Μικρό «Εισοδικό» στην ποιητική Θεολογία του π. Βασιλείου Γοντικάκη

2
62

Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Εύστοχα το έργο του π. Βασιλείου Γοντικάκη έχει αποκληθεί «φιλοκαλικό», καθώς πρόκειται όντως για μια κατεξοχήν ποιητική θεολογία. Διαβάζοντας κανείς τα κείμενά του, έχει την εντύπωση ότι μελετά ποίηση, και όχι μόνο θεολογία- άλλωστε αυτά τα δυο κατά βάθος συνενώνονται. Υπάρχουν έξαλλου και άλλοι σπουδαίοι θεολόγοι, όπως ο π. Στανιλοάε, που κατά βάθος είναι ποιητές.

Παρακάτω, θα κάνουμε μια σύντομη προσπάθεια να προσεγγίσουμε, καθόλου συστηματικά, αλλά περισσότερο βιωματικά, το έργο του, διατρυπώντας απλώς κάποιες πρόχειρες σκέψεις. Θα μιλήσω γι’ αυτό που ο ίδιος αισθάνομαι όταν διαβάζω τις σελίδες του. Λοιπόν, τα κείμενά του,  μου φαίνονται πλημμυρισμένα όλα από το αναστάσιμο φως, πράγμα ιδιαίτερα σημαδιακό, καθώς ο συγγραφέας τους είναι βέβαια ορθόδοξος. Πουθενά αλλού, σε κανέναν δυτικό θεολόγο, δεν θα συναντήσεις αυτήν την πραγματικότητα. Έτυχε να διαβάσω γραπτά μερικών ξένων θεολόγων, μερικά από τα οποία είναι όντως πολύ σημαντικά. Ωστόσο, η αναστάσιμη εμπειρία εκεί είναι υποβιβασμένη, και είναι φυσικό αυτό για στοχαστές που δεν έχουν ζήσει το ορθόδοξο λειτουργικό βίωμα. Άλλωστε, η δυτική θεολογία εν πολλοίς πιστεύει ότι η Ανάσταση του Κύριου ήταν ένας σταθμός στο όλο έργο της θείας Οικονομίας, για μας όμως αποτελεί το τέρμα του ταξιδιού, καθώς καταλύθηκε ο θάνατος και περάσαμε από τώρα στην αιώνια ζωή- αν έχουμε βέβαια την εμπειρία των αγίων. 

Μερικοί μάλιστα, απ’ όσο γνωρίζω, έχουν σκανδαλιστεί από το ότι στα γραπτά του π. Βασιλείου φαίνεται να απουσιάζει το «κακό», το δυσειδές, το άσχημο, γενικά η θλιβερή πραγματικότητα αυτής εδώ της οδυνηρής ζωής. Ωστόσο, είπαμε ότι τα πάντα διαπνέει και διαποτίζει εδώ το αναστάσιμο φως, και πρέπει να έχουμε στο νου μας πάντα εκείνη την μοναδική μυσταγωγία της αναστάσιμης νύχτας, της οποία η υμνογραφία δεν γνωρίζει ακριβώς τίποτε άλλο παρά μόνο την χαρά. Ο π. Βασίλειος αναφέρεται ωστόσο συχνά στα βάσανα και τις περιπέτειες του ελληνικού λαού, αλλά και τότε μας λέγει πως όλα αυτά, αν τα εκλάβει κανείς δοξολογικά ως μαρτύριο, μπορούν να μεταστοιχειωθούν σε ύμνο προς τον Θεό. 

