Ο κεφαλαιώδης ρόλος της μίμησης στο έργο του Ρενέ Ζιράρ

(αφιέρωμα στη μνήμη του)    

0
111

 Προκειμένου να ορίσουμε τη μίμηση γενικά, θα οικειοποιηθούμε τα πρόσφατα συμπεράσματα της Φυσικής επιστήμης σύμφωνα με τα οποία ο κόσμος μας είναι ενέργεια στις διάφορες μορφές της, αν και θα πρέπει συγχρόνως να αναγνωρίσουμε ότι σαφής ορισμός αυτού του φυσικού μεγέθους φαίνεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει[1]. Είναι λοιπόν η μίμηση μία μορφή ενέργειας −η ενέργεια εκδηλώνεται ως μίμηση− που κατέχουν τα έμβια όντα και γίνεται παρατηρήσιμη, όταν αυτά συνιστούν μεταξύ τους συνομαδώσεις· η επιστήμη της ηθολογίας την έχει μελετήσει στις κοινωνίες των ζώων και, όπως είναι φυσικό, εφόσον αυτή είναι μια δύναμη της ψυχής, η μελέτη της ανήκει στην αρμοδιότητα της ψυχολογίας. Θα παρουσιάσουμε την μίμηση με αφετηρία τη γενική της μορφή, ως αναπλαστική ικανότητα του εγκεφάλου, η οποία ταυτίζεται από τον Ζιράρ με την απομίμηση ενός προτύπου. 

Επίσης θα αποδεχθούμε ως αληθές το πόρισμα των βιολογικών επιστημών, σύμφωνα με το οποίο η διαδικασία ανθρωποποιήσεως, το τελευταίο στάδιο μιας χρονικής περιόδου κατά την οποία συντελέσθηκε η μετάβαση από την ζωώδη στην ανθρώπινη συνθήκη, συνοδεύεται από την αύξηση του εγκεφαλικού όγκου, που φαίνεται να επιτείνει την αναπλαστική λειτουργία του[2]. Θα πρέπει να φαντασθούμε την περίοδο στην οποία αναφερθήκαμε, να εκτείνεται σε ένα μήκος χρόνου απροσδιόριστα μακρό, κατά το οποίο ο εγκέφαλος του ανθρωποειδούς φορτίζεται με ένα πλήθος αναπλαστικών παρεμβολών συνεπεία της αυξημένης αναπλαστικής του δράσης, και ο συσσωρευμένος όγκος τους να διαφοροποιεί την υφή του από εκείνη του ζώου, στο οποίο κυριαρχούν απολύτως οι ορέξεις και τα ένστικτα. Ακριβώς αυτή η διαφοροποίηση προσλαμβάνει, όταν ολοκληρωθεί, τη μορφή της ανθρώπινης επιθυμίας, η οποία ως εκ του τρόπου κατασκευής της είναι μιμητική και καθόλου ιδιότυπη, όπως υποστηρίζεται από την Ρομαντική σχολή σκέψης. Από την ανωτέρω θεωρητική περιγραφή της επιθυμίας μπορούμε εύκολα να συναγάγουμε τα εξής: Η επιθυμία του υποκειμένου αφορά το αντικείμενο που νέμεται ο άλλος, ο οποίος, επειδή ακριβώς το νέμεται, του προσδίδει ιδιαίτερη αξία και κινεί το ενδιαφέρον του υποκειμένου να ιδιοποιηθεί το αντικείμενο∙ η επιθυμία προσλαμβάνει έτσι χαρακτήρα ιδιοποίησης, εξ ού και η μίμηση ιδιοποιήσεως που προκαλεί την διεκδίκηση του αντικειμένου και κατ’ ακολουθίαν, με τη διάχυση της αυτής επιθυμίας ή άλλης στους κοινωνικούς εταίρους, διαμόρφωση περιβάλλοντος συγκρουσιακής μίμησης, στο οποίο εμφανίζεται, ως από μηχανής θεός, ο γνωστός μας θυματικός μηχανισμός. Κοινωνικοί εταίροι είναι τα