Μαϊμούδες

17
84

Ὅταν πασχίζει κανείς νά ἐκφραστεῖ, τό μέγιστο ἐμπόδιο εἶναι ἡ παιδεία του. Ὅσα τοῦ μάθανε. Ὄχι τόσο ἐπειδή ἡ προσωπική ἔφεση μπορεῖ νά ἀντιβαίνει στά καθεστῶτα διδάγματα, ἀλλά κυρίως ἐπειδή ἡ συστηματική μόρφωση καταδικάζει τίς περισσότερες φορές σέ ἀτροφία καί σκολίωση αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἐνδιάθετη τάση.

Ἡ παιδεία πού ἐπιδαψιλεύεται ἀφειδώλευτα δημιουργεῖ κάτι τερατῶδες: ἄτομα μέ συγκρότηση ἀλλά χωρίς κλίση, μῆτρες πού πάσχουν ἁπλῶς ἀπό ἀνεμογκάστρι. Ἀλλά χωρίς τήν κλίση καί τήν ἀληθινή «σύλληψη», τή φλέβα μέ ἄλλα λόγια, καμιά δουλειά δέ γίνεται στήν ἐντέλεια. Χρειάζεται κανείς τύχη, τύχη καί ἀτυχία μαζί, γιά νά μπορεῖ νά ζεῖ τό θέμα του καί ὄχι νά τό ἀναπτύσσει κάθ ὑπαγόρευση, νά γράφει ἀπό δική του ὁρμέμφυτη ἀνάγκη καί ὄχι ἀπό φιλολογικό κούρδισμα –ἐπειδή τζάνεμ, τό πολύ διάβασμα φέρνει καί τό πολύ γράψιμο -, πράγματα ὅλα αὐτά πού εὐτυχῶς δέν διδάσκονται καί οὔτε ἦταν ποτέ δυνατόν νά διδαχτοῦν καί νά μεταδοθοῦν.

Ἡ καθεστηκυία ἐκπαίδευση, πού σέ ἁρπάζει ἀπό τό βυζί τῆς μάνας σου καί ἐξ ἁπαλῶν, ἁπαλοτάτων ὀνύχων σέ ὑποτάσσει στή μούλα τῆς δεοντολογίας της, κατορθώνει τελικά τό ἀντίθετο τοῦ ἐπιδιωκομένου. Ἀντί νά ἀβγατίσει αὐτό πού εἶσαι, νά ἐπεκτείνει τό σπιτικό σου, σέ ξεσπιτώνει καί σέ βγάζει στούς δρόμους ζήτουλα στίς ξένες πόρτες. Ὅσο κι ἄν προσπαθεῖ, ὁ σπουδασμένος δέν μπορεῖ νά σβήσει τήν ἐντύπωση ὅτι τά ἔχει λίγο χαμένα, ὅτι δουλεύει σέ ξένο νοικοκυριό, ὅτι εἶναι τέλος πάντων λιγάκι « πουλημένος». Ὑπάρχει ἕνα πανεπιστημιακό Ἐγώ, ἀληθινό λίκνο ψυχασθενειῶν, πού ἐξαγοράζεται μέ πολύχρονα βάσανα ( γιατί τά βιβλία ἀντιστέκονται –δέν χαρίζονται σέ κανένα) καί γκρεμίζεται πάλι μέ κοπιαστικές προσπάθειες.

Ὅσο γιά τήν καταστροφή, τή μεταστροφή νά ἀκριβολογοῦμε, δέν ἀφορᾶ τόσο τίς γνώσεις μας, πού βρέξει χιονίσει διατηροῦν τό κύρος τους, ἀλλά τόν καταπονημένο δέκτη ὁ ὁποῖος, παιδί τῆς γονυκλισίας μέσα στήν κεχηνώσα παθητικότητά του, κάνει χρόνια γιά νά βρεῖ ( ἄν ποτέ ἀξιωθεῖ) τήν ὄρθια στάση, τή δική του ξεχασμένη καί ἀδικημένη φωνή καί συνακόλουθα τήν τόλμη νά περιγελάσει τό κονκλάβιο, νά φτύσει ἐπιτέλους καί μία φορά στό πλούσιο πιάτο πού τοῦ προσφέρουν, νά ἀποφανθεῖ δηλαδή ὄχι γιά τόν ἔνδοξο καί τρισένδοξο ἀέρα πού καβούρδισε ἐπί δεκαετίες μέσα στίς βιβλιοθῆκες, ὄχι γιά τίς δάνειες ἔγνοιες πού τοῦ μεταμόσχευσαν μέ τό στανιό γιά νά τόν μασκαρέψουν σέ θλιβερό Doctus cum libro, ἀλλά ἁπλούστατα –καί τό ἁπλό εἶναι περίπλοκο –γιά τό φτωχό του σαρκίο, τό μόνο ἀληθινά δικό του πράγμα.

Ἀνέκαθεν ( τρίπαλαι, δεκάπαλαι, τρισμυριόπαλαι) ὁ διχασμός καί τό διαγούμισμα τοῦ σπουδασμένου ἀποτελοῦσε θέμα κατάλληλο γιά κωμική ἐκμετάλλευση. Δέ γελιέται ὁ ἄνθρωπος τοῦ δρόμου πού τόν κοιτάζει μέ λοίδορη συγκατάβαση καί τόν θεωρεῖ ἱκανό γιά τήν μάθηση ( μία τεχνική γλώσσα τέλος πάντων) ἀλλά γκαβό στή ζωή. Λές καί ἡ ζωή –ἡ μόνη πού διδάσκει –εἶναι τό τελευταῖο πού λογαριάζεται.