Πρέπει λοιπόν, μια που αναφέραμε τη λέξη «λαός», να πούμε ότι ο θεολόγος μας δίνει πολύ μεγάλη σημασία ακριβώς στον λαό του Θεού, μαζί και στα έργα του. Θα προλάβουν μερικοί «προοδευτικοί» να συκοφαντήσουν όλα αυτά ως εθνικιστική ρητορεία, ωστόσο πρέπει εδώ να πούμε – και περιττεύουν ασφαλώς οι παραπομπές- ότι ο π. Βασίλειος δεν λέγει τίποτε άλλο παρά πράγματα που έχει πει κυρίως ο Ελύτης, αλλά και ο Σεφέρης και ο Ρίτσος και άλλοι αρκετοί. Ο π. Βασίλειος περαιτέρω θεωρεί ότι ο ελληνικός λαός έχει «διαχρονία», μια άποψη επίσης που ηχεί μεταφυσική στα αυτιά πολλών συγχρόνων διανοητών, που θεωρούν ότι δεν μπορεί να έχει τίποτε κοινό πχ η κλασική Αθήνα με την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Πρέπει να θυμηθούμε όμως στο σημείο αυτό ότι η διαχρονία, ως ένα σημείο, αποτελεί σπουδαία έννοια και μελετάται σήμερα και από την δυτική Ιστορία. Τηρουμένων των αναλογιών, ας θυμηθούμε εδώ τον Μπρωντέλ, ο οποίος δείχνει τουλάχιστον την δυνατότητα να διατηρηθούν πολιτισμικά στοιχεία στην πορεία όχι μόνο αιώνων, αλλά και χιλιετιών. Για να πούμε την πικρή αλήθεια για τους κάθε λογής «εκσυγχρονιστές», η ομοιότητα και βαθιά σύμπτωση αρχαίας και νέας Ελλάδος σε πολλά σημεία – τουλάχιστον πλην επέλθει η σύγχρονη πολιτιστική αλλοτρίωση- έχει μελετηθεί και καταδειχτεί ποικιλοτρόπως, από σπουδαίους Έλληνες σοφούς, ειδικούς στον τομέα τους. Αλλά αυτό ασφαλώς δεν είναι εύκολα παραδεκτό για τη σημερινή ιδεοληψία.  

Όπως και να έχει το πράγμα, ο π. Βασίλειος θεωρεί ότι ακόμη και τα λόγια, ή έντεχνα επιτεύγματα της ελληνικής ιστορίας, ας πούμε ο Ακάθιστος Ύμνος ή η Αγια-Σοφιά, δεν είναι τόσο έργα των ατομικών δημιουργών τους, όσο του ίδιου του λαού ως ολότητας. Απαιτείται δυστυχώς επιχειρηματολογία για να μην φανεί και αυτή η απόφανση ως «εθνικιστικό» ατόπημα. Λοιπόν, οι γοτθικοί καθεδρικοί, πχ , όπως έχει καταδείξει η έρευνα, μπορεί να σχεδιάστηκαν από κάποιους μηχανικούς, ωστόσο ασύνειδα αυτοί εξέφραζαν το σχολαστικό πνεύμα της τότε θεολογίας. Ο σχολαστικισμός ήταν ο τότε πολιτισμός της Δύσης, και αυτό αποτυπωνόταν παντού. Παρομοίως λοιπόν και με την Αγια-Σοφιά. Ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος δεν θα σκέφτηκαν ασφαλώς ποτέ ότι έπρεπε ν’ αποτυπώσουν το δόγμα της Χαλκηδόνας στην πέτρα και στο μάρμαρο, και όμως αυτό έκαναν. Πλην, το δόγμα της Χαλκηδόνας ήταν ο τότε ελληνισμός, και αυτό αποτυπωνόταν παντού, σε κάθε πολιτισμική έκφραση, λόγια ή πιο λαϊκή.

