Ο «χριστιανός επιστήμονας»: στοχασμοί πάνω σε μια υβριδική ετερότητα

5
1397

Είναι γεγονός ότι η εποχή της πανδημίας, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ανέδειξε με ιδιαίτερη έμφαση όχι μόνο την έννοια της επιστήμης και του «ειδικού» επιστήμονα αλλά και εκείνη του «χριστιανού επιστήμονα». Έτυχε μάλιστα συγκεκριμένοι εκπρόσωποι των τελευταίων να φιγουράρουν ως σεμνοπρεπείς αρμοί μιας διαιώνιας αντίστιξης που βρήκε επιτέλους τη λύση της, υποτάσσοντας πίστη αλλά και επιστήμη στην πρόσκαιρη πολιτική εκδοχή της πραγματικότητας. Και παρά τη λυσσαλέα αντίδραση κάποιων φορέων του ακραιφνούς επιστημονικομανούς πνεύματος εναντίον κάθε παρόμοιας σύζευξης, φαίνεται πως πνέει ακόμη στην περιοχή ειδικά των θρησκευόμενων ή ποικιλοτρόπως θεολογούντων η λυτρωτική αύρα αυτού του πρόσφατου συμβιβασμού, η οποία συνεχίζει να τροφοδοτείται.
Ας επιχειρήσουμε όμως να αναλύσουμε, επ’ ολίγον, αυτήν την υβριδική έννοια του «χριστιανού επιστήμονα». Διότι η σύζευξη εν γένει δυο ανεξάρτητων εννοιών μας καλεί πάντοτε να διερευνήσουμε όχι μόνο τη νέα σημασία που προκύπτει, αλλά και κάποια βαθύτερης αξίας ζητήματα. Μερικά από αυτά είναι λ.χ. με ποιο ποσοστό μετέχουν εκείνες οι έννοιες στην κατασκευή της καινούργιας σημασίας, τι κερδίζουν και τι χάνουν σε αυτή τη σύζευξη, καθώς και πώς ή γιατί η κάθε έννοια τροποποιείται ή/και αλλοιώνεται.

Μια μικρή ιστορική αναδρομή

Είναι γεγονός ότι η ιστοριογραφία δεν είναι μόνο η μελέτη των συνεχειών μέσα στην ακατάπαυστη ροή του χρόνου, αλλά και των ασυνεχειών και των ρήξεων, των έκτακτων δηλαδή εκείνων βιαιοτήτων, οι οποίες μετασχηματίζουν και προωθούν την ιστορία με περισσότερο από τον συνήθη δυναμισμό. Εξάλλου, κατά τον Μαρξ, «η βία είναι η μαμή της ιστορίας». Μια λοιπόν από τις περιόδους εκείνες, στις οποίες κάθε ιστορικός πλέον σταματά με περίσσιο δέος, είναι και η Νεωτερικότητα, η εποχή εκείνη κατά την οποία αναχαιτίζεται και μεταλλάσσεται η μέχρι τότε ιστορία δημιουργώντας μια ολοκαίνουργια, εξαιρετικά δυναμική ιστορικότητα. Ο βασικός μοχλός αυτού του ιλιγγιώδους μετασχηματισμού ήταν, και εξακολουθεί να είναι, η επιστήμη και η τεχνολογία.
Στην καρδιά λοιπόν της Νεωτερικότητας βρίσκεται η Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα και είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι με αυτήν η επιστήμη εγκαθίσταται, άλλοτε εκμαυλιστικά και άλλοτε βίαια, σε ένα παγκόσμιο θρόνο, γίνεται η μοναδική και αδιαμφισβήτητη θεότητα της Νεωτερικότητας, το ακατάλυτο όνειρο όλων των αναπτυγμένων αλλά και υπανάπτυκτων λαών και ακόμη περισσότερο η ίδια η πεμπτουσία των φαντασιώσεών τους, όσον αφορά τις τρεις θεμελιώδεις ανθρώπινες επιθυμίες: την εξουσία, την απόλαυση και την αίρεση. «Η φύση μας μαθαίνει να έχουμε φιλόδοξα πνεύματα», θα ισχυριστεί ο πρώιμος ρομαντικός ποιητής της Νεωτερικότητας Christopher Marlowe, σπεύδοντας να συμπληρώσει: «Εμπρός ας βαδίσουμε ενάντια στις δυνάμεις τ’ ουρανού,… για να σημάνουμε τη σφαγή των θεών».
Έτσι, κατά τον Raymond Aron, συγκροτείται μια γιγαντιαία «προμηθεϊκή φιλοδοξία …να καταστούμε κύριοι και κάτοχοι της φύσης χάρη στην επιστήμη και την τεχνική». Αυτή η τεκτονική, κοσμογονική ρήξη που αντιπροσωπεύει η Νεωτερικότητα αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως «στιγμή» της παγκόσμιας ιστορίας και δεν πρέπει να την προσπεράσουμε αστόχαστα. Ο κόσμος μετά από αυτήν είναι τυπικά και ουσιαστικά έτερος. Σήμερα βέβαια, με την υπερβάλλουσα κατήχηση που έχουμε υποστεί, μας φαίνεται και ντετερμινιστικά μονοδρομικός. Δεν μπορούμε καν να φανταστούμε μια ανθρωπότητα που πορεύεται στο μέλλον χωρίς Νεωτερικότητα, χωρίς τεχνολογία και επιστήμη, χωρίς δυτικού τύπου δημοκρατία, και βεβαίως χωρίς καπιταλισμό. Κάθε τέτοια σκέψη μοιάζει κυριολεκτικά …ανήθικη. Γι’ αυτό και σχεδόν πάντα υπερ-επενδύουμε σε αυτήν με έναν πραγματικό φόβο μήπως χαθεί το πεπρωμένο μας, η προίκα μας, η περι-ουσία αλλά και η ουσία μας, το απροϋπόθετο μέλλον μας, εφόσον πλέον «το μέλλον δεν μπορεί να τεθεί υπό απαγόρευση» (Μ. Ferro), αλλά ούτε καν υπό διαπραγμάτευση. Η ακατάβλητη στοχοθεσία μας είναι, όπως λέγεται πολύ συχνά, να «επέμβουμε δημιουργικά στην ιστορία», εννοώντας απλώς να επιπτυχώσουμε, να πολλαπλασιάσουμε ολοένα και περισσότερο το ίδιο το νεωτερικό υπόδειγμα, που και στη μετανεωτερική περίοδο που διανύουμε παρέμεινε ακατάλυτο.

