Ο θάνατος ως το taboo της εποχής μας: εισαγωγή στο έργο του Philippe Ariès

0
520

Σήμερα, υπό την απειλή του νέου ιού Covid-19 και της απρόβλεπτης συμπεριφοράς του, η απειλητική σκιά ενός απρόοπτου θανάτου βρίσκεται πάνω από τον σύγχρονο κόσμο. Αλλά και από πολύ πιο πριν, το ζήτημα του θανάτου είναι ένα σημαντικό θέμα προβληματισμού σχετικά με τη ζωή στον σύγχρονο Δυτικό πολιτισμό. Ήδη τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ο φιλόσοφος Max Scheler επεσήμαινε την εξαφάνιση της έννοιας του θανάτου από το εννοιολόγιο του Δυτικού πολιτισμού:

«[…] ο σύγχρονος άνθρωπος ζει, κυριολεκτικά, “από μέρα σε μέρα”, έως τη στιγμή πού- παράδοξο- δεν του μένει πλέον άλλη μέρα να ζήσει• “λογαριάζει” τα σχετικά με τον θάνατο όπως κάνει με τον κίνδυνο πυρκαγιάς ή πλημμύρας, σάμπως ο θάνατος να μοιάζει με τον κίνδυνο της φωτιάς και του νερού• τουτέστιν, προοδευτικά, τον λογαριάζει σαν αξία ή απαξία ενός κεφαλαίου».

Ο θάνατος είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ανθρώπινης ζωής και πάντοτε υπήρξε μια μεγάλη (αν όχι η μεγαλύτερη) αφορμή για φιλοσοφικό προβληματισμό. Ήδη από τον Αρχαιότητα η φιλοσοφία είχε ονομαστεί «μελέτη θανάτου», ενώ κατά τη σύγχρονη εποχή, σημαντικοί φιλόσοφοι όπως ο Sartre ή ο Heidegger αφιέρωσαν σελίδες επί σελίδων αναλύοντας το γεγονός του θανάτου και, κυρίως, όσα αυτό το γεγονός σηματοδοτεί για τον άνθρωπο. Για τον Heidegger ο άνθρωπος είναι ένα «είναι-προς-θάνατον». Σύμφωνα με τον Ernst Cassirer, ο μύθος αποτελεί την λεκτική περιγραφή και νοηματοδότηση των μυστικιστικών τελετών, οι οποίες δεν είναι τίποτε άλλο από τη δραματοποίηση του ανθρώπινου θαυμασμού και φόβου μπροστά στα φαινόμενα της ζωής, κυριότερο των οποίων είναι ο θάνατος. Συγκεκριμένα, οι τελετές δραματοποιούν τον θάνατο ως μια μετάβαση από μια κατάσταση σε μιαν άλλη, αναλογικά με τη μεταβολή των εποχών και των καταστάσεων στη φύση. Ύστερα, ο μύθος προσπαθεί να περιγράψει το νόημα και τον σκοπό αυτών των τελετουργιών. Αν και η ανθρώπινη νόηση αποτελεί πλεονέκτημα του ανθρώπου έναντι των άλλων μορφών ζωής, ισχυρίζεται με τη σειρά του ο Bergson, δεν παύει να είναι κάτι που εγκυμονεί κινδύνους: αφενός η ελευθερία τείνει να σχηματίζει μέσα από το κοινωνικό σύνολο ανεξάρτητα άτομα, αφετέρου αυτά τα άτομα μπορούν να αντιλαμβάνονται τα εμπόδια που θέτει η ύλη στην πραγμάτωση των όποιων επιδιώξεών τους, αποκορύφωμα των οποίων αποτελεί ο θάνατος. Συνεπώς η νόηση δημιουργεί στον άνθρωπο δύο μεγάλα προβλήματα, τον ατομοκεντρισμό και τον φόβο της καταστροφής (και κυρίως του θανάτου), με αποτέλεσμα αυτή η προνομιούχα μορφή ζωής να απειλείται με εξαφάνιση.  Η υπέρβαση του ανθρωποκεντρισμού και η ενίσχυση έναντι του φόβου είναι για τον Bergson οι δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας, που αρχικά δεν ξεχωρίζουν η μία από την άλλη, αλλά επικρατούν μαζί ως «έθιμο» στις πρωτόγονες κοινωνίες.

