Πίσω από τον Έρωτα

18
63

π. Βαρνάβας Γιάγκου

Απόδειξη της ερωτικής μας ανικανότητας είναι η επιδερμικότητα αυτής της εμπειρίας. Όταν ο έρωτας εξαντλείται στα γλυκερά λόγια και βιώματα και στη τυποποιημένη τεχνική του έρωτα, που οδηγεί στην ευδαιμονία και τη στιγμιαία αυτοπραγμάτωση, εκφράζεται ο φόβος και η αδυναμία να συναντήσουμε αληθινά το πρόσωπο του άλλου.

Η αγάπη είναι εμπειρία επώδυνη για τον ψυχικό μας κόσμο, γι’ αυτό αποφεύγουμε να ανοιχθούμε   πιο ουσιαστικά. Προτιμούμε τις  ήρεμες σχέσεις, όπου δεν συνδεόμαστε βαθιά με τον άλλο, για να μπορούμε να εξερχόμεθα όταν προσβάλλεται ο ναρκισσισμός μας. Πίσω από την γλύκα του έρωτα υπάρχει πάντα η διακινδύνευση. Είναι μια μορφή αυτοαπώλειας.

Το ολοκληρωτικό δόσιμο φέρει την απειλή της αποτυχίας και του εκμηδενισμού. Πως ξέρεις ότι αγάπησες τον κατάλληλο άνθρωπο; Πως ξέρω πως θα γίνω εύκολος για εκμετάλλευση; Τον ίδιο τρόμο έχουμε και στο πλησίασμα του Θεού. Όταν προσεύχομαι ψάχνοντας την αγάπη Του, παραδίδοντας το κέντρο της ύπαρξής μου σε Αυτόν, δεν ξέρω τι θα συναντήσω και πώς θα αντέξω το θέλημά Του.

Πίσω από κάθε έρωτα υπάρχει υψωμένος ο θάνατος – ο θάνατος του θελήματός μας, της δύναμής μας, του συμφέροντός μας. Αλλά τρομακτικότερα στέκεται ο θάνατος ως χωρισμός. Καταφέρνεις να συνδεθείς ολοκληρωτικά με τον άνθρωπό σου και μελαγχολείς αναλογιζόμενος την ώρα του θανάτου του. Ξέρεις ότι θα πεθάνεις, γι’ αυτό αγαπάς με πάθος που αναμειγνύεται με τρόμο. Εξ αιτίας του φόβου του θανάτου συνήθως επιλέγουμε τις ρηχές ερωτικές σχέσεις, για να αποφύγουμε το φόβο της απώλειας του αγαπημένου, ή εμμένουμε στον αυτονομημένο σωματικό έρωτα, για να καλύψουμε το άγχος του θανάτου.

Ο θάνατος είναι το σύμβολο της έσχατης ανικανότητας, γι’ αυτό προσπαθούμε να αποδείξουμε τη ζωντάνια μας, ότι είμαστε νέοι, ελκυστικοί, με το σωματικό έρωτα. Η υπερβολική αναφορά στη σεξουαλική ικανότητα έρχεται να φιμώσει τους φόβους μας για μια εσωτερική ανικανότητα.

Η αναζήτηση του αναστάντος Χριστού, η εσωτερική πάλη για αναζήτηση   της αγάπης που νικά το θάνατο, είναι η άλλη πρόταση που οι διανοούμενοι θα αποκαλούσαν θρησκευτική νεύρωση. Η χωρίς επιφυλάξεις παράδοση στο θείο έρωτα ξεμπλοκάρει την ύπαρξή μας από φόβους. Όταν έχεις γευτεί τον έρωτα του Χριστού, συμφιλιώνεσαι με τη κτίση μαθαίνοντας ότι ο έρωτας είναι σταυρός, προσφορά και σεβασμός.

πηγή: «Μακεδονία της Κυριακής»  07-05-2006ΟΟΔΕ

 

18 Σχόλια

  1. Η διάλεξη του πατρός Βαρνάβα Γιάγκου “Η Εκκλησιαστική προσέγγιση της σεξουαλικότητας των εφήβων και των νέων” δεν με έπεισε, αν και αναγνωρίζω ότι επιχείρησε κάτι αφάνταστα δύσκολο, επομένως δεν έχει η γνώμη μου χαρακτήρα μομφής, αλλά συμβολή για να ξαναπροσπαθήσει.