Ο «χριστιανός επιστήμων»

Μέσα λοιπόν σε αυτό το πλέγμα της δυσεπίλυτης προβληματικής για τη Νεωτερικότητα γεννιέται ακριβώς και η υβριδική έννοια του «χριστιανού επιστήμονα». Σε αυτό το ιδίωμα συμπεριλαμβάνουμε τους βασικούς διαμορφωτές της επιστημονικής νοοτροπίας, τους πρωτοπόρους της εκάστοτε επιστημονικής έρευνας αλλά και τους απλούς εφαρμοστές των επιστημονικών πορισμάτων, οι οποίοι πασχίζουν να συνδυάσουν δυο εγγενώς αντιφατικές πραγματικότητες: το «χριστιανικό επάγγελμα» με το «επιστημονικό επάγγελμα», την πίστη στο Θεό με την πίστη στην επιστήμη.
Γιατί όμως ονομάζω αυτές τις πραγματικότητες αντιφατικές; Διότι η νεωτερική επιστήμη γεννήθηκε και πορεύτηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, με τη δραστική ακριβώς επιθυμία να εκθρονίσει το Θεό από τη δημόσια και όσο μπορούσε και από την ιδιωτική σφαίρα. Αυτός ήταν ο θεμελιώδης στόχος της Επιστημονικής Επανάστασης, ο οποίος ιδεολογικοποιήθηκε στη συνέχεια με το Διαφωτισμό. Ακριβέστερα, αντικατέστησε την εμπιστοσύνη στο Θεό με την εμπιστοσύνη στην επιστήμη και στους «ειδικούς επιστήμονες». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Επιστημονική αυτή Επανάσταση έχει τεράστιο μερίδιο ευθύνης στα μετέπειτα θεϊστικά, αγνωστικιστικά ή αθεϊστικά μορφώματα, των οποίων αποτέλεσε πανίσχυρο εργαλείο και ευέλικτο άλλοθι μέχρι σήμερα. Αφού λοιπόν απομόνωσε πρώτα το Θεό στους ουρανούς, καθιστώντας τον απλώς το «Μεγάλο Ωρολογοποιό του σύμπαντος», στη συνέχεια σήμανε το «λυκόφως όλων των θεών» ως άχρηστων πλέον προσκομμάτων στην επείγουσα, εγκόσμια αυτοθέωση του ανθρώπου. «Η ανατίμηση του αισθητού κόσμου» έναντι των υπεραισθητών, που ξεκίνησε ήδη από την Αναγέννηση, θα διογκωθεί λοιπόν κατά τον 17ο αιώνα, δημιουργώντας ένα οίδημα που διευρύνεται ιλιγγιωδώς μέχρι σήμερα. «Ο άνθρωπος των Νέων Χρόνων αξιώνει για τον εαυτό του τον ρόλο του τελεσιουργού της Ιστορίας» (Π. Κονδύλης).
Αυτή την ιστορική πραγματικότητα ο «χριστιανός επιστήμονας» προσπαθεί συνήθως να την υποσκελίσει ή να την υπερβεί με δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι με το διαχωρισμό των πεδίων της ενασχόλησης, διακρίνοντας δηλαδή ανάμεσα στον πιστό που αφοσιώνεται στο Θεό και στον επιστήμονα που ερευνά τη φύση, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ίδιο πρόσωπο. Υποδεικνύει με τη διάκριση αυτή δυο παράλληλες, «νομιμοποιημένες» επιστημονικά και θεολογικά, πορείες προς τη φυσική και την πνευματική γνώση, οι οποίες αναμένεται να ανταμωθούν κάπου στο βάθος του χρόνου… Είναι, αλήθεια, σπάνιος σήμερα ο θεολογικός λόγος που δεν προσορμίζεται σε αυτήν την εξαιρετικά επικίνδυνη για τη φύση, αλλά και καθαρά αντιχριστιανική ιδέα. Διότι με τον διχασμό αυτό αφήνει τη δικαιοδοσία της φύσης στον επιστήμονα ως ένα καθαρά τεχνικό, μηχανιστικό ζήτημα που ικανοποιεί τη δική του περιέργεια, αδιαφορώντας παράλληλα για την παγκόσμια, πολιτικο-οικονομική του χρησιμότητα, ενώ εγκαταλείπει τη δικαιοδοσία του Θεού στους πιστούς του ως ένα απλώς ηθικοθρησκευτικό ζήτημα, που επιβιώνει στο χώρο της ατομικής (ή, έστω, εκκλησιαστικής) θρησκευτικότητας, υποκύπτοντας έτσι σε καίριες προτεσταντικές και διαφωτιστικές συνδηλώσεις. Θεωρώ ότι είναι αυτή ακριβώς η αντίληψη που απελευθερώνει τους επιστήμονες από κάθε προοπτική ηθικής ευθύνης, αλλά συχνά αναστέλλει και τους «χριστιανούς επιστήμονες» από τη βαθύτερη διερεύνηση της σύζευξης των δύο αυτών παράλληλων διαδρομών, η καταγωγή των οποίων δείχνει να προέρχεται από τον Γνωστικισμό.
Τα τραγικά αποτελέσματα αυτής της οικολογικής άγνοιας και αμεριμνησίας τα βλέπουμε σήμερα στο περιβάλλον. Παρόλα αυτά ο «χριστιανός επιστήμονας» διατείνεται ότι επιθυμεί, με το μικροσκόπιο ή το τηλεσκόπιο, να ανακαλύψει κι αυτός «τα μυστήρια του Θεού», επιχειρώντας να συναιρέσει ανακουφιστικά και ανενοχικά τη θρησκευτική με την επιστημονική πίστη. Είναι όμως οι αστρικοί κόσμοι ή τα έγκατα του DNA όντως τα «μυστήρια του Θεού»; Πνευματική επιταγή άραγε μας ωθεί σε μια τέτοιου είδους εξαντλητική και ιεροεξεταστική διερεύνηση; Εξαρτάται μήπως το καθ’ ομοίωσιν από την εκχέρσωση του σύμπαντος και την απομυστικοποίηση του κόσμους Μήπως νομιμοποιείται να συμπορεύεται με αυτό;