Θα αποτελούσε σκάνδαλο για κάποιον ίσως συντηρητικό πιστό να αποδίδει ένας θεολόγος τόσο μεγάλη σημασία στα επιτεύγματα ενός πολιτισμού, που στο κάτω κάτω είναι ιστορικό μέγεθος, και ως εκ τούτου κάποια μέρα θα πεθάνει. Ο π. Βασίλειος προλαβαίνει όμως την αντίρρηση. Μας λέγει ότι κάθε πολιτισμός αποκτά αιώνια αξία, όταν καθίσταται «εικόνα». Όπως λοιπόν η λειτουργική εικόνα του Χριστού και της Παναγίας, αν και εικόνα και όχι το πρωτότυπο, είναι ιερή, καθότι παραπέμπει  στο αρχέτυπο, παρομοίως γίνεται και ένας ολόκληρος πολιτισμός, με την αρχιτεκτονική του, το τραγούδι, τις καθημερινές ακόμη συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα, να καταστεί ολόκληρος «εικόνα» των εσχάτων. Τέτοια εικόνα, κατά τον συγγραφέα, είναι, στο μέτρο του δυνατού, με τις αποτυχίες και τα σφάλματά της, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, γιατί είχε προπαντός, στις προνομιακές της στιγμές, το στοιχείο της «Οικουμένης». Η οικουμενικότητα,  που διασώζει σήμερα το σεπτό Οικουμενικό μας Πατριαρχείο – στο οποίο μένει και άκρως πιστός ο π. Βασίλειος- δεν είναι χωρική έννοια, ούτε σήμαινε ασφαλώς πως το Βυζάντιο όφειλε να κατακτήσει όλη την γη. Κάτι τέτοιο ποτέ δεν επιδίωξε στην πραγματικότητα η Αυτοκρατορία. Οικουμενικότητα, σημαίνει, όπως μας εξηγεί ο σεπτός Αρχιμανδρίτης, εκείνη την μοναδική άνεση και ευρυχωρία και αρχοντιά και αξιοπρέπεια, που πρέπει να χαρακτηρίζει τον κάθε Ρωμιό. Και ο Ρωμιός είναι ασφαλώς πολιτισμικό και όχι εθνοφυλετικό μέγεθος. Υπερβαίνοντας, κάτι που τονίζει και ο Χρήστος Γιανναράς, την καρτεσιανή ανάγκη για ψυχολογική «βεβαιότητα» (η αναλυτική φιλοσοφία έκανε στην Δύση μια προσπάθεια να καταδείξει το α-νόητο, κατά Βιτγκενστάιν, μιας τέτοιας προσπάθειας), ο θεολόγος μιλά για εκείνη την «καρδιακή» πραγματικότητα, που ξεπερνά οποιαδήποτε ανάγκη για επιχειρηματολογία. Τα επιχειρήματα είναι χρήσιμα, αλλά η αλήθεια είναι περισσότερο μια καταύγαση, κατά τον π. Βασίλειο, μια φανέρωση του όντος. Και πάλι αυτό σε κάποιους στοχαστές θα φαινόταν μυστικιστικό, για αυτό και κατ’ ανάγκην, ζητώντας συγγνώμη για τις πολλές αναφορές σε ονόματα, καλό είναι να θυμηθούμε τι σχετικά δίδαξε ο Χάιντεγκερ. Η αλήθεια δεν συλλαμβάνεται ποτέ, από αυτό όμως δεν προκύπτει το λανθασμένο μεταμοντέρνο δόγμα ότι δεν υπάρχει. Η αλήθεια φανερώνεται – και το ερώτημα που θα απευθύνει κανείς στους μεταμοντέρνους είναι πια, πώς θα αντέξει κανείς τούτη την φανέρωση, που μπορεί να είναι αμείλικτη για κάθε ιδεοληψία και καταφυγή πίσω από θεωρητικά δόγματα. Προπαντός, όπως ρωτά κάπου ο θεολόγος, πώς μπορεί κανείς να αντέξει την αλήθεια (του), όταν είναι δειλός; Η ψευτιά – ιδού ένα δόγμα της ποίησης – είναι κάτι περισσότερο από θεωρητικό λάθος, είναι αμαύρωση, κηλίδωση, ασχήμια. Η ζωή δεν αντέχει το ψέμα, και κάποια μέρα θα το ξεβράσει, όπως και τόσα μυθεύματα της ιστορίας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο π. Βασίλειος δίνει τόση σημασία στην Τέχνη. Η ψυχή του τρέφεται από τα αριστουργήματα του ελληνικού πολιτισμού, σε κάθε τομέα, την ποίηση και την υμνογραφία, την μουσική, την αρχιτεκτονική, την μουσική. Αγαπά ιδιαιτέρως και την αρχαία Ελλάδα, την οποία δεν φοβάται καθόλου για το ειδωλολατρικό της παρελθόν, γιατί γνωρίζει, όπως γράφει στα κείμενά του, ότι ήταν «θεοσεβέστερη» πάντων (Απ. Παύλος), όσο και γιατί αγαπά την γνήσια διανοητική αναζήτηση. Δεν φοβάται την προσωπική έρευνα, το «ψάξιμο», απεχθάνεται μόνο το ιδεολογικό βόλεμα, την νοητική αποχαύνωση, την χλιαρότητα. Η αρχαία Ελλάδα λοιπόν ζούσε κατ’ αυτόν στον παλμό της ιερότητας, γι’ αυτό, και όταν ήρθε η ώρα, αναγνώρισε τον «άγνωστο Θεό», που ανέκαθεν έψαχνε. Ιδιαιτέρως βέβαια αγαπά τα έργα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, αυτών που συνέχισαν την αρχαία θεωρητική δίψα και έδωσαν κείμενα όπου η θεία αλήθεια φανερώνεται ως «λόγος». Οι Άγιοι Πατέρες μάλιστα, κατά τον π. Βασίλειο, πέτυχαν πρωτίστως να ενοποιήσουν τον όλο άνθρωπο, και έτσι να μεταβάλλουν σε Τέχνη ακόμη και την καθημερινή ζωή του ατόμου. Αυτό που γνωρίζει ο π. Βασίλειος είναι ότι υπάρχουν πολιτισμοί, εποχές, μεμονωμένοι διανοητές, οι οποίοι έτσι ή αλλιώς καλλιεργούν και αφοσιώνονται στην μονομέρεια. Παραδείγματα, γνωστά από τα έργα του Γιανναρά, ο σχολαστικισμός, με την νοησιαρχία του, ο συναισθηματολογικός ρομαντισμός που ήρθε ως αντίδραση στον λογοκρατούμενο διαφωτισμό, ο βολονταρισμός του Σοπενχάουερ και διαφορετικά του Νίτσε, για να μην προσθέσω τον ιδιότυπο μυστικισμό του σημερινού μεταμοντερνισμού. Ο π. Βασίλειος μιλά όμως για την «σωτηρία» του όλου ανθρώπου, που σημαίνει ότι τα πάντα, όπως λέγει, μπορούν να «λογωθούν», ούτως ώστε να σκεπτόμαστε όπως αισθανόμαστε, να μιλάμε όπως σκεπτόμαστε, επίσης να ζούμε όπως πράγματι και σκεπτόμαστε και μιλάμε. Και τούτο γιατί στον σύγχρονο κόσμο επικρατεί μια βαθιά σχιζοφρένεια: άλλα πιστεύει κανείς και άλλα πράττει, άλλα πράττει κρυφά και άλλα λέγει κλπ. Κα τέλος ξέρει ότι, ειδικά όσον αφορά την «πίστη», υπάρχει μια βαθιά, καλά κρυμμένη πραγματικότητα, αυτή της περίφημης «καρδιάς», όπου κρύβεται ο αληθινός, πλην ανομολόγητος άνθρωπος. Κάτι από αυτά βέβαια ψυχανεμίζεται και η ψυχανάλυση, η οποία καταφάσκει το γεγονός ότι μπορεί ένας τυπικά πιστός να είναι στην ουσία αληθινός ειδωλολάτρης, ενώ ένας φαινομενικά άθεος, ακραιφνής οπαδός του όποιου –ισμου, πιθανόν απλά να διακατέχεται από τον βαθύτατο φόβο της «κόλασης» που τον περιμένει. Ποιας κόλασης; Μα φυσικά , τον ερχομό του «φωτός», που θα φέρει στην επιφάνεια το αληθινό, καρδιακό «έργο» μας. Το Άγιο Όρος, γράφει, είναι αυστηρό, όχι φυσικά γιατί επιβάλλει τίποτε τιμωρίες, άλλα γιατί έχει τον τρόπο του, εν πλήρει δημοκρατία, να αποβάλλει την ψευτιά. Είναι οπαδός, σημαντικό αυτό, της αγιορείτικης πλήρους δημοκρατίας, η οποία, επειδή ακριβώς είναι δημοκρατική «πολιτεία», εντελώς αποκεντρωμένη, θα λέγαμε, δεν επιτρέπει τις νοθείες. Στο Άγιο Όρος δεν μετράν τόσο οι αρετές, όσο, όπως μαθαίνουμε, το «ήθος». 

