Περί Ανέμων και Υδάτων ή περί ανεστιότητας και deformatio loci

0
218

Πρόσφατα, με την βοήθεια της τεχνολογίας (διαδίκτυο) είδα ξανά με πολλή ευχαρίστηση την τηλεοπτική σειρά «Περί ανέμων και υδάτων» που είχε παραγάγει ο (ανύπαρκτος πλέον) τηλεοπτικός σταθμός MEGA. Μία σειρά καλογυρισμένη με τη βοήθεια μιας πλειάδας γνωστών και καλών ηθοποιών. Από την σεναριογράφο μέχρι τον τελευταίο παράγοντα η σειρά δείχνει ευαισθησία σε κοινωνικά ζητήματα και στον χειρισμό των αισθημάτων των ηρώων που παρελαύνουν στο προσκήνιο. Η σειρά κυρίως γυρίστηκε ή αναφέρεται σ’ έναν ελληνικό τόπο ζηλευτής ομορφιάς και αξιοζήλευτης σταθερότητας: στην Κέρκυρα.

Δεν πρόκειται να αναφερθώ γενικά στη σειρά. στις κινηματογραφικές της αρετές ή στην ανάλυση των ερωτικών και αισθηματικών καταστάσεων των ηρώων της. Διαθέτει στιγμές μεγάλης ευαισθησίας και ακεραιότητας. Τέτοια ευαισθησία βρήκα στα τελευταία επεισόδια της σειράς, όταν η σεναριογράφος αναφέρεται σ’ ένα θέμα για το οποίο έχω γράψει πολλά στο παρελθόν και έχω ανάλογες εμπειρίες με αυτές των ηρώων που εμπλέκονται. Η αφήγηση αποκτά μεγαλύτερη πυκνότητα και βάρος όταν αποκαλύπτοντας τα αισθήματα των ηρώων, δείχνει το μεγάλο κακό που έχει γίνει σ’ αυτόν τον τόπο.

Ας πάρω τα πράγματα με τη σειρά. Δύο από τα κεντρικά πρόσωπα της πλοκής είναι ο μπακάλης-καφετζής Μπάμπης (Χρήστος Μπήρος) και ο κουρέας Σπύρος ή Σπυρέτος κατά την Κερκυραϊκή ιδιόλεκτο (Γιώργος Γεωγλερής). Σε μια παλιά συνοικία της Κέρκυρας διατηρούν ο ένας ένα κουρείο και ο άλλος ένα μπακάλικο-καφενείο, τα οποία βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο. Είναι ένα στενό δρομάκι το οποίο όλοι οι υπόλοιποι ήρωες γνωρίζουν ως «αγορά», αφού πηγαίνουν εκεί είτε για ψώνια, είτε για να περιποιηθούν τα μαλλιά τους, είτε για να κουτσομπολέψουν, να κάνουν παρέα, να ξεδώσουν, να συναντηθούν, να επικοινωνήσουν. Είναι ένα δρομάκι γεμάτο ζωή, κίνηση, ανθρώπινο θόρυβο, φωνές και αντάρα. Είναι μάλλον το κέντρο ζωής των ηρώων της σειράς.

Στο κέντρο αυτού του βαθιά ανθρώπινου περιβάλλοντος ο Μπάμπης και ο Σπυρέτος, οι δύο γείτονες «επιχειρηματίες». Ο Μπάμπης είναι βασιλόφρων και ο Σπυρέτος αριστερός. Μονίμως μαλώνουν για τις πεποιθήσεις τους, κοροϊδεύει ο ένας τον άλλο, πιάνονται στα χέρια ώστε να τρέχουν οι εκάστοτε παρόντες φίλοι να τους χωρίσουν. Είναι αυτό που λέμε «μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν». Είναι το «δίδυμο των τρελών» όπως τους έχουν βαφτίσει οι περίοικοι, οι οποίοι βέβαια δεν πάνε κι αυτοί πίσω στην τρέλα. Φτιάχνουν έτσι όλοι μαζί τη «γειτονιά των τρελών».