Θεωρώ ότι μια τέτοιου είδους χειρωνακτική, μηχανιστική, αλλά και πανθεϊστική αντιμετώπιση της φύσης δεν συνδυάζεται με την πνευματική θεώρηση, η οποία μας προαναγγέλλει ότι «η Βασιλεία του Θεού ουκ έρχεται μετά παρατηρήσεως» (Λουκ. 17, 20), καθώς το πραγματικό μυστήριο του Θεού «ου φέρει έρευναν». Λησμονείται ότι η εντελώς κοσμική αντιμετώπιση της φύσης, την οποία η σύγχρονη επιστήμη μας επιφυλάσσει σήμερα, έχει ως στόχο μια καθαρά ιμπεριαλιστική και αποικιοκρατική αντίληψη, δηλαδή την απόλυτη κυριαρχία, την εξαντλητική εκμετάλλευση των πόρων, την κούρσα των εξοπλισμών, τον πλήρη (και γονιδιακό ακόμη) έλεγχο των πάντων και την ολοσχερή δέσμευση των τροχιών και των πορισμάτων κάθε επιστημονικής γνώσης στο άρμα μιας ερμητικής, ομογενοποιητικής δικαιοδοσίας που χειρίζονται πάντα και μόνο οι ισχυροί του κόσμου τούτου. Αντίθετα, η εκκλησιαστική γραμματεία ονομάζει «μυστήρια του Θεού» τα θησαυροφυλάκια ενός πνευματικού καθαρά σύμπαντος, στα οποία ο άνθρωπος καλείται να μυηθεί, χωρίς κανένα εγκόσμιο βοήθημα παρά μόνο το σώμα του, όχι για να βεβαιώσει ή να απολαύσει την εξουσία του διερευνώντας τα έσχατα, τα υπέρτατα και τα έγκατα, αλλά με σκοπό να μεταμορφωθεί εισερχόμενος στη Βασιλεία των Ουρανών.
Ο δεύτερος τρόπος του «χριστιανού επιστήμονα» για να παραγκωνίσει την εγγενή διάζευξη σύγχρονης επιστήμης και πίστης είναι με την καταφυγή του σε μια αναχρονιστική «αρχαιολογία», ανακαλώντας δηλαδή και χρησιμοποιώντας αντιλήψεις περί επιστήμης, όπως του Μ. Βασίλειου ή της Σοφίας Σειράχ. Παραγνωρίζει όμως το γεγονός ότι οι εν γένει έννοιες δεν είναι υπερ-εμπειρικές οντότητες, που εφαρμόζονται δήθεν παντού και πάντοτε, αλλά εμφορούνται από βαθιά ιστορικότητα. Γεφυρώνει έτσι με προχειρότητα ασύμβατα φαινόμενα, διότι εκείνες οι παλαιές αντιλήψεις δεν συνάδουν καθόλου με τη νεωτερική αλλά και τη μετανεωτερική πρόσληψη και εφαρμογή της επιστήμης. Ποια είναι η βασική διαφορά τους; Χωρίς να λεπτολογήσουμε, θα ισχυριστούμε ότι ανάμεσά τους …έχει απλώς μεσολαβήσει η Νεωτερικότητα, δηλαδή ένας άλλος κόσμος, επιθετικά αντιθρησκευτικός αλλά και σφοδρός πολέμιος της φύσης, παρά το γεγονός ότι κάποιοι από τους πατέρες της Επιστημονικής Επανάστασης θεωρούνταν χριστιανοί, αν και με αποκρυφιστικές τάσεις, όπως ο Κέπλερ ή ο Νεύτωνας. Αυτός ο νέος κόσμος αποδείχθηκε πολλαπλώς και τραγικότατα ότι είναι ριζικά αντίθετος στην Πρόνοια του Θεού και, αντίθετα, εναπέθεσε το παρόν και το μέλλον της φύσης και της ανθρωπότητας στην πρόνοια του σοφού, πάντα, επιστήμονα ανθρώπου, του πολυδοξασμένου ειδήμονα, ο οποίος βεβαίως τυχαίνει να είναι πολύ συχνά ένας μαθητευόμενος μάγος… Αυτή η ριζοσπαστική λοιπόν αλλαγή δεν πρέπει, από τη μια μεριά ούτε να υποτιμάται και από την άλλη ούτε και να θεωρείται ιστορικά νομοτελειακή. Αν εξακολουθούμε να πιστεύουμε όμως ότι η Ενσάρκωση του Θεού-Λόγου τέμνει στα δυο την ιστορία του κόσμου, είναι μάλλον αδύνατο σήμερα να μην αποδεχθούμε ότι, δεκαεπτά αιώνες μετά, η Νεωτερικότητα την ξανατέμνει με έναν τρόπο που επιπλέον επιβάλλεται ως μονοδρομικός…
Η σύγχρονη λοιπόν επιστήμη και η εξ αυτής εφαρμοσμένη τεχνολογία δεν είναι μια ανιστορική, μεταφυσική έννοια, που γεννήθηκε αίφνης στην Ευρώπη με μια σειρά επιτυχών παρατηρήσεων και πειραμάτων, υπό την αιγίδα της ασίγαστης περιέργειας χαρισματικών ανθρώπων. Δεν είναι επίσης «ένα δώρο του Θεού», όπως αδιαφοροποίητα λέγεται συχνά, αλλά μια εγκόσμια-παγκόσμια υπερδύναμη, μια ομογενοποιητική ισχύς, γεννημένη σε συγκεκριμένες ιδεολογικές, θρησκευτικές, πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, για συγκεκριμένους λόγους και πάντοτε με συγκεκριμένα οράματα απόλυτης κυριαρχίας. Δεν είναι μια επιλογή ανάμεσα στις άλλες, αλλά έχει εγκατασταθεί ως πραγματικότητα και αδυσώπητη «κανονικότητα». Η Νεωτερικότητα με την ολοκληρωτική αυτή δυναμική της έχει ουσιαστικά αγκαλιάσει την Αποκάλυψη, σύμφωνα με τον Β. Latour. Αυτά τα οράματα επέτυχε όντως να υλοποιήσει στη διάρκεια των τελευταίων τριών αιώνων, κατακλύζοντας όχι μόνο την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τον πολιτισμό και την γεωγραφία αυτού του κόσμου, αλλά κυρίως το φαντασιακό του σύμπαν, φθάνοντας ακόμη μέχρι και το ίδιο το ασυνείδητο των ανθρώπων. Έχει αποκτήσει πλέον μια τεράστια ειδωλολατρική δυναμική και η ισχύς της, εξαιτίας ακριβώς της μεγαλειώδους φαντασμαγορίας της αλλά και των ποικίλων ανακουφιστικών επιτευγμάτων της, είναι καταλυτική. Διεξοδικά έχουν αναλύσει αυτή τη δυναμική πολλοί στοχαστές, κι ανάμεσά τους ο Heidegger, ο Adorno, ο Morin, ο Ellul, ο Virilio, ο Feyerabent, ο Anders, ο Voegelin, ο Latour, ο Sherrard, κι από τους δικούς μας ο Κ. Παπαϊωάννου, ο Π. Κονδύλης, ο Κ. Καστοριάδης, ο Σ. Κυριαζόπουλος, ο Χ. Γιανναράς, ο Σ. Γουνελάς κ.ά.

