Μια φανταστική συνέντευξη με τον Γιώργο Σαραντάρη

0
77

Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος


Τον Γιώργο Σαραντάρη τον γνώρισα από τις συζητήσεις που είχα με τον πρώτο του εξάδελφο ( οι πατέρες τους αδέλφια) Παναγιώτη (Τάκη για εμάς και Μαριάνο για τους Ιταλούς) Σαραντάρη. Από τις συζητήσεις αυτές και από το άνοιγμα στην ψυχή μου του κρυμμένου πνευματικού θησαυρού, που διατηρούσε ευλαβικά ο Τάκης Σαραντάρης, κεντήθηκε μέσα μου η επιθυμία περαιτέρω γνωριμίας μαζί του. Αυτό έγινε τόσο με το συγκεκριμένο ανέκδοτο υλικό, όσο και με τη μελέτη αξιόλογων πονημάτων για τον Γιώργο Σαραντάρη των Σοφίας Σκοπετέα, Ζήσιμου Λορεντζάτου, Ολυμπίας Καράγιωργα, Μιχαήλ Μερακλή και Γιώργου Μαρινάκη. Τότε αποφάσισα να γράψω για τον Γιώργο Σαραντάρη, κάνοντας μια δουλειά που τη χαρακτήρισα “δημοσιογραφική έρευνα”, αφού σκέφθηκα ότι γίνεται από εμένα, ένα δημοσιογράφο, που δεν διεκδικεί να αναλάβει ένα ρόλο ξένο προς αυτόν, όπως είναι  του ποιητή, του διανοουμένου, του κριτικού της Τέχνης ή του φιλολόγου. Ήθελα να παραμείνω σ’ αυτό που γνωρίζω καλά και στο οποίο πιστεύω ως έργο ζωής.

Όπως έγραψα και στον πρόλογο του βιβλίου μου ” Γιώργος Σαραντάρης: Ο άνθρωπος, ο ποιητής, ο διανοούμενος” το λειτούργημα του δημοσιογράφου από καιρό βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Οι ευθύνες πολλές και πολλών, που δεν είναι η ώρα να τις αναφέρουμε, αφού δεν είναι και το θέμα μας. Όμως ο δημοσιογράφος, όταν μπορεί να ενεργεί ελεύθερα και με τον έλεγχο μόνο της συνείδησής του,  μπορεί να κάμει αξιόλογο έργο, που να εξυγιαίνει ή και να εξυψώνει την κοινωνία  και  να προβάλλει πέραν της πληροφόρησης την αισθητική και την ηθική πλευρά των γεγονότων. Μπορεί να κάμει σπουδαίες έρευνες, εκλεκτές αναλύσεις και σημαντικές αποκαλύψεις. Κι αν είναι σωστός στην εργασία του, τότε έχει ένα ακόμη προνόμιο, στη συνέντευξη λ.χ. να αφήνει να μιλάει ο ίδιος ο δημιουργός και να μην τον ερμηνεύει σύμφωνα με τα πιστεύω και την ιδεολογία του. Κατά την άποψη μου είναι μεγάλο πράγμα να μπορεί να μιλήσει ο ίδιος ο Σαραντάρης και όχι να αγνοείται ή να παραποιείται, χωρίς μάλιστα να μπορεί να αμυνθεί, όπως πάντα έκανε ο ίδιος όσο ζούσε στις απόψεις που διατυπώνονταν για το έργο του και τις ιδέες του.