    Αυτό το πολύ βαθύ κείμενο, αντιθέτως, διατυπώνει το βασικό κριτήριο για το αν μία σχέση είναι πραγματικά ερωτική ή απλά ένα από του ασφαλούς ερωτικό παιχνίδι, χωρίς να υποτιμώ το τελευταίο.
    Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα, ότι πολλά παντρεμένα και με παιδιά ζευγάρια που γνώριζα ήταν μονάχα αρραβωνιασμένα και δεν το συνειδητοποιούσαν. Όταν σκέφτομαι την πιθανότητα ο σύντροφός μου να πάθει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας και εγώ κρατώ στο πίσω μέρος της σκέψης μου ότι κάπως θα “ξαναφιάξω την ζωή μου”, είμαι μόνο αρραβωνιασμένος, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από την τελετή του γάμου. Όταν και η σκέψη μόνο οποιασδήποτε βλάβης τής ή τού συντρόφου μου με γεμίζει τρόμο, σαν να ήταν δικό μου πρόβλημα υγείας, από το οποίο δεν μπορώ να απαλλαγώ, τότε είμαι παντρεμένος πραγματικά. (Προφανώς ταυτίζω έρωτα και παντρειά.)

    Πολλές φορές το κριτήριο είναι πολύ πιό εύκολο: Το να έχει το ζευγάρι, με οποιαδήποτε πρόφαση, χωριστούς λογαριασμούς και περιουσιακά στοιχεία. Τότε δεν είναι ούτε αρραβώνας, αλλά συνεταιρισμός. Ούτε αυτό το κατηγορώ. Άλλωστε δημιουργείται η δυνατότητα ανοχής εραστών μέσα στα πλαίσια της οικογένειας, χωρίς να προκύπτει διαζύγιο, όπως κάνουν τα μεσοαστικά και μεγαλοαστικά ζευγάρια στις προηγμένες χώρες, αλλά και εδώ, απ’ ότι μαθαίνω, εικονίζεται δε από πολύ παλιά στο Γαλλικό θέατρο Μπουλεβάρ…

  2. Συμφωνώ απολύτως αγαπητέ κ. Δεληνικόλα (δεν είναι η πρώτη μου φορά, να το πω!).
    Επιτείνοντας τις παρατηρήσεις σας θα έλεγα πως ο πόνος για τον αναπόδραστο χωρισμό του θανάτου οδηγεί στο να προσεύχεται κανείς να τον «πάρει» πρώτο, να μην ζήσει την απώλεια του αγαπημένου προσώπου-συζύγου… Δεν έχω εμπειρία του θείου έρωτος. Αντιλαμβάνομαι όμως πως όντως εκεί «κρύβεται»-υπάρχει η «απάντηση» σε αυτό το άλγος της ψυχής και του σώματος εντέλει. Έχω πολλές ερωτήσεις για τον θείο έρωτα. Για την ακρίβεια σαστίζω μπροστά και στην διερώτηση τι είναι ο θείος έρωτας, πώς οδηγείται κανείς εκεί, τι συμβαίνει όταν φτάσει κανείς σ’ αυτό τον «τ(ρ)όπο» της ψυχής και του σώματος. Το μόνο που θα μπορούσα να καταθέσω εμπειρικά –και μιλώ για μένα- είναι η εμπιστοσύνη στη «διεύθυνση»… Να είμαι όμως κι ερωτευμένος μαζί της, ούτε που μπορώ να το φανταστώ. Πώς γίνεται να συμβεί κάτι τέτοιο; Είναι θέμα που το βάζει κανείς στην προσευχή του; «Λες» δηλ. «θέλω να σ’ ερωτευτώ Χριστέ μου», «κάνε με να σ’ ερωτευτώ»; (και συμβαίνει; Προφανώς συμβαίνει, υπάρχουν τόσες μαρτυρίες στους πατέρες, αλλά πώς δίνεται αυτό το απίστευτο δώρο;) Αν έχετε κάποιες απαντήσεις θα χαιρόμουν πραγματικά να τις ακούσω. (με εκτίμηση)

  3. Την ερώτησή σας συμμερίζομαι, αγαπητέ κύριε Αβραμίδη, γι αυτό μου είχε φανεί πρακτικά ανεφάρμοστος ο τρόπος που ο π. Βαρνάβας πρότεινε τον θείο έρωτα σαν τρόπο προσέγγισης του ανθρώπινου και ιδιαίτερα στους εφήβους. Την ερώτηση αυτή μόνο πνευματικός μπορεί να απαντήσει καταφατικά και μόνο αν έχει βιώσει τον θείο έρωτα.
    Στην συζήτηση που ακολούθησε το άρθρο “Θεός, των πατέρων ημών ή των μεσιτών;” θίχτηκε πάλι αυτό το ζήτημα, ιδιαίτερα γύρω από το αν ό φόβος και όχι η αγάπη είναι το πρώτο βήμα για την προσέγγιση του Θεού. Εκεί είχα αναφέρει: Αλλά επειδή η αγάπη δεν διατάσσεται (Κάντ), ο ταπεινός μοναχός γ. Πορφύριος σύστησε σε μαθητή του να προσεύχεται: “Αγάπα με”. Γιατί “αγάπη θεία” δεν είναι αυτό που προσφέρουμε, αλλά που παίρνουμε. Γι αυτό ο Ιωάννης δεν λέει “αγάπη τω θεώ” αλλά “εξ αγάπης θείας”.