Μια υπονομευμένη συνομιλία

Είναι γνωστό ότι οι συζητήσεις μεταξύ επιστημόνων και θεολόγων για τις εκάστοτε και εκατέρωθεν προτεραιότητες συνεχίζονται μέχρι σήμερα, άλλοτε με εξάρσεις και άλλοτε με υφέσεις. Είναι όμως αναγκαίο να κατανοηθεί εξ αρχής ότι αυτή η άβολη σχέση μεταξύ επιστήμης και χριστιανικής, εν προκειμένω, θρησκείας είναι εξάπαντος ετεροβαρής: ο διάλογος που κατά καιρούς αναπτύσσεται είναι βαθιά υπονομευμένος (όπως βεβαίως είναι και κάθε διάλογος…). Δεν θεωρούνται ισότιμοι ή ισόκυροι οι συνομιλητές, εφόσον είναι το επιστημονικο-τεχνολογικό πνεύμα εκείνο που ηγεμονεύει πλέον αλλά και καθορίζει, δεσμεύει, τους όρους της συζήτησης. Αν λοιπόν ο εκφερόμενος λόγος δεν συνάδει-συνοδοιπορεί με αυτήν τη διάχυτη παγκόσμια εξουσία, την αφειδώς χρηματοδοτούμενη και ντετερμινιστικά υποστηριζόμενη από όλους τους ισχυρούς της γης, τις επιχειρήσεις, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα αλλά κυρίως από το συλλογικό, συστηματικά κατηχημένο, φαντασιακό, τότε δεν μπορεί να υπερβεί καν το κατώφλι της ακουστότητας. Πολύ συχνά πλέον της απαγορεύεται κιόλας… Επιπλέον, θα μπορούσε ποτέ να λάβει χώρα ακόμα και το παραμικρό γεγονός εκτός των εκάστοτε σχέσεων εξουσίας, όταν έχουν γίνει πλέον οικουμενικές και όταν μάλιστα «ποτέ το παρόν δεν είχε τόση εξουσία, η οποία επιπλέον ασκείται συνεχώς και αναγκαστικά» (H. Jonas); Από την άλλη μεριά, η χριστιανική θρησκεία, ως πνευματική δύναμη, ως οντότητα δηλαδή άλλου γένους αλλά και άλλου κόσμου, δεν έχει ουσιαστικά τίποτε «παραγωγικό» να αντιτάξει σε αυτήν την παγκόσμια ισχύ των διαρκώς και καταναγκαστικά παραγωγικών ανθρώπων και καπιταλιστικών συστημάτων, με εξαίρεση κάποια ηθικολογικά ή ανθρωπιστικά προτάγματα, τα οποία όμως σήμερα ολοένα και περισσότερο παρακάμπτονται ή αποδομούνται.
Όσοι λοιπόν εκ των θεολογούντων προσέρχονται σε παρόμοιους διαλόγους φαίνεται πως έχουν τρεις δρόμους μπροστά τους. Ο πρώτος είναι να καταντήσουν «γραφικοί», κατά την …άκρως επιεική έκφραση των αντιφρονούντων (και έτσι ελάχιστοι το τολμούν!), καθώς ο πνευματικός λόγος είναι γνωστό ότι δεν βρίσκει ευήκοα ώτα αν δεν συσχηματίζεται ποικιλοτρόπως «τω αιώνι τούτω». Ο δεύτερος είναι να αναζητήσουν καταφύγιο στο στερεότυπο αλλά αδιέξοδο μοντέλο των παράλληλων, και εντέλει ασύμπτωτων, δρόμων, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως κι έτσι να τους αφήσουν οι άλλοι ήσυχους, εφόσον οι τελευταίοι δεν απειλούνται στο ελάχιστο από τους πρώτους. Είναι σαν εκείνους του ιστορικούς που νομίζουν ότι στην ιστορία μελετούν …μόνο γεγονότα! Ο τρίτος δρόμος είναι να αγκαλιάσουν ασμένως το κυρίαρχο επιστημονικό υπόδειγμα, με κάποιες ηθικολογικές μικρο-αμφισβητήσεις, εφόσον μόνο αυτό μοιάζει να τους εξασφαλίζει λόγο, δηλαδή δραστήρια μετοχή στο παγκόσμιο κύρος του, μήπως και μπορέσουν να «παρέμβουν και αυτοί επιτέλους δημιουργικά στην ιστορία», που θεωρούν ότι τους άφησε πίσω… Πρόκειται για μια ιδιάζουσα στάση που απαντάται κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, μεταξύ των «συνεδριακών» λεγομένων θεολογούντων. Ενισχύοντας μάλιστα αυτήν την υποταγή τους, με εξαιρετική προσαρμοστικότητα και παρορμητικότητα, σπεύδουν κάποιοι από αυτούς να καταγγείλουν, μάλλον να μαστιγώσουν, προκαταβολικά και μετά βδελυγμίας ως φονταμενταλιστές (η πλέον αγαπημένη τους λέξη…), εγωιστές, φανατικούς, τυχάρπαστους, ανυπάκουους, συνωμοσιολόγους, ψεκασμένους κλπ., όσους εκφράζουν όχι μόνο την πλήρη αλλά και την παραμικρή ακόμη επιφύλαξη στον «συσχηματισμό» τους. Επιλέγουν συνειδητά και αυταρχικά να πειθαρχήσουν χωρίς αιδώ στη στερεότυπη εννοιολογική σκευή της πολιτικής ορθότητας, στην προφάνεια αυτού του σύγχρονου «καθεστώτος αλήθειας», που «κατασκευάζει» και επανεφευρίσκει ελαφρά τη καρδία ολοένα και περισσότερες «κανονικότητες»…