Αυτή η έννοια, που απουσιάζει από την Δύση, απαιτεί κάποια μετάφραση για να μην φανεί επίσης μυστικιστική. Το λοιπόν, το ήθος υπερβαίνει τον όποιο ηθικισμό, πουριτανισμό, ή την ευσεβιστική προσήλωση στο καθήκον. Ήθος σημαίνει ελευθερία. Στην παραβολή του Ασώτου, που υπεραγαπά ο σεπτός Αρχιμανδρίτης, αναφέρεται ότι ο Πατέρας, συγκαταβαίνει στην θέληση του μικρού γιου του, και του δίνει την περιουσία, ενώ γνωρίζει ότι αυτός θα την κατασπαταλήσει. Δεν κάνει αληθινά καμία προσπάθεια να τον σταματήσει. Γιατί αυτό; Γιατί ξέρει ότι ο μικρός γιος πρέπει «να πάθει για να μάθει». Τον αφήνει να ωριμάσει, και υποχωρεί μπροστά στα λόγια του μελλοντικού Ασώτου, του δίνει ανενδοίαστα την ελευθερία που ζητά. Πονά βέβαια γι’ αυτό, αλλά υποχωρεί. Αυτό είναι, ας πούμε, το πατρικό ήθος. Να «θυσιάζεσαι» -άλλη μια λέξη συκοφαντημένη- για τον άλλο, να αφήνεις τον άλλο να ωριμάσει, να μην τον κρατάς φυλακισμένο μέσα στην φυλακή της «αγάπης» ή της «καλοσύνης» σου, ή των ωραίων «αρετών» σου. Υπάρχει μια λέξη, αληθινά υπερούσια, μυστική και μυσταγωγική, που υποτίθεται ότι σημαίνει μια αρετή, άλλα στην ουσία σημαίνει το παν, την καρδιακή ποιότητα που πράγματι είναι συγγενική με τον Θεό. Αυτή η λέξη είναι η «ταπείνωση», και ο π .Βασίλειος αυτήν εμπιστεύεται ως πράγματι αρχοντική και ευγενή διάθεση, ως το αληθινό  «ήθος». Ήθος είναι ακόμη, θα λέγαμε, και η αυστηρότητα, όταν, όπως είπαμε, καυτηριάζει, όχι βέβαια με αυτοδικαίωση και έπαρση, την ψευτιά, ήθος είναι η διάκριση, που, θα λέγαμε, μπορεί ακόμη να μεταχειριστεί και το ψέμα, αν είναι να σώσει τον αδελφό, όπως έκανε ο αγ. Διονύσιος, που έκρυψε από τους διώκτες τον φονιά του αδελφού του. Πρέπει να θυμόμαστε ότι, αντίθετα από το καθολικό δόγμα ή την καντιανή καθηκοντολογία, ο ορθόδοξος, χάρη στην «διάκριση», μπορεί να μεταχειριστεί και «άνομα» μέσα, για να σώσει τον άλλο. Ας θυμόμαστε τον Απόστολο Παύλο, που είπε ότι θα προτιμούσε να γίνει κατάρα, για να γίνει ο συνάνθρωπος ευλογία.