    Οι λόγοι του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακας περί Προσευχής και περί Αγάπης Ελπίδος Πίστεως είναι σε μένα η θεμελιώδης διδασκαλία.

    Θα σας αναφέρω σύντομα και τις παρεξηγήσεις που έχω αντιληφθεί:
    Δεν συμφωνώ με την θλιβερή διδασκαλία του Φρόυντ περί μετουσίωσης του καταπιεσμένου ερωτισμού, που την θεώρησε αποδεκτό και ωφέλιμο ψυχικό φαινόμενο και κινητήρια δύναμη του πολιτισμού, ενώ είναι πάθηση και διαφθορά του πολιτισμού και της κοινωνικής ζωής. Όταν βλέπω τέτοιες εκδηλώσεις, συχνές σε ενθουσιώδεις θρησκευάμενους, αισθάνομαι ό,τι νοιώθω όταν ακούω ένα φάλτσο τραγούδι. Κρυάδες.
    Η φαντασίωση ότι είναι κάποιος ερωτευμένος με τον Χριστό μπορεί να γεννηθεί με την παρανόηση των επιστολών του Αποστόλου Παύλου και την εύκολη αυθυποβολή από κατάχρηση της ποιητικής τους δύναμης. Είναι υπερβολικά συχνή η παρότρυνση αυτή από τον new age προτεσταντίζοντα χριστιανισμό. Θυμηθείτε τα παιδιά του Μω με τις κιθάρες τους και τον χαζοχαρούμενο νεανικό τους φανατισμό (όχι ενθουσιασμό). Σύγχυση. Οι έφηβοι και οι ενήλικες ερωτεύονται μεταξύ τους και αυτό, όπως και να συμβεί, είναι η βιωματική αφετηρία του έρωτα, χρησιμοποιείται δε από τους Πατέρες και ιδιαίτερα από τον Ιωάννη τον Σιναΐτη, σαν εφικτό παράδειγμα και όχι τρόπος προσέγγισης του θείου έρωτα. Το εξήγησε πολύ ωραία στην “Μεταφυσική του Σώματος” ο Χρήστος Γιανναράς και άδικα κατηγορήθηκε ότι παρεξήγησε τον Κλίμακος και πρότεινε κάτι απλοϊκότερο από τον πλατωνικό έρωτα, δηλαδή την νικολαϊτική αίρεση. Η μέθοδος του Πλάτωνα στο “Συμπόσιο” θα έμοιαζε πιό πρακτική και εφικτή, αν ήταν αληθινή, αν δεν στηριζόταν σε δικές του παρανοήσεις του δασκάλου του Σωκράτη, τον οποίο σεβόταν τόσο λίγο, ώστε τον έκανε πρωταγωνιστή των επιφανειακών σήριαλ που συνέγραψε. Η προσήλωση στην ομορφιά της πλάσης και της τέχνης, που χρειάζεται βέβαια μεγάλη καλλιέργεια και επιλεκτικότητα, είναι ένας βοηθητικός τρόπος καθημερινής αγωγής της ψυχής (ψυχαγωγίας) και ανάπτυξης της συνείδησης. Όμως, για τον θείο έρωτα;…