Το παιδαγωγικό-ιεραποστολικό πρόταγμα

Το υβριδικό μόρφωμα που αποκαλείται λοιπόν «χριστιανός επιστήμων» επιχειρεί να συνδυάσει την θρησκευτική του πίστη με μια έτερη, πανίσχυρη εγκοσμίως, «πίστη» που γεννήθηκε και στη συνέχεια πορεύτηκε με θεμελιώδη στόχο ακριβώς να ξεριζώσει την πρώτη. Διότι εδώ και δυο τουλάχιστον αιώνες, από τότε δηλαδή που γενικεύτηκε παγκοσμίως η δημόσια εκπαίδευση, όλοι μας εκπαιδευόμαστε σε ένα σύστημα που πριμοδοτεί κατ΄ αποκλειστικότητα την επιστημονική «πίστη», τον επιστημονικό δηλαδή μύθο της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω σε μια φύση παθητική, αλλά και διαρκώς ανυπότακτη. Το δυτικό υποκείμενο, με τον εξουσιαστικό φαλλογοκεντρισμό του (J. Derrida), επιτίθεται διαρκώς στη θηλυκή και ανυπεράσπιστη αυτή φύση, ανακρίνοντάς την βιαίως και ανηλεώς με σκοπό να αποκαλύψει τα μυστικά της αλλά και για «να τη νουθετήσει λογικά», όπως θα τονίσει ο Μ. Heidegger. Δεν είναι τυχαίο που ο Max Weber θα ονομάσει τη Νεωτερικότητα εποχή της «απομυστικοποίησης», της «απομάγευσης του κόσμου». Σε αυτό λοιπόν το παγκόσμιο, εκκοσμικευμένο σύστημα παιδείας προσπαθεί με αγωνία και φόβο να στριμωχτεί κυριολεκτικά η χριστιανική, αλλά και κάθε θρησκευτική, πίστη. Επιδιώκει να καταλάβει, τουλάχιστον, τη θέση ενός ανώδυνου «ηθικού ισοδύναμου» απέναντι στην αδιαπραγμάτευτη παγκυριαρχία του επιστημονισμού. Παλαιότερα αυτό συνέβαινε με κάποια, πύρρεια πάντως, επιτυχία, σήμερα όμως υφίσταται όλο και μεγαλύτερες αποτυχίες. Σύμφωνα με τον E. Voegelin, ήδη από το 17ο αιώνα η θρησκεία, την οποία θεωρεί ουσιαστικά ως «μια άσκηση πίστης», «παρουσιάζεται ως τίποτε περισσότερο από μια προσπάθεια – φανερά μάταιη – να ομοιάσει με τη βεβαιωμένη και αδιαμφισβήτητη γνώση», διολισθαίνοντας στον Γνωστικισμό. Αυτή η ιδιόμορφη συμβίωση εφαρμόζεται χαρακτηριστικά στα projects της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, η οποία επίσης προβάλλεται ως ένα «ηθικό ισοδύναμο» για την αθώωση ουσιαστικά της υπερ-πειραματικότητας των φυσικών επιστημών. Ο λόγος είναι ότι δεν αμφισβητεί ποτέ, αλλά αντίθετα εξαγιάζει την ανακριτική νοοτροπία των επιστημόνων απέναντι στη φύση (Σ. Κυριαζόπουλος), το εκχερσωτικό τους πάθος, μια νοοτροπία που μας έχει φέρει πλέον σε μια ανεπίστροφη περιβαλλοντική και όχι μόνο καταστροφή.
Μια άμεση επίπτωση της παντοκρατορίας αυτού του επιστημονιστικού πνεύματος θα τη συναντήσουμε στην περίπτωση του κάθε νέου ανθρώπου, ο οποίος με ταλέντο, όρεξη και εργατικότητα, γεμάτος όνειρα για το μέλλον του, στραμμένα όμως όχι στις ανθρωπιστικές αλλά αποκλειστικά στις τεχνολογικές επιστήμες και στις εφαρμογές τους (τυχαίο;), γίνεται εξαιρετική λεία στα χέρια των σύγχρονων, παγκόσμιων κυνηγών εγκεφάλων. Η σημερινή υπερβάλλουσα, ναρκισσιστική και πουριτανική ρητορική περί Αριστείας και «κορυφαίων επιστημόνων που φροντίζουν για το καλό μας» (συνοδά με τον θρήνο για το brain-drain…), εξυπηρετεί ακριβώς αυτή την επιμελημένη κοινωνική και παιδαγωγική μηχανική της θήρας ανυποψίαστων μεν, αλλά ευφυών και εργατικών εγκεφάλων, υπάκουων υπηρετών ενός οικουμενικού τεχνολογισμού, που αποκαλούνται μάλιστα στην κωδική νεόγλωσσα «ανθρώπινο δυναμικό».
Εκμαυλίζοντας το νέο αυτόν άνθρωπο με υποσχέσεις υπέρτατης δόξας και πλούσιων οικονομικών απολαβών, βαυκαλίζοντάς τον επιπλέον ότι με τον τρόπο αυτό θα «υπηρετήσει» επαξίως την ανθρωπότητα, η ρητορική αυτή τον προορίζει για να σφηνωθεί ακόμη περισσότερο σε αυτό το απόλυτα επιστημονικο-γόνο σύμπαν με την ίδια του μάλιστα τη θέληση. Με τον τρόπο αυτό θα βαθύνει, με το ζήλο και τον ιδρώτα του, ακόμη περισσότερο την εξουσιαστικότητα αυτού του σύμπαντος, θα εγκλωβίσει τους πάντες και τα πάντα στην κυρίαρχη λογική του, και, ακόμη χειρότερα, θα αποικίσει το ασυνείδητό τους. Αυτή μάλιστα η αποίκηση του ατομικού και συλλογικού ασυνειδήτου από τον επιστημονισμό είναι η πλέον