Άλλη μια λέξη, εξίσου σημαντική για τον θεολόγο μας, είναι η «αυθεντικότητα». Το ανελέητο φως του Ελύτη, δεν επιτρέπει τίποτε ψεύτικο στο ελληνικό τοπίο. Το φως καθαίρει. Και το «άκτιστον φως», από το οποίο, όπως γράφει ο π. Βασίλειος, εκπορεύονται τα μεγαλουργήματα του ελληνικού πολιτισμού και η σάρκωση της καθημερινότητας, εκδιώκει το «μη αυθεντικό». Αλλού γράφει ο Ελύτης ότι στον ελληνικό πολιτισμό λείπουν τα φτιασιδώματα και τα «ψιμύθια», υπάρχει μόνο το καίριο. Μια αναλογία ως προς αυτό υπάρχει και στην σύγχρονη ζωγραφική τέχνη, που, τουλάχιστον τον εικοστό αιώνα, πέταξε ό,τι κατανόησε ως περιττό, και προσπάθησε να φτάσει στην ουσία των πραγμάτων. Η διαφορά με την μοντέρνα Τέχνη έγκειται στο ότι, κατά τον π. Βασίλειο, ποτέ δεν μπορείς να πετάξεις ως περιττό το κάλλος. Έτυχε να διαβάσω λίγες σελίδες ενός σπουδαίου θεολόγου της Δύσης, του Καρλ Μπαρτ, και μου έκανε εντύπωση ότι πίστευε πως μεταξύ Θεού και κτίσης δεν υπάρχει καμία απολύτως σχέση, με την έννοια πως μήτε η ομορφιά της δημιουργίας δεν μπορεί πχ να μαρτυρήσει για τον Θεό. Οδεύουμε, κατ’ αυτόν, κατευθείαν προς τον Θεό, χωρίς να παίρνουμε δοξολογική αφορμή από τον κόσμο. Η ορθόδοξη θεολογία έχει εμμονή, όπως είναι γνωστό, με την ομορφιά. Το «τα πάντα καλά λίαν» της Γένεσης συνέχει και τις γραφές του π. Βασιλείου. Η ορθόδοξη θεολογία μιλά άλλωστε για το «κάλλος» του ίδιου του Θεού, την ομορφιά του Χριστού ντυμένου τη δόξα της Μεταμορφώσεως, η οποία είναι αγαθή, καλοσυνάτη, διακριτική, κανέναν δεν καταναγκάζει. Το σταυροαναστάσιμο ήθος της ορθόδοξης ομορφιάς, την γλυκεία χαρμολύπη της βυζαντινής εικόνας και της Μεγάλης Εβδομάδας, αυτό υμνεί παντού ο θεολόγος. Το ήθος αυτό, που σέβεται τον άλλο, είναι που βοηθά, όπως διαβάζουμε, να σωθεί άλλωστε και η ιδιοπροσωπία του καθενός, με τον όποιο χαρακτήρα του. Καθένας προχωρεί με τον γνήσιο εαυτό του. Αν είναι θεωρητικός, θα συνεχίσει με την αληθή θεωρία, αν είναι πρακτικός, η πράξη θα του γίνει φως, ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο, και όλοι θα συνεχίσουν εν κοινωνία. Γενικά, δεν πρέπει κανείς να φοβάται την «ύλη» του χαρακτήρα του, η «ύλη» είναι σε κάθε περίπτωση κάτι αγαθό, και δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στη σωτηρία. Τα πάντα αγαθοποιούνται, τα πάντα αφθαρτίζονται, μεταστοιχειώνονται, αρκεί, όπως είπαμε, να ενδυθούν την ταπείνωση. Παρεμπιπτόντως, ο π. Βασίλειος χρησιμοποιεί πολύ συχνά, γιατί γνωρίζει πως η αλήθεια είναι άρρητη, και περίφημα ζεύγη αντιθέτων, όπως ύλη-πνεύμα, δόξα-ταπείνωση, πλούτος-πτωχεία, γάμος-αγνότητα, θάνατος-ζωή, υπακοή-ελευθερία κλπ. Ειδικά για το τελευταίο ζεύγος, προκειμένου να φανεί πόσο η υπακοή πράγματι «σώζει» την ελευθερία μας, ας δώσω ένα παράδειγμα: όπως η παρουσία ενός «συ» δημιουργεί το «εγώ», που αλλιώς δεν θα υπήρχε, παρομοίως, η καρδιακή υπακοή, αυτή που φροντίζει να «αναπαύσει» τον αδελφό, σώζει την ελευθερία. Δεν είμαστε μονάδες πάντα ταυτόσημες με τον εαυτό μας, είμαστε η διαλεκτική, για να το πω έτσι, του «εγώ» και του «συ», οπότε, το να θελήσω να ξεκουράσω εσένα, και όχι τον εαυτό μου, είναι πράγματι αγώνισμα ελευθερίας.