  4. Μετά τα σχόλια του Νίκου Δεληνικόλα και του Δήμου Αβραμίδη αισθάνθηκα την ανάγκη να καταθέσω κι εγώ τον οβολό μου στα λεγόμενα παραθέτοντας κάποια αποσπάσματα του Νικόδημου Αγιορείτη από τον Πρόλογό του στα συγγράμματα του Γρηγορίου Παλαμά. Γράφει ο άγιος Νικόδημος:
    «Φευ τω χρόνω εκείνω, ότε σε ουκ ηγάπων! φησί που προς τον Θεόν τω προς αυτόν αναφλεγόμενος έρωτι Αυγουστίνος, εκείνος ο λαμπρός της Ιππώνος και περιβόητος πρόεδρος· εγώ δε μκρόν την φωνήν υπαλλάξας, φαίην αν ουκ απροσφυώς· φευ τω χρόνω εκείνω, ότε ουκ ην τύποις εκδεδομένα τα πάνσοφα ταύτα και θαυμαστά και θεόκροτα του μεγάλου της Θεσσαλονίκης φωστήρος Γρηγορίου συγγράμματα!….
    Αλλ’ είη ευλογητός εις τους αιώνας, ο του Πατρός και Νοός λόγος ομού και Υιός· ο παντός καλού και μάλιστα των περί αυτού λόγων αίτιος και δοτήρ. Ούτος και γαρ μόνω τω βούλεσθαι, πάντα ταύτα μετασκευάζει νυν· και μακαριστόν τον ενεστώτα αιώνα δεικνύει· και τον φθόνον λύει και την λύπην εις χαράν αμείβει και τη εαυτού εκκλησία τον οικείον αποδίδωσι κόσμον, δια της κοινής των συγγραμμάτων τούτων εκδόσεως· ην και ωκονόμησε νυν, τάχα μεν και ως αν τις εικάσειεν, ότε των άλλων αρχοειδεστέρων συγγραμμάτων των θεολόγων προηγησαμένων, δεκτικώτεροί πως οι νόες των ανθρώπων εγένοντο, ώστε χωρήσαι τα υψηλότερα του πατρός συγγράμματα, συμπέρασμα όντα πάντων εκείνων, και ατεχνώς επισφράγισμα. Θεσμός γαρ ούτος και τάξις της πάντων υπερουσίου ταξιαρχίας πανίερος, αεί τε και επί πάντων πρώτον τα πρώτα παραδιδόναι και αρχοειδέστερα, ειθ’ ούτω τα τελεώτερα δια την των υποδεχομένω ατέλειαν, και δηλοί μεν ο νόμος και το ευαγγέλιον, ο μεν ως ατελής τοις ατελέσι προκηρυττόμενος, το δε ως τέλειον τοις τελείοις μετ’ εκείνον αποκαλυπτόμενον…. Και τοίνυν απερικτυπήτω και απροϊτω τη κατά τον ιερόν ΄Αθωνα ησυχία εκδούς εαυτόν ο τρισόλβιος, και παντός αισθητού, και της περί ταύτα τύρβης ανακύψαι της προς τον εντός άνθρωπον επιστροφής νοεράς και συννεύσεως, μάλλον δε πασών των της ψυχής δυνάμεων και προς τον νουν επιστροφής όλος γίνεται και το προσγεγενημένον αυτώ εκ της κάτω περιπλανήσεως ειδεχθές προσωπείον, δια πένθους απονίψασθαι σπεύδει….
    Και τον ενυπόστατον εν τη καρδία δέχεται της θείας χάριτος φωτισμόν, ουρανόν άλλον και ήλιον άλλον, και την φύσει συνεπομένην τούτοις σιγήν νοητήν, εν εαυτώ ευρηκώς· ην ο απόστολος Ιουστίνος ιεράν αφθεγξίαν αποκαλεί καθ’ ην ο εγκάρδιος και εκπληκτικός καλούμενος έρως εγγίνεται. Και ούτω τω φωτί χρώμενος οδώ, τυγχάνει και ούτος, ου μόνον της του νοός και των άλλων της ψυχής δυνάμεων, και αυτής της αισθήσεως (πλην της πνοής) ολικής και υπερφυούς αρπαγής, καθ’ ην ο προς Κύριον εκστατικός καλούμενος έρως εγγίνεται κατά τον προρηθέντα Γρηγόριον· και επ’ όρη αιώνια άνεισιν ή ανάγεται ουκ εν φανταστική διανοία, αλλ’ απορρήτω δυνάμει του πνεύματος, είτε εν σώματι είτε εκτός σώματος αγνοών· και των υπερκοσμίων επόπτης καθίσταται και των αλαλήτων επακούει ρημάτων τούτο δη το δυστέκμαρτον και δυσεκλάλητον και δυσεπίτευκτον χρήμα».

    ΥΓ.1 ΄Όμως, φευ, το σύγγραμμα του Νικοδήμου με τα ΄Απαντα του αγίου Γρηγόριο Παλαμά – ω της τρεπτότητος των πραγμάτων – χάθηκε μεταξύ Αγίου ΄Ορους και Βιέννης, όπου και εστάλη να τυπωθεί. Υπάρχει όμως και η εκδοχή πως μέρος του, ή και ολόκληρο αντίγραφο, σώθηκε στην Μονή της Λαύρας.
    ΥΓ. 2 Συγχωρείστε μου την εμμονή στην αντιγραφή, αλλά επειδή τρελαίνομαι για γλυκά, αντιγράφοντας μπορώ να καταναλώνω μεγάλες ποσότητες γλυκισμάτων χωρίς να κινδυνεύω από ζάχαρο.