Πῶς ἀλλιῶς νά ἐξηγήσουμε ὅτι διαβάζει κανείς ἕνα περισπούδαστο σύγγραμμα γιά τήν μεταφορά ( πού δέν εἶναι βέβαια ρητορικό σχῆμα, ἀλλά ἀτόφια ζωή, ἐφόσον δέν εἶναι στό χέρι τοῦ καθενός νά πεῖ, πρῶτος αὐτός καί ἀπό δικά του, γιά ἕναν θαραλλέο ἄνδρα ὅτι ἔχει « ἄντερα» καί γιά μία θελκτική γυναίκα ὅτι εἶναι « ζαργάνα») καί κατόπιν, ὅταν γνωρίζει τόν συγγραφέα του, βλέπει ἕναν βλαροτζίτζικα πού ὄχι μόνο ἔγραψε τά διαβασμένα, ἀλλά ἀδυνατεῖ -ὦ τοῦ θαύματος – νά ψελλίσει ἕνα κάποιο μεταφορικό σχῆμα ἐξ ἰδίων δυνάμεων;

Τό χωριό δέν θέλει κολαοῦζο: εἶναι ψεύτης, μαϊμοῦ, ζεῖ μέ ξένα λεφτά, δέ βγάζει τό ψωμί του, τά ὅσα ἀραδιάζει δέν εἶναι προσωπικό του πρόβλημα ἀλλά δοτή μονέδα. Καί ὁ Κάντ εἶχε τήν εὐγένεια νά πεῖ ὅτι στό ἄκουσμα τοῦ ἀηδονιοῦ σωπαίνουμε μέ ἀγαλλίαση, μόλις ὅμως ἀντιληφθοῦμε ὅτι δέν εἶναι ἀληθινό, παύει νά μᾶς ἀρέσει. Καί ὄντως παύει, γιατί ἔχουμε μία ὁρμέμφυτη ροπή πρός τό πηγαῖο καί τό αὐτοφυές. Ἄν μάλιστα θέλουμε νά κάνουμε καί ἕνα βῆμα στόν γκρεμό, θά λέγαμε ὅτι προτιμᾶμε ἀκόμα καί τό βουβό ἀηδόνι πού εἶναι ὅμως ἀηδόνι, καταηδόνι, ἀπό τήν ὁσοδήποτε πετυχημένη ἀπομίμησή του. Τή μαϊμοῦ κανείς δέν τή θέλει. Καί ὅμως οἱ μαϊμοῦδες πληθαίνουν σάν τά κουνέλια.

Γνωστός Βορειοαμερικάνος γελωτοποιός, ὁ Τζέρι Λιούις, σέ μία στιγμή τῆς σταδιοδρομίας του διέπραξε τό ἑξῆς ἀπαράδεχτο σφάλμα: ἐνῶ ἐνσάρκωνε πάντα τόν ἀπροσάρμοστο νεανία πού πέφτει σέ μύριες γκάφες ἐπειδή δέν καταφέρνει νά ἀκολουθήσει τούς κανόνες τῆς ὀρθόδοξης συμπεριφορᾶς –ἐξ οὗ καί ἡ κωμικότητα -, αἴφνης, Κύριος οἶδε γιατί, τοῦ μπῆκε ἡ ἰδέα νά παραστήσει ἕναν κανονικότατο ἄνθρωπο πού εἶχε ὅμως τήν ἱκανότητα νά καμώνεται τόν μποῦφο. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ἀπερίγραπτα λυπηρό. Ὅτι πρωτύτερα ἦταν πηγαῖα ἀντίδραση, ἀηδόνι δηλαδή, σάρκα καί αἷμα, στή συνέχεια κατάντησε ὑποκριτικό χαριτολόγημα. Ὁ κωμικός εἶχε χαθεῖ. Εἴχαμε πλέον ἕναν ἄνθρωπο πού ἔκανε τόν γελοῖο, δέν ἦταν. Καμώματα δηλαδή, τεχνάσματα καί ψεύδη κατά παραγγελία καί κατά συνθήκη.

Μπορεῖ, μολαταύτα, τά ψεύδη νά διατηροῦν τήν ἀξία τους, ἀλλά ὁ κόσμος στρέφεται ἐνστικτωδῶς πρός τό πηγαῖο. Τόν ἀρκουδιάρη τόν θέλεις ἀρκουδιάρη, δέν μπορεῖς νά σκέφτεσαι ὅτι εἶναι ὑπάλληλος τραπέζης πού τίς ἐλεύθερες ὧρες του βγάζει σεργιάνι τήν ἀρκούδα. Ἅμα εἶσαι, ὅτι κι ἄν εἶσαι, θά γίνεις ἐν τέλει ἀποδεκτός. Τόν κακομούτσουνο γιά παράδειγμα, πού ὅπου βρεθεῖ ἔχουν τήν ἄνεση νά τόν δείχνουν καί νά λένε μεταξύ τους χαμηλόφωνα: γιά δές τό τέρας! ὅλοι τόν δέχονται, ἔστω καί ἀποστρέφοντας τό πρόσωπο. Ὅλοι παραδέχονται τόν νάνο μέ τό ἀφύσικο κεφάλι, τήν παχύσαρκη Σαρακίνα πού σάν μετακινούμενο κῆτος μεταφέρει τήν ἀλήθειά της. Ἀλλά ἀπό τόν ἄνθρωπο πού ὅλο βάφεται γιά νά μήν σκουριάσει καί κουκουλώνεται μέ κάθε λογής περοῦκες τί νά παραδεχτεῖς;