Φτάσαμε τώρα σε μια άλλη σπουδαία έννοια, την «ανάπαυση». Δεν έχει καμία σχέση με την «ξεκούραση», γιατί αναπαυμένος μπορεί να είναι και ο πλέον σωματικά κουρασμένος. «Ανάπαυση» είναι λοιπόν το να ανταποκρίνεσαι στο ενδόμυχο, καρδιακό, όπως είπαμε, αίτημα του αδελφού, να «αφουγκράζεσαι» υπαρξιακά τον άλλο, και να ικανοποιείς την πιο βαθιά του επιθυμία. Αυτή η επιθυμία μπορεί να απαιτεί σκληρότητα, γιατί ίσως χρειαστεί, αν είσαι πνευματικός πατέρας, να κάνεις μια εγχείρηση. Ωστόσο, χάρη σε αυτήν την οδύνη, θα ελευθερωθεί ο άλλος. «Ανάπαυση» σημαίνει μαζί και «κατάπαυση», όταν όλες σου οι ιδεολογικές ζητήσεις σταματήσουν, όχι γιατί σταμάτησε να λειτουργεί η σκέψη, αλλά γιατί βρήκες επιτέλους εκείνο που από την αρχή έψαχνες, και το οποίο – θα συμφωνήσουν ευτυχώς κάποιοι φιλόσοφοι σήμερα σε αυτό – ξεπερνά την ικανότητα, όπως λέμε, να ειπωθεί με λέξεις. Τι νιώθει κανείς μπροστά πχ στην Καπέλα Σιξτίνα του Μιχαήλ Αγγέλου; Θα πρέπει να είσαι, αν όχι μωρός, πάντως μικρόψυχος, για να πιστεύεις ότι μπορεί να ειπωθεί εξολοκλήρου με λέξεις. Και στα πνευματικά θέματα απαιτείται και γενναιοψυχία, και, όπως είπαμε, ταπεινό φρόνημα.

