Οι πέντε θάνατοι της πίστης

0
1095

Δεν είναι στους στόχους αυτού του βιβλίου να παρουσιάσει την ιστορία του Χριστιανισμού και κυρίως την γεμάτη διαμάχες ιστορία των τελευταίων αιώνων, για την οποία ελπίζω να γράψω πληρέστερα αλλού. Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ, είναι να δείξω ότι η ανάδυση του Χριστιανισμού στους κόλπους του παγανιστικού κόσμου, είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός μοναδικού πράγματος, ακόμα-ακόμα ενός θαύματος. Δεν έμοιαζε με τίποτα γνωστό και όσο περισσότερο την μελετάει κανείς, τόσο περισσότερο το αντιλαμβάνεται αυτό. Υπάρχει ωστόσο μια ιδιαίτερη όψη, η οποία χαρακτηρίζει τον Χριστιανισμό  και μόνο αυτόν από τα πρώτα εκείνα βήματά του ίσαμε σήμερα, με την οποία θα ήθελα να κλείσω αυτό το βιβλίο.

Έχω πει ότι η Ασία και ο αρχαίος κόσμος έμοιαζαν τόσο γερασμένοι, σαν να τους είχε ξεχάσει ο θάνατος. Ο Χριστιανισμός ήταν το τελείως αντίθετο. Ήταν μια σειρά από επαναστάσεις και ανατροπές, σε καθεμιά από τις οποίες η Χριστιανοσύνη πέθαινε. Πραγματικά, η Χριστιανοσύνη πέθανε και ξαναγεννήθηκε κάμποσες φορές, διότι ο Θεός της ήξερε το δρόμο της Ανάστασης. Όμως το πιο εκπληκτικό πράγμα σε όλη του την ιστορία του Χριστιανισμού είναι το εξής: ότι στην Ευρώπη ήρθαν τα πάνω κάτω πάμπολλες φορές και όμως, στο τέλος καθεμιάς από αυτές τις ανατροπές, η χριστιανική θρησκεία έβγαινε ξανά άθικτη στην επιφάνεια. Η πίστη κέρδιζε πάντα το στοίχημα του καιρού της, όχι σαν μια παλιά θρησκεία αλλά ως μια νέα θρησκεία. Λίγοι έχουν αντιληφθεί αυτή την αλήθεια και ο λόγος είναι ότι την κρύβει μια ορισμένη προκατάληψη. Κατά παράξενο τρόπο, είναι μια από αυτές τις εξαιρετικά διαδεδομένες προκαταλήψεις, οι οποίες διαφεύγουν από την αντίληψη εκείνων ακριβώς που έχουν κάνει έργο ζωής τους το να καταγγέλλουν τις προκαταλήψεις. Επαναλαμβάνουν λοιπόν ακατάπαυστα ότι οι ιερείς και οι τελετουργίες τους δεν είναι η θρησκεία και πως η θρησκευτική οργάνωση δεν είναι παρά μια απάτη. Αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνουν πόσο αληθινό είναι αυτό! Είναι τόσο αληθινό, ώστε τουλάχιστον τρεις με τέσσερεις φορές στην ιστορία του ο Χριστιανισμός έμοιαζε να πνέει τα λοίσθια και όλος ο κόσμος πίστευε πως ερχόταν το τέλος του. Αυτό το γεγονός συγκαλύφθηκε απλώς στα μεσαιωνικά και τα άλλα χρόνια από το γεγονός ότι παρέμενε επίσημη θρησκεία, αυτή η θρησκεία την οποία καυχώνται ότι ξεμασκαρεύουν οι εν λόγω επικριτές. Ο Χριστιανισμός παρέμεινε πράγματι η επίσημη θρησκεία ενός πρίγκηπα της Αναγέννησης, ή ενός επισκόπου του 18ου αιώνα, όπως ακριβώς η αρχαία Μυθολογία είχε παραμείνει η επίσημη θρησκεία του Ιουλίου Καίσαρα, ή ο Αρειανισμός για κάμποσο διάστημα η επίσημη θρησκεία του Ιουλιανού του Αποστάτη. Μόνο που υπήρχε μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην περίπτωση του Ιουλίου και την περίπτωση του Ιουλιανού, διότι απλούστατα στο μεταξύ έκανε την εμφάνισή της η Εκκλησία. Ένας άνθρωπος σαν τον Ιούλιο Καίσαρα μπορούσε θαυμάσια να λατρεύει δημοσίως τον Δία και κατ’ ιδίαν να τον χλευάζει. Όμως μόλις ο Ιουλιανός κήρυξε νεκρή την χριστιανική θρησκεία, την ίδια εκείνη στιγμή αυτή επέστρεψε στη ζωή. Και ο Ιουλιανός συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη ότι θα μπορούσε ποτέ να αναγεννηθεί ο Δίας. Η περίπτωση του Ιουλιανού και το επεισόδιο του Αρειανισμού δεν είναι παρά το πρώτο από μια σειρά ανάλογων παραδειγμάτων, που με πολλή συντομία θα αναφέρω εδώ. Όπως είδαμε, ο Αρειανισμός ήταν ένα πολύ καθωσπρέπει βήμα στην πορεία του Χριστιανισμού, το οποίο θα οδηγούσε, όπως νόμιζαν, στην εξάλειψη της δεισιδαιμονίας του Κωνσταντίνου. Εκείνο τον καιρό η πίστη διένυσε όλα τα γνωστά στάδια. Έγινε αξιοσέβαστη, στη συνέχεια περισσότερο τελετουργική κι έπειτα μετασχηματίστηκε σε κάτι το λογικοφανές, με τους ρασιοναλιστές να περιμένουν στη γωνία το θάνατό της, περίπου όπως σήμερα. Το ότι ο Χριστιανισμός ξαναγεννήθηκε ξαφνικά και τους σάρωσε, ήταν κάτι τόσο απρόσμενο όσο και η ανάσταση του Χριστού. Υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα του ίδιου πράγματος. Η ξαφνική είσοδος των ιεραποστόλων από την Ιρλανδία λόγου χάρη, έμοιαζε με μια απρόσμενη επίθεση της νεολαίας εναντίον του παλιού κόσμου και μάλιστα εναντίον μιας Εκκλησίας που είχε αρχίσει να δείχνει σημάδια γήρανσης. Κάποιοι από αυτούς μαρτύρησαν στις ακτές της Κορνουάλης και ο υπ’ αριθμόν ένα ειδήμων στην ιστορία της περιοχής μού είπε ότι ήταν σίγουρος πως δεν οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από Παγανιστές αλλά (όπως το διατύπωσε με αρκετή δόση χιούμορ) «από ξεθυμασμένους και χλιαρούς Χριστιανούς».