ομοιότυπα, όπως τα αποκαλεί ο Ρενέ Ζιράρ, τα παρακινούμενα από τον ίδιο μιμητικό οίστρο της ιδιοποίησης, άρα έχουν συμπεριφορές απολύτως συμμετρικές που εξωτερικεύουν τον παροξυσμό της αντιμαχίας του ψυχισμού τους. Ο Ζιράρ θα υποστηρίξει ότι αυτό το περιβάλλον της συγκρουσιακής μίμησης θα παρέξει στους μιμητικούς εταίρους την ευκαιρία να κοιτάζουν τον άλλο σαν ένα alter ego και περαιτέρω αυτή την εμπειρία τους να την εσωτερικεύουν, μια διαδικασία εγκαθίδρυσης του ομοιοτύπου εντός του εαυτού, η οποία αναδύεται σε επόμενο στάδιο, ως συναίσθηση και κατανόησή του. Μία πρόταση όπως η ανωτέρω είναι φυσικά μια ερμηνεία του φαινομένου της αυτοσυνείδησης, που μεγαλύνει την ανθρώπινη ύπαρξη − ανάμεσα σε άλλες οι οποίες έχουν προταθεί από σπουδαίους διανοητές[3]. Εκείνο όμως που ενδιαφέρει να κατανοήσουμε από τη συνοπτική παρουσίαση της σχέσης ενός εξωτερικού φαινομένου του θυματικού μηχανισμού με τη διαμόρφωση της ανθρώπινης ψυχής είναι ότι αυτή στο απώτατο βάθος της –το ομαδικό ασυνείδητο− δομείται από την μιμητική επιθυμία η οποία φαίνεται να κυριαρχείται, μεταξύ πλήθους άλλων μιμητικών παρεμβολών, από την προσκτητική μίμηση. Οι «αρχέτυπες», λοιπόν, εικόνες της ψυχής είναι το περιβάλλον της συγκρουσιακής μίμησης, δηλαδή σκηνές εχθρότητας που εκβάλλουν στην αλληλοκτόνο βία με αποκορύφωση τον αρχέγονο φόνο του εξιλαστηρίου θύματος. Είναι, κατά συνέπειαν, απολύτως κατανοητό γιατί η εχθρότητα αναβλύζει από την ανθρώπινη φύση, την οποία ο Clauzewitz έθεσε μεταξύ των πρωτογενών αισθημάτων της ψυχής που συντηρούν το πολεμικό φαινόμενο· το άλλο είναι ο φόβος, ένα συναίσθημα που συνοδεύει το ένστικτο της φυγής ενώπιον του επικρεμάμενου κινδύνου που απειλεί τον άνθρωπο[4]. Κατά ένα διαφορετικό τρόπο ο Λακάν, που ενώ αναγνωρίζει μέσα από την δική του ανάγνωση του Freud τη σπουδαιότητα της επιθυμίας-απόλαυσης στη δόμηση του υποκειμενικού πυρήνα, αυτήν την επιθυμία την αντιλαμβάνεται με έναν αόριστο τρόπο να συνιστά «ένστικτο ζωής, δηλαδή ζωής αθάνατης, ζωής απερίσταλτης, ζωής που δεν έχει ανάγκη από κανένα όργανο, ζωής απλοποιημένης και ακατάλυτης»[5], και να ριζώνει στη φαντασίωση «του εικονικού-φαντασιακού», μια λειτουργία που προϋποθέτει μια προϋπάρχουσα ύλη την οποία αναδημιουργεί με τον έτερο τρόπο του. Έχομε ήδη εξετάσει την επιθυμία και τη φύση της με θεωρητικό τρόπο, βάσει κάποιων υποθέσεων που η ισχύς τους ανάγεται στην αρχή της παρουσίας του ανθρώπου στη γη μας. Με ένα μεγάλο άλμα, κάποιων χιλιάδων ετών, θα επανέλθουμε στα καθ’ ημάς, για να εξετάσουμε πώς αντιλαμβάνεται την επιθυμία ο νεωτερικός κόσμος μας και περαιτέρω πώς αυτή εκδηλώνεται και συνεχίζει να τον εξουσιάζει.