Οι δύο αυτοί «τρελοί», ο Μπάμπης και ο Σπυρέτος έχουν ο καθείς από ένα παιδί, ο Μπάμπης ένα κορίτσι και ο Σπυρέτος ένα αγόρι, τα οποία είναι φανεροί εκπρόσωποι της γενιάς τους: μαλλί βαμμένο αλά πανκ, ρούχα «ανασούμπαλα», τρέχουν πάνω κάτω μ’ ένα «παπί» κι όποιον «πάρει ο χάρος». Συμπληρώνουν λοιπόν κι αυτά την εικόνα μιας όμορφης, «τρελής» γειτονιάς, ενός «γαλατικού χωριού» στα όρια μιας καθωσπρέπει κοινωνίας. Και στην μέση όλων αυτών το μισογκρεμισμένο κουρείο του Σπυρέτου και δίπλα το νεοκλασικό κτήριο στο ισόγειο του οποίου βρίσκεται το μπακάλικο του Μπάμπη. Οι μέλλοντες συμπέθεροι γεμίζουν τη μικρή γειτονιά τους με φωνές, γέλια, καυγάδες, και με την υπέροχη ντοπιολαλιά τους.

Τα παιδιά τους γίνονται ζευγάρι και αποκτούν ένα κοριτσάκι. Οι δύο παππούδες το λατρεύουν και εξακολουθούν συνάμα να καυγαδίζουν για πολιτικούς προσανατολισμούς, να είναι φωνακλάδες, νε εξυπηρετούν τους πελάτες τους και να σκέφτονται το μέλλον του νεαρού ζευγαριού και της εγγόνας τους. Με το πέρασμα του χρόνου τα παιδιά τους, το τριμερές ζευγάρι, έχοντας «ωριμάσει», παίρνουν στα χέρια τους τις «επιχειρήσεις» των γονιών τους. Το μεν κουρείο του Σπυρέτου, με ελάχιστες οικοδομικές επεμβάσεις μετατρέπεται σε «κρεπερί», ενώ το καφενείο-μπακάλικο του Μπάμπη σε καφέ-μπαρ. Οι δύο καβγατζήδες συμπέθεροι αποστρατεύονται παίρνοντας σύνταξη. Ο τόπος όμως συνέχεια τους καλεί και καθημερινά βρίσκονται εκεί, στη μικρή τους γειτονιά, και οι φωνές τους ακούγονται παντού, προκαλώντας το γέλιο της παρέας και των διερχομένων.

Τα παιδιά τους έχοντας «παραωριμάσει» σκέφτονται να φτιάξουν ένα ξενοδοχείο σε κάποιο μέρος εκτός της πόλεως. Έχοντας λίγες οικονομίες έρχονται σε μυστική συμφωνία με μεγαλοεργολάβο να παραχωρήσουν τα δύο παλιά κτήρια έναντι πληρωμής, όπου θα κτιστεί ένα εμπορικό κέντρο. Αποφεύγουν να το πουν στους γονείς τους διότι γνωρίζουν τις αντιδράσεις τους. Αυτοί με τίποτε δεν θα ήθελαν να καταστραφεί ο τόπος στον οποίο πέρασαν τον εργασιακό τους βίο και που αποτελεί το πλαίσιο της ζωής τους. Ο τόπος ο οποίος έγινε γι’ αυτούς το δοχείο όπου έσταξε όλο το μέλι της ανθοφορίας τους, όλος ο καρπός της δραστηριότητάς τους, όπου στριμώχθηκε όλη τους η βιοτή δεν μπορεί να παραδοθεί αμαχητί στην εισβολή της μπουλντόζας και του τσιμέντου.

Όταν τελικά πληροφορήθηκαν την απόφαση των παιδιών τους σχετικά με το μέλλον της μικρής γειτονιάς, άρχισαν να θρηνούν σαν αρχαίος χορός τραγωδίας. Δεν είχαν πλέον προτεραιότητα οι πολιτικοί προσανατολισμοί: είχαν τώρα μπροστά τους την προοπτική μιας τεράστιας καταστροφής που επρόκειτο να επέλθει υπό τη μορφή της μπουλντόζας. Μάλιστα μια μέρα η διέλευση ενός εκσκαφέα, ο οδηγός του οποίου πήγαινε για αλλού έχοντας χάσει τον δρόμο, προκάλεσε την λιποθυμία των δύο ηρώων μας, που χρειάστηκε να μεταφερθούν στο νοσοκομείο για να ανανήψουν.