Αν τώρα πάμε βαθύτερα, νομίζω ότι θα βρούμε πάμπολλες περιστάσεις κατά τις οποίες ο Χριστιανισμός κινδύνευσε να χάσει την ουσία του εκ των έσω, από τον σκεπτικισμό και τη χλιαρότητα, και να απομείνει μόνο το εξωτερικό του περίβλημα, όπως ακριβώς είχε συμβεί με τον Παγανισμό, ο οποίος πολύ καιρό πριν σβήσει εντελώς, είχε χάσει το περιεχόμενό του και δεν του είχε απομείνει παρά η επιφάνεια. Η διαφορά όμως ήταν ότι, ενώ σε παρόμοιες περιστάσεις ο Παγανισμός προοδευτικά μαράζωνε, στον Χριστιανισμό  είδαμε και βλέπουμε να ξεπηδάει μια νέα γενιά ένθερμων πιστών στη θέση των χλιαρών πατεράδων τους. Αυτό είναι ολοφάνερο για παράδειγμα όταν η Αντιμεταρρύθμιση διαδέχτηκε την Αναγέννηση. Το βλέπουμε επίσης ξεκάθαρα και κατά τη μετάβαση από τον 18ο αιώνα στη σημερινή αναζωογόνηση του Ρωμαιοκαθολικισμού. Και υποψιάζομαι ότι μπορούμε να εντοπίσουμε πλήθος άλλων παραδειγμάτων, εάν το ερευνήσουμε.

Η Πίστη δεν κατόρθωσε απλώς να επιβιώσει, όπως θα λέγαμε για τους Δρυίδες αν τυχόν κατάφερναν να επιβιώσουν κάπου τα τελευταία δυο χιλιάδες χρόνια. Διότι κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει στην Ασία και στην αρχαία Ευρώπη, όπου οι μυθολογίες και οι φιλοσοφίες περπατούσαν η μια δίπλα στην άλλη χωρίς ποτέ να συναντιόνται και να συμφιλιώνονται. Η Πίστη δεν επιβίωσε απλώς. Απεναντίας, δεν σταμάτησε να επιστρέφει αναγεννημένη μέσα στους κόλπους αυτού του Δυτικού κόσμου, με τις τόσες αλλαγές του και τις διαρκείς ανατροπές κι επαναστάσεις του. Ξέρουμε πως η Ευρώπη, πιστή στη ρωμαϊκή παράδοση, δεν έπαψε ποτέ να επαναστατεί, να γκρεμίζεται και να ξαναχτίζεται, ανανεώνοντας διαρκώς την πίστη της στη δημοκρατική πολιτεία. Μα κάθε φορά, τον «λίθον ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες», στο τέλος «οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας»Κάποια λιθάρια από το Στόουνχεντζ στέκονται ακόμα στη θέση τους και άλλα έχουν πέσει και έμειναν καταγής. Δεν υπήρξε ποτέ δρυιδική αναγέννηση, πόσο μάλλον κάθε δυο με τρεις αιώνες, όπως συνέβη με τον Χριστιανισμό. Το Στόουνχεντζ δεν ανοικοδομήθηκε ξανά και ξανά και δεν είδαμε ποτέ λόγου χάρη ένα ρωμανικό μενίρ να αντικαθίσταται από ένα μενίρ ροκοκό, ούτε ένα γοτθικό ντολμέν να δίνει τη θέση του σε ένα ντολμέν στυλ μπαρόκ.  Με αυτή την έννοια, οι ιεροί τόποι των Δρυιδών γλύτωσαν για πάντα από τους βανδαλισμούς των αναπαλαιώσεων.

Η Εκκλησία στη Δύση δεν βρισκόταν μέσα σε ένα κόσμο όπου τα πάντα είχαν τόσο πολύ γεράσει ώστε να τα έχει ξεχάσει ο θάνατος, αλλά μέσα σε ένα κόσμο που ήταν πάρα πολύ νέος για να πεθάνει. Μπορεί συχνά να φάνηκε, με μια επιπόλαιη και επιφανειακή ματιά, ότι πέθανε, ή ακόμα και ότι έσβησε από μόνη της, αλλά αυτό δεν συνέβη πραγματικά. Από εδώ προκύπτει κάτι, το οποίο βρίσκω αρκετά δύσκολο να περιγράψω, αλλά το θεωρώ πολύ πραγματικό και εξαιρετικά σημαντικό. Όπως το φάντασμα δεν είναι παρά ένας ίσκιος ενός ανθρώπου —και με αυτή την έννοια ένας ίσκιος της ζωής—, έτσι και ένας ίσκιος θανάτου πλανιόταν πάντοτε ανά διαστήματα πάνω από την αθάνατη ζωή της Εκκλησίας. Και αυτός ο ίσκιος ερχόταν πάντοτε τη στιγμή που η πίστη χρειαζόταν να αναζωογονηθεί, την ώρα που έπρεπε να σβήσουν όλα εκείνα τα στοιχεία που την έσβηναν. Διακινδυνεύοντας μια εικόνα, θα έλεγα πως έμοιαζε με το φίδι που πετάει το παλιό του δέρμα για να συνεχίσει ανανεωμένο το δρόμο του στη ζωή∙ ή με τη γάτα, που την πιάνουν ξάφνου οι σπασμοί, αλλά δεν χάνει παρά μόνο μια από τις εννιακόσιες ενενήντα εννιά ζωές της. Ή μάλλον καλύτερα, ήταν σαν να χτυπάει η καμπάνα του θανάτου και να μην πεθαίνει κανείς, ή σαν να ακούγεται το πρόσταγμα για μια εκτέλεση που αναστέλλεται ξανά και ξανά, ίσαμε την αιωνιότητα.