Η επιθυμία στον νεωτερικό κόσμο. Όλοι επιθυμούμε και θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι με το πλήθος των αντικείμενων που ευρίσκονται στη διάθεσή μας, μια ανεξάντλητη εναλλαγή παρέχεται στις προτιμήσεις μας, η οποία μαζί με την κατεύθυνόμενη ικανοποίηση που μας παρέχει, συμβάλλει στη διόγκωση του άγχους μας. Ταυτόχρονα, ο κόσμος μας εμφανίζει μιαν αστείρευτη δημιουργικότητα, μιαν έκρηξη επινοητικότητας και νέωσης σε όλα ανεξαιρέτως τα πεδία της ανθρώπινης δράσης, την τέχνη, την πολιτική, τη σκέψη και, προπαντός, την επιστήμη και την τεχνολογία. Ο δικός μας πολιτισμός απέχει πολύ σε επιτεύγματα από τους παρελθόντες, ιδιαίτερα ο παρών κόσμος μας δίκαια  αισθάνεται να υπερέχει με τις ολοένα και μεγαλύτερες επιτυχίες του στην αφομοίωση άλλων παραδόσεων∙ όλοι φαίνονται να συμφωνούν, και εκείνοι που επικροτούν και θαυμάζουν αυτή την εξέλιξη, αλλά και εκείνοι που στέκονται απέναντί της, στο ότι αυτό οφείλεται στην «απελευθέρωση» της επιθυμίας. Να αναρωτηθούμε τι είδους είναι αυτή η «απελευθέρωση», μια έκφραση που έγινε του συρμού, και εν ονόματί της έχει επιβληθεί σχεδόν ολοκληρωτικού τύπου λογοκρισία σε κάθε ιδέα που της αντιστέκεται, χωρίς μάλιστα να απαιτούνται οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του παρελθόντος. Πρόκειται για χαλάρωση των πολιτιστικών δεσμών της κοινωνίας, που συγκροτούν το αξιακό της σύστημα, το απολύτως απαραίτητο προκειμένου να εξασφαλίσει την συνοχή και την αναγκαία τάξη για την εύρυθμη λειτουργία της. Απαγορεύσεις που έχουν τεθεί με τη μορφή θρησκευτικών κανόνων λοιδορούνται, ακόμη και η αποτρεπτική δικαιοδοτική ισχύς του δικαιικού συστήματος αμφισβητείται από τους θιασώτες της «απελευθέρωσης» και της προόδου. Αντίθετα, οι εχθροί της επιθυμίας κατατρύχονται από ένα μόνιμο αρχαϊσμό, έχοντας μονίμως στραμμένο το βλέμμα τους στο παρελθόν, σε μιαν ανύπαρκτη «χρυσή εποχή», και συνεχώς αισθάνονται απειλούμενοι από την προβλεπόμενη καταστροφή που θα επιφέρουν οι αρνήσεις των οσίων και ιερών του παρελθόντος. Οι αρχαϊστές, όπως ήδη έχουμε διαπιστώσει, φαίνεται να διαψεύδονται μακροπροθέσμως και υπάρχει ένα τουλάχιστον επιχείρημα θεολογικού περιεχομένου που αποκλείει την υποστροφή σε συστήματα πολιτιστικής δομής που έχουν δοκιμαστεί και, τουλάχιστον μερικώς, έχουν αποτύχει. Είναι γνωστοί πλέον οι λόγοι της αποτυχίας, τους έχει με σαφήνεια υποδείξει η θυσιαστική θεωρία, η οποία αποκάλυψε την σχέση όλων των απαγορεύσεων που τα διέπουν με την αρχέγονη θυσία· πρόκειται για τον τρόπο που εγκαθιδρύθηκε στην ανθρώπινη ψυχή η εχθρότητα που εκδηλώνεται με την κακοποιό βία.