Ἕνας κύριος πού ἀπό καθέδρας καί ἀνιδρωτί διδάσκει ὅλα αὐτά πού δέν μπορεῖ νά ζήσει, ὁ καθηγητής πού ἀναλύει τήν κατηγορική προσταγή, τόν ἠθικό νόμο, τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί δύο στενά παρακάτω παζαρεύει κατεργάρικα τά ραδίκια στό μανάβη, δέν εἶναι νά πεῖς δόλιος ἡ ἀπατεώνας. Τοῦ συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο. Δέν κατοικεῖ μέσα στά λόγια του. Ἐπ’οὐδενί, δέν μπορεῖ νά δώσει τόν ἑαυτό του γιά παράδειγμα. Στήν πραγματικότητα, ἄλλα λέει καί ἄλλα κάνει, μέ ἄλλο κεφάλι διδάσκει καί μέ ἄλλο κεφάλι ζεῖ καί, κατά βάθος, οὔτε καί ὁ ἴδιος συνειδητοποιεῖ πώς κατάφερε νά ἐνσαρκώνει αὐτή τήν ἀλλόκοτη διπροσωπία, αὐτή τήν δικέφαλη ὕπαρξη.

Οἱ πανεπιστημιακές ἐπιτροπές πού διανέμουν τά διπλώματα κατέχουν σέ βάθος αὐτό τό πολύτιμο μυστικό. Ὅταν ἔχουν νά προκρίνουν κανένα χειρουργό, κανέναν ὀφθαλμίατρο, κανέναν οἰκονομολόγο, τοῦ βγάζουν τό λάδι στίς ἐξετάσεις γιατί, δέ θέλει καί πολλή σοφία, ἕνας ἀδέξιος χειρουργός ἀποτελεῖ δημόσιο κίνδυνο, ὅπως ἄλλωστε καί ἕνας ἀδαής τραπεζίτης. Ἐξαιτίας ἑνός ἀλμπάνη ὀφθαλμίατρου ἐνδέχεται νά χάσεις τό φῶς σου, ἀλλά ἐξ αἰτίας ἑνός κακοῦ θεωρητικοῦ της αἰσθητικῆς – ἄν μπορεῖ νά ὑπάρχει καλός σέ αὐτήν τήν ἀνύπαρχτη δουλειά – ποιό φῶς θά στερηθεῖς; Ποιός κινδυνεύει ἀπό ἕναν καθηγητή τῆς φιλοσοφίας ποῦ κάνει λάθη; Ἔτσι θά μποροῦσε νά ἀρχίζει ἡ νά τελειώνει ἕνα σταυρόλεξο γιά ἀνόητους.

Ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μᾶς ἀνήκει μόνον ἄν τήν ἐξαγοράζουμε μέ τό τομάρι μας. Σκαμπίλι ἄγνευτο δέν παίζεται. Αὐτή εἶναι ἡ μόνη στέρεη παιδεία. Κάποιος πού ὑπηρετεῖ τίς ἰδέες του, πού τολμάει νά πάει στή σκήτη, νά ἀνέβει στό βουνό –ἐ, αὐτός εἶναι σάν τά λόγια του, τόσο σωστός καί τόσο πλανημένος, πληρώνει τή νύφη μέ λεφτά παντελονάτα, ἄρα εἶναι φίλος καί ἀποδεχτός. Ἀλλά πῶς νά γίνει φίλος ἕνας πού φιλολογεῖ πάνω στήν ὑποτιθέμενη ἀλήθειά του, πού εἶναι εἰλικρινής μόνο ὅταν πηγαίνει στούς γιατρούς νά ἐξεταστεῖ;

Δέν δέχονται νά δοκιμαστοῦν ὡς ἀσκούμενοι: αὐτό εἶναι τό ἀπογοητευτικό μέ τούς θεωρητικούς. Ἕνας δικηγόρος σπουδάζει μερικά χρόνια καί στή συνέχεια, σάν νά τελειώσανε τά ψέματα, ἀρχίζουν τά ἀληθινά ψέματα τῆς δουλειᾶς. Ἀπό τά κιτάπια καί τή θεωρία κατέρχεται πιά στό γκεζί. Ἀναγκαστικά περνάει ἀπό τήν θεωρία στήν πράξη, ἀπό τίς διακηρύξεις στήν πραγματικότητα. Ἀλλά ἕνας ἄκαπνος θεωρητικός πῶς νά περάσει στήν πράξη; Κατεβάζοντας ὡς τ’αὐτιά τήν τραγιάσκα τοῦ βιβλιογνώστη, μιλάει ἀσταμάτητα γιά παλάτια πού δέν εἶδε.

Ὁ πλατωνιστής φερ’εἰπεῖν κόπτεται γιά τόν Σωκράτη, ἄνθρωπο τῆς ἀγορᾶς, χωμάτινο καί λάτρη τοῦ χειροπιαστοῦ, πού δέν μίλαγε ποτέ στόν ἀέρα, πού δοκίμαζε τά πάντα στήν ἴδια του τή ζωή, καί θά πρέπει νά διαβοῦν χρόνια γιά νά ἀντιληφθεῖ, μετά ἀπό ἄγονες δοκησισοφίες καί ἀνάλατα φληναφήματα, ὅτι οὐσιαστικά μιλάει γιά κάτι πού τόν ἀρνεῖται ριζικά. Ἐνῶ αὐτός κρύβεται πίσω ἀπό τά λόγια του, ὁ γιός τοῦ Σωφρονίσκου ὅτι ξεστόμιζε τό ἔλεγε ἐπειδή –ὅπως λέμε –τό « ἔλεγε ἡ καρδιά του ». Καί δέν εἶναι σύμπτωση ὅτι στά νέα ἑλληνικά αὐτή ἡ φράση σημαίνει θάρρος, ἄν κάτι τό λέει ἡ καρδιά σου θά σέ βάλει σέ κίνδυνο. Διαφορετικά ἡ μόνη λύση εἶναι νά μιμεῖσαι τόν σελιδοδείκτη.