Πώς αντιμετωπίζει όμως τον θάνατο ο σύγχρονος Δυτικός άνθρωπος; Με μια πρώτη εξέταση, μας φαίνεται αυτονόητο ότι ο θάνατος ήταν πάντοτε κάτι ανατριχιαστικό και δυσάρεστο, επομένως νομίζουμε ότι η στάση της ανθρωπότητας απέναντί του δεν έχει αλλάξει και πολύ στην πορεία των αιώνων. Αυτό έρχεται να ανατρέψει ο Γάλλος ιστορικός των Μεσαιωνικών Χρόνων, Philippe Ariès, με το βιβλίο του Δοκίμια για το θάνατο στη Δύση, που εκδόθηκε το 1975 ως συλλογή άρθρων και δοκιμίων. Η βασική θέση του Ariès είναι ότι μπορεί αυτό που αποκαλούμε «θάνατο» να μην έχει αλλάξει ουσιωδώς ανά τους αιώνες, αλλά η συμπεριφορά και η προετοιμασία των ανθρώπων απέναντι σε αυτό έχει περάσει από πολλά επιμέρους στάδια. Ορισμένα πράγματα είναι σε μας τόσο αυτονόητα και οικεία, ώστε δε μιλάμε καν γι’ αυτά. Αυτό όμως μπορεί να το ανατρέψει η επιστημονική έρευνα, μελετώντας και αποκαλύπτοντας τη βαθύτερη δομή της ζωής κατά τους περασμένους αιώνες. Ο Ariès, αντλώντας από μυθιστορήματα, ποιήματα και άλλες μαρτυρίες, ισχυρίζεται ότι από την αρχή του Μεσαίωνα ως τον 12ο αιώνα περίπου, ο θάνατος γίνεται αντιληπτός ως η συλλογική μοίρα της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος αναμένει και συνήθως γνωρίζει τον επερχόμενο θάνατό του, προειδοποιεί τους γύρω του γι’ αυτόν και κατά κανόνα, σκηνή του ψυχορραγήματός του λαμβάνει έναν δημόσιο χαρακτήρα: συγγενείς, φίλοι, παιδιά και γείτονες είναι όλοι τους παρόντες. Ο θάνατος ήταν κάτι το οικείο, το κοντινό, που δε δημιουργούσε συγκίνηση στους ανθρώπους που τον βίωναν: ακριβώς όπως περιγράφει ο Tolstoy τον θάνατο ενός μουζίκου στο διήγημά του Τρεις θάνατοι. Αυτή η πανάρχαια στάση μπροστά στον θάνατο, ονομάζεται από τον Ariès «ο εξημερωμένος θάνατος»
Κατά τον 12ο αιώνα, συμβαίνει μια αλλαγή ανεπαίσθητη, όμως αρκετά σημαντική. Η ατομικότητα αφυπνίζεται στον Δυτικό κόσμο, ο θάνατος γίνεται πλέον αντιληπτός ως ένα προσωπικό γεγονός. Παύει έτσι λοιπόν να γίνεται δημόσιο θέαμα και αρχίζει έτσι η εθελούσια απομόνωση του ετοιμοθάνατου, ο οποίος έβρισκε έτσι χρόνο για περισυλλογή και μετάνοια, ώστε να προετοιμάσει την ψυχή του για την Τελική Κρίση. Ο άνθρωπος επιδιώκει να γράψει τον δικό του επίλογο και έτσι ο πανάρχαιος «εξημερωμένος θάνατος» έχει αντικατασταθεί από τον «δικό μου θάνατο». Αυτή η κατάσταση διήρκεσε ως τον 17ο αιώνα.
Ωστόσο, στις αρχές το 20ού αιώνα άρχισε στις βιομηχανικές κοινωνίες μας (και κυρίως στις Η.Π.Α.) μια νέα στάση την οποία ο Ariès ονομάζει χαρακτηριστικά «ο ανεστραμμένος θάνατος». Βασισμένος στις έρευνες του κοινωνιολόγου Jeffrey Grover, υποστηρίζει πως ο θάνατος, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα στην Αμερική, έφτασε αιφνίδια να μετατραπεί σε ένα taboo, έχοντας τον ρόλο που είχε η σεξουαλικότητα στη Βικτωριανή εποχή. Η πρόοδος στο προσδόκιμο ζωής και στις συνθήκες διαβίωσης φαίνεται πως τείνει στην εξάλειψη πανάρχαιων τάσεων και συμπεριφορών όσον αφορά τον θάνατο. Η εξώθηση του γεγονότος του θανάτου στο περιθώριο των κοινωνιών μας, ερμηνεύεται ως το αποτέλεσμα ενός πολιτισμού που ως προτεραιότητά του έχει τη συλλογική ευδαιμονία, καταλήγει ο Ariès. Και πράγματι, ο θάνατος, το πένθος και η αίσθηση της απώλειας χάνουν όλο και περισσότερο τον τελετουργικό χαρακτήρα που διέθεταν στο παρελθόν: σήμερα, ο θάνατος τείνει να γίνει μια σύντομη δυσαρέσκεια, την οποία προσπαθούμε να λησμονήσουμε όσο το δυνατόν ταχύτερα. Η διάδοση της αποτέφρωσης (πρόσφατα και στη χώρα μας) είναι μια τέτοια ένδειξη της επιθυμίας μας να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερη σχέση με κάτι όσο δυσάρεστο όπως ο θάνατος. Καθώς η Παγκοσμιοποίηση διαδίδει τη Δυτική επιστήμη και τεχνολογία (και μαζί με αυτές, την πολιτισμική συμπεριφορά της Δύσης), ο περιορισμός του θανάτου αναδεικνύεται σιγά σιγά σε διεθνές φαινόμενο.

Οι ισχυρισμοί του Ariès έχουν κριθεί και αμφισβητηθεί επανειλημμένα, ωστόσο η συνεισφορά του στο θέμα είναι σημαντική και μέχρι σήμερα το έργο του θεωρείται κλασικό. Αν τελικά ο Δυτικός πολιτισμός αντιπροσωπεύει περισσότερο από όλους τη νίκη της ορθολογικότητας πάνω στον μύθο και την πρόληψη, θα μπορούσε αυτή η ορθολογικότητα να αποτελέσει πηγή απώλειας νοήματος; Ή μήπως η εξάλειψη της σκέψης του θανάτου αποτελεί τη μεγαλύτερη νίκη μας; Σε κάθε περίπτωση, η σχέση μας με τον θάνατο έχει εδώ τον πρώτο ρόλο και είναι ίσως μια δυνατότητα που κάθε μεγάλη καταστροφή μπορεί να προσφέρει.

 

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, τμήμα από το γλυπτό “Οι αστοί του Καλαί” (1885) του Αυγούστου Ρονταίν.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here