 Είναι όμως η απελευθέρωση της επιθυμίας η λύση που οδηγεί στην άνθηση του ανθρώπινου δυναμικού, όπως αναμένουν οι υποστηρικτές της; Η εμπειρία, με όρους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς του προηγούμενου αιώνα μέχρι τις μέρες μας, που προκύπτει από τη γνώση της ιστορίας των Ευρωπαϊκών λαών, διδάσκει ότι ελάχιστα από αυτά που ανέμεναν οι επαναστάτες της «απελευθέρωσης» βρήκαν αίσια έκβαση, τα προβλήματα μάλιστα που απασχολούν τον σύγχρονο κόσμο μας όχι μόνο δεν βρήκαν λύσεις, αλλά απεναντίας έφτασαν σε κορυφώσεις παροξυσμού που εκδηλώθηκαν στους δύο παγκοσμίους πολέμους του εικοστού αιώνα. Αυτή η εξέλιξη δεν πρέπει κατ’ ουδένα τρόπο να μας ξενίζει, διότι τίποτε από τους αρχαίους καιρούς δεν έχει αλλάξει σε ό,τι τουλάχιστον αφορά την πορεία του κόσμου, η οποία εξακολουθεί να παραμένει θυσιαστική. Πριν όμως δώσουμε περισσότερες εξηγήσεις, είναι αναγκαίο νά αναφερθούμε στο πώς εκδηλώνεται η επιθυμία στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων του νεωτερικού κόσμου μας. Αυτή λοιπόν εκδηλώνεται μέσω των σχέσεων που συνάπτονται από τρείς εταίρους, χωρίς κατ’ ανάγκην ο ένας από αυτούς να είναι υλικά παρών· ο αριθμός τρία παραπέμπει και στο τρίγωνο, το οποίο επελέγη από τον Ζιράρ ως το καταλληλότερο σχήμα για να απεικονίσει λειτουργικά αυτές τις σχέσεις. Η ανακάλυψη των τριγωνικών σχέσεων που επαναλαμβάνονται συνεχώς στο κοινωνικό πεδίο και καθορίζουν το είδος της επιθυμίας την οποία ήδη έχομε θεωρητικά ορίσει ως μιμητική, οφείλεται στα μεγάλα μυθιστορήματα, κυρίως των δημιουργών του 19ου αιώνα. Οι συγγραφείς τους μετέφεραν στο έργο τους την εμπειρία τους και φυσικά τις δικές τους ψυχικές αντιδράσεις στα τεκταινόμενα. Αρχίζουμε την περιγραφή των τριγωνικών σχέσεων από το επιθυμούμενο αντικείμενο, το οποιο εφεξής θα ονομάζουμε «αντικείμενο». Προς το αντικείμενο, το οποίο δεν στερείται ενδιαφέροντος, φαίνεται να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του, ή και το πάθος του, ο ένας από τους εταίρους∙ αυτός είναι συνήθως το κεντρικό πρόσωπο της μυθοπλασίας και το υποκείμενο της διαπλοκής. Σ’ ένα παράπλευρο επίπεδο της αφήγησης αποκαλύπτεται να υπάρχει το πρόσωπο, το πρότυπο ή ο διαμεσολαβητής −εσωτερικός όταν η σχέση του με το υποκείμενο είναι άμεση και εξωτερικός όταν είναι απρόσιτος− ο ήρωας του υποκειμένου, που με τον τρόπο του εμπνέει και παρακινεί το υποκείμενο να εντείνει το ενδιαφέρον του για το αντικείμενο, ώστε να δικαιούμεθα να μιλάμε για επιθυμία του υποκειμένου. Αυτός λοιπόν ο τρόπος του διαμεσολαβητή είναι η σύνθεση της επιθυμίας την οποία