(νέο) αποδημίας εγκώμιο

4
401

Θεόδωρος Παντούλας

Από πολλές μεριές ακούγεται θρήνος και κοπετός υποκρισίας για τους νέους  Έλληνες κι Ελληνίδες που έφτιαξαν τα μπαγκάζια τους κι έφυγαν στην αλλοδαπή. Μόνο κιοτήδες δεν τους είπαμε, που στα δύσκολα λακίσαν. Δεν τους το είπαμε αλλά το υπονοούμε βεβαίως βεβαίως, ψηλώνοντας, εν τω μεταξύ,  κατά τι τους μπόσικους εαυτούς μας, που μένουν ενθάδε τοις κείνων κρίμασι πειθόμενοι, παλεύοντας -υποτίθεται- και χαροπαλεύοντας με τα στουρνάρια της κυβέρνησης και τα κούτσουρα της αντιπολίτευσης. Δηλαδή περίπου «πατριώτες» εμείς, οι  οπισθοφύλακες, όχι μιας  περηφανούς ήττας αλλά της δανειοδίαιτης  ειλωτείας, κι «εθνοπροδότες» όσοι έφυγαν αποκαρδιωμένοι από τα όμορφα τα μέρη μας! «Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται» φίλτατοι αναγνώσται.

Να με συμπαθάτε όμως αλλά εγώ που μένω, δεν οικτίρω αυτούς που φεύγουν «με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητούντες»  αλλά εμάς -«χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους»- που συνεχίζουμε μισοχορτάτοι να ψευτοζούμε καταρρεύσεις υπό προστασία. Την ανημπόρια μας φιλοτιμία ποιούμενοι, λαθρεπιβάτες  «μιας φυλής που ζει φευγάτη απ’  ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό», ξεμένουμε και μας καταπίνει σε δόσεις το θεριό.
Αν μπορούσα, θα είχα φύγει κι εγώ με τους φευγάτους να μην φαρμακωθώ, που «πλημμύρισε σκουλήκια η μητέρα». Διότι δεν είναι πατρίδα μου αυτή η συνδικαλισμένη αθλιότητα. Δεν θέλω τα παιδιά μου ν’ ανδρωθούν ως επαίτες. Δεν θέλω να συνεχίσω να επιλέγω μεταξύ του κακού και του χειρότερου.

Να πάτε στο καλό λοιπόν ξενιτεμένα μου πουλιά. Και καλή προκοπή να έχετε. Να φυλάξετε στις αποσκευές σας την ευχή της μάνας σας και τον ύμνο με τα «με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι». Να μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Σολωμό Σολωμού και δεν θα κρυώνετε.

Και, ποιος ξέρει, εσείς ίσως καταφέρετε  εκεί στην ξένη, στη μείζονα Ελλάδα, να εκραγεί το φως μιας πατρίδας που δεν θα βλαστημά το γάλα που βύζαξε.

Και, ποιος ξέρει, από το φως αυτό ίσως να φωτιστούν τα δικά μας σκότη. Να πάτε στο καλό και να μην μας αλησμονάτε απόδημοι αδελφοί μου. Δυο φορές ξένοι και πολλές φορές δικοί μου.

πηγή: Aντίφωνο

 

4 Σχόλια

  1. Ένα υπέροχο κι ηρωικό ηπειρώτικο μοιρολόι είναι τούτο το μικρό κείμενο για τα ξενιτεμένα μας πουλιά. Μα τώρα δεν είμαστε στα Γιάννενα του 1812 αλλά στην Αθήνα του 2012! Γι΄αυτό και τα παιδιά μας δεν πάνε στην Πόλη αλλά στο Σίτι…”σου στέλνω μήλο σέπεται κυδώνι μαραγκιάζει”.
    Αλλά και τότε τα πράγματα δεν ήταν τόσο λαμπρά όπως σήμερα μας αρέσει να τα εξιδανικεύουμε…εθνομηδενίζοντες από την αντίστροφη πλευρά. Λένε πως οι Ηπειρώτες εύχονταν στα νεογέννητα: “ή στην Πόλη κουλουρτζής ή στην Σμύρνη σαλεπιτζής”. Κάτι από τα δύο αρκούσε, κάλυπτε τις…φιλοδοξίες τους…”ξένοι στα πλένουν τα σκουτιά, ξένοι στα σαπουνίζουν…τα πλένουν μια, τα πλένουν δυο, τα πλένουν τρεις και πέντε. Και από τις πέντε κι ύστερα τα ρίχνουν στο σοκάκι”.
    Θόδωρε, η Πατρίδα δεν είναι αλά κάρτ, δεν είναι ανώνυμη εταιρεία, άμα δεν μας συμφέρει να φεύγουμε… να πάμε αλλού. Το “αλλού” είναι “άλλου Νου” και ποτέ δεν θα είναι η μάχη πιο εύκολη από δω. Θυμήσου τι πάθανε όσοι πήγανε να πολεμήσουν στην Β. Αφρική στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αντιστοιχία είναι πλήρης. Αν εδώ είμαστε υπό προστασία τότε εκεί τι θα είναι οι Έλληνες; Ή μήπως αυτό μας χρειάζεται; Να απαλλαγούμε τάχα”από τη μητέρα που γέμισε σκουλήκια” και να πάμε σε ένα από τα “ευνομούμενα κράτη” της Εσπερίας; Τότε γιατί να μην αφήσουμε την Μέρκελ να φέρει τα “φώτα” της Εσπερίας εδώ; Αυτή είναι η γιατριά, ο εκσυγχρονισμός των άλλων κρατών; Η “καλοσύνη των άλλων” βορειοευρωπαϊκών κρατών; Η σωτηρία του καθενός μας είναι στη “φυγή” ή στην “αλλαγή”; Στην “μεταστροφή” για την ακρίβεια;

