Ο πρώτος πολέμιος της θανατικής ποινής

1
1425

Στη ρομαντική νουβέλα του με τον τίτλο Η τελευταία ημέρα ενός θανατοποινίτη (1829), ο Γάλλος ποιητής και πεζογράφος Victor Hugo (1802-1885), αφηγείται τις τελευταίες εμπειρίες ενός κατάδικου που πρόκειται να εκτελεστεί, προσφέροντας με αυτόν τον τρόπο μια μαχητική έκκληση για την κατάργηση της θανατικής ποινής στη Γαλλία. Οι σκληροί αξιωματικοί, οι αλυσοδεμένοι κακούργοι, τα παιδιά που κρυώνουν στους δρόμους, η άσπλαχνη αριστοκρατία και ο δήμιος με τη γκιλοτίνα είναι οι εικόνες που διακρίνονται μέσα από τις παραστατικές περιγραφές του. Ο ανώνυμος ήρωας, έχει διαπράξει ένα φόνο και πρόκειται να εκτελεστεί σε έξι εβδομάδες. Καθ’ όλο εκείνο το διάστημα, όσο διαμαρτύρεται απέναντι στην απάνθρωπη κοινωνία που τον καταδίκασε, αγωνίζεται παράλληλα να εκφράσει τα συναισθήματά του, για να βρει τη λύτρωση από την απέραντη μοναξιά που τον διακατέχει. Όσο και αν προσπαθεί όμως, ούτε η ίδια του η κόρη δε μπορεί να τον παρηγορήσει συμμεριζόμενη την επιθανάτια αγωνία του. Η αφήγηση του Hugο γίνεται με συναισθηματισμό και προκαλεί συμπόνια για τον ήρωα και αγανάκτηση για την άδικη και σκληρή κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Παρά το ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που γράφτηκε κατά τον 19ο αιώνα, καταπιάνεται με ζητήματα που ακόμη μας απασχολούν ευρύτερα: πρόκειται για το θέμα της θανατικής ποινής, καθώς και τον βαθμό υπευθυνότητας μιας κοινωνίας στη διάπραξη ενός εγκλήματος. Η πρόσφατη απεργία πείνας και δίψας του γνωστού ακροαριστερού τρομοκράτη και κρατουμένου στις ελληνικές φυλακές, Δημήτρη Κουφοντίνα, προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημά του για μεταφορά στις φυλακές Κορυδαλλού, πυροδότησε εκ νέου τον διάλογο σχετικά με το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένα κράτους Δικαίου στους εγκληματίες που βρίσκονται μέσα στα σωφρονιστικά ιδρύματά του. Χρησιμοποιήθηκε το επιχείρημα ότι ένα κράτος Δικαίου δεν εκδικείται και, μεταξύ άλλων, τέθηκε προς συζήτηση και το θέμα της θανατικής ποινής. Όλα αυτά είναι στενά συνδεδεμένα με τον νομικό πολιτισμό της Δύσης, βάση του οποίου αποτελεί η πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη απονέμεται με σκοπό αφενός τον σωφρονισμό του εγκληματούντος και αφετέρου την προστασία των υπόλοιπων μελών της κοινωνίας. Προκειμένου να θυμηθούμε την προέλευση των παραπάνω εννοιών, και ξεφεύγοντας από το στενό πλαίσιο της ελληνικής επικαιρότητας, αξίζει να φέρουμε ξανά στον νου μας τον Ιταλό εγκληματολόγο και φιλόσοφο του Δικαίου, Cesare Beccaria (1738-1794). Πρόκειται ίσως για τον πρώτο υποστηρικτή της κατάργησης της ποινής του θανάτου στον κόσμο. Μέχρι σήμερα, η μονογραφία του Beccaria Περί εγκλημάτων και ποινών (Dei delitti e delle