Για να επανέλθω στον Σαραντάρη, με τις συζητήσεις και την έρευνά μου επιχείρησα να πάρω από τον ποιητή μια “φανταστική συνέντευξη”. Για να την πάρω έπρεπε να απαντήσω σε πολλά ερωτήματα που έθεσα ο ίδιος στον εαυτό μου.  Θα αναφέρω μερικά: Πώς απέκτησε την τόσο αξιόλογη πνευματική του συγκρότηση; Πώς αναπτύχθηκε το εξαίρετο ποιητικό του ταλέντο,  και η πρωτότυπη φιλοσοφική του σκέψη; Πόσο επέδρασαν επάνω του οι οικογενειακές του ρίζες και παραδόσεις και τα διαβάσματά του; Πόσο ιδιοφυής ήταν, που από μικρό παιδί  είχε εντρυφήσει στον Ντοστογιέφσκι και έως τα τριάντα του χρόνια είχε μελετήσει σχεδόν όλη την λογοτεχνική και φιλοσοφική γραμματεία της Δύσης, γνωρίζοντας άριστα τα ιταλικά, τα γαλλικά και τα ελληνικά; Και πώς όχι μόνο είχε μελετήσει, αλλά είχε προχωρήσει σε κριτική ανάλυση αυτής, με βάση τη φιλοσοφική του συγκρότηση, που είχε ο ίδιος δομήσει; Ήταν πράγματι μια ιδιοφυής και πολύπλευρη ποιητική και φιλοσοφική προσωπικότητα, από τις λίγες που ανέδειξε ο τόπος μας; Και γιατί τότε παρέμεινε για δεκαετίες στην αφάνεια, όταν άλλοι -λογοτεχνικές μετριότητες και φιλοσοφικές ασημαντότητες – ήσαν και παραμένουν του συρμού και στην επικαιρότητα; Ποια ήσαν τα πνευματικά του εφόδια που τον έκαμαν να αποδεχθεί ενεργητικά την στράτευσή του, τον Αύγουστο του 1940, και ενώ ήταν ισχνός, ασθενικός, με μεγάλη μυωπία να αφεθεί χωρίς ίχνος δυσφορίας να πάει στην πρώτη γραμμή του μετώπου και να περάσει τους χειμερινούς μήνες στην πρώτη γραμμή του  ελληνο-ιταλικού  πολέμου,  στα βουνά της Πίνδου, με αποτέλεσμα να ασθενήσει και να πεθάνει σε ηλικία 33 μόλις ετών; Αυτό παρά τις παρακλήσεις των φίλων του που, όπως ο Ανδρέας Καραντώνης, τον παρότρυναν να ζητήσει, για λόγους υγείας, να παραμείνει στα μετόπισθεν. Σημειώνω πως ο Οδυσσέας Ελύτης κατάγγειλε την απανθρωπιά της στρατιωτικής γραφειοκρατίας της εποχής. Ήταν, όπως έγραψε, ως να  έστελναν τον ποιητή στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Για να βρω τις απαντήσεις στα ερωτήματά μου και να προετοιμάσω καλύτερα την “φανταστική μου συνέντευξη” με τον Γιώργο Σαραντάρη είχα, το επαναλαμβάνω, την άμεση και ουσιαστική βοήθεια του  Τάκη Σαραντάρη. Για να διευκολυνθώ στην έρευνά μου πήγαμε μαζί στο ερειπωμένο πλέον αρχοντικό της οικογένειας Σαραντάρη, στο Μονταπόνε της Ιταλίας, σχετικά κοντά στην Ανκόνα, όπου ο ποιητής και στοχαστής πέρασε ένα σημαντικό κομμάτι της δημιουργικής ζωής του. Εκεί μέσα σ’ αυτό το εγκαταλειμμένο σπίτι, ήταν σα να ήταν κοντά μου ο ποιητής και  να έβγαζε από τα σκονισμένα μπαούλα τα βιβλία του  για να μου τα δείξει και να με πληροφορήσει πως έχει διαβάσει, μεταξύ των άλλων, την Αγία Γραφή και βιβλία των Όμηρου, Σοφοκλή, Θουκυδίδη, Δημοσθένη, Ντοστογιέφσκι, Ζαμπέλιου,  Σολωμού, Τολστόϊ,  Ντάντε, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Χέλντερλιν, Θερβάντες, Λεοπάρντι και πολλών άλλων, κλασσικών και συγχρόνων του. Υπήρξαν στιγμές που αυθόρμητα έμεινα ακίνητος για να αφουγκραστώ τις κινήσεις του, το γύρισμα των σελίδων των βιβλίων του, το αδιάκοπο γρατζούνισμα της πένας του…
Συνεχώς είχα την αίσθηση ότι ο ποιητής ήταν μαζί μας σε όλες τις αλλεπάλληλες επισκέψεις που κάναμε. Στο λιγοστό φως που έμπαινε από τα σπασμένα κλειστά παραθυρόφυλλα, που αρνηθήκαμε να τα ανοίξουμε για να μην διαλυθούν, σα να μας οδηγούσε με προσοχή στις ετοιμόρροπες φαρδιές σκάλες και στα σκoροφαγωμένα και κατεστραμμένα από την υγρασία, το κρύο και βέβαια από τη μοναξιά ξύλινα  πατώματα, για να μην πέσουμε στο χάος….Σε κάθε γωνιά του σπιτιού ριγούσα από συγκίνηση, προσμονή, και δέος με την ιδέα, ότι θα μπορούσε να ήταν εκεί και να μας καλωσόριζε με το πλατύ, παιδιάστικο και ουρανότροπο χαμόγελό του. Ανάμεσα στα ερείπια και κάτω από βαθύ στρώμα σκόνης αντίκρισα τους υπέροχους πίνακες με τους ευκατάστατους προγόνους του Γιώργου Σαραντάρη.