Ποιο ήταν το νόημα εκείνης της υπόκωφης μα γενικευμένης ανησυχίας του 12ου αιώνα, για την οποία έχει εύστοχα ειπωθεί πως ήταν σαν να επέστρεψε ο Ιουλιανός από τον τάφο του; Γιατί έκανε τόσο νωρίς, στο λυκόφως των Σκοτεινών Αιώνων, την εμφάνισή του ένας τόσο βαθύς σκεπτικισμός όπως αυτός που σημάδεψε την πάλη του νομιναλισμού κατά του ρεαλισμού; Διότι η μάχη του ρεαλισμού κατά του νομιναλισμού ήταν στην πραγματικότητα ένας πόλεμος του ρεαλισμού εναντίον του ρασιοναλισμού, ή ίσως εναντίον μιας ακόμα πιο καταστροφικής φιλοσοφίας. Η απάντηση είναι ότι, όπως παλιότερα ορισμένοι θεωρούσαν την Εκκλησία σαν ένα μέρος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που πέθαινε, έτσι και τότε ορισμένοι πίστευαν πως η Εκκλησία δεν ήταν παρά ένα κομμάτι του Σκοτεινών Αιώνων που έφταναν στο τέλος τους. Πλανιόταν λοιπόν η αίσθηση πως η Εκκλησία θα έσβηνε μαζί τους. Ήταν μια από τις πολλές φορές που η σκιά του θανάτου έμοιαζε να την σκεπάζει. Αν επικρατούσε ο νομιναλισμός, θα ήταν σαν να είχε τελικά νικήσει ο Αρειανισμός, δηλαδή μια ομολογία ότι ο Χριστιανισμός είχε ηττηθεί. Διότι ο νομιναλισμός ήταν ένας πολύ ριζικότερος σκεπτικισμός από τον απλό αθεϊσμό. Αυτό ήταν το διακύβευμα που τέθηκε ανοικτά τότε, όταν έσβηνε ο Μεσαίωνας και ανέτελλαν οι λεγόμενοι Νέοι Χρόνοι. Ποια ήταν όμως η απάντηση; Η απάντηση ήταν ο Θωμάς Ακινάτης, ο οποίος σαν ένας νέος Αριστοτέλης συγκέντρωσε σε μεγάλα Κολλέγια, σε Ακαδημίες θα λέγαμε, όλη τη γνώση και εκατοντάδες χιλιάδες σπουδαστές, ακόμα και ρακένδυτους ακτήμονες αγρότες και σκληροτράχηλους δουλοπάροικους, για να μυηθούν στη σχολαστική φιλοσοφία.

Τι σήμαινε άραγε εκείνο το ρίγος τρόμου που διέτρεξε ολόκληρη τη Δύση καθώς την πλησίαζε το Ισλάμ , και αποτυπώθηκε σε τόσα ηρωικά αφηγήματα και επικά τραγούδια για τις συγκλονιστικές επιθέσεις των Σαρακηνών στις ακτές της Νορβηγίας ή στις Εβρίδες νήσους; Για ποιο λόγο άνδρες στα πέρατα της Δύσης, όπως ο βασιλιάς Ιωάννης αν θυμάμαι καλά, κατηγορήθηκαν τότε πως είχαν ασπαστεί κρυφά τον Μωαμεθανισμό όπως σε άλλες στιγμές κάποιοι άλλοι κατηγορήθηκαν πως είχαν γίνει κρυφά άθεοι; Για ποιο λόγο ορισμένοι διδάσκαλοι ανησυχούσαν τόσο πολύ για την ορθολογιστική ανάγνωση του Αριστοτέλη από τους Άραβες; Είναι πολύ σπάνιο οι δάσκαλοι να δείξουν τέτοια ανησυχία. Εκτός και αν είναι ήδη πολύ αργά. Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι ότι εκατοντάδες άνθρωποι είχαν αρχίσει να πιστεύουν βαθιά μέσα στην καρδιά τους ότι το Ισλάμ  θα επικρατούσε του Χριστιανισμού∙ ότι ο Αβερρόης είναι ανώτερος του Άνσελμου∙ ότι ο πολιτισμός των Σαρακηνών ήταν στ’ αλήθεια αυτό που φαινόταν με μια βιαστική ματιά, δηλαδή ανώτερος του Δυτικού. Εδώ λοιπόν συναντάμε και πάλι μια ολόκληρη γενιά Χριστιανών, την παλιότερη γενιά, να έχει βυθιστεί στις αμφιβολίες και να έχει χάσει το θάρρος και την όρεξή της για ζωή. Ο ερχομός του Ισλάμ ήταν σαν τον ερχομό του Ουνιταρισμού, αλλά χίλια χρόνια νωρίτερα. Πάρα πολλοί θεωρούσαν λογική και αναμενόμενη μια τέτοια εξέλιξη. Πόσο μεγάλη θα πρέπει να ήταν λοιπόν η έκπληξή τους με ό,τι ακολούθησε! Διότι αυτό που ακολούθησε, ήταν η βοή εκατοντάδων και μυριάδων νέων που ρίχτηκαν με ορμή στην αντεπίθεση, σπεύδοντας να πυκνώσουν τις τάξεις των Σταυροφόρων. Ήταν οι γιοί του Φραγκίσκου της Ασίζης, οι στρατιώτες του Θεού, που γέμισαν με τους παιάνες τους τις στράτες όλης της γης. Ήταν το ξύπνημα του κόσμου. Με τον πόλεμο των Αλβιγηνών, άνοιξε στην καρδιά της Ευρώπης ένα ρήγμα, μέσα από το οποίο ξεπήδησε μια φιλοσοφία που κόντεψε να βάλει τέλος για πάντα στον Χριστιανισμό. Ήταν στ’ αλήθεια μια νέα φιλοσοφία, η φιλοσοφία του πεσιμισμού, και όμως την ίδια στιγμή ήταν και μια πολύ παλιά φιλοσοφία, τόσο παλιά όσο η Ασία από την οποία κρατούσαν οι ρίζες της. Ήταν μια επιστροφή του Γνωστικισμού. Αλλά πώς συνέβη και επανεμφανίστηκαν οι Γνωστικοί; Συνέβη επειδή ήταν το τέλος μια εποχής. Όταν πρωτοεμφανίστηκαν, ήταν το τέλος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τώρα, η επανεμφάνισή τους έπρεπε να σημάνει το τέλος της Εκκλησίας. Ήταν σαν να είχε έλθει ο Σοπενχάουερ από το μέλλον και σαν να είχε αναστηθεί ο Μάνης, ώστε οι άνθρωποι να έχουν θάνατο, και θάνατον περισσόν.