επικίνδυνη, για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας, εξέλιξη. Ο Marshall McLuhan θα επισημάνει ότι «τα φαινόμενα της τεχνολογίας δεν γίνονται ορατά στο επίπεδο των γνωμών και των εννοιών, αλλά αλλάζουν συνεχώς και ασύνειδα τις αισθητές σχέσεις και τα πρότυπα αντίληψης». Πρόκειται για έναν ισχυρό παιδαγωγικο-ιεραποστολικό ελκυσμό, που αποτελεί τη σημαντικότερη πολεμική πράξη εναντίον του ίδιου του ανθρώπου, καταλήγοντας στον «απανθρωπισμό» του, όπως θα τον περιγράψει και ο F. Sherrard. Μήπως όμως δεν είναι φανερή πλέον η ιλιγγιώδης πορεία προς τον μετα-ανθρωπισμό (posthumanism), τη δημιουργία δηλαδή πολλών σφριγηλών, ακατάβλητων, ρομποτικών, μετα-ανθρώπινων «αλλοτήτων»; Και δεν εμφανίστηκαν ήδη οι οργανικοί του διανοούμενοι, ινστρούχτουρες μιας ολοκαίνουργιας, «αθάνατης» ανθρωπότητας, να γυροφέρνουν στα ΜΜΕ;
Απέναντι σε αυτόν το ζοφερό, οικουμενικά τεχνολογικό εγκλεισμό, τι θα μπορούσε να αποτελεί μια βιώσιμη διαφυγή, μια στοχαστική λοξοδρόμηση; Θεωρώ ότι είναι δυνατόν να υπάρξει ένας τέταρτος δρόμος, ο οποίος θα συνδύαζε τη σπουδή με την επίγνωση. Από τη μια μεριά λοιπόν σπουδή εξαντλητική, σπουδή δυναμική, σπουδή προσευχητική της κοσμικής επιστήμης και όχι μόνο των ευεργετικών, που μας εκτυφλώνουν, αλλά κυρίως των τρομοκρατικών συνεπειών της (που δεν είναι απλώς παράπλευρα στίγματα ενός εσαεί αμόλυντου προσώπου!). Μια σπουδή των δεδομένων αλλά και των ενδεχομένων, σπουδή παρελθοντική, παροντική, μελλοντική αλλά και εσχατολογική. Κι από την άλλη, επίγνωση των βαθύτερων, εσωτερικών προδιαγραφών της, δηλαδή της επιστημολογίας, της ψυχολογίας, της κοινωνιολογίας, της πολιτικής και της φιλοσοφίας της επιστήμης, επίγνωση των ιστορικών αλλά και των πνευματικών της ορίων και προϋποθέσεων. Όπως θα προτείνει και ο Latour, «το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποκτήσουμε οξεία επίγνωση του δεσμού ανάμεσα στη θεολογία, την επιστήμη και την πολιτική…». Κι αυτή μόνο η οξεία επίγνωση είναι ίσως ικανή «έξω να βάλει τον φόβον», μάλλον τη φοβία που συχνά κατέχει τους «χριστιανούς επιστήμονες» πώς θα τους στοχοποιήσουν οι επιστημονικομανείς σήμερα εξουσιαστές και χρηματοδότες και θα χάσουν, το λιγότερο, το prestige τους.
Επιπλέον, απαιτείται βαθιά σπουδή αυτών που παράδοξα γέννησαν στο δυτικό μας κόσμο εδώ και τρεις αιώνες την εξαιρετική μανία αλλά και λατρεία/λαγνεία της αδυσώπητης πλέον καινοθηρίας, την νιτσεϊκή θέληση για δύναμη, την αδιαπραγμάτευτη εκζήτηση της Αριστείας, όχι ως πνευματικής μύησης, αλλά ως βιομηχανικής παραγωγής εξογκωμένων και πλήρως ανταγωνιστικών εγκεφάλων, συχνά χωρίς ψυχή. Τέλος, ζητείται επίγνωση αυτής της βαθύτατης, καθόλου πλέον υποκρυπτόμενης, λαχτάρας των επιστημόνων για μια ιλιγγιώδη επίσπευση του μέλλοντος, για μια εντελή τεχνολογική διόρθωση της «ατελούς» δημιουργίας του Θεού…
«Μεταξύ της λατρείας και του αναθέματος επιλέγουμε λοιπόν τη λυτρωτική αμφιβολία» (Pascal Bruckner). Μια τέτοια πνευματική σπουδή της επιστήμης θα μπορούσε να θέσει υπό δριμεία αμφισβήτηση τον, συχνά σήμερα απαντώμενο, αυτισμό πολλών επιστημόνων και την ηθική και κοινωνική υπνοπαιδεία τους. Αυτοί οι άνθρωποι με ταλέντο, βεβαίως, ευφυΐα, όρεξη και εργατικότητα, αλλά απόλυτα απορροφημένοι στην εργαστηριακή τους μελέτη, είναι συχνά «έγκλειστοι του επιστημονικού σπηλαίου», κατά τον Καστοριάδη. Από την άλλη μεριά, αυτή η διπλή, εντατική και εκτατική, σπουδή της επιστήμης θα επέτρεπε, στους χριστιανούς τουλάχιστον επιστήμονες, να είναι «έτοιμοι από καιρό» για την κρίσιμη εκείνη στιγμή που θα τους καλέσει ο Θεός αλλά και η Ιστορία να αποδώσουν το καβαφικό «Μεγάλο Ναι ή το Μεγάλο Όχι» στο δικό τους μικροϊστορικό, λ.χ. εργαστηριακό περιβάλλον, υπερασπιζόμενοι και διασφαλίζοντας, όσον εξαρτάται από αυτούς, την ακατάβλητη ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου. Μήπως άραγε αυτή η στιγμή πλησιάζει;