ήδη έχει εκδηλώσει για το αντικείμενο με το κύρος που διαθέτει (πραγματικό ή φανταστικό), με το οποίο τον περιβάλλει το υποκείμενο. Η κατάσταση που διαμορφώνεται έχει δυναμικό χαρακτήρα σε τέτοιο βαθμό, που εμφανίζει ρευστότητα ως προς την συχνή εναλλαγή των ρόλων μεταξύ του υποκειμένου και του προτύπου· αναλαμβάνουν μάλιστα και οι δύο διαδοχικά και το ρόλο του εμποδίου στην εξέλιξη του μιμητικού φαινομένου. Η ιδιότητα του εμποδίου προκύπτει πρώτα για το πρότυπο, όταν, όπως είναι αναμενόμενο, στα αισθήματα θαυμασμού του υποκειμένου για τον διαμεσολαβητή προστίθενται αισθήματα εχθρότητας για την αντίσταση που προβάλλει στην κατάκτηση του αντικειμένου, μεταλλασσόμενος σε αντίπαλο∙ και φυσικά ο αντίπαλος αποτελεί εμπόδιο. Η συνέχεια δεν είναι προβλέψιμη. Δύο εναλλακτικές περιπτώσεις αντιμετώπισης του προτύπου-εμποδίου ενσταλάζουν στο υποκείμενο τα συναισθήματα του φθόνου και της μνησικακίας, που και τα δύο περιέχονται στον ψυχικό κόσμο  του νεωτερικού ανθρώπου. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη διατομική ψυχολογία του Ζιράρ, με τον φθόνο σημαίνουμε τα αισθήματα αδυναμίας και παράλυσης που καταλαμβάνουν την ψυχή του υποκειμένου τότε που, αν και συνειδητοποιεί ότι το πρότυπο τον εμποδίζει στην απόλαυση της επιθυμίας του, την κατάκτηση του αντικειμένου, η κρυφή γοητεία και ο θαυμασμός του γι’αυτό το πρότυπο παραμένει. Όταν επί πλέον των αισθημάτων αδυναμίας και παράλυσης ενυπάρχει στο υποκείμενο και το αίσθημα της αδικίας για το πρόσωπό του, που τροφοδοτεί η άνιση συμπεριφορά του προτύπου στην ίσως ανεκδήλωτη προς αυτό αφοσίωση του υποκειμένου, τότε το συναίσθημα του φθόνου μετατρέπεται στην καθαρή μορφή του μίσους. Το συνολικό αποτέλεσμα από τη μιμητικής αιτιολογίας φόρτιση της ανθρώπινης ψυχής με τα ανωτέρω συναισθήματα του φθόνου και του μίσους είναι να παγιώνεται σ’ αυτήν η μνησικακία, ένα συναίσθημα με κυρίαρχη τάση του την ανταπόδοση, ακόμη και σε απομακρυσμένο χρόνο από την σύναψη της τριγωνικής σχέσης. Μιμητικής αιτιολογίας είναι οι χαρακτήρες του ζηλότυπου, του «σνομπ», του ματαιόδοξου, του μαζοχιστή και του αλαζόνα, των οποίων τον ψυχισμό, όπως ήδη έχομε αναφέρει, αναλύουν οι μεγάλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα (Φλωμπέρ, Σταντάλ, Προυστ, Ντοστογιέφσκι κ.ά.) στα έργα τους με τα οποία θέλουν να διαυγάσουν την πραγματικότητα  του κόσμου μας[6]. Έτσι, μαζί με την έκρηξη της δημιουργίας, ιδιαίτερα στους τομείς της τεχνολογίας, ανθίζουν στον κόσμο μας και όλα αυτά τα «λουλούδια» για τα οποία μάλλον εμείς δεν πρέπει να αισθανόμαστε υπερήφανοι.