                                                          *****************

Κατόπιν όλων αυτών, θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε ποια «ασκητική» μας προτείνει ο π. Βασίλειος. Το λοιπόν, αυτό που μου έκανε εντύπωση, είναι ότι ως αρχή της πνευματικής πορείας προκρίνει το ίδιο ακριβώς με τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα: το να αισθανθούμε το μεγαλείο της θείας Ευχαριστίας, το να νιώσουμε ότι ακριβώς είμαστε «υιοί». Όσο πιο πολύ κατανοήσουμε αυτήν την πραγματικότητα, αφήνοντας σύγχρονες μεταμοντέρνες και νεοεποχίτικες «ταπεινολογίες» (γιατί να θεωρήσω ότι είμαι εγώ και όχι το τάδε βακτήριο υιός του Θεού;), τόσο πιο γρήγορα απλώς θα ωριμάσουμε πνευματικά. Αυτή η αίσθηση θα μας φέρει μια αρχοντιά αγάπης και θυσιαστικό πνεύμα, σε τέτοιο σημείο ώστε να μην μας ενδιαφέρει μήτε το όποιο «κύρος» μας, η «επιτυχία» μας κλπ. Αυτό, όπως έλεγε και ο Άγιος Παϊσιος, θα μας βγάλει από τις όποιες κομπλεξικές «άμυνές» μας, και προπαντός από την στενοκαρδία.  Αυτό θα μας κάνει ικανούς να αφήνουμε τους άλλους να αναπνέουν δίπλα μας, θα θέλουμε να τους βλέπουμε να ανθίζουν και να ολοκληρώνονται πνευματικά. Θα μάθουμε πρωτίστως  να περιμένουμε τον άλλον, γιατί, ας μην το ξεχνάμε, και η αλεπού του «Μικρού Πρίγκιπα» ζήτησε χρόνο προκειμένου να την εξημερώσουν. Θα μάθουμε να υπ-ακούουμε, να εν-ωτιζόμαστε δηλαδή την «ώρα» του άλλου, πράγμα που βέβαια είναι σταυρός. Θα μάθουμε να συγκαταβαίνουμε, εν υπομονή και θλίψει, περιμένοντας πότε ο άλλος θα ανανήψει πνευματικά, χωρίς να διακατεχόμαστε από δυναστικό πνεύμα μήτε ανταρτική συμπεριφορά. Η λεπτότητα είναι μέγιστη πνευματική αρετή. Τότε μόνο δεν θα ξηραινόμαστε πνευματικά, και θα νιώθουμε ολοένα και περισσότερο ότι η μυστηριακή ζωή είναι γενναιόδωρη. Τότε θα αποφύγουμε τον πνευματικό λιμό, την ψυχική έκπτωση και εξαθλίωση, και δεν θα φτάσουμε να ποιμαίνουμε χοίρους, δηλαδή τα πάθη μας. Τότε θα αισθανθούμε, επειδή ακριβώς είμαστε πάντα μικρά παιδιά (και πάλι κόντρα στην όποια «political correctness»), ότι έχουμε απλώς ανάγκη από «οικτιρμό» και «έλεος». Έχουμε ανάγκη αυτήν την ψυχοδυναμική στροφή προς τον Πατέρα, για την οποία, τηρουμένων των αναλογιών, κάνει λόγο η ευαγγελική φράση: «και ο Λόγος ην προς τον Πατέρα». Η πατρική αγάπη είναι τέλεια, αλλά αντέχεται, γιατί είναι ταπεινή. Είναι άκρως διακριτική, και παρά την τελειότητά της, δεν συνθλίβει.  Το «φιλότιμο», για το οποίο μίλησε επίσης πολύ ο Άγιος Παϊσιος, είναι που επιβάλλει την ανταπόκριση σε αυτήν την αγάπη.