Επιμύθιο

«Eδώ και πέντε αιώνες η Ευρώπη βρίσκεται σε μια διαρκή ανησυχία» (Max Weber). Σε αυτόν τον διαχρονικά ανειρήνευτο κόσμο οι «χριστιανοί επιστήμονες» καλούνται να δώσουν μαρτυρία όχι μόνο μιας προσωπικής αρετής (αυτό δεν είναι ίσως και το δυσκολότερο και βεβαίως απαιτείται σε όλους τους ανθρώπους), αλλά και εκείνης της τολμηρής, ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά, επιφύλαξης και αντίστιξης απέναντι στη soft, διεθνή επιστημονική προπαγάνδα της «αλτρουιστικής» υπηρεσίας στον ανθρωπισμό. Καλούνται να γίνουν ενδελεχείς μελετητές των ποικίλων καταγωγών και αναγωγών της, στοχαστικοί διάκονοι ενός θεανθρωπισμού και όχι ενός παν-επιστημονισμού, εντελώς πνευματικά ενήμεροι και για το αδιέξοδο του προσωπικού τους ναρκισσισμού που καλλιεργείται και μέσω της επιστήμης, έτοιμοι, τέλος, να υποβληθούν ακόμη και σε μια «δίαιτα της ευφυΐας τους» (P. Aubenque), όταν ο στόχος προοιωνίζεται καταστρεπτικός κι ας έχει περιβληθεί το ένδυμα του προβάτου. Καλούνται λοιπόν να καλλιεργήσουν μια «ευρετική του φόβου» και μια «αρχή της αβεβαιότητας» απέναντι στον ανεξέλεγκτο επιστημονικό πληθωρισμό (Η. Jonas), μια «σοφία των ορίων» (J. Salomon), η οποία θα μας επιτρέψει να ελέγξουμε «το μυστικισμό του ορθολογισμού», προσδίδοντας «γενναιότητα στη σύνεση», ηρωισμό στην επιβράδυνση.
«Ακόμη και αν τα επιχειρήματα των αισιόδοξων και των απαισιόδοξων τελικά εξισορροπούνται, η προφητεία που προοιωνίζεται την κακή έκβαση πρέπει να ληφθεί πιο σοβαρά υπόψη από εκείνη που προβλέπει αίσιο τέλος. Χρειαζόμαστε, θα μπορούσε να πει κανείς, μια συστηματική πεσιμιστική ηθική, ώστε αν πρόκειται να σφάλουμε αυτό να συμβεί μόνο εξαιτίας της επιφύλαξής μας» (H. Jonas). Να τι θα μπορούσε ίσως να περιλαμβάνει σήμερα, αλλά και αύριο, ένας επαρκέστερος ορισμός του «χριστιανού επιστήμονα». Διότι είναι αυτός που θα πρέπει, τουλάχιστον βαθιά εντός του, να αποφασίσει: είναι εντέλει επιστήμων ως χριστιανός ή απλώς χριστιανός ως επιστήμων; Όταν ακόμη και οι αδιάφοροι θρησκευτικά οικολόγοι αγωνίζονται, και κάποτε κυριολεκτικά μαρτυρούν, για την περιβαλλοντική μιζέρια αυτού του κόσμου, οι «χριστιανοί επιστήμονες» γιατί επιλέγουν τον ταπεινόσχημο, «αξιοπρεπή» συμβιβασμό-συγχρωτισμό με τον εκάστοτε ηγεμονικό λόγο, όπως πολύ συχνά βλέπουμε να συμβαίνει; Τι άραγε φοβούνται;
Κλείνοντας πρόσκαιρα αυτό το πολυπλόκαμο όντως ζήτημα, ας προσθέσουμε την προτροπή του Latour να αναμείξουμε «την εσχατολογία με την οικολογία», για «να γίνουμε επιτέλους …ορθολογικοί» (!) Και ας λάβουμε υπόψη τις επισημάνσεις του P. Virilio, που θα συνοψίσει με ενάργεια όλη αυτή την προβληματική: «Όχι άλλες ψευδαισθήσεις από την τεχνολογία… Οι εφευρέσεις, τα δημιουργήματα των επιστημόνων είναι αινίγματα που επεκτείνουν το πεδίο του αγνώστου, διευρύνουν κατά κάποιον τρόπο το άγνωστο… Η επιστήμη αναπτύσσει ό,τι δεν είναι ορθολογικό… Το πρόβλημα είναι το εξής: η τεχνολογία είναι αίνιγμα. Άρα, ας μελετήσουμε το αίνιγμα, όχι μόνο την τεχνολογία…».

 

* Αναπλ. καθηγητής, Παν. Θεσσαλίας.

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, Νίκου Κρυωνίδη: “Τα ζώα”, 1997 (κατασκευή).

5 Σχόλια

  1. Το άρθρο σας κ. Σμυρναίε είναι μεροληπτικό εναντίον της επιστημονικής γνώσης, παραπλανητικό, επιφανειακό παρά την ρητορική του επένδυση, και κοινότυπο.

    Στυλιανός Αντωναράκης

  2. Σας ευχαριστώ πολύ κ. Αντωναράκη για την …μεροληπτική αντιμετώπιση από μέρους σας ενός άρθρου που αποκρούει ακριβώς την ηγεμονική μεροληπτικότητα, την κοινοτοπία και την επιφανειακότητα του σύγχρονου επιστημονισμού…
    Α. Σμυρναίος

  3. Μπράβο κύριε Σμυρναίε. Ισως ο ευαγγελικός Λόγος καταφέρει να καθησυχάσει (ειρηνεύσει) τις νεωτερικές ανησυχίες μιας λογικής που αυτοαναιρείται καθώς ανακυκλώνεται. (θεώρημα μη πληρότητας του Γκέτελ). Συμπληρωματικά να αναφέρω τον θάνατο του νεωτερικού ντετερμινισμού (θεωρία των κβάντων), τον σύγχρονο προβληματισμό της συνείδησης (με την έλευση των κβαντικών υπολογιστών, το απειρόβαθο πηγάδι δυναμικού, την αναδιατύπωση των ορισμών της πληροφορίας) και τόσα άλλα θέματα για τα οποία ο κος Αντωναράκης παρά την κριτική του δεν φαίνεται να έχει θέση (ούτε οντολογική ούτε επιστημολογική) για το είδος της επιστήμης που αυτό το άρθρο ‘ξεσκεπάζει’.
    Χρήσιμο να τα θυμόμαστε όλα αυτά. Συμπληρωματικά θα έλεγα είναι άραγε η έννοια του χρόνου, δημιούργημα της συνείδησης που έχασε την επαφή της με την αιωνιότητα, ή αποτέλεσμα απομνημόνευσης γεγονότων σχετικής ή αμφισβητούμενης αξίας στην προσπάθεια στήριξης στο όντως πραγματικό; Στέλνοντας αντιφωνικά μηνύματα στο μπουκάλι πειραματίζομαι για το πόσο είναι εφικτό να φθάσουν στην απέναντι ακτή.