Στο επεισόδιο 88 η σεναριογράφος βάζει τον Μπάμπη να στοχάζεται πάνω στο ξεθεμελίωμα του τόπου και της αίσθησης της εντοπιότητας που κτίζεται μέσα σ’ ένα περιβάλλον στα μέτρα του ανθρώπου.

  • Μπάμπης (αποτρελαμένος): Κανένας δεν θα πειράξει τον καφενέ μου, ρε. Δεν θα αφήσω εγώ να πειράξουν το μαγαζί μου, ούτε κεραμίδι δεν θα πειράξουν…. Τίποτε δεν υπολογίζετε, τίποτε δεν λογαριάζετε… μόνο τα φράγκα σκέφτεστε… τι να τα κάνω τα φράγκα, ρε κοπρόσκυλα, αν δεν έχεις ρίζες, αν δεν έχεις μνήμες, να τα βράσω τα φράγκα σας…
  • Σπυρέτος (παραμιλώντας): Ναι το ξέρω και στο ταβάνι του κουρείου υπάρχει μία ρωγμή από τους σεισμούς παλιότερα. Όλο έλεγα θα την κάνω, θα την κάνω κι όλο την άφηνα. Πήρε μετά ο Άγγελος το κουρείο, τόκανε μπαράκι, ούτε αυτός την έκλεισε. Έβαψε, μερεμέτισε, την άφησε κι

αυτός. Εκειδά χάσκει στο ταβάνι σαν χαμόγελο. Ίσως επειδή γλιτώσαμε τότες. Ολόκληρος εγκέλαδος και μας άφησε μόνο μία ρωγμή. και τώρα θα έρθει η μπουλντόζα να την διαλύσει. Η καημένη η ρωγμούλα. Α! μπα, πρέπει να την κλείσω… έστω και στο παραπέντε, θα την κλείσω. Παραμελημένο δεν το παραδίνω εγώ το μαγαζί μου στον εκσκαφέα. Πρέπει να κλείσω την ρωγμή… αλλιώς είναι σαν να στέλνεις δικό σου άνθρωπο στην εξορία και στην λησμονιά με σκισμένο ρούχο. Επιτρέπεται;… Πουλημένο είναι το μαγαζί… σε ξένα χέρια είναι… όπου νάνε θα το συντρίψουν… πέτρες και χώματα θα γίνει, σκόνη θα γίνει το μαγαζάκι που έφτιαξε ο παπάκης μου με τα χεράκια του. Τόσα χρόνια το φρόντιζα εγώ σαν παιδί μου… τους τραυματίες τους δίνουν για σκότωμα ή τους δίνουν για φροντίδα;… κι εγώ το μαγαζάκι μου τραυματισμένο δεν το δίνω για να πεθάνει…

Η υπόλοιπη παρέα προσπαθεί να τους καθησυχάσει και να τους παρηγορήσει φέρνοντας το επιχείρημα πως αυτό αποτελεί εξέλιξη και ανάπτυξη (πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει αυτές τις λέξεις πριν εφορμήσει κάποιος εκσκαφέας σε κάποια παλιά γειτονιά του τόπου μας).