Ἐδῶ ἄλλωστε φωλιάζει τό πρόβλημα μέ τή ἐρίτιμο ἀδελφότητα τῶν ἐγγραμμάτων: δέ γυρεύουν νά ἐγκολπωθοῦν τήν ὅποια διδασκαλία τους, νά τήν ἐκθέσουν στά κύματα της ζωῆς, τούς ἀρκεῖ νά γίνουν τζουτζέδες της. Πῶς νά μήν καταντήσει ὁ κόσμος τῶν γραμμάτων μασκαράτα καί κάλπικο ἀνθρωπομάζωμα; Ὅταν ἀκονιτί διδάσκουν ὅτι ἄλλοι ἄνθρωποι κατάκτησαν μέ βάσανα, πῶς νά ἐκτιμήσουν τά βάσανα; Αὐτοί μελετητές εἶναι, ὀρντινάντσες, μεταφραστές, διερμηνεῖς, πιστοί στό γράμμα. Φυλᾶνε τά ροῦχα τοῦ νεκροῦ. Τίποτα ἄλλο.

Γιά ὅλη αὐτή τήν ἐπονείδιστη κουστωδία μία εἶναι ἡ συμβουλή: πές αὐτό πού σέ παιδεύει, μήν ντρέπεσαι, φανοῦ αὐτός πού εἶσαι, κάψε τό ψευδοεγώ τοῦ πανεπιστημίου, πέτα τίς βάτες ἀπό τούς ἰσχνούς ὤμους σου –πάψε νά βρυχᾶσαι καί νά κάνεις τό θηρίο!

Εἶναι τόσο μεγάλο τό κακό πού παθαίνουμε μέ τή μόρφωση, τήν παθητική πολυμάθεια καί τούς τίτλους, ὥστε ὅταν ἡ ζωή ζορίζει –τά κάνει αὐτά –καί τελειώνουν κάποια ἀστεῖα, ὅταν δηλαδή ἔχεις ἀνάγκη τό μύχιό σου γιά νά σταθεῖς στά πόδια σου, αὐτό ἀποδεικνύεται τόσο θαμμένο, τόσο φωτοφόβο, ὥστε πρέπει νά οὐρλιάξεις γιά νά σέ ἀφουγκραστεῖ. Μέ τούς ξυλοδαρμούς δέν συμβαίνει τίποτα διαφορετικό. Μόλις δύο ἄνθρωποι ἀρχίσουν τά σπρωξίματα καί τίς ψιλές, αὐτοστιγμεί κάνουν φτερά ὅλα τά ἐπίθετα: γυαλιά, ψεύτικα δόντια, περοῦκες, γραβάτες, γιακάδες, ταυτότητες καί ἁλυσίδες μέ σταυρούς, γιά νά ἀπομείνει ὅτι πραγματικά τους ἀνήκει: τό αἷμα τους καί ἡ ἀλαφιασμένη τούς ἀνάσα. Ἐνήμερος ὅλων αὐτῶν ὁ Ρουσώ, στά περί ἀγωγῆς τῶν νέων, εἶναι κατηγορηματικός: ὄχι λόγια στούς νέους, πράγματα μόνο, ὄχι θεωρίες καί κούφιες ἰδέες, ἀλλά ζωή. Ὅταν λοιπόν ἕνας ὑπερφίαλος μπούλης, χτεσινό αὐγό μέ ἄλλα λόγια, ζεστός ἀκόμα ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάννας του, ἔρχεται νά ἐκφράσει τήν ἀγάπη του γιά τό μέγα δύνασθαι τῆς σκέψης, χρειάζεται ἰδιαίτερη τέχνη γιά νά τοῦ ἀπαντήσεις. Ἀντί νά τόν ἀφήσεις νά βελάζει ( γιά τό μεταμοντέρνο, γιά τό Θεό, τήν Ἱστορία, γιά τό Εἶναι καί τά ὄντα, γιά τό ἄν ἡ ζωή ἔχει νόημα –ἄλλο καζανάκι αὐτό! -, γιά τήν ἀλλοτρίωση καί τά παρόμοια), ἀντί νά τόν παπαρίζεις στόν ὦμο, δώστου καλύτερα καθαρτικό, βάλτον νά σοῦ πεῖ τί πραγματικά τόν ἀπασχολεῖ καί ἀνάγκασε τον νά ἀρχίσει ( φτού καί ἀπό τήν ἀρχή).

Λένε ὅτι ὁ Βάρναλης ἐφάρμοζε κατά γράμμα αὐτή τήν ψυχοσωτήρια μέθοδο. Ὅταν κάποτε ἕνας νεαρός τοῦ πῆγε μίαν ἐρωτικῆς ὑφῆς ποιητική συλλογή, ἀφοῦ πρῶτα τή διεξῆλθε, ἀρκέστηκε νά τοῦ πεῖ: Παιδί μου, βρές μία γυναίκα νά γαμήσεις. Se non e vero, e ben trovato, γιά κάθε νήπιο καί γιά κάθε ξεμυαλισμένο ἰνφάντη.