Όλ’ αυτά τα βλέπουμε πολύ πιο καθαρά εάν προσέξουμε τι συνέβη με την Αναγέννηση, μια εποχή κοντινή με τη δική μας, για την οποία οι γνώσεις μας αφθονούν. Είναι μια εποχή που έχει να μας διδάξει πολλά, τα οποία δεν είναι γνωστά στον πολύ κόσμο. Αφήνοντας εδώ καταμέρος τις θεολογικές διαμάχες εκείνης της περιόδου, πρέπει να επισημάνω πως η Αναγέννηση ήταν πολύ πιο χαοτική από όσο συνήθως θεωρείται. Είναι γνωστό ότι οι Προτεστάντες αποκάλεσαν τον Χιού Λάτιμερ μάρτυρα του Προτεσταντισμού και πως οι Καθολικοί απάντησαν προβάλλοντας τον Έντμουντ Κάμπιον ως μάρτυρα του Ρωμαιοκαθολικισμού.[1] Όμως και οι μεν και οι δε ξεχνούν ότι πολλά από τα θύματα των διωγμών εκείνης της εποχής ήταν στην πραγματικότητα μάρτυρες του αθεϊσμού, της αναρχίας, ή ακόμα και του σατανισμού. Εκείνα τα τόσο ταραγμένα χρόνια, που μοιάζουν κάμποσο με τα δικά μας, όργωναν τον κόσμο άνθρωποι που κήρυσσαν την ανυπαρξία του Θεού κι έλεγαν πως ο άνθρωπος είναι θεός. Ρήτορες δεινοί, που καθήλωναν το ακροατήριό τους με σοφιστείες. Αν ήμασταν παρόντες στις συζητήσεις των λογίων κατά την εποχή που διαδέχτηκε την Αναγέννηση, θα μέναμε το δίχως άλλο εμβρόντητοι από τη μανία τους εναντίον του Θεού, πιστός εκπρόσωπος της οποίας παραμένουν τα λόγια που αποδίδονται στον Μάρλοου.[2] Η μετάβαση από την προ-αναγεννησιακή στη μετά-αναγεννησιακή Ευρώπη ήταν σαν το πέρασμα πάνω από μια άβυσσο γεμάτη ιλιγγιώδη ερωτηματικά. Παρ’ όλα αυτά, η απάντηση παρέμεινε η ίδια. Όπως ο Χριστός περπάτησε πάνω στο νερό, έτσι και ο Χριστιανισμός περπάτησε τότε πάνω από το κενό.

Θα άξιζε να μελετηθούν λεπτομερέστερα όλα αυτά τα παραδείγματα, που σχετίζονται με πολύ παλιότερες εποχές. Τα πράγματα είναι πιο ευδιάκριτα στην περίπτωση της Αναγέννησης, ο Παγανισμός της οποίας φάνηκε να υπερισχύει πλήρως του Χριστιανισμού μέχρι την στιγμή που εκείνος αναγεννήθηκε. Υπάρχει όμως ένα κάπως πιο πρόσφατο παράδειγμα, όπου ο θάνατος και η αναγέννηση του Χριστιανισμού διακρίνονται πολύ πιο καθαρά. Είναι η εποχή της μεγάλης παρακμής της θρησκείας, η οποία σημειώθηκε στα χρόνια περίπου του Βολταίρου. Είναι μια εποχή που μας αφορά άμεσα, διότι μοιάζει πάρα πολύ με τη δική μας. Για τα διακόσια χρόνια που πέρασαν από τότε, έχουμε μια πολύ πιο ανάγλυφη εικόνα από εκείνη που αφορά στο ίδιο ζήτημα κατά τον 4ο και τον 5ο αιώνα, ή κατά τον 12ο και τον 13ο αιώνα. Γνωρίζουμε λοιπόν πλέον καλά, ότι μια κοινωνία μπορεί να έχει χάσει εντελώς την πίστη της πολύ καιρό πριν καταργήσει επίσημα τη θρησκεία της. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι μπορεί να έχουν γίνει αγνωστικιστές πάρα πολύ καιρό πριν καταργήσουν τους ιερείς και τους επισκόπους τους. Και ξέρουμε πως εκείνη η τόσο κοντινή σε εμάς παρακμή της πίστης, που πολύς κόσμος την θεώρησε οριστική, κατέληξε σε μια απίστευτη αλλά γνωστή από το παρελθόν ανατροπή καθώς η πίστη που είχε εγκαταλείψει τους παλιότερους, φούντωσε και πάλι μέσα στις καρδιές των νεότερων. Η νέα γενιά χτυπάει την πόρτα, έλεγε ο Ίψεν, χωρίς ωστόσο να διανοείται ότι οι νέοι χτυπούν ξανά την πόρτα της Εκκλησίας.

Πέντε φορές τουλάχιστον λοιπόν —με τον Αρειανισμό, με τους Αλβιγηνούς, με τον σκεπτικιστικό Ανθρωπισμό, με τους επιγόνους του Βολταίρου και με τους επιγόνους του Δαρβίνου—, φάνηκε ότι η χριστιανική πίστη είχε φτάσει στο τέλος της. Όμως και τις πέντε αυτές φορές, στο τέλος ήταν εκείνη που κήδευσε τους επίδοξους νικητές της. Πόσο τρομερή ήταν η πτώση της και πόσο παράξενη η ανάστασή της, μπορούμε να το δούμε λεπτομερέστερα στην πλησιέστερη στα χρόνια μας περίπτωση.

