Πνευματικότητα και Ανθρώπινο Πρόσωπο*

0
37

Είναι γεγονός ότι στις μέρες μας, απ’ τη μία, βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με ποικίλες φιλοσοφικές θεωρίες και ιδεολογίες, και, από την άλλη, ο καθένας διερωτάται πώς πρέπει να «εισπράττει» και αξιολογεί όλες αυτές τις πληροφορίες, προκειμένου να έχουν πρακτική εφαρμογή στην προσωπική του ζωή. Η οποιαδήποτε σύγχυση, που εν πολλοίς οφείλεται στην άγνοια ή την ημιμάθεια, άγει σε τραγικά αποτελέσματα, τόσο για τον εαυτό μας, όσο και για το κοινωνικό σύνολο ευρύτερα. Ως εκ τούτου, καταδεικνύεται η σπουδαιότητα του ως άνω θέματος.

Λέγοντας πνευματικότητα στην Ψυχολογία τής Θρησκείας γενικά, αν και πολυπαρεξηγημένος ο όρος, εννοούμε:

  1. την υπερβατική διάσταση εντός τής ανθρώπινης εμπειρίας ή την ικανότητα για αυθυπέρβαση,
  2. τον εσωτερικό προσανατολισμό τού ατόμου προς μία ευρύτερη υπερβατική πραγματικότητα, «που συνδέει όλα τα πράγματα σε μία ενωτική αρμονία» ή την ύπαρξη σχέσης και εμπειρίας τού ανθρώπου με μία ανώτερη δύναμη,
  3. την αναζήτηση σκοπού και υπαρξιακού νοήματος της ζωής,
  4. την προσωπική ή συλλογική ανα-ζήτηση τού Ιερού.
  5. την ιερότητα της ζωής ή την αντίληψη της ζωής ως ιερ-αποστολής, και
  6. την προσωπική μεταμόρφωση και πνευματική καρποφορία τού ατόμου (αρετές και ειρήνη τής καρδιάς).

Έτσι, ο όρος πνευματικότητα, που διαπερνά ολόκληρη την προσωπικότητα, αναφέρεται γενικά σε κάποιες στάσεις, πεποιθήσεις και πρακτικές που εμπνέουν και ενθαρρύνουν τους ανθρώπους, βοηθώντας τους να γίνουν ο εαυτός τους (δηλ. αυθεντικοί) και έτσι να αναχθούν σε «ὑπέρ αἴσθησιν» πραγματικότητες, βρίσκοντας νόημα στη ζωή. Συνοψίζοντας όλα τα πάρα πάνω ο C. Beck (1986), δέχεται ότι ο πνευματικός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από αυτεπίγνωση, ευρύτητα πνεύματος, ολιστική και ενοποιητική διάθεση, ικανότητα του «θαυμάζειν», ευγνωμοσύνη, ελπίδα, κουράγιο, ενεργητικότητα, αμεριμνησία, δεκτικότητα, αγάπη και ευγένεια.

Παράλληλα με τον όρο πνευματικότητα, η σύγχρονη Ψυχολογία τής Θρησκείας χρησιμοποιεί τα λεγόμενα «πνευματικά models», τα οποία παρατηρούνται κυρίως μεταξύ των νέων και συνίστανται από επιδίωξη θετικών (ή «ευγενών») στόχων, και από την προσπάθεια κοινωνικής, οικολογικής και προσωπικής συνείδησης.

Από την άλλη μεριά, ως πρόσωπο εννοούμε «το σύνολο των ψυχοσωματικών χαρακτηριστικών τού ατόμου, και, κυρίως, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο τα χαρακτηριστικά αυτά συνδέονται και οργανώνονται σε ένα ενιαίο δυναμικό σύνολο». Η προσωπικότητα, που ως προς τον πυρήνα της παραμένει μία άγνωστη χώρα, δεν είναι κάτι το ομοιόμορφο για όλες τις κοινωνίες και όλους τους λαούς· όσο περισσότερο εξελιγμένο πολιτιστικά είναι το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο αναπτύσσεται το παιδί, και όσο μεγαλύτερη μόρφωση αποκτήσει, τόσο πιο πολύπλοκη προσωπικότητα θα διαμορφώσει. Σήμερα ―σε γενικές γραμμές― ο εαυτός εκλαμβάνεται ως ένα δυναμικό σύστημα διαρκώς μεταβαλλομένων λειτουργικών στοιχείων. Συνοψίζοντας τα σπουδαιότερα γνωρίσματα του προσώπου, θα τα αναγάγαμε σε εννιά κατηγορίες:

  1. ιερότητα και πνευματικότητα, σύμφωνα με τον Goethe.
  2. αυτοσυνειδησία, ιδίως της μηδαμινότητας (βλ. Στωι-κούς, Μάρκο Αυρήλιο, Διόδωρο Σικελιώτη, Λουκιανό, Διονύσιο Αλικαρνασσέα, Υπαρξισμό και Περσοναλισμό).
  3. αυθεντικότητα και μοναδικότητα,
  4. σωματικότητα,
  5. ενοποιημένη ολότητα,
  6. λογικότητα,
  7. ελευθερία βουλήσεως,
  8. σχεσιακότητα/αναφορικότητα (υπαρξιακά, ψυχολογικά, κοινωνικά και πολιτιστικά) με τον εαυτό του (ενότητα του Εγώ), με τον κόσμο (κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον) και τον Θεό ή το Πνεύμα,
  9. αναγεννητική (ψυχοπνευματικά) δυνατότητα.

Από μία έποψη, κάθε πολιτισμός ―μπορεί να λεχθεί― είναι «πνευματικός», με την πλατύτερη έννοια τού όρου, που σημαίνει ένα (αξιακό) σύστημα προσανατολισμού και αφοσίωσης προς ένα «αντικείμενο». Με άλλα λόγια, τον κάθε πολιτισμό χαρακτηρίζει μία «αναθέσμιση του κόσμου» μέσω μιας συμβολικής νοηματοδότησης, δηλ. μιας («μεταφυσικής») πίστης. Σύμφωνα με τον E. Fromm, όλοι οι πολιτισμοί μοιάζουν, κατά κάποιο τρόπο, με τις Θρησκείες, εφόσον προσπαθούν να εξηγήσουν το νόημα της ζωής. Κάθε διαφοροποίηση του τρόπου ζωής έχει αντίκτυπο στον πολιτισμό. Υπ’ αυτήν την έννοια, η πνευματικότητα αποτελεί ουσιώδες τμήμα τής πολιτιστικής κληρονομιάς, δηλ. ορισμένων αξιών και ενός αντικειμένου αφοσίωσής του.

Επιπλέον, η πολιτισμική ταυτότητα ενός λαού προκαθορίζεται ―σε μεγάλο βαθμό― από την πνευματικότητά του. Μιλώντας γενικά, η πνευματικότητα παράγει πολιτισμό, αφού η ηθικο-θρησκευτική τάξη μιας κοινότητας συμβάλλει σημαντικά στη δημιουργία κοινωνικού πνεύματος και γενικότερης πολιτικο-οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης σε κάθε τόπο. Απτό παράδειγμα, η σύγχρονη καταναλωτική νεοεποχίτικη (τ.έ. καπιταλιστικο-βουδιστικής τάξης) πνευματικότητα. Όντως, πνευματικές ιδέες επιδρούν σε πολλές πολιτισμικές συνήθειες, ιδίως μέσω τού Συλλογικού Ασυνειδήτου. Οποιαδήποτε αλλαγή ενός σημασιολογικού συστήματος συνεπιφέρει αλλαγή στη νοηματοδότηση του πολιτισμού. Κατά την J. Underwood (2004), μέσα σε κάθε υπο-πολιτισμό λειτουργεί ένα συνεχές (continuum) συστημάτων Πίστης, το οποίο επιδρά στη συμπεριφορά, και για τον λόγο αυτό η πνευματικότητα επηρεάζει τις προσωπικές αξίες, οι οποίες έτσι καταδεικνύουν και τις ανάλογες επιλογές. Μάλιστα δε, πολλές πνευματικές αντιλήψεις, που ιστορικά έχουν ενσωματωθεί σε διάφορους πολιτισμούς, δεν αναγνωρίζονται πλέον ως πνευματικές. Πάντως, η πολιτισμική επίδραση της χριστιανικής πνευματικότητας είναι και ιστορικά (αρχαιολογικά, γλωσσικά, αρχιτεκτονικά, εικαστικά, λογοτεχνικά κ.λπ.) καταγεγραμμένη.

Εξίσου, όμως, αληθεύει ότι πολιτισμικοί παράγοντες μορφοποιούν, μέσω των αντιστοίχων αξιών, τις πνευματικές απόψεις και πρακτικές, και ο πολιτισμός «χρωματίζει» τη συγκεκριμένη πνευματικότητα· η πνευματικότητα δηλ. εκφράζεται σύμφωνα με την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του κάθε λαού. Μάλιστα δε, η πνευματικότητα προσδιορίζεται εννοιολογικά από τον εκάστοτε εν μέρει «ψυχολογικό πολιτισμό». Συνεπώς, ο πολιτισμός παίζει σημαντικότατο ρόλο στον καθορισμό και την ερμηνεία τής πνευματικότητας.