Τό  κείμενο προέρχεται ἀπό τό βιβλίο του ” Ἡ κόκκινη ἀλεποῦ -Οἱ ξυλοδαρμοί”

πηγή: http://katotokerdos.blogspot.com/2010/10/blog-post_16.html

17 Σχόλια

  1. Ακέραιο το ποιητικό έργο του Βάρναλη δεν αποτελούσε λοιπόν – συνάγω αυθαίρετα – παρά μια προπαρασκευή, ώστε να… αξιωθεί να εξαπολύσει… εγκρίτως τήν, εν κατακλείδι, ριζοτόμα κουβέντα.
    Πολύ περισσότερο βέβαια – και με πολύ λιγώτερο αυθαίρετη συναγωγή, εκ μέρους μου – σύνολο το συγγραφικό έργο του Παπαγιώργη.

    Να γιατί προέκυπτε, οπότε, τόσο απαραίτητη όλη η προηγούμενη… αντιφιλολογική… παραφιλολογία του [i]περί[/i] απαξαπάντων, ενταύθα, τών [i]διαγραμμμάτων[/i].

    ΕΦ’ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ, αν επιτρέπεται, ΜΙΑ ΕΚΔΟΧΗ:
    Ένα τεταμένο σκοινί, ας υποθέσουμε, ανάμεσα στον [b]ελιτισμό[/b] και στο [b]λαϊκισμό[/b]. Ο συγγραφέας μας καταφέρνει, σε τούτο το κείμενο, να τό τεντώνει κι από τις δύο του άκρες!

    Με αποκύημα, ένα εξόχως [i]επιτηδευμένο[/i] σύγγραμμα που ρητορεύει – μας καλεί να πιστέψουμε – περί [i]αυθεντικότητος[/i].
    Ο μονόλογός του – και όμως – δεν έχει να κάνει μ’ εμάς; Ο συνομιλητής εκείνος τον οποίο, με… παρρησία, φιμώνει δεν είναι άλλος απ’ τον εαυτό του.
    Να ομολογήσω, εν ολίγοις, την τελική δυσπιστία μου: Δεν πρόκειται, επ’ ουδενί, για αντικομφορμιστική εισήγηση. Πρόκειται για την ύστατη απόπειρα τής παρ’ ημίν υψηλής διανόησης, να καταξιώσει τον υπέρτατο κομφορμισμό: Το σύμπαν – αυτούσιο – των “λάιφ-στάυλ” εντύπων.

    [i]Σε τ[/i]ι, επί τέλους, [i]ζητώ να πιστέψω;[/i] ίσως ρωτήσει κανείς. Ζητώ – με μια λέξη – έναν [b]λόγο[/b] που παραπέμπει στη [b]ζωή[/b]. Μα και ζητώ μια [b]ζωή[/b] που παραπέμπει στο [b]λόγο[/b].
    Είναι, ισχυρίζομαι, η απουσία – πάσης νύξεως περί – αυτής της [i]αμοιβαιότητας[/i] που οδηγεί το προκείμενο πόνημα να πλαντάζει στη [i]σχιζοείδια[/i].

  2. Αγαπητέ κ. Καστρινάκη,

    Ελάχιστα κείμενα του Βάρναλη έχω διαβάσει. Και μάλλον συμφωνώ μαζί σου.
    Νομίζω όμως πως αδικείς “[i]σύνολο το συγγραφικό έργο του Παπαγιώργη[/i]”. Οπωσδήποτε ο συγγραφέας έχει αντιφάσεις. Δεν είναι ούτε “το παίζει” διδάσκαλος της Εκκλησίας. Παρά ταύτα, συνήθως είναι ειλικρινής, αναζητά την αλήθεια και δεν διστάζει να καταδικάζει το ψέμα όπου το βρίσκει. Δεν μου φαίνεται “[i]να καταξιώνει τον υπέρτατο κομφορμισμό: Το σύμπαν – αυτούσιο – των “λάιφ-στάυλ” εντύπων[/i]”, όπως γράφεις. Μάλλον, “[i]έναν λόγο που παραπέμπει στη ζωή[/i]”.

    Αυτή είναι η αίσθησή μου και για το παρόν άρθρο και για το σύνολο του έργου του, όσο έχω διαβάσει απ’ αυτό, συγχώρα με.

  3. Για το αν ο Κωστής Παπαγιώργης καταξιώνει, ή όχι, το σύμπαν των λάιφ-στάυλ εντύπων, δεν νομίζω ότι χωρούν να σταθούν αμφιβολίες: Συμμετέχει σ’ αυτά.
    Αν μου πείς ότι ο Παπαγιώργης δεν «είναι» [i]μόνο[/i] ό,τι εκεί επιλέγει να διαβιβάζει, θα συμφωνήσω μαζί σου. Ισχυρίζομαι όμως ότι το παρόν άρθρο του θα μπορούσε, ανέτως, να περιλαμβάνεται στις σελίδες τους.

    Όσο για το αν εν τέλει αδικώ το σύνολο συγγραφικό έργο του, αγαπητέ Theo, εγώ εδώ αντιμίλησα στο συγκεκριμένο κείμενο.

  4. Μα, εσύ γράφεις στην τρίτη γραμμή, για “[i]σύνολο το συγγραφικό έργο του Παπαγιώργη[/i]”.

    Δεν το ήξερα ότι γράφει και σε “λάιφ στάιλ” έντυπα. Μάλλον το κάνει για βιοποριστικούς λόγους.

