απόκλιση). Το κείμενο θεωρεί ως σημαιοφόρο της Νεωτερικότητας τον Ρουσσό, άρα κατά μείζονα λόγο αιχμή της την γαλλική επαναστατική εκδοχή. Υπ’ αυτό το πρίσμα, αναφέρεται ορθώς στην προηγούμενη πατροκτονία της γαλλικής Νεωτερικότητας σε βάρος της πολιτικής και πνευματικής αυθεντίας του Πάπα, η οποία με τη σειρά της εδράζεται επί μίας προηγούμενης πατροκτονίας (κατά της πολιτικής αυθεντίας του Ρωμαίου βασιλέα -βλ. Βυζαντινού αυτοκράτορα και της πνευματικής αυθεντίας της γνήσιας ενιαίας εκκλησιαστικής παράδοσης, στο εξής Ορθοδοξίας). Άλλωστε η ίδια η έννοια Δύση ορίζεται ως το σύνολο των λαών που μετείχαν σε αυτήν την πατροκτονία που πνευματικά ολοκληρώθηκε με το Σχίσμα του 1054 και πολιτικά ολοκληρώθηκε με την Άλωση του 1204. Όλα αυτά όμως λαμβάνουν ως προαπαιτούμενο ότι αποδεχόμαστε ως “γνήσια” Νεωτερικότητα τη γαλλική συγκρουσιακή και επαναστατική εκδοχή της. Αν αντίθετα θεωρήσουμε ως μήτρα της την Αγγλία, τότε μεν η διφυής “πατροκτονία” έχει συντελεστεί πολύ νωρίτερα (Αγγλικανισμός), καταλήγουμε όμως και σε πολύ διαφορετική αποτίμηση του ίδιου του Νεωτερικού πολιτισμού, πολύ πιο σύμφωνη με το πραγματικό πνεύμα του (λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τις βεμπεριανές αναλύσεις για τη σχέση καπιταλισμού και προτεσταντικής ηθικής). Όλες αυτές οι παρατηρήσεις δεν πρέπει να συσκοτίσουν όμως ένα δεδομένο. Ότι η Νεωτερικότητα, ως δεύτερος (μετά τον ελληνικό-και φυσικά με πολλές διαφορετικές ποιότητες λόγω ριζικά διαφορετικής καταγωγής) εξατομικευτικός πολιτισμός είναι φύσει ανασταλτικός παράγοντας για την μεθόδευση οργανωμένων, ελεγχόμενων με συμψυχία θυσιών, πυροδοτώντας τουναντίον λόγω της υβριστικής της φύσεως ασταθή, ανεξέλεγκτα, πολλαπλά και παράλληλα θυσιαστικά ξεσπάσματα. Αντίθετα, ο οργανωμένος, μακρόβιος, σταθερός θυσιαστικός μηχανισμός προϋποθέτει δεσποτική φύση, δηλαδή αυθεντία πέραν πάσης αμφισβήτησης. Στον δεσποτισμό οφείλουμε, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς, να κατατάξουμε και το βυζαντινό υπόδειγμα, όσο κι αν ανθρωπολογικά/γενεαλογικά σχετικοποιήσουμε με πολιτισμικά επιχειρήματα τη δεσποτική του φύση, σε σχέση με σύγχρονα του υποδείγματα. Οι περί του αντιθέτου προσπάθειες (ισχυρισμοί για βυζαντινή res publica π.χ.) παρότι φωτίζουν άγνωστες πτυχές και ποιότητες που δεν πρέπει να υποτιμώνται, δεν αρκούν για να αναιρέσουν αντικειμενικά δεδομένα, πολιτικές λειτουργίες, θεσμικές παραδόσεις. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η Βασιλεία Ρωμαίων παραμένει πάντα, σε τελική ανάλυση, ο γνήσιος κληρονόμος του ρωμαϊκού imperium που εκτέλεσε την σε βάρος του Χριστού αρχετυπική θυσία. Ούτε μπορούμε, αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί και απροκατάληπτοι, να αποφεύγουμε με συναισθηματολογία και υποκειμενισμό τα αντικειμενικά δεδομένα ενός υποδείγματος, μακρόβιου μεν, διαρκώς συρρικνούμενου δε και εν τέλει μη βιώσιμου, χωρίς μάλιστα να ερμηνεύσουμε το τέλος του (πέρα από τον αυτοδικαιωτικό ισχυρισμό περί φθόνου, και ανεξαρτήτως της αληθούς του βάσης) υπερτονίζοντας ηθικολογικά τα αντικειμενικά δεδομένα του αντίπαλου υποδείγματος (π.χ. αποικιοκρατία κλπ).