Ένα σωρό πράγματα έχουν ειπωθεί για το κίνημα της Οξφόρδης και για την παράλληλη αναβίωση του Ρωμαιοκαθολικισμού στη Γαλλία.[3] Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν επισήμανε το σημαντικότερο από όλα: το γεγονός ότι κανένας δεν περίμενε να συμβεί κάτι τέτοιο. Ήταν μια έκπληξη και συνάμα ένα αίνιγμα, καθώς τα μάτια πάρα πολύ κόσμου ήταν σαν το ποτάμι να ξαναγύρισε πίσω. Όποιος έχει διαβάσει βιβλία του 18ου και του 19ου αιώνα, γνωρίζει πολύ καλά ότι εκείνη την εποχή οι πάντες σχεδόν έβλεπαν τη θρησκεία σαν ένα ποτάμι, που πλάταινε ολοένα και περισσότερο καθώς κυλούσε και τελικά κατέληγε, και έληγε, μέσα σε μια αχανή θάλασσα. Ορισμένοι πίστευαν πως θα τσακιζόταν στους γκρεμούς ενός καταρράκτη, ενώ άλλοι, οι περισσότεροι, θεωρούσαν ότι στο τέλος θα πλάταινε τόσο, που θα έχανε ολότελα την ορμή της. Δεν υπήρχε όμως κανένας που να περίμενε ότι η πορεία της θα αναστρεφόταν. Με άλλα λόγια, η μεγάλη μετριοπαθής μάζα πίστευε πως η θρησκεία θα έχανε σιγά-σιγά την ικμάδα της, ενώ κάποια φλογερά πνεύματα πίστευαν ότι αυτό θα γινόταν πάρα πολύ γρήγορα και θα οδηγούσε στο σβήσιμο της πίστης. Όλος εκείνος ο κόσμος των Γκιζό και των Μακόλεϊ,[4] του εμπορικού και ρασιοναλιστικού φιλελευθερισμού, ήταν απολύτως σίγουρος για το πού πήγαιναν και πού θα κατέληγαν τα πράγματα. Και σε αυτό συμφωνούσαν οι πάντες, έστω κι αν διαφωνούσαν ως προς το πόσο γρήγορη θα ήταν η εξέλιξη. Πολλοί έβλεπαν με φόβο και κάμποσοι με συμπάθεια μια νέα γιακωβίνικη επανάσταση, η οποία θα οδηγούσε τον επίσκοπο του Καντέρμπουρι στη λαιμητόμο, ή μια νέα Χαρτιστική εξέγερση που θα κρεμούσε τους ιερείς από τα φανάρια των δρόμων. Πώς να μη νιώσουν λοιπόν σαν ένα θαύμα το γεγονός ότι τελικά ο επίσκοπος, όχι μόνο δεν έχασε το κεφάλι του, αλλά φόρεσε την αρχιερατική μίτρα, και ότι ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες του ο σεβασμός του κόσμου για τους ιερείς και τους ταπεινούς εφημέριους; Πραγματικά, αυτή η ανατροπή άφησε και πάλι άναυδους όλους όσους προφήτευαν το τέλος του Χριστιανισμού.

Είναι εκπληκτικό. Ενώ το μόνο που συζητούσαν και στο μόνο που διαφωνούσαν ήταν το πόσο γρήγορα θα έσβηνε ο Χριστιανισμός, ξαφνικά συνειδητοποίησαν πως μια ακαθόριστη αλλά πανίσχυρη δύναμη πήρε να ανεβαίνει κόντρα στο ρεύμα το ποτάμι. Και αυτό ήταν για ένα πολύ ουσιαστικό λόγο πραγματικά ανησυχητικό, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Με το ρεύμα παρασέρνεται και κυλάει οτιδήποτε δεν έχει μέσα του ζωή και μόνο κάτι ζωντανό μπορεί να κολυμπήσει ενάντια στο ρεύμα. Ένα χάρτινο καραβάκι θα χορέψει χαριτωμένα πάνω στα νερά παρασυρμένο από τη δίνη ενός χειμάρρου. Να πλεύσει ενάντια στους ανέμους; Αυτό κι αν είναι θαύμα! Το φαρδύ ποτάμι της φαινομενικής προόδου πήρε μαζί του εκατοντάδες δημαγωγούς και σοφιστές, που ωρύονταν και χειρονομούσαν προς τα πλήθη πηγαίνοντας, σαν τους νεκρούς, μαζί με το ρεύμα των καιρών. Πήρε μαζί του σαν χάρτινα καραβάκια και αναρίθμητους φιλοσόφους. Όμως δεν υπήρχε καμιά ένδειξη ότι τα ζωντανά και ζωοποιά στοιχεία, τα οποία επίσης συμπαρέσερνε, ήταν ακόμα ζωντανά, αφού και αυτά φαινόταν να πηγαίνουν με το ρεύμα. Υπήρχε ωστόσο εκείνη η άλλη δύναμη, η μυστηριώδης και τεράστια, που δίχως καμιά αμφιβολία είχε παραμείνει ζωντανή, όσο ανεξήγητο κι αν ήταν αυτό, αφού αυτή και μόνον αυτή κολυμπούσε ενάντια στο ρεύμα, προς τις πηγές. Σε μια στιγμή, όλοι το ένιωσαν αυτό και το ένιωσαν σαν τη δύναμη ενός πανάρχαιου θηρίου, σίγουρα προϊστορικού μα οπωσδήποτε ολοζώντανου, που η ύπαρξή του εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο απίθανη και αλλόκοτη όσο θα ήταν και η εμφάνιση του μυθικού θαλάσσιου Δράκοντα στο σιντριβάνι της πόλης. Ίσως η εικόνα αυτή να μοιάζει υπερβολική, αλλά θα πρέπει να την προσέξουμε διότι αποτυπώνει πολύ καθαρά το πόσο απρόσμενη ήταν η ανατροπή που συνέβη. Εκείνη η εποχή πίστευε στ’ αλήθεια πως οι ιστορικές θρησκείες με τις τελετουργίες τους δεν ήταν παρά κληρονομιά από τον προϊστορικό ανορθολογικό άνθρωπο. Πίστευε πραγματικά πως οι αρχιερατικές μίτρες δεν ήταν παρά συμβολικές παραλλαγές των λοφίων κάποιων προκατακλυσμιαίων ζώων και ότι το να επικαλείται κανείς την αρχέγονη Εκκλησία ήταν σαν να επικαλείται τον άνθρωπο των σπηλαίων.