Οι  πιο πολλοί σήμερα θεωρητικοί ψυχολόγοι εργάζονται συνήθως είτε με παθητικά, είτε με ενεργητικά models (και κάποιοι, με ένα συνδυασμό των δύο): τα παθητικά models θεωρούν τη δομή τής προσωπικότητας απλώς ως μία μεμαθημένη αντίδραση στο περιβάλλον. Αντίθετα, τα ενεργητικά models βλέπουν την ανθρώπινη δομή ως αιτία διαμόρφωσης του περιβάλλοντος. Ως γνωστό, το ανθρώπινο Εγώ (μαζί με την αυτοσυνειδησία και το αυτοσυναίσθημα που το περιβάλλουν) εξασφαλίζει μεν τη βασική σύνθεση, την ολότητα, τη μοναδικότητα και την ενότητα της συνειδήσεως, δηλ. την αδιάκοπη συνέχιση της αυτόνομης ύπαρξής του μέσα στον χρόνο και τον χώρο των διαφόρων επί μέρους σωματικών και ψυχοπνευματικών λειτουργιών του47, αλλά ταυτόχρονα προσδιορίζεται απαραίτητα σε αναφορά με μία δεδομένη κοινωνία και ένα δεδομένο πολιτιστικό περικύκλωμα48. Με λίγα λόγια, ο άνθρωπος δημιουργεί πολιτισμό αλλά και «δημιουργείται» από αυτόν. Είναι λ.χ. διαπιστωμένο ότι στη διαμόρφωση και τη δυναμική εξέλιξη της όλης προσωπικότητας συμβάλλει μεγάλως η πολιτισμική αγωγή, συμπεριλαμβανομένου τού γλωσσικού και του ευρύτερα πολιτισμικού (φυλογενετικού), περιβάλλοντος. Μάλιστα δε, κατά τον Ernst Michel, η προσωπικότητα διαμορφώνεται εξ ολοκλήρου από τον πολιτισμό. Μία συσσωρευμένη πολιτισμικά πνευματική εμπειρία επηρεάζει σημαντικά τα αξιακά πρότυπα των νέων. Πολλαπλές έρευνες, ιδίως τής Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας, διαπιστώνουν ότι το βαθύτερο αίτιο, που κινεί την προσωπικότητα, διαμορφώνει τον τρόπο σκέψης και συμβάλλει στη λήψη αποφάσεων, είναι εν πολλοίς κάποια πολιτιστικά στερεότυπα. Ο πολιτισμός είναι μέρος τού εσωτερικού συστήματος του ατόμου και σχετίζεται με τον αυτοπροσδιορισμό, δηλ. την πολιτιστική του ταυτότητα. Η πολιτιστική ταυτότητα αποτελεί το ψυχικό πλαίσιο μέσω τού οποίου τα άτομα κατανοούν τον τρόπο ύπαρξής τους, ερμηνεύουν κοινωνικά πρότυπα, επιλέγουν τις συμπεριφορές τους, αποκρίνονται στα περιβάλλοντά τους και αξιολογούν τις πράξεις των συνανθρώπων τους. Υπ’ αυτή την έννοια, η «προσωπική αφήγηση» (life story) εντάσσεται στον πολιτισμό και μπορεί να ιδωθεί ως ένα πολιτιστικό κείμενο. Άλλωστε, η πολιτισμική και πνευματική επίδραση στη διαμόρφωση των δευτερευόντων χαρακτηριστικών φύλου, στον ζωικό κύκλο (οικολογία, διατροφή, όνειρα, συναισθήματα κ.λπ.) και στην ατομική εμπειρία είναι εμφανής. Μάλιστα δε, ο οικείος πολιτισμός διαμορφώνει τον τύπο τής λεγόμενης «προσωπικότητας-βάσης» (basic personality type), δηλ. την «τυπική μορφή τής προσωπικότητας» (πρβλ. εθνικό χαρακτήρα ή εθνική προσωπικότητα), που απαρτίζεται από το σύνολο των κοινών (σε κάθε άτομο που ανήκει στην ίδια κοινωνική ομάδα) χαρακτηριστικών τής προσωπικότητας και η οποία απαντά συνήθως σε ολιγάριθμες ή πρωτόγονες κοινωνίες, όπου υφίσταται κάποιο είδος συμφωνίας μεταξύ των πολιτιστικών όρων και της ατομικής συμπεριφοράς. Τα προσωπικά γνωρίσματα αποδεικνύεται ότι μοιράζονται σημαντικά χαρακτηριστικά με τις (ηθικές) αξίες και τις στάσεις, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς σε οποιονδήποτε αφηγηματικό λόγο. Σύμφωνα με τον Roccas66 κ.ά., οι αξίες μοιάζουν με τις υποκειμενικές στάσεις, αφού και οι δύο σχετίζονται με το ζήτημα της αξιολόγησης και αιτιολόγησης των επιλογών και πράξεων του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, το ανθρώπινο πρόσωπο ―με τη βαθύτερη σημασία τού όρου (δηλ. των προσωπικών αξιών)― συνιστά τον πολιτισμό, και έτσι ο πολιτισμός, κατά κάποιο τρόπο, εδράζεται στις αξιολογικές στάσεις τού ατόμου. Εσωτερικά ιδωμένες οι αξίες (ο πολιτισμός των ιδεών), διακρίνονται ψυχολογικά στις αξίες αυθυπέρβασης και στις αξίες αυτο-ενίσχυσης, ενώ εξωτερικά μπορούν να διαιρεθούν σε εκείνες που είναι ανοιχτές στην αλλαγή, και στις «κλειστές» ή συντηρητικές.

