Ο παραγκωνισμός της ποίησης δεν είναι παρά μύθος

4
46

Kώστας Κουτσουρέλης
 
“Προς τι ποιητής σε μικρόψυχους καιρούς;” Ποιος δεν γνωρίζει τον περίφημο στίχο του Χαίλντερλιν; Ή εκείνον τον άλλο του Μπωντλαίρ, για τον αιθεροδρόμο ποιητή που όταν πατάει στη γη, τα γιγάντια φτερά του “τον δυσκολεύουν να βαδίζει”; Μεταξύ ποιητών, δεν πρέπει να υπάρχει στις μέρες μας πιο δημοφιλής δοξασία από το ότι η τέχνη τους ουδέποτε είχε απήχηση κοινωνική άξια λόγου. Ότι είναι αρχαιόθεν διωκόμενη και παραγκωνισμένη, προορισμένη να λαθροβιοί υπό συνθήκες αντίξοες. Και ότι μάλιστα αυτό δεν είναι μόνο αναπόφευκτο αλλά και καλό, αφού η ποίηση ωσάν “λουλούδι πείσμον και αναίτιο, ανθίζει περισσότερο και μοσχοβολάει όσο πιο πολύ μένει απότιστο και περιφρονημένο”… (Γ. Βαρβέρης)

Πόση σχέση έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Καμμία απολύτως! Είναι ειρωνικό αλλά ο 19ος αιώνας που γέννησε τον μύθο του poéte maudit, του “καταραμένου”, του απόβλητου ποιητή, είναι ο ίδιος αιώνας όπου η ακτινοβολία της ποίησης βρέθηκε στο αποκορύφωμά της. Είναι η εποχή των “εθνικών ποιητών”: απ’ άκρη σ’ άκρη της Ευρώπης, από τον Σολωμό του “Ύμνου” ώς τον Λαίννροτ της “Καλεβάλας”, η ποίηση εμπνέει κινήματα, επηρεάζει συνειδήσεις, διαπλάθει την ίδια τη λαϊκή γλώσσα. Είναι η εποχή όπου η ανάγνωση, η αποστήθιση, η απαγγελία ποιημάτων αποτελεί συνήθεια κάθε αστικής οικογένειας, μέσο διαπαιδαγώγησης, παιχνίδι συναναστροφής. Όπου οι ποιητικοί διαγωνισμοί εξάπτουν τα πνεύματα και αποτελούν γεγονότα πρώτης γραμμής. Όπου η έμμετρη σάτιρα είναι το πρώτο που διαβάζει κανείς ανοίγοντας την εφημερίδα. Όπου ένα και μόνο ποίημα, όπως το “Κοράκι” του Πόε, αρκεί για να κάνει διάσημο έναν ποιητή εν μιά νυκτί. 
 
Και είναι, βεβαίως, η εποχή της τεράστιας διάδοσης του ποιητικού βιβλίου. Από τον Μπάυρον ώς τον Πούσκιν, από τον Χάινε ώς τον Λονγκφέλλω, σ’ Ευρώπη και Αμερική, τα ποιητικά έργα κυκλοφορούν σε αριθμούς που συχνά τους φθονούν και οι πιο επιτυχημένοι μυθιστοριογράφοι. Τρεις εβδομάδες κυκλοφορίας των “Contemplations” έφτασαν στον Ουγκώ για να αγοράσει ιδιόκτητη οικία. Κι εδώ σ’ εμάς ο Αχιλλέας Παράσχος, λένε, όταν εξέδωσε τα Άπαντά του αποκόμισε 50.000 δρχ., ποσό μυθικό για την εποχή.
 
Στη θαυμάσια μελέτη του “Ρομαντικά χρόνια” ο Αλέξης Πολίτης έδειξε γλαφυρά πόσο εξέχουσα, πόσο μοναδική υπήρξε η θέση των ποιητών στην Ελλάδα της περιόδου 1830-1880. Το ενδιαφέρον τώρα είναι ότι η διαπίστωσή του εκείνη μέσες άκρες ισχύει και για το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Από το 1872 όταν ο Βαλαωρίτης προσφωνεί τον ανδριάντα του αοιδήμου Γρηγορίου Ε’ (“Μη λησμονείτε το σκοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!”) ώς τον Σικελιανό του 1943 που ξεπροβοδίζει για τελευταία φορά τον Κωστή Παλαμά (“Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!”), η αίγλη του ποιητή παραμένει σπουδαία. Αλλά και μετά τον Πόλεμο, με τη στροφή τους στον δημόσιο λόγο, τη διεθνή τους αναγνώριση, τη μελοποίηση του έργου τους, οι ποιητές της Γενιάς του 1930 καθώς και μερικοί από τους διαδόχους τους, αυτή την αίγλη θα την συντηρήσουν σε μεγάλο βαθμό. Ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1980 τουλάχιστον, η ποίηση στην Ελλάδα είναι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία το κυρίαρχο λογοτεχνικό είδος. 
 