 Επιστρέφοντας τώρα στην «απελευθέρωση» της επιθυμίας, η οποία με όρους τριγωνικών σχέσεων σημαίνει άρση των εμποδίων, ίδια για όλους, την οποία με σοφία εθέσπιζαν οι πρόγονοί μας προκειμένου να αποτρέψουν την αμάχη, τη σύγκρουση και τελικά το χάος της αταξίας, εμείς τώρα διαπιστώνουμε ότι αυτά τα εμπόδια έχουν επανέλθει με τη μορφή προτύπων που, αντί να αποτρέπουν, επιτείνουν τον ανταγωνισμό για το συμφέρον τους, διαστρεβλώνουν την ανθρώπινη φύση, την φορτίζουν με τα άγχη της σύγχρονης ζωής, ξοδεύουν όλη της την δύναμη και στην ουσία την επαναφέρουν στη λατρεία των ειδώλων που δικαιολογημένα ίσως επεκαλούντο οι μακρινοί μας πρόγονοι για τη σωτηρία τους. Θα πρέπει να καταλάβουμε διά παντός ότι ο ανταγωνιστικός κόσμος στον οποίο ζούμε, δεν είναι προϋπόθεση της δημιουργικότητας, αλλά επάνοδος στους αρχαίους καιρούς της θυσίας· τότε τα θύματα επελέγοντο τελετουργικά, τώρα με πλήρη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή, στον βωμό της άνομης εξουσίας και της παράλογης βουλιμίας. Ιδέες όπως οι ανωτέρω κινδυνεύουν να χαρακτηρισθούν αντιδραστικές, τουλάχιστον από εκείνους που προσχωρούν επιπόλαια σε θεωρίες με μόνο οδηγό το συναίσθημα, έχοντας διακόψει κάθε σχέση με τη λογική. Δεν είναι καθόλου έτσι, γιατί τίποτε από αυτά που έχουμε αναφέρει και υποστηρίζουμε πως είναι αληθή, δεν προτρέπουν στη στασιμότητα, στην επιστροφή στο παρελθόν ή σε άλματα με άγνωστη προσγείωση, χωρίς τόπους (ουτοπίες=ου τόποι), από τους οποίους γρήγορα ο άνθρωπος σπεύδει όπως-όπως να γυρίσει πίσω. Αναφέρει ο Ζιράρ σε μία αποστροφή του ότι και οι τρεις κλασικοί νεωτερικοί στοχαστες −ο Μαρξ, ο Νίτσε, ο Φρόυντ− μας προσφέρουν απλώς αποπομπαίους τράγους[7]:
Ο Μαρξ έκανε είδωλο το προλεταριάτο και θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι, τουλάχιστον αυτός, τη θυσία της αστικής τάξης  την φαντάστηκε αναίμακτα∙ δεν συνέβη βέβαια το ίδιο με εκείνους που επιχείρησαν να κάνουν τις ιδέες του πράξεις· αυτοί πρόσφεραν εκατόμβες θυμάτων στο βωμό της βίας που τους έδωσαν διάφορες ονομασίες, όπως ιστορική νομοτέλεια, αταξική κοινωνία κ.λπ.
Ο έτερος «Καππαδόκης», ο Νίτσε, με την «αέναη επανάληψη» αναγνώρισε με τη διαίσθησή του αυτό που επαναλαμβάνεται στον κόσμο μας, αδυνατούσε όμως να το περιγράψει στην αληθινότητά του. Έτσι αρκέσθηκε να συνεισφέρει και αυτός το μερίδιό του σε θύματα, με φιλοδοξίες εωσφορικές: την ηθική των δούλων (του Χριστιανισμού), τη μνησικακία των άλλων κ.λπ.