Εξάλλου, πολλοί θεμελιώδεις παράγοντες (factors) της προσωπικότητας δείχνουν να λειτουργούν εξίσου και για την πνευματικότητα, όπως λ.χ. είναι η αναζήτηση νοήματος ζωής, η ψυχική διάθεση, η αγωνία/άγχος, το stress, η ηθικο-ψυχική ευαισθησία, η αμφιθυμία, η αθυμία κ.λπ. Κατά τον Frans de Waal (1996), που θεωρείται μάλιστα πατέρας τής Εξελικτικής Ψυχολογίας, «η μοναδικότητα του ανθρωπίνου γένους έγκειται σε ένα σύνολο χαρακτηριστικών γνωρισμάτων, το οποίο περιλαμβάνει την ηθική συμπεριφορά και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις». Οι ψυχολόγοι ιδίως τής λεγόμενης «εσωτερικής θεραπείας» (Sanford 1958) θεωρούν ως υγιή προσωπικότητα εκείνη που εναρμονίζει, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ψυχή (συνειδητό και ασυνείδητο) και πνεύμα. Η όλη διαδικασία διαμόρφωσης της ταυτότητας σχετίζεται με την πρόσκτηση ορισμένων συμβολικών και αξιακών (ιδεολογικών, φιλοσοφικών, πνευματικών κ.λπ.) αντιλήψεων, που ―ούτως ή άλλως― συνδέονται με τη συμβολική σκέψη, ενώ και οι βιούμενες προσωπικές κρίσεις (ταυτότητας) προκύπτει ότι σχετίζονται άμεσα με μία αυξανόμενη «ανοιχτότητα» προς το «Θεῖον», και, επομένως, με θρησκευτικο-πνευματική συμμετοχή. Σύμφωνα, επίσης, με τους Sanford73, η κάθε προσωπικότητα «καθορίζει» το είδος των πιθανών σφαλμάτων της, αλλά και τανάπαλι· οποιαδήποτε λάθος-ενέργεια (βλ. αμαρτία) τού ατόμου έχει άμεσο αντίκτυπο πάνω στην όλη προσωπικότητά του.

Έτσι, πολλές σήμερα ψυχολογικές θεωρίες (ουμανιστική, αντικειμενότροπη, αφηγηματική, υπαρξιακή κ.ά.) δέχονται, λ.χ. μέσω τής σχεσιακότητας, της αναζήτησης νοήματος κ.λπ., τη συμβολή τού προσώπου στη δημιουργία τής πνευματικότητας. Πράγματι, το ανθρώπινο πρόσωπο δίνει την εντύπωση ότι είναι γενετικά δεκτικό τής πνευματικότητας.