  5. Αγαπητέ Theo, μακάρι να έχεις δίκιο ότι τον αδικώ, [i]γενικεύντας[/i] κάποια –εκ μέρους του – [i]εξαίρεση[/i].
    Είμαι σίγουρος, ωστόσο, ότι ο ίδιος επ’ ουδενί θα παραδεχόταν μια παρόμοια «κατάταξη» του προ-κείμενου λόγου του.

    Αισθάνομαι πάντως την ανάγκη να σαφηνίσω ότι η διάθεσή μου δεν στρέφεται, διόλου, εναντίον του προσώπου του. Άλλο αυτό, όμως, και άλλο η [b]δοκιμασία[/b] των [b]σημασιών[/b].

  6. Στην ακροτελεύτια παράγραφο του πυκνού και γλαφυρού κειμένου του ΚΠ διαβάζουμε: “Ὅταν λοιπόν ἕνας ὑπερφίαλος μπούλης, χτεσινό αὐγό μέ ἄλλα λόγια, ζεστός ἀκόμα ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάννας του, ἔρχεται νά ἐκφράσει τήν ἀγάπη του γιά τό μέγα δύνασθαι τῆς σκέψης, χρειάζεται ἰδιαίτερη τέχνη γιά νά τοῦ ἀπαντήσεις. Ἀντί νά τόν ἀφήσεις νά βελάζει ( γιά τό μεταμοντέρνο, γιά τό Θεό, τήν Ἱστορία, γιά τό Εἶναι καί τά ὄντα, γιά τό ἄν ἡ ζωή ἔχει νόημα –ἄλλο καζανάκι αὐτό! -, γιά τήν ἀλλοτρίωση καί τά παρόμοια), ἀντί νά τόν παπαρίζεις στόν ὦμο, δώστου καλύτερα καθαρτικό, βάλτον νά σοῦ πεῖ τί πραγματικά τόν ἀπασχολεῖ καί ἀνάγκασε τον νά ἀρχίσει ( φτού καί ἀπό τήν ἀρχή)”.
    Δίκαιο όμως θα ήταν αν πριν αφοριστικά και γενικόλογα συμπεριλάβει τους πάντες και τα πάντα να μας «πει τι πραγματικά απασχολεί και τον ίδιο» γράφοντας όλα αυτά.
    Τώρα, πιο σοβαρά μιλώντας, λογικά δεν πρέπει να υπάρχουν φιλόσοφοι (περιώνυμοι και φημισμένοι), φιλοσοφούντες (στους δρόμους και στις εφημερίδες) και αμπελοφιλοσοφούντες (κυρίως σήμερα στα μπλοκ) αν δεν αερολογούν ως συνήθως υπηρετώντας όμως κάτι. Αυτό που κάνουν, για να θυμηθούμε ένα μεγάλο πλην πολύ ταπεινό παρατηρητή των ανθρωπίνων πραγμάτων οι φιλόσοφοι «κατά κανόνα αντιλαμβάνονται με κάποια καθυστέρηση τις ατμοσφαιρικές αλλαγές και τους καινούργιους προβληματισμούς, όμως από την στιγμή που θα παρέμβουν σε μιαν ήδη τρέχουσα συζήτηση επικαλούνται το υψηλό τους λειτούργημα, προβάλλοντας την αξίωση να εντάξούν το συζητούμενο αντικείμενο στις δικές τους τάχα ανώτερες νοητικές κατηγορίες και να έχουν αυτοί την τελευταία λέξη». Π. Κονδύλης, «Η παρακμή του αστικού πολιτισμού», (Θεμέλιο Αθήνα 1991β) σελ. 51.
    Ακόμη πιο σοβαρά μιλώντας καλοκαίρι που είναι ξαναδιάβασα το «Η ηδονή, η ισχύς και η ουτοπία» του ιδίου. Κανείς αν δεν θιγεί βαθύτατα (δηλαδή οι περισσότεροι) θα δεχθεί ότι οι φιλόσοφοι, βασικά, συνειδητά ή ανεπίγνωστα και λόγω ρόλου ή επιστρατευμένα στο πεδίο των αξιώσεων ισχύος παλεύουν. Το καίριο ερώτημα είναι οι φιλόσοφοι, φιλοσοφούντες και αμπελοφιλοσοφούντες: «Ποιες αξιώσεις ισχύος υπηρετούν στα τρία επίπεδα ανάλυσης» που μας ενδιαφέρουν: α) του επιπέδου της ατομικής αυτοσυντήρησης και ευημερίας, β) της πολιτειακής αυτοσυντήρησης, ελευθερίας και ευημερίας και γ) του διεθνούς, διεθνικού ή «παγκόσμιου» επιπέδου.
    Ας σταθούμε με μια λέξη στο τρίτο επίπεδο όπου πρωτίστως αυτοσυντήρηση (των κρατών) προσδιορίζεται από το γνωστή και διαχρονικά αλάνθαστη θέση: «δίκαιο υπάρχει όταν υπάρχει ίση δύναμη και όταν αυτό δεν ισχύει ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο ισχυρός υποχωρεί και προσαρμόζεται» (Θ89). Οι πλείστοι φιλόσοφοι, φιλοσοφούντες και αμπελοφιλοσοφούντες που κατοικούν στο νεοελληνικό κρατίδιο, αντί να δουν ορθολογιστικά τι συγκροτεί και συγκρατεί την πολιτεία τους και τι διασφαλίζει την αυτοσυντήρηση και την ευημερία των ιδίων και της χώρας τους, εισήλθαν όλοι μαζί μέσα σε ένα κενό χώρο που λέγεται «παγκοσμιοποίηση». Εκεί μέσα, σε αυτό τον μετα-εθνικό χώρο των φαντασιώσεών τους (στην λογική της μεταεθνικής εποχής συμβατικά επιφανής φιλόσοφος υποστήριξε το φασιστοειδές σχέδιο Αναν) όπου υπάρχει αέρας κοπανιστός αντί ουσίες και νοήματα, με φλυαρίες και ασυναρτησίες του κάθε Χάμπερμανς και Φουκώ εξανέμισαν οτιδήποτε ανήκει στους Έλληνες και συμπαρέσυραν διαφθείροντας στοχαστικά ακόμη και καλόπιστους πολιτικούς και πολίτες. Τα νήματα ενώθηκαν και μαρξιστές, αναρχικοί, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι κτλ, εξομοιώθηκαν και εξισώθηκαν ιδεολογικά. Βοηθούντων και των επιφυλλίδων αυτό πήρε την μορφή μάστιγας. Ευκαιρίας δοθείσης και διεθνικών ευκαιριών εξυπηρετήθηκαν φιλαυτίες, φιλοτομαρισμοί εγωπάθειες, ιδιοτέλειες και μωροφιλοδοξίες. Ας σταματήσω όμως εδώ.