Μια παρέκβαση εδώ. Στην Αθήνα η ατημελησία στο ντύσιμο και στο φέρσιμο του ποιητή και ο τραγουδιστικός και με χωρισμό των διπλών συμφώνων τρόπος της ομιλίας του, που του είχε μείνει από τη μακρά διαμονή του στην Ιταλία, έδιναν μιαν πρώτη εντύπωση στους ευκατάστατους και με αρκετή δόση εγωισμού ομοτέχνους του ενός ιδιόρρυθμου, φτωχού,  ενός “κακομοίρη γραφικού” ποιητή. Όμως η στη συνέχεια συνάφεια μαζί του υποχρέωσε τους περισσότερους να αναγνωρίσουν την αξία του…Δεν είναι πάντως έτσι τα πράγματα. Ο Σαρανταρης ήταν από παραδοσιακή αρχοντική γενιά της Τσακωνιάς, που η ιστορία της χάνεται στον χρόνο. Ο Τάκης Σαραντάρης διαφυλάσσει χειρόγραφα της οικογένειας του, που αρχίζουν από τα τέλη του  17ου αιώνα, που είναι σημαντικό κάποτε να εκδοθούν. Τα ιστορικά στοιχεία για την γενιά των Σαραντάρη φτάνουν έως τον 14ο αιώνα και μέλη της αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Οθωμανούς, κατά την Επανάσταση του 1821.
Επανέρχομαι στο σπίτι, στο μέγαρο καλύτερα, του Μονταπόνε. Σ’ αυτό θαύμασα επίσης τις οροφές και τους τοίχους με τις εντυπωσιακές υδατογραφίες – και αυτές σε κακή κατάσταση, όπως και το κάθε τι που υπήρχε ακόμη σ’ αυτό. Όταν βρέθηκα στην κρεβατοκάμαρα στάθηκα με συγκίνηση μπροστά στα κρεβάτια των γονέων του ποιητή, όπου  πάνω σε ένα από αυτά  ήταν το κουτί με τα στεφάνια από λεμονανθούς των γάμων τους. Εκείνη την ώρα εντάθηκε η επιθυμία μου  να επιχειρήσω να αναπλάσω  την καθημερινότητα του.
Συνεχίζοντας την περιδιάβασή μου στο σπίτι του ποιητή είδα το  δικό του δωμάτιο και της αδελφής του, το γραφείο και το κρεβάτι του, αλλά και την κουζίνα, όπου μέσα υπήρχαν ακόμα πολλά σκεύη. Κατέβηκα και στα σκοτεινά κελάρια, όπου υπήρχαν ακόμη τα βαρέλια του κρασιού και τα εργαλεία για τις αγροτικές εργασίες. Είδα ακόμη και τα δωμάτια για το βοηθητικό προσωπικό, που διέθετε όταν η οικογένεια ήταν πλούσια… Στα μπαούλα που βρήκαμε, με πολύ χώμα επάνω τους, είχαμε την αγωνία να τα ανοίξουμε και να δούμε το περιεχόμενό τους, λες και θα βρήσκαμε κάποιον χαμένο θησαυρό… Βρήκαμε θησαυρό, αλλά για τον ποιητή και για την οικογένεια του: Εκτός από τα βιβλία, χαρτιά της επιχείρησης, επαγγελματικές κάρτες του πατέρα του υπήρχαν και άλλα υπέροχα, μαγευτικά κειμήλια, τα περισσότερα χαλασμένα από την εγκατάλειψη της εποχ’ης των παιδικών χρόνων του ποιητή. Σε ένα από τα μπαούλα ανακαλύψαμε καπελιέρες με εκπληκτικής κομψότητας και πολυτέλειας καπέλα της μητέρας και του πατέρα του. Να σημειώσω ότι το Μονταπόνε διαθέτει εδώ και 200 περίπου χρόνια εξαιρετικής σπουδαιότητας βιομηχανία κάθε είδους καπέλων.