  5. Και συνεχίζοντας την αντιγραφή της αντιγραφής, με σκοπό την συμπύκνωση:
    “Και τοίνυν … ησυχία εκδούς εαυτόν ο τρισόλβιος, και παντός αισθητού, και της περί ταύτα τύρβης ανακύψαι της προς τον εντός άνθρωπον επιστροφής νοεράς και συννεύσεως, μάλλον δε πασών των της ψυχής δυνάμεων και προς τον νουν επιστροφής όλος γίνεται και το προσγεγενημένον αυτώ εκ της κάτω περιπλανήσεως ειδεχθές προσωπείον, δια πένθους [b]απονίψασθαι[/b] σπεύδει…
    Και τον ενυπόστατον εν τη καρδία δέχεται της θείας χάριτος [b]φωτισμόν[/b], ουρανόν άλλον και ήλιον άλλον, και την φύσει συνεπομένην τούτοις σιγήν νοητήν, εν εαυτώ ευρηκώς· ….ιεράν αφθεγξίαν …. καθ’ ην ο εγκάρδιος και εκπληκτικός καλούμενος έρως εγγίνεται…
    Και ούτω τω φωτί χρώμενος οδώ… τυγχάνει… ολικής και υπερφυούς αρπαγής, καθ’ ην ο προς Κύριον εκστατικός καλούμενος έρως εγγίνεται… και επ’ όρη αιώνια άνεισιν ή ανάγεται ουκ εν φανταστική διανοία, αλλ’ απορρήτω δυνάμει του πνεύματος… τούτο δη το δυστέκμαρτον και δυσεκλάλητον και δυσεπίτευκτον χρήμα.”
    Ήτοι: (κάθαρση-φώτιση)1, (κάθαρση-φώτιση)2, (κάθαρση-φώτιση)3, ….. (κάθαρση-φώτιση)Ν …”παντί που δήλον ως επ’ άπειρον” μέ όριο την Θέωση, και ενίοτε (όχι απαραίτητη) ανάπαυση δια της “υπερφυούς αρπαγής”, όπως θα το διατύπωνε ο λιτός και μαθηματικός νους του Θεόδωρου Ζιάκα. (βλ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, “Ψυχική Ασθένεια & Υγεία, (διάλογος)” σσ 33-36, 174).

  6. Εξαιρετικό κείμενο… προσκαλεί σε ενδοσκόπηση. Εξαιρετικός πολιτισμός των σχολιαστών, συνοδευόμενος απο επιχειρηματολογημένο λόγο. Συγχαρητήρια στους εργάτες αυτής της ιστοσελίδας.

  7. Επιτρέψτε μου, αγαπητοί φίλοι, να πω μια κουβέντα πάνω στον Έρωτα και στην Αγάπη.

    Πρώτα πρώτα, θαρρώ πως πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ Έρωτος και Αγάπης. Η Αγάπη, για την ακρίβεια η ουσία της, είναι άρρητη, δεν περιγράφεται. Και δεν είναι κάτι εκ του κόσμου τούτου. Ο κόσμος τούτος μετέχει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μετέχει όπως ο σκύλος στη νοημοσύνη του αφεντικού του. Ποτέ ο σκύλος δεν μπορεί να γίνει άνθρωπος αλλά πολλές φορές ο σκύλος μπορεί να ανέλθει σε κάποιου είδους ανθρώπινες συμπεριφορές. Αν όμως είναι να πούμε κάτι για την Αγάπη αυτό είναι πως σχετίζεται με το κάλλος. Η Αγάπη είναι κάλλος. Είναι το Κάλλος του Θεού-που συνέχει τον Κόσμο- όπως αυτό περνάει στις ανθρώπινες σχέσεις. Ως ουσία η Αγάπη έχει ενέργειες. Και εκ των ενεργειών αυτών μπορούμε να την γνωρίσουμε τόσο ώστε κάποια στιγμή ο άνθρωπος μετέχοντας σε αυτές τις ενέργειες να φτάσει στη θέωση. Εμένα μου είναι προσιτό να παρομοιάζω τις ενέργειες της αγάπης με κλίμακα: Σέβομαι, εμπιστεύομαι, νοιάζομαι, μοιράζομαι, φροντίζω, καλλωπίζω, ελευθερώνω. Έτσι μπορώ να σταθμίζω τον εαυτό μου αν πράγματι αγαπά, γιατί αν αγαπά κάνει κάτι ως προς αυτόν που αγαπά. Με τον ίδιο τρόπο, αλλά από την αντίθετη μεριά, συμπεραίνω πως όταν κάποιος πχ μοιράζεται, αγαπάει.