Ο κόσμος εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να μένει έκπληκτος από τη δύναμη εκείνης της αναγέννησης της χριστιανικής πίστης. Μίλησα αλλού για το πόσο πρόχειρες είναι οι κατηγορίες που εκτοξεύονται εναντίον της και για τις ακόμα πιο παράλογες συνεπαγωγές τους. Εδώ θα επισημάνω απλώς ότι, όσο περισσότερο της επιτίθενται, τόσο λιγότερο εξηγούν πώς συμβαίνει να ξαναγεννιέται τη στιγμή ακριβώς που όλα δείχνουν πως έχει σβήσει. Θα το εξηγήσω λοιπόν τώρα, ή τουλάχιστον θα υποδείξω προς τα πού πρέπει να αναζητήσει κανείς την εξήγηση αυτού του φαινομένου, το οποίο δεν συνέβη μόνο μια φορά αλλά πάρα πολλές φορές μέχρι τώρα.

Συνοψίζω. Όπως είναι αλήθεια ότι κατά τους τελευταίους αιώνες σημειώθηκε μια αποδυνάμωση του Χριστιανισμού, άλλο τόσο αλήθεια είναι ότι αυτό συνέβη κάμποσες φορές και σε πολύ παλιότερους αιώνες. Την τελευταία φορά, η κατάληξη ήταν παρόμοια με αυτό που συνέβη κατά το τέλος της ύστερης Αρχαιότητας και αργότερα του Μεσαίωνα. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι η χαλάρωση της πίστης δεν κατέληξε ποτέ στην εξαφάνισή της, αλλά απεναντίας στην αναζωογόνηση όλων εκείνων των στοιχείων της, που είχαν εκλείψει εξαιτίας της χλιαρότητας. Αυτό συνέβη όταν έσβησε ο Αρειανισμός, το ίδιο έγινε στο τέλος των προσπαθειών συμβιβασμού με το νομιναλισμό ή με τους Αλβιγηνούς. Εκείνο όμως που αξίζει να σημειώσουμε, και το οποίο φαίνεται ολοκάθαρα στο πιο σύγχρονο παράδειγμα, είναι ότι η αναγέννηση της θεολογίας δεν συνεπάγεται ποτέ ούτε την «συστηματική σχηματοποίηση», ούτε την «αποκάθαρσή» της, την οποία περιμένουν οι πάντες. Απεναντίας, η θεολογία που αναγεννάται, είναι πάντοτε η γνήσια θεολογία της αδιάλειπτης χριστιανικής παράδοσης. Αυτός ο ενθουσιασμός για τις θεολογικές μελέτες αποτελούσε πάντοτε το χαρακτηριστικό σημείο κάθε εποχής θεολογικής αναζωογόνησης. Αν ο παλιός, στεγνός «διδάκτωρ θεολογίας», με το «δρ.» κολλημένο πάντοτε δίπλα στο όνομά του, κατάντησε συνώνυμο της βαριεστημάρας, αυτό συνέβη επειδή είχε ο ίδιος βαρεθεί τη θεολογία, και όχι επειδή «είχε μανία» μαζί της. Αυτός ο «δρ.» κατάντησε συνώνυμο της πλήξης επειδή, όπως ο ίδιος το παραδεχόταν, είχε φτάσει να προτιμάει τη μελέτη των λατινικών του Πλωτίνου από των λατινικών του Αυγουστίνου, και τη μελέτη των ελληνικών του Ξενοφώντα από των ελληνικών του Χρυσοστόμου. Κατάντησε ανιαρός επειδή έφτασε να τον ενδιαφέρει περισσότερο μια νεκρή παράδοση από μια παράδοση στ’ αλήθεια ζωντανή. Κοντολογίς, ο «δρ. θεολογίας» κατάντησε αφόρητα πληκτικός επειδή έγινε τελικά ένας άνθρωπος του καιρού του, του καιρού της αποδυναμωμένης και χλιαρής πίστης στον Χριστό.