  2. Τις θερμές ευχές μου για τις ερχόμενες εορτές, σε όλους τους συντελεστές του Αντιφώνου, ευχόμενη σύντομα να επιστρέψουν τα ξενητεμένα μας πουλιά.

  3. Δεν είναι εύκολο να μείνεις, ούτε και είναι επιπόλαια απόφαση το να φύγεις. Η Ελλάδα (οι Έλληνες δηλαδή, τουλάχιστον οι δημόσιοι άνδρες) πάντα μας πληγώνει, όπου κι αν είμαστε, εντός ή εκτός των τειχών. Υπό τις παρούσες συνθήκες δεν μπορώ να κακίσω (ή να μακαρίσω) αυτούς που επιλέγουν τον ένα ή τον άλλο δρόμο. Καλή φώτιση σε όλους, πάντα με τα μάτια στραμμένα προς το Φως που (ξανά) έρχεται σε λίγες μέρες. Χρόνια πολλά σε όλους!

  4. Η πολιτική ζωή των Ελλήνων, από τον καιρό του Τρωϊκού Πολέμου, δεν ήταν ποτέ υπόθεση εσωτερική, αλλά προέκυπτε από την σχέση μας με τους άλλους λαούς, κοντινότερους και μακρυνότερους και πάντα στα πλαίσια ενός έντονου ανταγωνισμού με αυτούς. Η οικονομική διάσταση ήταν πάντα καθοριστική, ακόμη και αν καλυπτόταν από το φουστανάκι της ωραίας Ελένης. Το ίδιο ισχύει και από το 1830 μέχρι σήμερα. Καλό το μελόδραμα, όταν το δημιουργεί ο Μότσαρτ, ο Βέρντι και ο Σαμάρας. Ωραία τα Δημοτικά και τα Λαϊκά του ’60, με τα “ξενιτεμένα πουλιά” και “το παιδί μου σε χάνω πιά”, αλλά εμείς χρειαζόμαστε ψυχραιμία, να μελετήσουμε και λίγο εκλαϊκευτικά βιβλία οικονομίας, ώστε να αντιληφθούμε με σύνεση την θέση μας. Ούτως ή άλλως ποτέ ο εγκλεισμός μας στα όρια της ελλαδικής χερσοννήσου δεν ήταν ο τρόπος μας. Ακόμη και στο Στόουνχετζ φαίνεται ότι είχαν συμμετάσχει μυκηναίοι μαστόροι. Ποιοί δεν έχουν συγγενείς δεύτερης ή τρίτης γενεάς σε ανατολή και δύση. Το πρόβλημά μας είναι πάλι παγκόσμιο και μαζί με τους άλλους λαούς μπορεί να λυθεί. Χρειάζεται όμως γνώση και επιθετικότητα, όχι καταθλιπτική διάθεση, αυτοκατάκριση και “μπέστε σκύλοι αλέστε”. Είμαστε πολίτες του κόσμου, δηλαδή χριστιανοί. Όταν ξεχνούσαμε την συμφορά της Αφρικής και της Ασίας νομίζαμε ότι δεν θα χτυπήσει και εμάς. Όσο πιό γρήγορα ξυπνήσουμε, τόσο το καλύτερο. Οι ενοχές ωφελούν μόνο τους εχθρούς μου “ἐπεὶ τά γ᾽ ἔργα μου πεπονθότ᾽ ἐστὶ μᾶλλον ἢ δεδρακότα” (Οιδίπους επί Κολωνώ, 266), I am a man more sinn’d against than sinning (King Lear, Act 3, scene 2, 59-60).

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here