pene, 1764) έχει επηρεάσει καίρια την απονομή της δικαιοσύνης σε ολόκληρο το Δυτικό κόσμο. Ο συγγραφέας της, από τους πιο καλλιεργημένους ανθρώπους της εποχής του, με σπουδές στο κολέγιο των Ιησουιτών και στο πανεπιστήμιο της Παβίας, υπήρξε φλογερός μεταρρυθμιστής που επιθυμεί να διαφωτίσει τους συνανθρώπους του και να μεταβάλλει τον κόσμο προς το καλύτερο. Βασισμένος στην παράδοση των Hobbes, Rousseau και Montesquieu, o Beccaria υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη κοινωνία θεμελιώνεται σε ένα συμβόλαιο: είναι μια συνάθροιση έλλογων όντων με σκοπό πρώτα την ασφάλεια και έπειτα την ευδαιμονία τους. Κατά συνέπεια, ως έγκλημα μπορεί να οριστεί κάθε πράξη που διαρρηγνύει αυτή τη συνάθροιση. Κάθε ποινή λοιπόν έχει ως στόχο της το σωφρονισμό του εγκληματία και τον παραδειγματισμό των υπολοίπων. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να διαθέτει τρία χαρακτηριστικά: βεβαιότητα, αμεσότητα και αναλογία (σε σχέση με το έγκλημα που την επέσυρε). Ο Βeccaria ισχυρίζεται μάλιστα ότι η θανατική ποινή πρέπει να καταργηθεί εντελώς, καθώς δίνει μονάχα μια πρόσκαιρη εντύπωση τιμωρίας του ενόχου, στην πραγματικότητα όμως δεν αποθαρρύνει τον επίδοξο εγκληματία, αλλά αντίθετα προσφέρει ένα κακό παράδειγμα σε ολόκληρη την κοινωνία, αφού το κράτος παρουσιάζεται να διαπράττει αυτό που απαγορεύει στους άλλους (φόνος). Παρόμοια άδικα είναι τα βασανιστήρια, αφού σε αυτή την περίπτωση δεν είναι ο ένοχος αλλά ο σωματικά αδύναμος αυτός που τιμωρείται. Η συλλογιστική προχωρά ως εξής: συνήθως όσο πιο σκληρός και πωρωμένος είναι ένας εγκληματίας, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αντοχή του στα βασανιστήρια. Οι αθώοι όμως είναι ίσως πιο αδύναμοι στο να τα αντέξουν, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όταν γίνονται βασανιστήρια σε κάποιον, είναι πιο πιθανό να παραδεχτεί κάτι που δεν έκανε, για να σταματήσει το βασανιστήριό του, παρά να  ομολογήσει ένας ένοχος. Ο Beccaria οραματίζεται ένα σύστημα απονομής της δικαιοσύνης που θα είναι απρόσωπο και απαλλαγμένο από τους πιθανούς υποκειμενισμούς των εκάστοτε νομοθετών και δικαστών. Είναι προτιμότερη, λέει, μια πιθανή αδικία από την υπερβολική προσήλωση στο γράμμα του νόμου, παρά λόγω της προσωποληψίας ενός δικαστή. Ο ίδιος κατασκευάζει μια τυπολογία των εγκλημάτων ανάλογα με την αυστηρότητα των ποινών που θα έπρεπε να επισύρουν: πρώτα είναι τα «εγκλήματα καθοσίωσης», όπως τα ονομάζει, που δυναμιτίζουν τα θεμέλια του κοινωνικού ιστού και γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη μέγιστη αυστηρότητα, έπειτα τα εγκλήματα απέναντι στη γενικότερη ασφάλεια των πολιτών, και τέλος, εκείνα που συγκρούονται με ορισμένες νομικές υποχρεώσεις. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Beccaria:

«Θέλετε να αποτρέψετε τα εγκλήματα; Τότε αφήστε τη γνώση να συντροφεύσει την ελευθερία. Τα δεινά που προκαλεί η γνώση εξασθενούν όσο η τελευταία εξαπλώνεται, ενώ τα αγαθά αυξάνονται ανάλογα με αυτήν».

Σύμφωνα με τον ίδιο, προκειμένου να είναι δίκαιο ένα σύστημα, οφείλει να έχει αποτρέψει επαρκώς ένα έγκλημα πριν καν χρειαστεί να θεσπίσει κάποια ποινή για την τέλεσή του. Ο Beccaria γράφει πως για να πετύχει μια ποινή τον στόχο της, πρέπει ως τιμωρία να υπερβαίνει το συγκεκριμένο όφελος που ο εγκληματίας αποκόμισε με το έγκλημά του. Δεν είναι αναγκαίο να είναι υπερβολικά σκληρή, αφού κατά κανόνα όσο σκληρότερες είναι οι ποινές, τόσο σκληρότεροι γίνονται οι άνθρωποι που τις υφίστανται. Επικριτικός προς την πατριαρχική και αριστοκρατική δομή των κοινωνιών του 18ου αιώνα, υποστηρίζει την ισονομία των πολιτών και τον διαχωρισμό των εγκλημάτων σε σχέση με τα αμαρτήματα (που ανήκουν ξεκάθαρα στον χώρο της θρησκείας). Όπως στην ιατρική, έτσι και στη νομική η πρόληψη είναι σημαντικότερη από τη θεραπεία. Συγκεκριμένα, η Πολιτεία οφείλει να προσφέρει αμοιβές για τις ενάρετες πράξεις των πολιτών της και να τους εκπαιδεύει ως έλλογα και ελεύθερα όντα, με βάση την εμιλιακή (δηλ. από το περίφημο μυθιστόρημα Émile) παιδαγωγική του Rousseau. Ωστόσο, η ίδια η ιστορία της ανθρωπότητας, που μέχρι τώρα δεν παύει να είναι ένα χάος σκληρότητας και παραλογισμού, μας δείχνει ότι είναι αδύνατη η πρόληψη όλων των πιθανών εγκλημάτων χωρίς την καταστρατήγηση της ελευθερίας των πολιτών. Παρά την ωφελιμιστική/συνεπειοκρατική του προσέγγιση, ο Beccaria προλαβαίνει κατά κάποιον τρόπο ορισμένες ιδέες της (αυστηρά δεοντοκρατικής) ηθικής φιλοσοφίας του Kant  υποστηρίζοντας πως ο άνθρωπος είναι πρωτίστως ελεύθερος και γι’ αυτό δεν πρέπει να τον μεταχειρίζονται αποκλειστικά ως μέσο για κάποιο σκοπό. Συνοψίζοντας, όσο οι άνθρωποι ζουν μέσα στην πολιτισμένη κοινωνία, τόσο μαλακώνουν οι ψυχές τους και επομένως η αυστηρότητα των ποινών πρέπει να υφίσταται. Οι αρχές της πρόληψης (των εγκλημάτων), της ισότητας απέναντι στον νόμο και των δικονομικών εγγυήσεων υπέρ του κατηγορουμένου, που πρότεινε ο Beccaria, κατοχυρώθηκαν ως αδιαμφισβήτητες αρχές του Ποινικού Δικαίου και παραμένουν σε ισχύ, στα βασικά τους σημεία, μέχρι σήμερα. Όσον αφορά το θέμα της αναλογίας ποινής και εγκλήματος, θεωρείται ακόμη ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο έργο το να εντοπισθούν και να θεσπιστούν ακριβείς αντιστοιχίες μεταξύ εγκλημάτων και ποινών μέσα στην κοινωνία. Πάντως, το πρώτο κράτος στον κόσμο που κατήργησε τη θανατική ποινή, επηρεασμένο από τις ιδέες του Beccaria, ήταν το Μεγάλο Δουκάτο της Τοσκάνης το έτος 1797. Παράλληλα, το έργο του επηρέασε και τη λογοτεχνία, όπως μαρτυρεί και το προαναφερθέν έργο του Hugo, στον πρόλογο του οποίου γίνεται αναφορά στον Beccaria. Μέχρι σήμερα περίπου 32 χώρες στον κόσμο εφαρμόζουν κανονικά τη θανατική ποινή, ενώ περισσότερες από 152 την έχουν καταργήσει. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν εκτελούνται μέχρι και σήμερα πάνω από χίλια άτομα ετησίως, σε χώρες όπως η Κίνα ή το Ιράν.

1 σχόλιο

  1. Αγαπητε Κε Ζαχαρακη.
    Ο σκοπος της θανατικης ποινης,δεν ειναι να σωφρονισει τον εγκληματια,διοτι αυτος θα πεθανει. Αλλά να αποτελεσει παραδειγμα προς αποφυγη ή εστω μειωση ειδεχθων εγκληματων.
    Πώς βλεπετε εσεις το ανηκουστο γεγονος.ενας κατ`εξακολουθηση δολοφονος(11 θυματα),να παιρνει αδειες!! και να ζητα δικαιωματα περι καλυτερων συνθηκων κρατησης.Ναι,αυτα τα δικαιωματα που δεν εδωσε στα θυματα του.
    Επιτρεψτε μου το εξης παραδειγμα. Καθεστε σε ενα καφέ,οπου ενας εγκληματιας εχει σκοτωσει προσφιλες σας ατομο και ξαφνικα τον βλεπετε διπλα σας,να πινει καφέ και να σας χαμογελά ή ειρωνευεται. Πώς θα αισθανοσασαταν;
    Ο ιδιος ο Κυριος Ιησους ειχε πει. `Μαχαιραν εδωσες,μαχαιραν θα λαβεις`.
    Αφου οι ανθρωποι δεν εφαρμοζουν το `μην κανετε στους άλλους ο,τι δεν θελετε να σας κανουν`,δεν υπαρχει-σε ειδεχθη εγκληματα -αλλος τροπος.
    Ισως πειτε οτι πάλι γινονται εγκληματα και στις χωρες οπου υπαρχει θανατικη ποινη.
    Συμφωνω.Τι να κανουμε ομως.
    Υ.Γ. Για το θεμα της μονιμης οπλοφοριας, εχετε καποια γνωμη ή ο Χριστιανος θα πρεπει να σφαζεται.Μηπως ετσι θα εξασφαλισει καλυτερα τον στεφανον της αιωνιου ζωης;;;
    Σας ευχαριστω.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here