Υπάρχουν άνθρωποι που λένε ότι θα ήθελαν να παραμείνει ζωντανό απλώς και μόνο «το πνεύμα» του Χριστιανισμού. Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλουν είναι ένα φάντασμα του Χριστιανισμού. Μόνο που, όπως είδαμε, όποτε ο Χριστιανισμός πεθαίνει, δεν επιστρέφει ποτέ σαν φάντασμα, αλλά ανασταίνεται με το πνεύμα του και με το σώμα του, ολόκληρος. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πρόθυμοι να συγκινηθούν και να χύσουν ευσεβή δάκρυα για το θάνατο του Υιού του Ανθρώπου, αλλά δεν έχουν καμιά διάθεση να δουν τον Υιό του Θεού να περπατάει ξανά, αναστημένος, στο φως του πρωϊνού. Στην πλειοψηφία τους, είναι άνθρωποι εντελώς πεπεισμένοι ότι το πανάρχαιο καντήλι του Χριστιανισμού θα σβήσει με το φως της μέρας. Πιστεύουν ειλικρινά ότι το φως των κεριών μας τρεμοσβήνει καθώς ο ήλιος ανεβαίνει στο στερέωμα. Τους είναι αδιανόητο ότι η επτάφωτη λυχνία θα υψωθεί ξάφνου και πάλι ίσαμε τον ουρανό κάνοντας το φως του ήλιου να χλομιάσει. Και όμως, αυτό ακριβώς συνέβη τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν. Και τότε υπήρχαν άνθρωποι που έβαλαν νερό στο κρασί της χριστιανικής θεολογίας. Και τότε όμως, το νερωμένο αυτό κρασί ξαναπήρε μια μέρα ξαφνικά το ζωντανό ρουμπινένιο χρώμα του και τη δύναμη της πρώτης γεύσης του. Γι’ αυτό δεν έχουμε παρά να ξαναπούμε τα λόγια των πατέρων μας: «Πριν από χρόνια και αιώνες, οι πατεράδες μας και οι Πατέρες του λαού μας ήπιαν, όπως ονειρεύονταν, το αίμα του Θεού. Χρόνια ολόκληρα και αιώνες πέρασαν από τότε που η γεύση εκείνου του μοναδικού κρασιού ξεχάστηκε και έμεινε μόνο σαν μια ανάμνηση από τους θρύλους των γιγάντων. Αιώνες πέρασαν από τα σκοτεινά χρόνια της δεύτερης ζύμωσης, όταν το κρασί του Καθολικισμού ξεθύμανε και έγινε ξύδι του Καλβινισμού. Και ύστερα, το πικρό τούτο πιοτό ξεθύμανε και αυτό καθώς αραίωσε με το νερό της λησμονιάς και το διάβα του χρόνου. Ποτέ δεν πιστεύαμε ότι θα ξαναδοκιμάζαμε την πικρή γεύση εκείνης της ειλικρίνειας κι εκείνου του πνεύματος, και ακόμα λιγότερο πως θα γευόμασταν ξανά τη γλυκιά και ρωμαλέα δύναμη του κόκκινου κρασιού που ονειρευόμασταν. Μέρα τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, είδαμε τις ελπίδες μας να χάνονται και τα πιστεύω μας να αποδυναμώνονται. Και συνηθίσαμε σιγά-σιγά να βλέπουμε την πλημμύρα να ανεβαίνει και να πνίγει τους αμπελώνες μας, τα πιο εκλεκτά αμπέλια μας να χάνονται σαν μια ολοπόρφυρη κηλίδα μέσα σε ένα γκρίζο ωκεανό. Συνηθίσαμε το νερωμένο πια κρασί και χάσαμε τη γεύση μας συμβιβασμένοι με το άνοστο. Κύριε, Κύριε, Συ μόνο βάστηξες τον οίνο τον καλό ίσαμε σήμερα».

Αυτό είναι λοιπόν το τελευταίο και το πιο εκπληκτικό γεγονός. Ότι η πίστη δεν πέθανε μόνο πάνω από μια φορά, αλλά ότι συχνά πέθανε από γηρατειά. Δεν πέθανε μόνον επειδή την δολοφόνησαν, αλλά και από φυσικά αίτια. Έφτασε δηλαδή στο φυσικό και αναμενόμενο τέλος της όχι μόνο μία, μα πάμπολλες φορές. Βγήκε βεβαίως ζωντανή μέσα από τους πιο αιματηρούς και πιο απηνείς διωγμούς, όπως αυτούς του Διοκλητιανού ή της Γαλλικής επανάστασης, και αυτό ίσως να ήταν και αναμενόμενο. Μα απέδειξε πως διέθετε ένα πολύ ισχυρότερο, πολύ βαθύτερο, πολύ πιο παράξενο σθένος. Διότι δεν επέζησε μόνο του πολέμου, αλλά και της ειρήνης. Δεν πέθανε μονάχα πάμπολλες φορές, αλλά και ξεθύμανε και μαράθηκε άλλες τόσες. Και όμως, στο τέλος βγήκε και πάλι ζωντανή. Δεν είναι ανάγκη να ξαναθυμίσω το τέλος του Χριστού, όπου παντρεύτηκαν η νιότη με το θάνατο. Στο θάνατο της πίστης όμως, ήταν κάθε φορά σαν να πέθαινε ένας υπέργηρος Χριστός από βαθιά γεράματα και σαν να ανασταινόταν πάλι, με χαρές και με τραγούδια, νέος ξανά και πάλι ολοζώντανος. Έχει αρκετά σωστά ειπωθεί ότι ο Χριστιανισμός ξεθύμαινε όποτε δενόταν υπερβολικά στενά με τις δυνάμεις αυτού του κόσμου. Όμως όσες φορές δέθηκε με αυτές, άλλες τόσες και πιο πολλές έκοψε κάθε δεσμό μαζί τους. Κάποιοι πολέμιοι έχουν πει ότι ο Χριστιανισμός δεν ήταν παρά μια πλευρά της εξουσίας των Αυτοκρατόρων. Σήμερα όμως αυτό ακούγεται τόσο άτοπο, όσο αν έλεγαν πως ο Χριστιανισμός ήταν θρησκεία των Φαραώ. Κάποιοι άλλοι έχουν υποστηρίξει ότι ο Χριστιανισμός δεν ήταν παρά η επίσημη θρησκεία του φεουδαρχισμού. Όμως σήμερα αυτό ακούγεται τόσο πειστικό, όσο αν έλεγαν ότι ο Χριστιανισμός ήταν καταδικασμένος να πεθάνει μαζί με την αρχαία Ρώμη. Οι αυτοκράτορες και οι φεουδάρχες έσβησαν πράγματι κάποια στιγμή από την ιστορία, και ίσως φαινόταν φυσικό να σβήσει μαζί τους και η θρησκεία τους. Πράγματι λοιπόν, έσβησε και αυτή, μα στη συνέχεια ζωντάνεψε ξανά.

«Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι».  «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, όμως οι λόγοι μου δεν θα παρέλθουν». Ο πολιτισμός της Αρχαιότητας κάλυπτε ολόκληρο τον κόσμο και οι άνθρωποι δεν φαντάζονταν ότι θα παρερχόταν ποτέ. Δεν μπορούσαν να διανοηθούν μιαν άλλη τάξη πραγμάτων στο κόσμο, εκτός κι αν ο κόσμος που γνώριζαν έπαυε να υφίσταται. Ο πολιτισμός του κόσμου παρήλθε, αλλά τα λόγια του Χριστού παρέμειναν. Στη μεγάλη νύχτα των Σκοτεινών Χρόνων, η φεουδαρχία ήταν κάτι το τόσο οικείο, που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι κάποτε θα έπαυαν να υπάρχουν φεουδάρχες. Όσο για τη θρησκεία, ήταν τόσο στενά δεμένη με την φεουδαρχία, που κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα ξεχώριζαν ποτέ. Όμως η φεουδαρχία κάποια στιγμή κατέρρευσε και γκρεμίστηκε στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων. Και τότε, μέσα από αυτή την καινούργια ελευθερία, η πρώτη ζωντανή δύναμη που ήλθε στο προσκήνιο για να δέσει αρμονικά με τον γνήσια μεσαιωνικό λαϊκό πολιτισμό, ήταν ακριβώς η παλιά θρησκεία. Η φεουδαρχία παρήλθε, αλλά οι λόγοι του Χριστού δεν παρήλθαν. Ολόκληρη η μεσαιωνική τάξη πράγματων, που διασφάλιζε στον άνθρωπο ένα πλήρη και σε μεγάλο βαθμό γνήσια λαϊκό τύπο ζωής, έσβησε και αυτή με τη σειρά της. Τούτη τη φορά ο κόσμος πίστεψε πως είχε έρθει στα σίγουρα το τέλος του Χριστιανισμού. Όμως τα λόγια του Χριστού περπάτησαν πάνω από την ακτινοβόλο άβυσσο της Αναγέννησης και μέσα σε πενήντα χρόνια πήραν από το φως και από τη γνώση της, και ύψωσαν νέους θρησκευτικούς θεσμούς, νέους απολογητές, νέους Αγίους. Τέλος, ο περισσότερος κόσμος νόμισε πως την πίστη θα την έσβηνε το ξερό φως του ρασιοναλιστικού αιώνα κι ότι θα την κατάπινε για πάντα ο σεισμός της Γαλλικής επανάστασης και των διαδόχων της. Η επιστήμη εξήγησε λεπτομερώς το ανυπόστατο της πίστης και η ιστορία την καταχώρισε στο νεκρό πλέον παρελθόν, όταν ξαφνικά εκείνη ήρθε και πάλι στη ζωή σαν μια παρουσία από το μέλλον. Σήμερα η χριστιανική πίστη βρίσκεται και πάλι στο δρόμο μας και ανθίζει κάτω από τα μάτια μας.

Αν τα ιστορικά τεκμήριά μας λένε την αλήθεια και αν οι άνθρωποι πράγματι μαθαίνουν να τα εξετάζουν με όπλο τη λογική, τότε θα πρέπει να περιμένουμε ότι οι πολέμιοι του Χριστιανισμού θα διδαχτούν αργά ή γρήγορα από τις τόσες προηγούμενες απογοητεύσεις τους και θα πάψουν να φαντασιώνονται το θάνατο της πίστης μας. Μπορούν ασφαλώς να συνεχίσουν να την πολεμούν, αλλά θα είναι σαν να πολεμούν με την Φύση, με τη γη και με τους ουρανούς. «Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, όμως οι λόγοι μου δεν παρέλθουν». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πολέμιοι του Χριστιανισμού θα τον δουν να παραπατά ξανά και να ξαναπέφτει σε σφάλματα, όμως δεν πρόκειται να τον δουν να πεθαίνει. Ασυναίσθητα, ίσως ακόμα και δίχως να το συνειδητοποιούν, με τη βουβή αναμονή τους θα εκπληρώνουν εσαεί εκείνη την συγκλονιστική προφητεία. Και ίσως κάποια στιγμή πάψουν να περιμένουν το θάνατο αυτού του πράγματος που τόσες φορές μάταια κατατρόπωσαν, και μάθουν ενστικτωδώς να περιμένουν πρώτα να παγώσει ο ήλιος και να γκρεμιστούν τ’ αστέρια από τον ουρανό.

Σημειώσεις

[1] Ο Edmund Campion (1540-1581) ήταν ένας ιησουίτης ιερέας, που τον κρέμασαν όταν βασίλευε η προτεστάντισσα βασίλισσα Ελισάβετ, ενώ ο Hugh Latimer (1487-1555) ήταν ένας Αγγλικανός επίσκοπος που τον θανάτωσαν στην πυρά όταν βασίλευε η ρωμαιοκαθολική βασίλισσα Μαίρη.

[2] «Εμπρός, ας βαδίσουμε ενάντια στις δυνάμεις του ουρανού/ και ας καρφώσουμε μαύρα λάβαρα πάνω στο στερέωμα/ για να σημαδέψουμε την σφαγή των θεών» (στο Ταμερλάνος ο Μέγας, 1590). Ο Christopher Marlowe (1564;-1593), ήταν σπουδαίος δραματουργός, ποιητής και μεταφραστής, πιθανότατα και κατάσκοπος του αγγλικού θρόνου. Σύγχρονος του Σαίξπηρ, για πολλούς εξίσου μεγάλος τραγωδός με αυτόν. Το έργο του Dr Faustus θεωρείται ότι ασκεί αθεϊστική και αντιχριστιανική προπαγάνδα, αν και στο τέλος ο ήρωάς του καταδικάζεται.

[3] Κίνημα επιστροφής της αγγλικανικής εκκλησίας στις παραδόσεις του Ρωμαιοκαθολικισμού κατά τα μέσα του 19ου αιώνα.

[4] François Pierre Guillaume Guizot (1787-1874), Γάλλος ιστορικός, ρήτορας και φιλομοναρχικός πολιτικός, από τις εξέχουσες μορφές της προεπαναστατικής Γαλλίας. Thomas Babington Macaulay (1800-1859), Άγγλος ιστορικός και φιλομοναρχικός πολιτικός, συγγραφέας μιας Ιστορίας της Αγγλίας (1848).

Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου “ο αιώνιος άνθρωπος” του Chesterton G. K. που εξέδωσαν οι εκδόσεις ΙΩΝΑΣ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here