    Ο Έρωτας τώρα. Πληρέστερη προσέγγιση από εκείνη του Πλάτωνα δεν ξέρω. Και δεν είναι μόνο αυτό, είναι και πως αντιστοιχεί στις δικές μου εμπειρίες. Δεν σας έχει τύχει ποτέ να δείτε κάτι τόσο όμορφο που μέσα σας να γεννηθεί κάτι που να προσπαθεί να είναι αντίστοιχο αυτής της ομορφιάς ώστε να μπορέσει να κοινωνήσει μαζί της, να μετέχει κι αυτό;
    Δεν το πιστεύω πως δεν έχετε τέτοια εμπειρία. Όλη αυτή η δημιουργικότητά σας αυτό ακριβώς το πράγμα δεν είναι; Αυτός είναι το τόκος εν τω καλό. Αυτός είναι ο τόκος μέσα στο κάλλος του Άλλου. Κι αυτό το περιγράφει πολύ πολύ σωστά ο Πλάτωνας. Το κάλλος αυτό σε καλεί, σε ανασταίνει από κει που κάθεσαι, και λέει το “Δεύρο έξω”. Μετά τα άλλα είναι δικά σου. Η κλήση είναι η Χάρη που σου δίνεται. Κι αυτά ισχύουν από τις γυναίκες μέχρι τον Θεό. Γιατί και η ουσία του Έρωτα είναι άρρητη και ως εκ τούτου ενιαία. Αυτά που λέμε έρωτας, εμείς οι θνητοί, είναι τ(ρ)όποι ύπαρξης του έρωτα, ενέργειες του έρωτα.

    Όταν όλα αυτά τα βάλουμε μαζί, τότε, αρχίζουμε να παίρνουμε μιαν ιδέα για τον Θείο Έρωτα. Μιαν ιδέα μετά φόβου Θεού γιατί πάντα παραμονεύει ο Σατανάς που μας παραπλανά με τα “φαντάσματα των όμορφων πραγμάτων”. Ενδέχεται δηλαδή να πάρουμε ένα “ολόγραμμα” ομορφιάς για πραγματική ομορφιά και να γίνουμε ακόλουθοί του. Αυτό είναι η ειδωλολατρία. Να λατρεύεις και να προσκυνάς ένα μέρος, μια σκιά, μια όψη του Κάλλους του Σύμπαντος Κόσμου. Από αυτό προστατευόμαστε με την άσκηση και πάντα…μετά από πολλές αμαρτίες.
    Η άσκηση σε τι συνίσταται; Μα στην προσήλωση στο Θείον Κάλλος που μας παραδόθηκε από το Ευαγγέλιο και τους Πατέρες. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και το ότι ο πόνος και ο έρωτας δεν μπορούν να εξηγηθούν…πρέπει να πονέσεις και να ερωτευθείς για να καταλάβεις.
    Και γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να βρει ο καθένας τον δρόμο του. Γιατί ποτέ δεν φτάνουν αυτά που μας λένε οι άγιοι πρέπει να βάλουμε και τη δική μας νότα. Σε μια υπεράχρονη μουσική που πάντα και παντού και απ’ όλους συμπληρώνεται…

  8. Ο ερωτευμένος-η, φοβάται μην απορριφθεί. Στην αγάπη δεν υπάρχει φόβος κι ανασφάλεια, γιατί δεν άγεται αυτός που αγαπά από ιδιοτέλεια, ανάγκες και επιθυμίες. Υπέρβαση Ελευθερία Γνώση περιέχονται στην Αγάπη. Ο έρωτας από την ανάγκη της ψυχής για το κάλλος, το δίκαιο το αγαθό, ενίοτε από κάποια ανάγκη πηγάζει ο έρωτας, είμαστε ατελείς και ποθούμε το τέλειο, μ’ αυτήν την έννοια ο έρωτας μας εξελίσσει αφού το τέλειο που μας έλκει δεν υπάρχει στον άλλον άνθρωπο αλλά στο Θεό. Γι’ αυτό και ο θάνατος είναι η εκπλήρωση του έρωτα αφού τότε η ψυχή ενώνεται απόλυτα με τον Θεό.