Η κακοπάθεια των ποιητών, η κοινωνική τους τάχα περιθωριοποίηση, η εχθρική στάση του κοινού απέναντί τους αποτελεί ιστορικά έναν μύθο. Μύθο όμως αποτελεί και για έναν άλλο λόγο, που δεν έχει να κάνει με τον χρόνο και τα τεκμήριά του. Στο στόμα του Χαίλντερλιν, στο στόμα του Μπωντλαίρ, η εικόνα του ποιητή που δεν είναι του κόσμου τούτου, που ίπταται υπερήφανος στους αιθέρες, είναι μια εικόνα δύναμης, άμετρης φιλοδοξίας και, ας μη το κρύβουμε, οίησης. Είναι η εικόνα του προφήτη που βοά εν τη ερήμω, όντας κατά βάθος βέβαιος ότι αύριο κιόλας θα τον καλέσουν να ξαναπάρει τη θέση του στο κέντρο της Αγοράς. Στο στόμα των σημερινών ποιητών, αντίθετα, οι ίδιοι στίχοι δεν είναι παρά φύλλο συκής. Στην καλύτερη περίπτωση είναι μια πόζα μηχανική, κληρονομημένη από το παρελθόν. Στη χειρότερη, μια απόπειρα να κρύψουν πίσω από την υποτιθέμενη μοίρα της τέχνης τους τη δική τους αδυναμία να κρατήσουν την προσοχή του μεγάλου κοινού, τη δική τους αποτυχία και γύμνια.
 
 
 

4 Σχόλια

  1. Πιθανόν δεν έχετε άδικο κύριε Κουτσουρέλη. Μόνο να, μιλάτε τελειώνοντας το άρθρο σας για την αδυναμία των ποιητών να κρατήσουν την προσοχή του μεγάλου κοινού και ομολογώ μειδίασα. Δεν θα αναφερθώ γενικά αλλά στα καθ’ ημάς αν μου επιτρέπετε. Ποιο μεγάλο κοινό; Υπάρχει, υπήρχε ποτέ; Αντιπαρέρχομαι την εξαίρεση του Παράσχου που αναφέρετε, όπως και άλλων τινών μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού, έναντι των αντιθέτων περιπτώσεων με τεράστιους ποιητές μας που ακόμη και πολύ μετά θάνατον παρέμειναν άγνωστοι όχι απλώς στο ευρύ κοινό αλλά και στο ”στενότερο” δυστυχώς. Χρειάζεται να αναφέρω ονόματα; Μα ακόμη και τους Νομπελίστες μας, μεταξύ άλλων μεγάλων ή ”ελασσόνων” ποιητών (μεταχειρίζομαι το ”ελασσόνων” καταχρηστικά μιας και για μένα δεν υπάρχουν ”ελάσσονες” ποιητές παρά Ποιητές ή στιχοπλόκοι), το ευρύ κοινό τους γνώρισε μέσα από τις μελοποιήσεις και μάλιστα φοβούμαι ότι δεν γνώρισε αυτούς αλλά τους συνθέτες και τα ”τραγούδια” τους! Μάλλον λοιπόν η κατακλείδα σας γράφτηκε κάπως … βιαστικά.
    Φιλικά
    Δ.Νικηφόρου

  2. Ὁ παραγκωνισμός τῆς ποιητικῆς ἀγωγῆς δέν εἶναι μύθος. Ὁ ποιητής εἶναι « ὁ ἀπόβλητος ἀπό τίς ἀγορές τοῦ αἰώνος». Κάτι ἀκόμα: κάθε φυγή ἀπό τή σιγή τῆς αἴσθησης τοῦ Θεοῦ εἶναι ἔπαρση.

  3. Η ποίηση είναι ένα τρομερό δήθεν ως προς το κατεστημένο, ότι δηλαδή προσφέρουν ενώ δεν προσφέρουν τίποτε. Δεν υπάρχει ελπίδα για την Ελλάδα….
    Ν. Καρούζος, (1979)

  4. “ Εὐρώπη, Εὐρώπη δέν εἶσαι τίποτα ἄλλο εἶσαι μονάχα ἡ συνέχεια τοῦ Βαραββᾶ.» ΚΑΡΟΥΖΟΣ Νά λοιπόν πού οὔτε ἡ ποίηση οὔτε οἱ ποιητές μας εἶναι « δήθεν». Ἐλπίδα ὑπάρχει ἐκεῖ πού λειτουργεῖ ἡ συνείδηση. Θυμίζω δύο ἀκόμα στίχους. Τοῦ ΣΟΛΩΜΟΥ: «Το ἔθνος πρέπει νά μάθει νά θεωρεῖ ἐθνικό ὅ,τι εἶναι ἀληθές» καί τοῦ ΕΛΥΤΗ: «Σκυλοκοίτες καί νεκρόσιτοι καί ἐρεβομανείς κοπροκρατοῦν τό μέλλον». Μέ ἐμπιστοσύνη στό κομμάτι τῆς αἰωνιότητας πού ὁ Θεός ἐμπιστεύεται στον χρόνο μας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here