Πάσχα το κατακαλόκαιρο

0
41

 f. Stephen Muse

 «Εμόν βρώμα εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με».                  

Οι παλιοί μοναχοί λένε: «Η προσευχή ξεκινά με τη μνήμη του θανάτου».

 

Ένα ζεστό καλοκαίρι, στο πλαίσιο ενός ταξιδιού της Senior High Youth Mission  Washinghton DC, επισκεφτήκαμε ένα καταφύγιο αστέγων. Εκεί, στην Community for Creative Non – Violence, βαλμένα πάνω απ’ το τζάκι, αρκετά καθαρά κουτιά από πλεξιγκλάς φιλοξενούσαν λευκές αποξηραμένες φλούδες, τα μόνα λείψανα αποτεφρωμένων αστέγων που παρέμεναν σε όλους μας άγνωστοι, εκτός ίσως από τα μέλη του προσωπικού, που τους γνώρισαν και τους περιέθαλψαν. Τούτα τα υλικά υπολείμματα ενέπνεαν ακόμη συμπόνια και αφοσίωση στις καρδιές των εθελοντών  που αγωνίζονται  ενάντια στην «εξάντληση», αρθρώνοντας  λόγο εκ μέρους ζώντων  εγκαταλελειμμένων ερειπίων, πλήθους ανθρώπων που κυκλοφορούν έξω απ’ την εμβέλεια των κοινωνικών ραντάρ, στον προθάλαμο της αόρατης φτώχειας, στοιβαγμένοι στους δρόμους και τα σοκάκια της Πρωτεύουσάς μας …

Καθισμένος στην αίθουσα του ξενώνα, κι ενώ άκουγα τις ιστορίες άγνωστων προσκυνητών, εἶχα  την συντριπτική αίσθηση ἑνός ρίγους πού μέ περιέτρεχε, ὥσπου μέ  επανέφερε βίαια πίσω στή  Ρώμη· κι εκεί με είχαν κυριεύσει παρόμοιες σιωπηλές κραυγές που ηχούσαν καμπανιστά στ’ αυτιά μου, στην Εκκλησία των Οστών: πανάρχαιοι πολυέλαιοι, κρεμασμένοι από την οροφή και τοίχοι καλυμμένοι με λείψανα αιώνων, λείψανα χριστιανών προσκυνητών που έζησαν στην ανωνυμία, αφιερωμένοι στο παρακείμενο μοναστήρι.  Κεριά προσαρμοσμένα σε απομεινάρια ανθρώπινων σκελετών «κοσμούσαν»  σχεδόν κάθε γωνιά του χώρου, αποτελώντας συνάμα και τη μοναδική πηγή φωτός. Είμασταν ο Ιωνάς:   βαδίζαμε στο κάθυγρο στομάχι ενός μεγάλου Λεβιάθαν με το ὄνομα τῆς θνητότητας, ενώ η Αιωνιότητα πύκνωνε στην καρδιά μας χάρη στη μνήμη του θανάτου. Ή, μάλλον, γινόταν ορατή από την ίδια την αντίθεση ανάμεσα στον ψυχρή μούχλα που σαν φάντασμα ανέμιζε στο διάδρομο και τους λοιπούς “ενοίκους”  οι οποίοι, παρότι την αισθάνονταν να γαντζώνεται στα πλευρά τους, υψώνονταν πάνω απ’ την τέφρα και γίνονταν ιερή εικόνα μιας ζώσας Πνοής.

 

Ξαφνικά, όλα ξεκαθαρίζουν.  Ενώ οι μέρες και τα χρόνια κυλούν, κινούμαστε καθοδικά, μόνο για μια μικρή στιγμή, στο μακρύ διά-δρομο της ζωής μας, εντός της μεγάλης οικογένειας της ανθρωπότητας, λησμονώντας ότι η ίδια η γη, τόσο υπέροχα στολισμένη, δεν είναι κάτι περισσότερο ἀπό μια Εκκλησία Οστών. Ο καθένας μας- θεϊκά εμπνευσμένος επαναστάτης προφήτης- βρίσκεται στην κοιλιά ενός μεγάλου κήτους και, είτε το ξέρουμε είτε όχι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,  σταθμίζουμε τις συνθήκες για μια φυγή πετώντας ανάμεσα απ’ τ’ αστέρια, μέσα απ’ την αγαπώσα αγκάλη του Θεού. 