  4. Ο Χριστιανός επιστήμων, και ιδίως ο Ορθόδοξος, συνδιαλέγεται με ολόκληρο το Σύμπαν. Η νεωτερική επιστήμη ασχολείται με ένα μέρος του μόνο, το οποίο με περισσή αλαζονεία το ταυτίζει με το όλο. Είναι γνωστή, άλλωστε, η ρύση του Laplace: «Ο Θεός δεν μου χρειάσθηκε». Έτσι, είτε απορρίπτει τελείως το Θείο, είτε προσπαθεί να κατασκευάσει μια λογική εικόνα του Θεού. Οποιαδήποτε τέτοια επιστημονική προσπάθεια σχηματισμού μιας λογικής εικόνας του Θείου είναι ελλιπής, διότι στερείται της αλήθειας της Αγίας Γραφής. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο λόγοι για αυτό: Ο πρώτος είναι η μη βιωματική και μη υποστατική φύση της, που θέτει εν αμφιβόλω τους ρεαλιστικούς της ισχυρισμούς. Δεύτερον η επιστήμη διατυπώνει τις προτάσεις της χρησιμοποιώντας ως κύριο εργαλείο λογικές προτάσεις και κατηγορίες. Αυτές, επεξεργασμένες φιλοσοφικά, μπορούν να προσεγγίσουν το Θείο με όρους που εισάγονται από τον πεπερασμένο φυσικό κόσμο. Έτσι η επιστήμη, με το λούστρο της φιλοσοφίας, προσφέρει ένα σύνολο καταφατικών προτάσεων για τα χαρακτηριστικά του Θεού, όπως αυτά συνδέονται με τον κόσμο στον οποίον ζούμε. Και εδώ προκύπτει ένα σοβαρό ερώτημα: αυτή η αλυσίδα συλλογισμών, που ανεβαίνει από τον κόσμο στο Θεό, μας οδηγεί στην γνώση του όντως υπαρκτού Όντος ή, μήπως, δημιουργεί ένα διανοητικό ιδεώδες σχετικά με το τι θα πρέπει να αναζητηθεί ως Θεός; Εδώ αποκαλύπτονται τα μειονεκτήματα αυτής της λογικής προσέγγισης του Θείου. Όλες οι ιδιότητες που αποδίδονται στο Θεό κατασκευάζονται σε σχέση με όψεις αυτού του Κόσμου. Με άλλα λόγια καθορίζονται από κάτι εκτός του Θεού.
    Αντίθετα, ο Χριστιανός επιστήμων ερευνά και το σύνολο των αισθητών και το σύνολο των υπεραισθητών, η ένωση των οποίων αποτελεί το Σύμπαν. Γνωρίζει ότι λογική των συλλογισμών μπορεί να μας οδηγήσει, ίσως, προς την ύπαρξη του Θεού, αλλά ποτέ δεν θα καταφέρει να μας βεβαιώσει για οτιδήποτε σχετικά με το τι είναι ο ίδιος ο Θεός. Έχει σχέση με το Θεό, αλλά αυτή η σχέση δεν του επιτρέπει να διαπεράσει το μυστήριο του Θεού, χρησιμοποιώντας μόνο τη διάνοια. Αυτή είναι η βασική θέση του αποφατισμού της Ορθόδοξης Θεολογίας, η αληθινά μυστικιστική φύση της. Έτσι ο Χριστιανός επιστήμων, όντας πρώτα Χριστιανός και κατόπιν επιστήμων, δεν έχει σαν αποκλειστικό σκοπό του την έρευνα του κόσμου, αλλά την ένωσή του με το Θεό μέσω του Ιησού Χριστού. Η διαμεσολάβηση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης μπορεί να βασιστεί στην ενότητα του οντολογικού τους πεδίου, η οποία είναι αναμενόμενη για κάποιον που πιστεύει στην ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού. Η κοσμική λειτουργία της ανθρώπινης δραστηριότητας, επομένως, συμπίπτει με την ενατένιση της αποκάλυψης του Λόγου του Θεού, δια του οποίου δημιουργήθηκε ο κόσμος και συγκροτείται υποστατικά. Η επιστήμη και η θεολογία στην Ορθόδοξη προσέγγιση ποτέ δεν ήταν μόνον ακαδημαϊκοί κλάδοι, αποσπασμένοι από την ζωντανή εμπειρία του Θεού, τόσο στην προσωπική λατρεία όσο και στη λειτουργική ζωή των εκκλησιαστικών κοινοτήτων. Είναι παρόμοιες με την έννοια ότι και οι δύο είναι υπαρκτικές δραστηριότητες των ανθρώπινων πλασμάτων στην κοινωνία τους με το Θεό.

  5. Το κείμενο βλέπει την πραγματικότητα από τη δυτική σκοπιά. Θα μπορούσε να είναι διδακτορική διατριβή το θέμα το οποίο είναι ενδιαφέρον μολαταύτα.

    Καταρχήν αυτά τα προβλήματα εμφανίστηκαν στην δυτικήν σκέψιν όπως μετά το 1700 χρειάστηκε και εμφανίστηκε η ψυχολογία, ο ηθικισμός κτλ. Όλα αυτά για να τους βγάλουν από το αδιέξοδο της θεολογίας που πιστεύουν. Το θέμα είναι μακρύ αλλά περιληπτικά θίγεται εδώ πέρα.

    Οπότε τον Θεόν τον ερμήνεψαν με το λεγόμενο σχολαστικισμό όπως έκαναν και με την φύσιν γύρω τους. Ο σχολαστικισμός προέκυψε ως ανάγκη να βγουν οι φράγκοι και οι αγγλοσάξονες από την άγνοια και την παρακμή του μεσαίωνα, να ζήσουν σε καλύτερες συνθήκες, βλέποντας και φθονώντας το ανατολικό παράδειγμα της ρωμαικής αυτοκρατορίας.

    Ενώ λοιπόν ο σχολαστικισμός στην εφαρμογή στη φύσιν είχε θαυμαστά αποτελέσματα με την πρόοδον της επιστήμης, στη θεολογία ήταν καταστροφικό. Γιατί στην εκκλησία κάποια θέματα κυρίως δογματικά είναι ανερμήνευτα και υπόκεινται μόνο στην προσωπικήν Αποκάλυψιν και ανακάλυψιν.

    Αυτά τα αδιέξοδα γέννησαν την ψυχολογία κτλ. η οποία είναι χρήσιμη ως επιστήμη αλλά δεν αποτελεί λύσιν για τον άνθρωπον, απλά μια επιφανειακήν ανακούφισιν.

    Με λίγα λόγια για τους ρωμιούς, δεν εμφανίστηκαν ποτέ τέτοια προβλήματα απλά εισήχθηκαν έξωθεν στο βαθμό της απιστίας του νεοέλληνα. Η επιστήμη θα θεολογικοποιηθεί σε λίγα χρόνια και οι περισσότεροι επιστήμονες θα είναι χριστιανοί.

    Φραγκίσκος
    Δρ. Μηχανικός

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here