    «Το τι λοιπόν απασχολεί τον καθένα» είναι εύστοχο ως ερώτημα που καθείς πρέπει να απαντήσει στην βάση των λόγων και έργων του. Οι γενικόλογες και δολοφονικές αοριστολογίες δεν ωφελούν παρά μόνο βεβαιώνουν τον κατήφορο, το πνευματικό αδιέξοδο και την σύγχυση. Και νομίζω ότι όσον αφορά την εξίσου εύστοχη παραίνεση του Βάρναλη, πολλοί ιδιοτελείς «αυτό» έκαναν με παθητικό δέκτη του βιασμού την πατρίδα τους. Και επειδή οι βιαστές μιας και πάντοτε όταν είναι κάτοχοι της εξουσίας δύσκολα ξεκαβαλικεύουν, διέξοδος μάλλον δεν υπάρχει. Καθημερινά, διαβάστε επιφυλλίδες και ακροαστείτε τον «πολιτικό» λόγο. Και θα καταλάβετε. Στο τέλος του κατήφορου όλοι θα βλαφτούν, ακόμη και αυτοί που νομίζουν ότι θα καταφύγουν σε κάποιο φορολογικό παράδεισο ή θα βολευτούν πάλιν υπηρετώντας την νέο-οθωμανική ηγεμονία.
    Π. Ήφαιστος http://www.ifestosedu.gr

  7. ωραίες οι ανωτέρω αναλύσεις και οι αντιθέσεις. ένα έχω να προσθέσω. επειδή εργάζομαι στον πανεπιστημιακό χώρο, αυτούς που περιγράφει ο Παπαγιώργης τους ζω καθημερινά, είναι αληθινό.

  8. ΤΙ ΑΧΤΥΠΗΤΟ, :0

    ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

    ΜΕ ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΟΣΤΑ ΑΛΗΘΕΙΑΣ,

    ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ,

    ΚΥΡΙΕ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ ΜΟΥ;

    ΤΑΒΛΙΑΣΤΗΚΑ ΣΤΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ!

    ΚΑΙ ΜΕΤΆ ΑΦΟΥ ΣΗΚΩΘΗΚΑ ΑΠ ΤΟ ΤΑΒΛΙΑΣΜΑ,

    Υ Π Ο Κ Λ Ι Ν Ο Μ Α Ι!

    ΕΧΕΙΣ ΤΟΥ ΖΩΝΤΑΝΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΤΟΥ ΧΕΙΡΟΠΙΑΣΤΟΥ,
    ΤΟ Χ Α Ρ Ι Σ Μ Α!

    ΘΥΜΑΣΑΙ ΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙΣ ΚΑΘΕ ΠΡΩΊ, Ε Κ Ε Ι Ν Ο Ν
    ΠΟΥ ΣΟΥ ΤΟ ΔΩΣΕ;
    ……………………………………………….
    ΕΓΡΑΨΕ (ανάμεσα στ’αλλα) Ο ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ:

    “Ἕνας κύριος πού ἀπό καθέδρας καί ἀνιδρωτί διδάσκει ὅλα αὐτά πού δέν μπορεῖ νά ζήσει, ὁ καθηγητής πού ἀναλύει τήν κατηγορική προσταγή, τόν ἠθικό νόμο, τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί δύο στενά παρακάτω παζαρεύει κατεργάρικα τά ραδίκια στό μανάβη, δέν εἶναι νά πεῖς δόλιος ἡ ἀπατεώνας. Τοῦ συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο.

    ΔΕΝ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ.

    Ἐπ’οὐδενί, δέν μπορεῖ νά δώσει τόν ἑαυτό του γιά παράδειγμα.

    Στήν πραγματικότητα, ἄλλα λέει καί ἄλλα κάνει, μέ ἄλλο κεφάλι διδάσκει καί μέ ἄλλο κεφάλι ζεῖ καί, κατά βάθος, οὔτε καί ὁ ἴδιος συνειδητοποιεῖ πώς κατάφερε νά ἐνσαρκώνει αὐτή τήν ἀλλόκοτη διπροσωπία, αὐτή τήν δικέφαλη ὕπαρξη.

    Οἱ πανεπιστημιακές ἐπιτροπές πού διανέμουν τά διπλώματα κατέχουν σέ βάθος αὐτό τό πολύτιμο μυστικό.