  9. Ασφαλώς, αγαπητέ μου Γιώργο, δεν φτάνουν όσα λένε οι άγιοι και πρέπει να βάλουμε και την δική μας νότα. Διότι, όπως λες και γνωρίζεις κι εσύ πολύ καλά, τα ερωτικά παθαίνονται, όπως άλλωστε και τα θεία.
    Πώς όμως θα οδεύσουμε προς τον πυρήνα της υπάρξεώς μας όπου φανερώνονται τα θαυμάσια;
    Αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να γίνει αν δεν υπάρξει υπέρβαση -ή κατάλυση- του ατόμου, με έμπονη και επίπονη προσπάθεια.Σε τούτο μπορεί να βοηθήσει ο γάμος, όχι ως τελετή, αλλά ως διάρκεια, ή μάλλον ως τελετή συντελούμενη στη διάρκεια. ΄Αλλος τρόπος είναι η καλογερική υπακοή, ή η ανιδιοτελής υπηρεσία σε χρόνια πάσχοντες. Φυσικά υπάρχουν και άλλοι τρόποι, πάντοτε οδυνηροί και επίπονοι και έμπονοι, ζώντας την πτώση μας. Αλλά, ω του θαύματος, την υπομονή στη συντριβή της πτώσεως συνοδεύει ανεπαισθήτως η χάρις που παραδόξως ανακαινεί.
    Γράφοντας αυτά αναρωτιέμαι τι και ποιος είμαι, αλλά, φίλοι μου, το περιβάλλον που ενίοτε δημιουργείται με κάνει να μιλώ πιο ελεύθερα. Γι’ αυτό κι εγώ σας χαιρετώ, και σας σφίγγω το χέρι.

  10. Άκουσα και καταθέτω ένα παράξενο σχόλιο στο ευαγγέλιο του γάμου.

    Η περικοπή που διαβάζεται στους νεονύμφους αναφέρεται, ως γνωστόν, στο θαύμα που έκανε ο Ιησούς να μετατρέψει το νερό σε κρασί, κατά τη διάρκεια ενός γαμήλιου γλεντιού στην Κανά της Γαλιλαίας. Το κρασί που είχε ετοιμάσει ο γαμπρός τελείωσε γρήγορα και το γλέντι κινδύνευε να μείνει στη μέση.

    Το σχόλιο είναι το εξής: Το κρασί που τελείωσε είναι ο έρωτας. Ο έρωτας δεν κρατάει πολύ. Κάποια στιγμή θα τελειώσει οπωσδήποτε. Για να μην καταρρεύσει ο γάμος πρέπει να γίνει τότε το θαύμα της μετατροπής του νερού σε κρασί. Πρόκειται για την αγάπη. Κρασί είναι κι αυτή αλλά εκλεκτότερο από το πρώτο.

    Τι είναι το νερό που γίνεται εκλεκτό κρασί; Όπως το λες Αλέξανδρε: η υπέρβαση του εγώ, η υπομονή, η συντριβή κττ.

    Όμως τι να σημαίνει άραγε η δυσφορία του Ιησού απέναντι στην πίεση της Μητέρας του να κάνει το θαύμα;

  11. Τι συμβαίνει άραγε στο “ενδιάμεσο” -μεταξύ πρώτου και δεύτερου κρασιού; – όσον αφορά το γλέντι εννοείται. Η ευαγγελική περικοπή δεν μας λέει κάτι -δεν πρόλαβε άλλωστε να συμβεί το όποιο ενδεχόμενο, αφού τελέσθηκε το θαύμα.

    Την απάντηση την δίνουν πασίγνωστα σύμβολα με ωραιότερο εκείνο όπου ο Αγιώργης σκοτώνει τον δράκοντα. Ήγουν: όταν τελειώσει το πρώτο κρασί, βγαίνει ο δράκος από την τρύπα του, που είναι δίπλα στην πηγή με το νερό. Κι αλίμονο στο κορίτσι, αλλά και το παλικάρι, αν δεν ιππεύει πολεμικό άλογο κι αν δεν έχει δυνατό κοντάρι.

    -“Υπομονή”, “συντριβή” κλπ. αλλά προς Θεού μη νομιστεί πως πρόκειται για μια παθητική κατάσταση. Πρόκειται για μάχη ζωής ή θανάτου με το τέρας. Εκ μέρους του παλικαριού, εννοείται. Και μόνο!!!

    Σημ. το δεύτερο κρασί είναι ίσως το νερό της πηγής που έχει γίνει κόκκινο από το αίμα του σκοτωμένου δράκοντα…

  12. Κύριε “παρατυχόντα έγγαμε” , που μου θυμίζετε κάπως τον “ωτακουστή” του Καβάφη, τι να πω για τα λεγόμενά σας; ΄Ενα μόνο: Εκ των πραγμάτων τα ονόματα και όχι τα πράγματα εκ των ονομάτων.