Από τα απολύτως προσωπικά κειμήλια του ποιητή που βρήκαμε, ανεκτίμητα είναι οι με περισσή αγάπη και τρυφερότητα γραμμένες επιστολές του προς τη  μητέρα του Ματθίλδη, που στενοχωριόταν επειδή ο γιός της δεν ακολούθησε το διπλωματικό σώμα, όπως ονειρευόταν μαζί με τον πατέρα του και δεν είχε μια σταθερή εργασία. Οι εν λόγω επιστολές υπάρχουν στο βιβλίο μου. Βρήκαμε και το βιβλιάριο σπουδών του στη Νομική Σχολή, πρώτα της Μπολόνια και μετά της Ματσεράτα…Στο νεκροταφείο του Μονταπόνε βρήκαμε τους τάφους του πατέρα του ποιητή και του θείου του Παναγιώτη, που ήταν ικανός επιχειρηματίας, πολύ πλούσιος και μαικήνας της οικογένειας.
Από το Μονταπόνε φύγαμε με φορτισμένες τις μπαταρίες της ψυχής μας με Σαραντάρη. Από εκεί πήγαμε στο Λιβόρνο. Στην οικογένεια υπήρχε μια εντύπωση ότι ο Κωνσταντίνος Σαραντάρης, ο πρώτος της οικογένειας  που μετανάστευσε στην Ιταλία, περί το 1810,  είχε αναπτύξει τις επιχειρήσεις του στην πόλη αυτή της βορειοδυτικής ακτής της Ιταλίας. Πήγαμε λοιπόν να βρούμε τα ίχνη του. Όμως δεν βρήκαμε τίποτε, πουθενά.. Συναποκομίσαμε μόνο το πιστοποιητικό του θανάτου του ιδιοφυούς ιστοριοδίφη Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου …
Η δημοσιογραφική έρευνα συνεχίστηκε στην Τεργέστη, όπου λίγα στοιχεία  βρήκαμε για τον Κωνσταντίνο Σαραντάρη και τις εμπορικές του δραστηριότητες, όπως ένα συμβόλαιο κατασκευής εμπορικού πλοίου σε ναυπηγείο του Γαλαξιδίου και μια δυσανάγνωστη, στα γερμανικά, εγγραφή στο Ληξιαρχείο της Τεργέστης. Όμως βρήκαμε κάποια στοιχεία για την πορεία της οικογένειας του ποιητή στην Ιταλία, πριν εγκατασταθεί στην Μπολόνια, όπου οι ανεψιοί του Κωνσταντίνου Σαραντάρη Παναγιώτης και Ιωάννης δημιούργησαν την πετυχημένη εταιρεία “Ανεψιοί του Κωνσταντίνου Σαραντάρη”, η οποία πτώχευσε επί των ημερών του πατέρα του ποιητή Δημητρίου Σαραντάρη.
Ο Παναγιώτης Σαραντάρης, θείος του πατέρα του ποιητή και πολύ πετυχημένος και πλούσιος επιχειρηματίας, ήταν άτεκνος και προώθησε τα ανίψια του να σπουδάσουν στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια είτε  οικονομικές και εμπορικές επιστήμες, είτε γεωπονικές, για να τον διαδεχθούν. Δεν πέτυχε να τους πείσει και όταν, μετά τον θάνατό του τον διαδέχθηκαν και ανέλαβαν τις επιχειρήσεις του, τελικά τις πτώχευσαν… Πιο συγκεκριμένα ο Ιωάννης Σαραντάρης, πατέρας του Τάκη Σαραντάρη, ξεκίνησε το 1906-1907 στη Σχολή των Μηχανικών και φοίτησε εκεί για δύο χρόνια. Προφανώς δεν του άρεσε η Σχολή και σταμάτησε να σπουδάζει… Τον βρίσκουμε μετά να εγγράφεται στο 2ο έτος της Σχολής Μαθηματικών, Φυσικών και Βιολογικών Σπουδών, χωρίς κι εκεί να τελειώσει…Ο Ανδρέας Σαραντάρης, θείος του ποιητή, άκουσε τον δικό του θείο Παναγιώτη και ενεγράφη στη Γεωπονική Σχολή, αλλά τα παράτησε σύντομα. Λέγεται από την οικογένεια ότι αυτό συνέβη μετά από μια ανεκδοτική εξέταση του στο μάθημα της ζωολογίας. Όταν ο καθηγητής τον ερώτησε να του αναφέρει ένα ιοβόλο ερπετό εκείνος απάντησε “Η οχιά”. Ο καθηγητής τον συνεχάρη και του ζήτησε να του πει κι ένα δεύτερο ιοβόλο ερπετό και τότε  ο Ανδρέας Σαραντάρης με φυσικότητα απάντησε “Άλλη μία οχιά”… Ο Νικόλαος Σαραντάρης, άλλος θείος του ποιητή, ενεγράφη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Νάπολι, όπου πέρασε το 1ο έτος και δεν πέρασε το δεύτερο. Το 1902 ενεγράφη στο 2ο έτος της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, αλλά δυστυχώς τον ίδιο χρόνο (1902) απεβίωσε. Για τον πατέρα του ποιητή δεν φαίνεται το τί σπούδασε. Όμως διασώθηκαν επιστολές προς τον υιό του, που είναι γραμμένες σε πολύ σωστά ελληνικά και με θαυμάσιο γραφικό χαρακτήρα….