Μακριά από τη μεμβράνη των βεβαιοτήτων μας, εκκρεμεί ο γενέθλιος πόνος μιας πνευματικής εγρήγορσης που, καταλαμβάνοντάς μας εξ’ απήνης, θα μας εκτοξεύσει, εκόντες άκοντες, μέσα απ’ τα σαγόνια του θανάτου στην παρουσία του Δημιουργού μας, παριστάμενου ως ερωτήματος  στην ίδια μας την καρδιά. Εδώ, το καθαρό φως της Αγάπης και της Αλήθειας θα μας αποκαλύψει και πάλι στους εαυτούς μας και σε κάθε άλλο πρόσωπο, δίχως συμβιβασμούς ή προφάσεις. 

Η στιγμή αυτή θα ‘ρθει αφού πρώτα, για μέρες πολλές, συγκεντρώσουμε από τα τοπικά εστιατόρια ό,τι φαγώσιμο απομένει και μαγειρέψουμε για τους πεινασμένους των αόρατων δρόμων της Ουάσινγκτον. Αφού πρώτα περιδιαβούμε τους δρόμους και συνομιλήσουμε με τους αόρατους ανθρώπους της κρυμμένης Βασιλείας του Θεού, που φορούν μονίμως τα ίδια κολλαριστά απ’τον ιδρώτα ξεσκισμένα κουρέλια, αφού μοιράσουμε μεταχειρισμένα ρούχα σε ανθρώπους άπλυτους και μισόγυμνους. Τ ό τ ε  θα συγκεντρωθούμε όλοι μαζί, σε κύκλο, γύρω από ένα μοναδικό καρβέλι ψωμί και μια κούπα απ’ το αίμα των πατημένων σταφυλιών. 

 

Η σιωπή είναι  πυκνή και βαθιά· κάπου κάπου μια παρέα από εφήβους αναζητούν μια ακόμη υπερπλήρωση των αισθήσεων, ήδη πεπεισμένοι για την αθανασία τους. Σ’ αυτή τη σιωπή, η παλιά πρόσκληση του Θεού στην τράπεζα της ζωής ηχεί σαν ένα κουδούνι στο κενό: «Τούτο εστί το Σώμα μου… Τούτο εστί το αίμα μου το υπέρ υμών εκχυνόμενον»∙ πνευματικός απόηχος που προβάλλεται στην καρδιά  κάθε προσώπου  που αφουγκράζεται. Χωρίς ίχνος ορατής αλλαγής, το πέπλο του χρόνου αναδιπλώνεται.   Κάθε άνθρωπος αισθάνεται δέος ενώπιον όσων ο Θεός έπραξε και «έως άρτι εργάζεται εν τω μέσω ημών», αφού “εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». 

Ο Μέγας Βασίλειος ἑρμηνεύοντας διευρύνει τα λόγια του Κυρίου ως εξής: «Το ψωμί που δεν τρως είναι το ψωμί του πεινασμένου∙ το ρούχο που κρέμεται στη ντουλάπα σου είναι το ρούχο του πτωχού∙ τα παπούτσια που δεν φοράς είναι τα παπούτσια του ανυπόδητου∙ τα λεφτά που φυλάς κλειδωμένα είναι τα λεφτά των φτωχών∙ η φιλανθρωπία που δεν κάνεις είναι η αδικία που διαπράττεις». 

Νομίζαμε ότι, ερχόμενοι στην Ουάσινγκτον, θα ταΐσουμε τους πεινασμένους. Μα να που  τελικά ανακαλύπτουμε ότι ήταν εκείνοι που μας τάϊσαν και μας πότισαν.

Άθελά μας ψυχαγωγήσαμε για τα καλά τους αγγέλους.

Απρόσμενα, είχαμε Πάσχα το κατακαλόκαιρο.

                                                        

Μετάφραση από τα αγγλικά: Θάνος Β. Κιοσόγλου

Θερμές ευχαριστίες στη Ν.Κ. για τις ευθύβολες παρεμβάσεις της στη διαμόρφωση του κειμένου

πηγή: Aντίφωνο

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Χρήστου Γαρουφαλή

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here