    Έτσι αναδεικνύουμε μόνοι μας διά της αντιπαλότητας και της επιλεκτικής προσοικείωσης ότι η ίδια η κριτική μας εδράζεται επί θυσιαστικών αντανακλαστικών, και μάλιστα επί του (αντίστροφου αυτή τη φορά) φθόνου που προκαλεί η κατίσχυση του “ξένου” υποδείγματος (με το σύμπλεγμα της “ανωτεροκατωτερότητας” που χαρακτηρίζει π.χ. τις μουσουλμανικές κοινότητες στη Δύση, όπως το έχει χαρακτηρίσει εύστοχα η Σ. Τριανταφύλλου). Μπορεί άραγε να αναλυθεί το νεωτερικό υπόδειγμα (και μάλιστα το μη συγκρουσιακό αλλά προσεταιριστικό αγγλικό) απλώς και μόνο σε αντιπαλότητα και ανταγωνισμό, χωρίς να αναλυθεί η ίδια η ουσία της δημοκρατίας (άμεσης και αντιπροσωπευτικής) σε αντιπαλότητα (δυισμός αντιπαρατιθέμενων παρατάξεων) και θυσία (της μειοψηφίας από τον “όχλο” της πλειοψηφίας); Και πώς άραγε μία τέτοια θυσιαστική θεώρηση της δημοκρατίας συμβαδίζει με την κατάφασή της ως υπέρτατης αξίας αλλά και με την πλειοδοσία σε αμεσοδημοκρατισμό; Μπορεί να αναλυθεί η εφεύρεση του συνταγματισμού (ατύπου και τυπικού) ως στοιχειώδους εμποδίου ακώλυτων θυσιαστικών εκρήξεων απλώς στην μιμητική φύση πολιτικών αντιπαλοτήτων; Μπορεί κάθε συμψυχία (πολιτική, πνευματική κλπ.), με όλα τα πλούσια αποτελέσματά της, εντός των δυτικών δομών, να καταταγεί αφοριστικά στη σύναξη των ασεβών; Άραγε είναι ο δεσποτισμός, η κατ’ εξοχήν ανόθευτη, καταλυτική, παντοδύναμη θυσιαστική έκφραση, το αντίδοτο στην υπόρρητη θυσιαστική φύση των ατομικών ή δι-ομαδικών ανταγωνισμών; Όχι χωρίς αυθαιρεσία. Το γεγονός ότι ο φθόνος γεννά τάξη είναι τρομερά οξυδερκής και εύστοχη παρατήρηση. Το πιο ενδεικτικό παράδειγμα είναι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός και (πολύ λιγότερο) ο τουρκικός εθνικισμός. Η τάξη με σκοπό την εξόντωση του υποκειμένου που κινεί τον φθόνο, ακόμη και των αρχαίων μνημείων. Η εναγώνια προσπάθεια απαλλαγής από την ίδια την ύπαρξη που λειτουργεί ως καταγγελία του δικού τους μηδέν. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα του εγχώριου μηδενισμού, όπου η άρνηση έχει λάβει θέση περιεχομενικής κατάφασης με ψευδοανθρωπιστικά άλλοθι (“αντιεξουσία”, “αντιδεξιά” “αντιρατσισμός”, “αντιεθνικισμός”, “αντικληρικαλισμός”, “αντίχριστοι”, αλλά ακόμη και “αντικομμουνισμός” κλπ.) Η τάξη που γεννά όμως είναι στείρα, όπως και ο θυσιαστικός μιμητισμός. Αντίθετα, η γνήσια δημιουργικότητα που χαρακτήρισε τον νεωτερικό πολιτισμό στην ακμή του δεν ήταν διόλου στείρα, κι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η αποδομητική κριτική που της γίνεται (όπως θα εμιμείτο ο πρώτος φθονερός τον δίκαιο) ακολουθεί συχνά τα μέτρα που η ίδια έθεσε. Υπάρχει όμως και εδώ σωτηρία εντός του ορθόδοξου πλαισίου: η κριτική στην Δύση που δεν λειτουργεί απλώς ως αντιδυτικισμός, ως συνολική απόρριψη του υποδείγματος, αλλά ως συγκεκριμένη και συγκροτημένη κριτική επί (γενετικών αναμφίβολα) αστοχιών, επί των όντως θυσιαστικών της στοιχείων, μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο αντιθυσιαστικής προόδου.

  2. μία διόρθωση – χρησιμοποιείτε την έννοια εξιλαστήριο θύμα εκεί όπου ταιριάζει αποδιοπομπαίος τράγος…
    υπάρχει διαφορά…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here