Ο Φρόυντ ήθελε να περιβάλει τις εμμονές του με το επιστημονικό κύρος του πειράματος και κατέληξε να διασύρει το ύψιστο σημαίνον του πατέρα για το ανθρώπινο πρόσωπο· πρώτο αυτό περιέλαβε στις χωρίς αποδέκτη θυσίες του! Μια σύντομη ματιά στην πρόσφατη ιστορία θα μας έπειθε ότι το έργο των ανωτέρω στοχαστών μάς έχει επηρεάσει σημαντικά με τις ιδέες τους, και τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης διανόησης τους απένειμε περίπου τον τίτλο των προφητών. Τα πλήθη που στη συνέχεια τους ακολούθησαν, οργανωμένα ή όχι, είχαν πιστέψει στην αποτελεσματικότητα των ιδεών τους και προχωρούσαν χωρίς δισταγμούς να υπακούουν στις εντολές άνωθεν, οι οποίες εκ των πραγμάτων ήταν απαγορεύσεις με στόχους και περιεχόμενο παρόμοιο εκείνων που σκόπευαν να καταργήσουν.
Η βία που εκφράζει την θυσιαστική οδό, επανήλθε απο την πίσω πόρτα και, όπως δείχνουν οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις που ταλανίζουν τον κόσμο μας, τα αποτελέσματα υπήρξαν από χείριστα έως απλώς ανεκτά. Το συμπέρασμα: η συμβολή των ειδώλων στην ιστορία του κόσμου μας, διότι περί αυτού πρόκειται, είναι τελικά θετική, γιατί προσφέρει «χείρα βοηθείας» στον άνθρωπο για να κατανοήσει την αποκάλυψη που έκανε ο Θεάνθρωπος στον Σταυρό, ήγουν το μηχανισμό του αποπομπαίου θύματος. Είναι και αυτή η αποκάλυψη το αποτέλεσμα της ετερογονίας των σκοπών του ανθρώπου που πιστοποιεί την αδυναμία του. Είναι αυτή η αδυναμία, που τον κάνει να σύρεται θύμα η θύτης στους βωμούς σημαντικών ίσως ανθρώπων, όχι όμως θεών, και τον θαυμασμό προς αυτούς τον μετατρέπει σε δική του αλαζονεία, κοιτάζει τον καθρέφτη και νιώθει υπέρτατη ικανοποίηση με το προσωπείο του απελευθερωμένου και του επαναστάτη. Τελικά ο μεγάλος διανοητής Ζιράρ επιτυγχάνει να διαυγάσει την ανθρώπινη συνθήκη −ένα σωρό από επιθυμίες αναιρετικές της θεόσδοτης ελευθερίας του ανθρώπου− και προτρέπει να δοκιμάσουν οι άνθρωποι ένα δρόμο διαφορετικό από την συνήθη «οδό των ασεβών», το δρόμο που άγει «στην λευκή όψη του κόσμου», αυτήν που ανακάλυψε εκείνος με περίσσιο πνευματικό μόχθο· πρόκειται για τον Θεό του παντός, που τον ονομάζει «κάθετη υπερβατικότητα», το μόνο άξιο για τον άνθρωπο πρότυπο ζωής.
Πηγές 
1. Από ανέκδοτη ομιλία του Λουκά Χριστοφόρου στην Ακαδημία Αθηνών.
2. Το πόρισμα αυτό των βιολογικών επιστημών έχει αμφισβητηθεί, χωρίς αυτό να έχει καθοριστική σημασία για την υπόθεση του θυματικού μηχανισμού. Βλ. στο Μ. Corballis, Στο λαβύρινθο του μυαλού, σελ 12.
3. Στο παράρτημα του βιβλίου μου, Η όγδοη ημέρα της Δημιουργίας, Β΄ τ., σελ. 622.
4. Στο ίδιο, Α΄ τ., σελ. 444.
5. Το αναφέρει ο Χ. Γιανναράς στις Προτάσεις κριτικής οντολογίας, σελ. 18.
6. Ρενέ Ζιράρ, Ρομαντικό ψεύδος και μυθιστορηματική αλήθεια.
7. Ρενέ Ζιράρ, Κεκρυμμένα από καταβολής, βιβλίο τρίτο, Διατομιακή Ψυχολογία, σελ. 373.
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο  τού, άγγλου, Peter Blake.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

                                                                                                                                                                        

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here