Μετά τα όσα βρήκαμε για τους προγόνους του ποιητή ανακαλύψαμε πολύ αδημοσίευτο υλικό του ίδιου, πέραν δηλαδή του ογκώδους τόμου καταλοίπων του, όπως τα δημοσιεύει και τα σχολιάζει η αείμνηστη Σοφία Σκοπετέα. Βρήκαμε άλλες πολλές σκέψεις του, γραμμένες πίσω από προσκλήσεις εκδηλώσεων, στο περιθώριο των εφημερίδων, σε χαρτόνια από κουτιά τσιγάρων. Όλα αυτά με έπεισαν ότι οι ιδέες του έρχονταν ακατάπαυστα, όπου κι αν βρισκόταν και για να μην τις ξεχάσει τις κατέγραφε σε ό, τι έβρισκε μπροστά του…
Είχα πλέον πολύ υλικό για τον ποιητή και διανοητή Γιώργο Σαραντάρη, που ήταν αδημοσίευτο και αφορούσε τους προγόνους του,  την οικογένειά του, τα διαβάσματά του, τις σκέψεις του, τις σχέσεις και τις αντιλήψεις του, τις παρέες του, την κριτική του σκέψη προς τους συγχρόνους και τους παλαιότερους λογοτέχνες και φιλοσόφους, Έλληνες και ξένους. Τότε αισθάνθηκα ότι ήμουν αρκετά έτοιμος για να του πάρω τη “φανταστική συνέντευξη”, που την κατέγραψα  στο 400 σελίδων βιβλίο μου….
Η φανταστική συνέντευξη
Θα μπορούσα να τελειώσω στο σημείο αυτό την ομιλία μου, όμως έχω τον δημοσιογραφικό πειρασμό να παραθέσω, έστω σε απόλυτη συντομία, μια φανταστική συνέντευξη με τον Γιώργο Σαραντάρη, που θα δημοσιευόταν ας πούμε σε μια σελίδα που θα μου έδινε η εφημερίδα μου. Στην αρχή διερωτήθηκα αν με μία σύντομη συνέντευξη δεν θα αδικήσω τον σπουδαίο άνθρωπο των γραμμάτων μας Γιώργο Σαραντάρη  και το σημαντικό και ογκώδες έργο του. Και απάντησα στον εαυτό μου: Είναι βέβαιο αυτό, αλλά αυτό δεν συμβαίνει σε κάθε συνέντευξη που παίρνουμε από ανθρώπους των γραμμάτων, με σπουδαίο μάλιστα έργο; Δεν “στριμώχνουμε” μέσα σε λίγες γραμμές τα όσα σημαντικά έχουν γράψει και πράξει; Άσε και την πραγματικότητα, ότι ο Σαραντάρης εν ζωή δεν είχε δώσει οποιαδήποτε συνέντευξη κι έτσι είναι η ευκαιρία να δώσει την πρώτη του, 72 χρόνια μετά το οσιακό τέλος του…
Τοποθετώ τη συνέντευξη τον Αύγουστο του 1940, όταν είχε πάρει το φύλλο πορείας για τα σύνορα, από όπου έχοντας υποστεί με καρτερία τις κακουχίες και την τραγωδία του πολέμου  γύρισε σε νοσοκομείο της Αθήνας βαρύτατα ασθενής και κατέληξε, στις 25 Φεβρουαρίου του 1941, χωρίς να έχει κλείσει τα 33 του χρόνια ( είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη στις 19 Απριλίου του 1908).