Εν  κατακλείδι, η πνευματικότητα φαίνεται ότι είναι εκείνη που καθιστά πραγματικά τον άνθρωπο πρόσωπο. Χωρίς αμφιβολία, η πνευματικότητα δεν επηρεάζει απλώς τον άνθρωπο· για την πνευματικότητα καθαυτή, η προσωπικότητα είναι δομο-λειτουργική. Για παράδειγμα, η «προσήνεια» και η ευσυνειδησία σχετίζονται θετικά με τη συμβολική σκέψη, και μάλιστα μέσω τής empathy. Ούτως ειπείν, η αγαπητική αυτοθυσία τού ατόμου προσδίδει στο ίδιο αλλά και σε όλη τη γύρω του κοινότητα πνευματική ισχύ, δημιουργικότητα και προσωπική πληρότητα. Πρόκειται γι’ αυτό που η χριστιανική Παράδοση ονομάζει προσωπική και εκκλησιαστική κένωση75. Οι χρησιμοποιούμενοι ως επί το πολύ όροι αύξηση ή ανάπτυξη του Εγώ προδιαθέτουν για μία επισώρευση νοημάτων και μία μάλλον (βλ. ασυνεχή αύξηση77) θετική εξελικτικά κίνηση (πρβλ. αυτοπραγμάτωση), που αναχωρεί από μία παρορμητικότητα, αυτοσυντηρησία, αυτοπροστασία και προσαρμογή, και φθάνει μέχρι μία αυξημένη αυτοσυνειδησία, ανεκτικότητα και ολοκλήρωση, δηλ. τελικά προς μία κατάσταση ψυχοσωματικής ολότητας και ωριμότητας. Η ανάπτυξη δηλ. συνάγεται ότι αποτελεί προοδευτική μετάβαση από ατελέστερες και ανολοκλήρωτες σωματοψυχικές καταστάσεις σε τελειότερες και ολοκληρωμένες, με τελικό προορισμό την απόκτηση ώριμης και πλήρως συγκροτημένης προσωπικότητας79. Ωστόσο, ο πυρήνας τής ψυχο-σωματικής, γενικά αύξησης και ωριμότητας δεν έγκειται ούτε στα επιφαινόμενα σχήματα της «οικοδομής» και «κατεδάφισης» συγκεκριμένων στοιχείων τής προσωπικότητας, ούτε στο ξεδίπλωμα κάποιων ενστίκτων ή στην καλύτερη λ.χ. απομνημόνευση γεγονότων και εκφρασμένων ιδεών· πολύ δε περισσότερο δεν εννοείται ως μία στατική κατάσταση nirvana, λόγω μίας π.χ. «υπερπροσαρμοστίας» στο βιο-φυσικό, ψυχο-πνευματικό και κοινωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον. Κατά τον C. Jung, υπάρχουν άνθρωποι που καθίστανται νευρωτικοί, μόνο και μόνο επειδή είναι με μαθηματική ακρίβεια φυσιολογικοί80. Η ψυχο-πνευματική αύξηση αναφέρεται κυρίως στην ολοένα και εξελισσόμενη πολυπλοκότητα ενός βιο-ψυχικού συστήματος, καθώς και στη διαρκώς αναπτυσσόμενη οργανωτική του ικανότητα ως προς την ηθικο-ψυχολογική ευαισθησία και τον βαθμό ανταπόκρισης σε ζητήματα υλικά ή τάξεις πραγμάτων και δυνάμεις που υποθάλπουν και, γενικά, προάγουν τη ζωή, προσδίδοντάς της αξία.

1 Shafranske & Gorsuch 1984. Κατά τον Μητρ. Ν. Χατζηνικολάου [«Ιατρική τεχνολογία – Γενετική μηχανική – Άνθρωπος του 2001 και πρόσωπο του μέλλοντος αιώνος», ΕΤΑΟ, Διεθνές επιστημονικό συνέδριο, Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. “ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ”, Αθήνα 2002, σ. 386-396], «ἡ πρώτη διάσταση τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ διάσταση τῆς χωροχρονικῆς ὑπέρβασης», ενώ η δεύτερη είναι «ἡ διάσταση τῆς ὑπέρβασης τῶν φυσικῶν νόμων» (σ. 393).

2 Benson et al. 2003, Boyatzis 2005a, p. 136, Belzen 2005.

3 Piedmont 1999a, p. 988.

4 Η σχεσιακότητα, που δηλώνει μία πιο ανθρώπινη και προσωπική σχέση έναντι της αναφορικότητας, θεωρείται γνώρισμα της ανθρώπινης συνείδησης, του προσώπου και γενικά τής ολοκληρωμένης προσωπικότητας (τ.έ. πνευματικού ανθρώπου), άσχετα αν «αναφέρεται» σε ένα φανταστικό, φυσικό ή υπερφυσικό «αντικείμενο» (περιβάλλον)· το βασικό της, πάντως, κατηγόρημα παραμένει η ταυτόχρονη «έλξη» (μίμηση, προσαρμογή, παθητικότητα) και «άπωση» (διαφοροποίηση, εναντίωση, αφομοίωση, δραστηριότητα) έναντι αυτού τού «περιβάλλοντος». Συναντούμε άραγε αρχετυπικά εδώ τη «διαλεκτική» ιδιότητα του Numen;