Τα χάνει κανείς μπροστά στον χείμαρρο της αγάπης του Θεού. Η σχέση με τον Θεό είναι βέβαια μυσταγωγία – η μόνη αληθινή. Μέσα σε αυτήν την μυσταγωγία εμπλέκεται προπαντός η ελευθερία. Είναι τόσο το πλήθος της θείας αγάπης, ώστε νιώθει κανείς να «καταδικάζεται» από αυτήν. Νιώθουμε ανάξιοι γι’ αυτήν, η αγαλλίαση μας κατακαίει. Η μια χαρά ενδύεται την άλλη χαρά, και το φως τελικά μας περιβάλλει. Δώρο ο «μόσχος ο σιτευτός», δηλαδή η θεία Ευχαριστία. Ωστόσο, για να μπεις εκεί, πρέπει να καταφάσκεις το καθολικό γλέντι, την κοινή γαμήλια χαρά- και δεν είναι του καθενός, θα λέγαμε, ποιητικώ τω τρόπω, να «γλεντά». Το γλέντι απαιτεί μέγιστη αρετή, γιατί θα πρέπει η χαρά σου, όταν συναντά την χαρά του άλλου, να μεγιστοποιείται, και όχι να ελαττώνεται . Το πιο ιερό πράγμα, αυτό που δεν ήξερε πχ ένας Καντ τι πάει να πει, είναι η γιορτή. Πόσο μάλλον που ο Θεός στήνει μια γιορτή όπου το κέντρο είμαστε εμείς –ο άσωτος δηλαδή υιός. Μόνο η ταπείνωση, η αίσθηση ότι είμαστε «αχρείοι δούλοι», μας βοηθά να αντεπεξέλθουμε στο μέγεθος της θείας δωρεάς. Το πανηγύρι βέβαια αμαυρώνεται από την μικροψυχία και την κατάκριση. Η συντριβή της καρδιάς όμως το σώζει.

Ωστόσο, ρωτά ο π. Βασίλειος, ποιος μπορεί να βεβαιώσει για τον εαυτό του ότι δεν είναι απαλλαγμένος ακριβώς από την μικροψυχία και την κατάκριση; Και μικροψυχία μάλιστα στην ουσία, ή ακόμη χειρότερα, αδιαφορία, είναι και ο φιλελευθερισμός, η κολακεία του άλλου, η ψεύτικη συγκαταβατικότητα και δήθεν ανεκτικότητα. Με άλλα λόγια το κοσμικό φρόνημα, που ντύνεται τον μανδύα της «κατανόησης» και της «συμπαράστασης». Αυτό που μας δίνει ελπίδα, διαβεβαιώνει ο π. Βασίλειος, είναι ακριβώς ότι έχουμε τέτοιον Πατέρα, σαν αυτόν που ζωγραφίζει η περίφημη παραβολή του Ασώτου, για την οποία κάναμε τόσο λόγο. Επιπροσθέτως, μας σώζει και το παράδειγμα των αγίων, που θυσιάστηκαν για τον άλλον, μακράν από νομικισμούς και αυτοδικαιώσεις. Μας σώζει, νομίζω, θέλει  να πει ο π. Βασίλειος, ένα και μόνο πράγμα: η ταπείνωση και η ομορφιά της.

Το κάλλος θα σώσει τον κόσμο.

 [1] Περισσότερο εδώ αναφέρομαι στα βιβλία «Το Άγιον Όρος και η Παιδεία του Γένους μας» και «ο Άσωτος Υιός», ωστόσο έχω υπόψη μου και τα «Εισοδικόν», «Θεολογικό Σχόλιο στις τοιχογραφίες της Ιεράς Μονής Σταυρονήματα», «Φως Χριστού Φαίνει πάσι» και «Το Κάλλος θα σώσει τον κόσμο».

Η ψηφιδωτή παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Φώτη Ζαχαρίου.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

2 Σχόλια

  1. Χαίρομαι που στα γραπτά του π. Βασιλείου φαίνεται να απουσιάζει το «κακό», το δυσειδές, το άσχημο, γενικά η θλιβερή πραγματικότητα αυτής εδώ της οδυνηρής ζωής. Γιατί όπως γράφει σοφά ο συγγραφέας μας το κάλλος θα σώσει τον κόσμο! Το κάλλος νομίζω ότι είναι η αιώνια αξία του πολιτισμού, το “ήθος” που απογυμνώνει τη ψευτιά, η ¨ανάπαυση” που αναφέρει ο του Δημήτρη Ιωάννου στο κείμενο, η οποία μου φέρνει στο νου την ενσυναίσθηση.
    Συγχαρητήρια για το κείμενο! Δύσκολο, πυκνό αλλά σε πολλά σημεία που μπορούσα να κατανοήσω βαθιά αποκαλυπτικό!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here