Δημ.: Κύριε Σαραντάρη επιστρατευθήκατε και αναχωρείτε για τα σύνορα. Δε νομίζετε ότι το ασθενικό του σώματός σας και η μεγάλη σας μυωπία θα ήταν αιτίες για να μείνετε στα μετόπισθεν;
Ο Σαραντάρης χαμογέλασε καλοκάγαθα και με μια πεποίθηση που δεν δεχόταν συζήτηση απάντησε:
Σαρ.: Αυτό μου είπαν αρκετοί φίλοι μου, όπως οι Αλεπουδέλης, Δεσποτόπουλος  και Καραντώνης. Εγώ δεν θα παρακαλέσω κανένα, δεν θα πω τίποτε. Στην Πατρίδα μου ήρθα να υπηρετήσω το στρατιωτικό μου μόλις τέλειωσα το Πανεπιστήμιο στην Ιταλία, όπου ζούσα έως τότε. Ήρθα εκουσίως γιατί είμαι και αισθάνομαι Έλληνας. Τώρα λοιπόν η Πατρίδα με καλεί να πάω στο μέτωπο. Ξέρω ότι θα ταλαιπωρηθώ, ότι θα μπορούσα να πάρω απαλλαγή για σοβαρούς λόγους υγείας, αλλά δεν μπορώ να αρνηθώ την πρόσκληση Της, όσο άδικη κι αν είναι…
Δημ.: Πώς πέρασαν τα έως τώρα χρόνια, που ζείτε στην Ελλάδα;
Σαρ.: Όπως σας είπα ήρθα το 1931 στην Ελλάδα από την Ιταλία, όπου ζούσα έως τότε. Τα ελληνικά μου λίγα, όσα είχα μάθει μόνος μου. Είμαι ξέρετε αυτοδίδακτος. Δεν σας κρύβω ότι στην οικογένεια μιλούσαμε τα ελληνικά, κυρίως ο πατέρας μου, αλλά και η μητέρα μου. Όταν συνειδητοποίησα την ελληνική μου ταυτότητα, ήμουν περήφανος που στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο μάθαινα  στο πρωτότυπο και σε μετάφραση τον Όμηρο, τον Δημοσθένη και τον Σοφοκλή. Οι φίλοι μου στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο με φώναζαν “Γκρέκο” και, όπως κι αν τόλεγαν εκείνοι, μπορεί και για πείραγμα, εγώ το έπαιρνα ως τίτλο τιμής. Είχα κιόλας μάθει ότι και τον Θεοτοκόπουλο τον φώναζαν Γκρέκο…Στην Ελλάδα, στην αρχή ήταν οπωσδήποτε όμορφα, αλλά δύσκολα.
Δημ. Γράφατε από μικρός. Στις ελληνικές λογοτεχνικές και φιλοσοφικές συντροφιές πώς μπήκατε; Σας αποδέχθηκαν εύκολα;
Σαρ.: Κάποιος από τους φίλους ποιητές μου είπε ότι μπαίνω σα σίφουνας στις παρέες. Πράγματι έτσι είμαι. Πήγαινα με θάρρος κι έμπαινα χωρίς να ρωτήσω αν με δέχονται. Στην αρχή δεν ήταν εύκολη η προσαρμογή μου. Ίσως η ιταλίζουσα προφορά μου και το ατημέλητο του παρουσιαστικού μου προκαλούσαν αρχικά μια ειρωνική και περιπαικτική διάθεση των συνομιλητών μου. Όμως νομίζω ότι στη συνέχεια πέτυχα να γίνω ίσως όχι τόσο κατανοητός, ειδικότερα στο φιλοσοφικό πεδίο, αλλά πάντως  αποδεκτός.
Δημ.: Οι γονείς σας δέχτηκαν καλά το ότι επιλέξατε να παραμείνετε στην Ελλάδα και να μην επιστρέψετε μετά την στρατιωτική σας θητεία στην Ιταλία;
Σαρ.: Όχι, η επιλογή μου τους στενοχώρησε. Γιατί κι αν έμεινα στην Ελλάδα θα ήθελαν να αξιοποιήσω το πτυχίο μου της Νομικής και τις γνώσεις μου σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες και να μπω στο διπλωματικό σώμα. Έστω να κάνω μια υπαλληλική εργασία και να έχω ένα σταθερό μισθό. Δεν κατάλαβαν ποτέ ότι εγώ ζούσα μόνο για την Ποίηση και τη Φιλοσοφική Σκέψη και δεν μπορούσα για κάποιες ώρες να φυλακίσω τη σκέψη μου σε χοϊκά και ανιαρά ζητήματα.