5 Vaughan 1991.

6 Armstrong, p. 3.

7 S. Schwartz 1992, Myyry 2008.

8 D. Doyle 1992.

9 Emmons 1999/2003, Kézdy & Martos 2009.

10 Pargament 1997, p. 12, 1999, Zinnbauer & Pargament 2005, p. 35.

11 C. Doehring et al., 2009.

12 Τέτοια αντίληψη είχαν λ.χ. οι: Πλάτων (βλ. Παπανούτσου, , σ. 157), Μωϋσής, Ααρών, όλοι οι Προφήτες και οι Απόστολοι [Ιω. 15, 16, Εβρ. 5, 4· πρβλ. Σ. Γ. Μακρή, «Κλήσις και κλίσις», ΘΗΕ 7 (1965) 691-693], ιδίως ο απόστολος Παύλος (Γαλ. 1, 15) και όλοι οι θρησκευτικοί αναμορφωτές, όπως π.χ. ο Λούθηρος (βλ. Walther, S. 86) κ.ά. Η αντίληψη αυτή ορμάται από τη φιλοσοφική Ανθρωπολογία τού Gehlen (S. 17), κατά την οποία «ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἶναι μιά ἀποστολή» (Νικολαΐδη 2003, σ. 54). Στην Καινή Διαθήκη, αν και συνεχώς ο Ιησούς Χριστός επικαλείται την αποστολή που Του ανέθεσε ο Θ. Πατέρας, δεν αναφέρεται πουθενά ότι Τον κάλεσε σε κάποια δεδομένη στιγμή ο Θεός ή, εν πάση περιπτώσει, ότι έλαβε συνείδηση μιας τέτοιας κλήσης που αιφνιδιάζει τον άνθρωπο (Guillet, ΛΒΘ, σ. 571).

13 Beck 1986, Cook et al. 2000. Σύμφωνα με την ορθόδοξη Πατερική διδασκαλία, πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που μετέχει στη Χάρη τού Αγ. Πνεύματος και διαθέτει την εμπειρία τής παρουσίας Του μέσα στην καρδιά του [βλ. Μαντζαρίδη 1993 (σ. 13-14), Ιωαννίδη, σ. 61, Γαϊτάνη, σ. 27, Τσαγκαρλή – Διαμάντη 2004]. Πρβλ. και τους «καρπούς» τού Αγίου Πνεύματος: «Ὁ δέ καρπός τοῦ πνεύματός ἐστιν ἀγάπη χαρά εἰρήνη, μακροθυμία χρηστότης ἀγαθωσύνη, πίστις πραΰτης ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23).

14 Schmemann, p. 107, Τσαγκαρλή – Διαμάντη 2004.

15 Porterfield 2001.

16 Mariano & Damon, in press.

17 Damon 2003, Damon, Menon & Bronk 2003. Γενικότερα βλ. Lerner, Dowling & Anderson 2003, Dowling et al. 2003, 2004, Lerner 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, Gestsdottir & Lerner 2007, Zimmerman, Phelps & Lerner 2007.

18 Χασάπη (σ. 7), Παρασκευόπουλο (σ. 70). Πρβλ. Brown et al., 2006.

19 Nissiotis 1983 (p. 112), Ζιάκας 2001 (σ. 42), Γιανναράς 2003.

20 Μελανίτης 1973, σ. 5, 58.

21 Barresi 2002, Martin 2000, Martin & Barresi 2004, Barresi 2006ab, Πλεξίδας 2006. Πρβλ. Λουδοβίκο 19992. Ο W. Brueggemann [“Dialogic thickness in a monologic culture”, Theology Today 64 (2007) 322-339] διακρίνει πέντε τύπους εαυτού: 1) πρακτικό, 2) ιδεώδη, 3) παίζοντα τον ρόλο τού «χώρου», 4) παίζοντα τον ρόλο τού «παράγοντα», και 5) παίζοντα τον ρόλο τού «αντικειμένου».

22 Φυτράκης 1958, Trakatellis 1964, Bloom 1968, Μητσόπουλος 1972, Nellas 1987.

23 Sartre 1943, 1946, 1962, Marcel 1944, 1951, 1962, 1963, 19632, 1967ab, Jaspers 1935, 1938, 1969, Buber 1920, 1948.

24 Danziger 1990 (Πλάτων, Wundt, Lotze), Renouvier 1903, Mounier 1938, 1946, 1956, Macmurray 1957, 1961, 1991, Buber 1920, 1948, Berdiajef 1983, Bowne 1908, Brightman 1933, 1940, DeWolf 1949, Bertocci 1970, Campbell 1986, Muelder 1986.

25 La Fontaine, σ. 319.

26 Mühlen, S. 99, Maxsein, S. 28.

27 Μελανίτης 1973, σ. 8, Ράπτης, σ. 140.

28 Θεοδωρακόπουλος 1949.