  • Μπάμπης (ωρυόμενος): Τι εξέλιξη και πράσινα άλογα μου λέτε! Θα γίνουμε όλοι μας σαν ρομπότ, σαν το σημείο μηδέν της Νέας Υόρκης… Πάμε να υπερασπιστούμε τον δρόμο μας… ο κόσμος προχωράει, και πηγαίνει πού;… Αντίσταση, ρε, αντίσταση…
  • Σπυρέτος: Εμπρός μην αφήσετε τους κερδοσκόπους να καταστρέφουν τον τόπο μας. Σώστε τις ρίζες μας και να πάνε να πνιγούν όλοι αυτοί οι εξελιγμένοι…
  • Μπάμπης (στοχαστικά): Θα περνούν (από τον δρομάκο) και άνθρωποι και αυτοκίνητα, θα περνούν και θα ξαναπερνούν, θα χαζεύουν το νέο εμπορικό κέντρο που θα ξεφυτρώσει στη θέση του καφενέ μου και του κουρείου του Σπυρέτου. Έτσι δεν έγινε σε όλη την Ελλάδα; Συνηθίσαμε πια στο μπετόν… δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτό. Πάνε οι γαζίες, πάνε τα δρομάκια, πάνε τα λουλούδια… έχουμε γεμίσει πλεξιγκλάς και λέιζερ.Και από τότε (όπως λέει το παραμύθι)… δεν έζησαν ούτε αυτοί καλά, ούτε εμείς καλύτερα. Οι συγκεκριμένες σκηνές επαναλήφθηκαν χιλιάδες φορές από την δεκαετία του εξήντα και δώθε, μεταβάλλοντας τις παλιές όμορφες γωνιές των πόλεων και κωμοπόλεων της χώρας μας σε άμορφες μάζες μπετόν, όπου ο άνθρωπος πνίγεται και αδυνατεί να ζήσει. Το genius loci, το πνεύμα του τόπου πέταξε μακριά. Μία αίσθηση ανεστιότητας και ανιθαγένειας κυρίευσε τους πάντες μέσα στο αλλοτριωμένο περιβάλλον που δημιουργήθηκε από αυτή την διαδικασία «ανάπτυξης και εξέλιξης». Οι άνθρωποι έχασαν το αίσθημα της εντοπιότητας, αυτό που συγκροτούσε την κοινωνία των προσώπων και εξύφαινε τον κοινωνικό ιστό. Η κλίμακα του χώρου ήταν ανάλογη στην κλίμακα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος ανέπνεε σ’ αυτό το περιβάλλον, το αισθανόταν δικό του, το οικειοποιείτο, ταυτιζόταν μαζί του. Υπήρχε χώρος για όλους. Υπήρχαν οι αλάνες. Τα παιδιά μπορούσαν να παίξουν ελεύθερα, αποδεσμεύοντας τις δημιουργικές τους ορμές χωρίς να αναγκάζονται να διανύουν τεράστιες αποστάσεις για να επισκεφτούν ειδικές εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας.Και όλα αυτά δεν είναι κάποιος αρρωστημένος ρομαντισμός, που αναπολεί το παρελθόν ως κάποιον χαμένο παράδεισο. Εκ του αποτελέσματος μετράται η διαφορά. Ενήλικες που διατρέχουν

από το πρωί ως το βράδυ τεράστιες αποστάσεις για να δουλέψουν ή να διασκεδάσουν, αποτρελαμένοι από το άγχος, τα νεύρα, τον θόρυβο, την βιασύνη, τον συνωστισμό. Παιδιά βαρυφορτωμένα με το βάρος μιας ανώφελης σχολικής γνώσης που καταναλώνουν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους και τα (ανύπαρκτα πολλάκις χρήματα των γονέων τους) σε δραστηριότητες, μαθήματα, χόμπις, εκδηλώσεις, τρέχοντας από τόπο σε τόπο. Θα μου πείτε γνωστά όλα αυτά τα πράγματα σε μια κοινωνιολογική ανάλυση του φαινομένου. Δυστυχώς όμως για τον τόπο μας όλα αυτά τα συμπτώματα προέρχονται εν πολλοίς από την τρομακτική αλλοίωση και αλλοτρίωση του αστικού περιβάλλοντος που επισπεύτηκε με την εφαρμογή της μεθόδου της αντιπαροχής στην «ανάπτυξη» των πόλεων μας.

Δεν ξέρω τί ευχή θα μπορούσε να δώσει κάποιος. Συνήθως λέμε ότι ποτέ δεν είναι αργά για να ξαναδούμε την ζωή να ανθίζει στις γειτονιές μας (να ανθίζει με πραγματικά λουλούδια, όχι με άσηπτα πλαστικά). Φοβάμαι πολύ πως είναι πολύ αργά, όπως είναι και πολύ αργά για να αντιστραφεί η μεταβολή του κλίματος, όσες διαδηλώσεις κι αν κάνουμε. Επειδή το πρόβλημα δεν είναι εξωτερικό, αντικειμενικό. αρχίζει αλάνθαστα από μέσα μας, όπως θα έλεγε ο μακαρίτης Φίλιππος Σέραρντ. Είναι θέμα οπτικής ενός ολόκληρου πολιτισμού.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Μια σκάλα για τον ουρανό”) είναι έργο του Σπύρου Βασιλείου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here