Δημ.: Στα φιλοσοφικά σας δοκίμια κεντρική θέση έχει ο Ντοστογιέφσκι. Δείχνετε ότι τον αγαπάτε πολύ.
Σαρ.: Πράγματι από μικρό παιδί, όταν έπεσε στα χέρια μου και διάβασα για πρώτη φορά “Τους αδελφούς Καραμάζοφ” συγκλονίστηκα. Πιστεύω πως ανάμεσα στους ποιητές και στους πεζογράφους του περασμένου αιώνα μονάχα ο Ντοστογιέφσκι μεταδίδει μια βεβαιότητα αυτάρκειας σχετικά με τον κόσμο όπου κινείται η πνευματική ζωή του ατόμου. Έργα του όπως ο Ηλίθιος, οι Δαιμονισμένοι και οι Αδελφοί Καραμάζοφ εμπεριέχουν καθαρώς φιλοσοφικά ερωτήματα και καθαρώς φιλοσοφικές απαντήσεις. Η στέρεη πίστη στο Θεό του Χριστιανισμού που κατέχει ο Ντοστογιέφσκι του επιτρέπει μια ευρύτητα θέας σε ό, τι υποστασιακά ενδιαφέρει τη συνείδηση του ατόμου, μοναδική στον αιώνα του. Σ’ ένα τετράδιο μου το 1937 έγραψα πως η Παιδεία μας πρέπει να αρχίζει από την Καινή Διαθήκη και τον Ντοστογιέφσκι.
Δημ.: Μεγάλη εκτίμηση έχετε εκφράσει και για τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο…
Σαρ.: Ήταν μια μεγάλη προσωπικότητα των γραμμάτων μας, που συνέβαλε αποφασιστικά στη διατύπωση της συνέχειας του Ελληνικού Έθνους και στην αντιμετώπιση του πνεύματος της Δύσης κριτικά και χωρίς κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητας.
Δημ.: Από τους ποιητές εκφράζετε την αγάπη και τον θαυμασμό σας προς τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό…
Σαρ.: Πράγματι. Κατά την άποψη μου ο Σολωμός είναι ο μεγαλύτερος νεοέλληνας ποιητής. Δεν μπορεί κάποιος να νιώσει την πνοή της Σολωμικής ποίησης αν δεν νιώσει ταυτόχρονα τι σημαίνει για τον Έλληνα το Μεσολόγγι.
Δημ:. Μια τελευταία ερώτηση, ίσως αδιάκριτη. Οι σχέσεις σας με τις γυναίκες; Και πώς βλέπετε τον έρωτα;
Σαρ.: Είναι ένα ζήτημα που το εκφράζω μέσα στην ποίηση μου και στις διατυπωμένες στο χαρτί σκέψεις μου. Πρέπει να σας πω πως όποιος ερωτεύεται ζει με απληστία τη ζωή, όπως του δόθηκε. Ο θάνατος δεν είναι γι’ αυτόν πρόβλημα, γιατί ζει μια ζωή με θάνατο, μια ζωή που έχει το θάνατο, ή και το θάνατο, σα στοιχείο της. Για όποιον ερωτεύεται, ο θάνατος όπως είναι ένα κομμάτι της σάρκας του, είναι κι ένα κεφάλαιο της καθημερινής του εμπειρίας. Την αληθινή ζωή τη ζει μονάχα όποιος πιστεύει. Όποιος ερωτεύεται, ζει και πεθαίνει, δηλαδή δεν ζει, ή ζει λησμονώντας τον θάνατο και όχι νικώντας τον, που σημαίνει πως ζει μέσα σε μιαν αυταπάτη, δηλαδή πως δεν ζει.
Έτσι ήταν περιληπτικά η ατελής δημοσιογραφική μου έρευνα και η φανταστική μου συνέντευξη.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
*Ομιλία που δόθηκε κατά την 1η Ημερίδα για τον ποιητή και διανοούμενο Γιώργο Σαραντάρη, την Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013 στη Στοά του Βιβλίου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here