29 Αυγουστίνος, R. Victor, Ebner 1921, Buber 1923, Δρούλιας 1960 (σ. 669), Ράπτης, σ. 151, Zizioulas 1985, Μπέγζος 1994, 1996 (σ. 79-92), Γρηγοριάδης 2000 (σ. 168). Βλ. Περσοναλισμό των Renouvier 1903, Hamelin 1927, Γιανναρά 1976.

30 Ζιάκας 2001 (σ. 49, 94).

31 Boeree 1997.

32 Bozos 2004.

33 Billiet & Dobbelaere 1976, Dobbelaere 1995.

34 Ξηροτύρης 1970 (σ. 95), Saroglou & Galand 2004.

35 Από κοινωνιολογική άποψη, η θρησκεία επιβάλλεται στο άτομο (ακόμα και ασυνείδητα), το οποίο δεν έχει δικαίωμα να την επιλέξει ή να την αρνηθεί (Dahrendorf, S. 54-55).

36 Armet 2009.

37 Bertholet 1935, Βάρελης 2000, Duriez B., P. Luyten, B. Snauwaert & D. Hutsebaut 2002.

38 Πορτελάνος 2002.

39 Υπολογίζεται ότι τα 3/4 των καλλιτεχνικών θησαυρών τής Ευρώπης είναι εμπνεύσεως χριστιανικής (Μπρατσιώτης 1941, σ. 25, υποσ. 2).

40 Μπρατσιώτης 1941, Παπαϊωάννου 1948, Βάρελης 2000, Καλαϊτζής 1998/2007, Ρεράκης 2003.

41 Saroglou & Muñoz-Garcia, 2008.

42 Waller et al. 1990, Regnerus et al. 2004, Schwartz 2006, Schwartz et al. 2006, Schaap-Jonker, p. 138.

43 Saroglou & Galand, 2004.

44 Browning 1980, Dy-Liacco et al. 2009. Ειδικότερα, σε μία επιστημονική έρευνα, η θρησκευτικο-πνευματική εμπειρία ενός ανθρώπου σε σχέση με τον οικείο του πολιτισμό μπορεί να εκληφθεί: α) ως μία σταθερή/διαχρονική (ανεξάρτητη από το πολιτισμικό περιβάλλον) εμπειρία (etic), β) ως δραστηριότητα μόνο ορισμένων περιοχών αυτής τής εμπειρίας, οι οποίες (περιοχές) «εκφράζονται» γλωσσικά [για παράδειγμα, σε σχέση με τα Λατινικά, τα Γαλλικά εκφράζουν τις έννοιες τού προσώπου με περισσότερη λεπτότητα, κομψότητα και ακρίβεια (Πανόραμα του Προσώπου, σ. 105)], ψυχολογικά, «θρησκευτικά», πολιτικά και οικονομικά, και γ) ως κάποιοι σταθεροί συντελεστές (factors), φορτισμένοι σημασιολογικά από τον οικείο τους πολιτισμό (emic), οι οποίοι χρησιμοποιούνται συνήθως στις ανάλογες θρησκειοψυχολογικές μετρητικές Scales (Dy-Liacco et al., 2009).

45 Beit Halakhmi 1991. Κατά τον Καλλιάφα (19593, σ. 8), είναι ιστορικά αποδειγμένο ότι η δημιουργική εποχή κάθε λαού, που έχει εκπολιτισθεί, προέρχεται από κάποια ζωηρή θρησκευτική κίνηση.

46 Watson 19303 (p. 274), Burger, pp. 194-206.

47 Ν. Σ. Ράπτη, ὅπ. π., σ. 140.

48 Ν. Σ. Ράπτη, ὅπ. π.

49 Δεσποτόπουλος, σ. 41, Μελανίτης 1973 (σ. 8, 84).

50 Harris 1995.

51 Linton 1945, LeVine 1974, Ράπτης, σ. 148 εξ., Michel 1951, 1959, Eaves, Eysenck & Martin 1989, Baker & Daniels 1990, Loehlin 1992, Παυλόπουλος 1998, Buss 2001, Triandis & Suh 2002, Underwood 2004, Smith 2004.

52 Guan & Dodder 2001, Mischel & Morf, p. 31, Walling et al., 2006.

53 1951, 1959.

54 Woodruff , p. 147.

55 DeAngelis 2005.

56 E. Barry & N. Sussman, “The International Monetary System in the Very Long Run”, World Economic Outlook, (April 2000).

57 Walling et al., 2006.

58 Schaap-Jonker, p. 171.

59 Orbach & Eichenbaum 1983, Levin, Taylor & Chatters 1994, Taylor & MacDonald 1999, Saroglou & Jaspard 2000, Saroglou 2001a, Saroglou & Galand 2004, Kennedy & Reid 2009.