  13. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένας άγαμος κληρικός (μοναχός), όπως ο π.Βαρανάβας, δεν μπορεί (εκ των πραγμάτων), να έχει «έγκυρη» άποψη για θέματα που αφορούν τόσο τη συναισθηματική όσο και τη «σωματική» διάσταση του έρωτα (και περισσότερο την τελευταία).
    Ομολογώ ότι (όπως λέει και προλαλήσας) κάνει τεράστια προσπάθεια να αναπτύξει ένα πολύ δύσκολο θέμα, αλλά δυστυχώς πέφτει σε κάποιον «ιδεαλισμό». Λέγονται λόγια που ακούγονται μεν, ωραία, αλλά δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Είναι σαν να μιλεί κάποιος για το πώς θα απολαύσεις ένα φαγητό με κρέας ότι δεν έχεις φάει ποτέ σου κρέας…(ή κάπως έτσι…)

  14. Μένω με την απορία για το ποιος ακριβώς είναι ο [i]«ιδεαλισμός»[/i] που προσάπτει ο ανώνυμος Δημήτριος στον π. Βαρνάβα. Απορία επίσης για το ποια, άραγε, είναι τα λόγια του δεύτερου τα οποία [i]«δεν μπορούν να εφαρμοστούν»[/i].

    Όσο για το [i]«πώς θα απολαύσεις ένα φαγητό μέ»[/i] [ψημένο προφανώς] [i]«κρέας»[/i], όχι, δεν μας απευθύνεται ο συντάκτης τού εξαίρετης πυκνότητας εδώ κειμένου μέσα σε αυτό το – τόσο… εκφραστικό κατά τα άλλα – πλαίσιο. Όλως αντιθέτως, στο «ψητό» φαίνεται να στέκει προσηλωμένη η σκέψη του σχολιογράφου μας.
    Ο π. Βαρνάβας μάς επισημαίνει μόνο ότι δεν γνωρίζει [b]ανάσταση[/b] η οποία να έχει αρνηθεί τη [b]σταύρωση[/b]. Επ’ αυτού ειδικά του σημείου, ωστόσο, φαίνεται να εδράζεται η κύρια αντίρρηση του ανωνυμογράφου μας.

  15. Μην ανησυχείτε αγαπητέ “αγάπη είναι κάτι που δεν έχω και θέλω να το μοιραστώ με κάποιον που δεν τη θέλει” λέει ένας…

  16. Η αλήθεια είναι πώς η αγάπη και ο έρωτας είναι βίωμα…Και μπορεί να μεταδοθεί με πράξη κι όχι με λόγια…Γι αυτό και στην ορθοδοξία η αγάπη του Θεού…Η πίστη…Είναι βίωμα…Δεν είναι θεωρία που αρκείται στην απλή εφαρμογή ηθικιστικων νόμων και εντολών…Ο πατέρας Βαρνάβας έχει βιώσει την αγάπη Του Θεού και γι αυτό γνωρίζει απόλυτα τον ορισμό αλλά και την έννοια της αγάπης παρόλο που δεν έχει υπάρξει παντρεμένος…Και η αλήθεια είναι πως διδάσκει τον τρόπο αλλά και τον δρόμο για το βίωμα της αγάπης του Θεού….κάποια από τα λόγια του μπορεί να μην είναι απόλυτα κατανοητά γιατί φαντάζει πως είναι ανεφαρμοστα…το μόνο που μπορώ με σιγουριά να πω είναι πως όποιος έχει αγαθή προαίρεση μπορεί πραγματικά ν ακούσει…Και τότε γίνεται το πρώτο βήμα για το βίωμα… τα υπόλοιπα 99 τα κάνει ο Θεός!!

  17. Βλέπω ότι ο λόγος του π. Βαρνάβα είναι τόσο δυσνόητος από ανθρώπους της Εκκλησίας και μάλλον δεν θα έπρεπε να μου φαίνεται παράξενο. Ίσως δεν υπάρχει ούτε εμπειρία του κοσμικού έρωτα ούτε το βίωμα του θείου έρωτα.
    Και ψάχνετε να βρείτε μέσα από θεωρίες και βαθιές θεολογίες για τι πράγμα μιλάει ο παππούλης. Και αναρωτιέστε πώς γίνεται να γνωρίζει τον “κοσμικό έρωτα” ένας άγαμος ιερωμένος, την ίδια στιγμή που μιλάει για εμπειρία θείου έρωτος!!!
    Δηλαδή όταν ο Άγιος Παΐσιος μιλούσε για τον γάμο και την σχέση γονέων και παιδιών, με ποιά ιδιότητα και ποιές “εμπειρίες” προέβαινε σε κάτι τέτοιο;;;….

    Πού είναι η πίστη μας στον Χριστό, ποιά τα κριτήριά μας και άραγε τι είναι διάκριση;
    Και όπως λέει ο γέροντας Νίκωνας. Ας πάψουμε πλέον να πιστεύουμε. 20 αιώνες έχουν περάσει. Ας αρχίσουμε να ζούμε.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here