60 Wilcox 2003, Greenfield & Marks 2007.

61 LeVine 1974 (pp. 16 εξ., 218 εξ.).

62 Linton 1945, 1956.

63 Finance 1992. Ως αξίες ορίζονται κάποιες αφηρημένες ιδέες ―θετικές ή αρνητικές―, που αντιπροσωπεύουν ορισμένες πεποιθήσεις σχετικά με ιδεώδεις τρόπους συμπεριφοράς και ιδανικούς καταληκτικούς σκοπούς (Rokeach 1968). Εντός μιας διαπολιτισμικής προοπτικής, οι αξίες συνήθως εξετάζονται ως ένα σύνολο πεποιθήσεων που αναφέρεται γενικά σε γεγονότα τής ζωής, στόχους και κοινωνικές καταστάσεις (Schwartz & Bilsky 1990, Schwartz 1994, Schwartz & Bardi 2001) ή σε αξιολογικές πολιτισμικά προτεραιότητες (Rokeach 1973, Feather 1986). Σύμφωνα με το δεκαπλό [Παλαιότερα ο Lasswell (1957) είχε προτείνει ένα οκταπλό μοντέλο: δύναμη, ευημερία, σεβασμός, αγάπη, ηθικότητα, ασφάλεια, επαγγελματική ειδίκευση και αξίες τής Εκπαίδευσης] αξιακό μοντέλο τού Schwartz (1992). Οι (ατομικές και συλλογικές) αξίες εκλαμβάνονται ως ευκταίοι σκοποί και κίνητρα, ποικίλου ενδιαφέροντος, που λειτουργούν ως καθοδηγητικές αρχές (βλ. ιδεολογίες) στη ζωή των ανθρώπων (Schwartz & Bardi, p. 269).

64 Duriez et al. 2004, Saroglou & Galand 2004, Feather 2005, Roccas 2005.

65 Schaap-Jonker, pp. 170-176.

66 S. Roccas, L. Sagiv, S. H. Schwartz and A. Knafo, “The big five personality factors and personal values”, Personality and Social Psychology Bulletin 28 (2002) 789-801.

67 Marin 1969.

68 Myyry 2008. Πρβλ. Schwartz’s Value Inventory.

69 Fisherman 2004.

70 Ιωάννου Χρυσοστόμου, MPG 49, 279. 2, 3, MPG 49, 288. 4, 5, MPG 49, 300. 306. Πρβλ. Τσιτσίγκου 2000 (σ. 62, 68, 73, 82, 85, 90-92, 107, 186, 188, 230, 249, 262, 265).

71 Van Praag & Verhagen, 2005.

72 Sass, Whiting & Parnas 2000.

73 A. Sanford (1958), J. Sandford και P. Sandford (1982).

74 Saroglou & Jaspard 2000, Saroglou 2000, 2001.

75 J. Gordon, “Is a Sense of self Essential to Spirituality?”, Journal of Religion, Disability & Health 13 (2009) 51-63.

76 H. N. Wieman & R. W. Wieman, Normative Psychology of Religion, New York: Greenwood Press 1971, p. 231.

77 Κατά την ορθόδοξη χριστιανική Παράδοση, η προσωπική (θρησκευτική) αύξηση δεν συνιστά μία γραμμική εξελικτικά και νομοτελειακά κίνηση, αλλά μία δυναμική, ρευστή και αστάθμητη υπόθεση λόγω τού αυτεξουσίου τού ανθρώπου. Βλ. Α’ Κορ. 10, 12. Πρβλ. Σ. Τσιτσίγκου, Η ψυχή τού ανθρώπου κατά τον ιερό Χρυσόστομο, Αθήνα 2000, σ. 216, 258, 279.

78 Πρβλ. K. Ware, «Τό μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου», στό: Άνθρωπος και Κοινωνία, σ. 23-27, R. S. Anderson, “Response to Paul Vitz: Perspectives From Biblical Anthropology”, JPT 20/1 (1992) 28-33, J. C. Norcross, “Personal integration: An N of 1 study”, JPI 16/1 (2006) 59-72.

79 Ν. Σ. Ράπτη, Γενετική Ψυχολογία, Αθήναι 1974, σ. 156.

80 C. Jung, Modern man in search of a soul, San Diego: Harcourt Brace Jovanovich, New York: Harcourt, Brace, 1933, p. 55.

81 H. N. Wieman & R. W. Wieman, ὅπ. π., p. 253.

*Διημερίδα: Οι Χριστιανικές και οι Πολιτισμικές αξίες στην εποχή μας, 30-31 iαν. Πύργος

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here