    Ὅταν ἔχουν νά προκρίνουν κανένα χειρουργό, κανέναν ὀφθαλμίατρο, κανέναν οἰκονομολόγο, τοῦ βγάζουν τό λάδι στίς ἐξετάσεις γιατί, δέ θέλει καί πολλή σοφία, ἕνας ἀδέξιος χειρουργός ἀποτελεῖ δημόσιο κίνδυνο, ὅπως ἄλλωστε καί ἕνας ἀδαής τραπεζίτης.

    Ἐξαιτίας ἑνός ἀλμπάνη ὀφθαλμίατρου ἐνδέχεται νά χάσεις τό φῶς σου, ἀλλά ἐξ αἰτίας ἑνός κακοῦ θεωρητικοῦ της αἰσθητικῆς – ἄν μπορεῖ νά ὑπάρχει καλός σέ αὐτήν τήν ἀνύπαρχτη δουλειά – ποιό φῶς θά στερηθεῖς;

    Ποιός κινδυνεύει ἀπό ἕναν καθηγητή τῆς φιλοσοφίας ποῦ κάνει λάθη; Ἔτσι θά μποροῦσε νά ἀρχίζει ἡ νά τελειώνει ἕνα σταυρόλεξο γιά ἀνόητους.

    Ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων μᾶς ἀνήκει μόνον ἄν τήν ἐξαγοράζουμε μέ τό τομάρι μας”.
    …………………….
    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ:

    Η ΠΙΟ ΚΑΛΟΑΚΟΝΙΣΜΕΝΗ ΠΕΝΑ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ.

    -ΔΙΔΑΣΚΕΙΣ!

    -ΤΥΦΛΑ ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ

    ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΣΕ ΔΙΑΒΑΖΩ ΜΕΝΩ ΚΕΧΗΝΥΙΑ, ΦΙΛΤΑΤΕ…

    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ:

    👿 “ΘΕΌς!”

    Υ. Γ.
    ΣΕ ΠΟΙΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΝΑ ΤΟΥ ΣΤΕΙΛΟΥΜΕ ΕΝΑ ΚΑΛΑΘΙ ΓΑΡΔΕΝΙΕΣ; :ooo:

  9. [quote name=”Βαγγέλης”]ωραίες οι ανωτέρω αναλύσεις και οι αντιθέσεις. ένα έχω να προσθέσω. επειδή εργάζομαι στον πανεπιστημιακό χώρο, αυτούς που περιγράφει ο Παπαγιώργης τους ζω καθημερινά, είναι αληθινό. [/quote]

    Α, ναι! Αυτό που σημειώνετε εδώ μπορώ να το συμμεριστώ απολύτως.
    Μου δίνετε, μάλιστα, την ευκαιρία να πω ότι την παρέμβασή σας αυτή τη θεωρώ συμβολή στον διάλογο.

    Πρακαλώ σας ωστόσο: Μην εκλαμβάνετε, εξ ορισμού, την [i]αντίρρηση[/i] ως [i]εναντίωση[/i]. Ακόμα και την οξεία αντίρρηση.
    Η π ο ι κ ι λ ί α των π ρ ο σ ε γ γ ί σ ε ω ν κάτω από τούτο το κείμενο, εμένα τουλάχιστον μού είναι ευπρόσδεκτη.

    Χωρίς επ’ ουδενί να ανακαλώ τήν (αφετηριακή και συνάμα καταληκτήρια) διερώτησή μου, για το αν η [b]τελευταία λέξη[/b] αυτού του κειμένου είναι – συγχρόνως – κι η τελευταία λέξη του [b]Διαφωτισμού[/b] μας.

  10. :love:
    Αυτό με τους ευνούχους καλόοοο!

    Μου είπαν ότι το ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ έργο του Παπαγιώργη είναι εξαιρετικό.
    Να ανεβάσουμε σε κανένα μπλογκάκι, καλέ, αποσπάσματα.

    (Ελπίζω με την ευγενική και χαρούμενη άδεια του συγγραφέα του…)

  11. Ευάγγελος Βαρελίδης και Ε.Π.Κ.: Μου φαίνεται πενιχρή, μάλλον, η (μέχρι στιγμής, τουλάχιστον) συν-παράταξη των θιασωτών τής επιβητορικής εκδοχής – όταν ο λόγος έρχεται στη διαμοιβή των σωμάτων – την οποία υπερασπίζεται η βασική σ’ αυτή τη σελίδα ανάρτηση.

  12. :angry: Με συχωρείτε…
    ΕΙΔΑ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΠΗΚΑ… 👿
    μπορεί κάποιος να μου μεταφράσει το τελευταίο σχόλιο του κυρίου για την “διαμοιβή των σωμάτων”…τι είναι η “διαμοιβή των σωμάτων”; βραχυκυκλώθηκα… :0

  13. Αγόρασα σήμερα το “κόκκινη αλεπού-ξυλοδαρμοί”
    Πάρτυ θα κάνω μαζί του 😀

    Το “περί Μέθης” δεν το είχε η Πρωτοπορία της Πάτρας 🙁
    Ελπίζω να το φέρει τάχιστα! :love:

  14. θα ήθελα να πω δυό λόγια αποκλειστικά για το νόημα του συγκεκριμένου άρθρου, χωρίς αναφορά στο συγγραφέα και το σύνολο έργο του. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για μια απ’ τις καλύτερες περιγραφές του βασικού προβλήματος της σημερινής παιδείας, και ενός τύπου άσαρκου και μη αυθεντικού ‘διανοείσθαι’ χαρακτηριστό της σημερινής εποχής. Ίσως αυτό να εκφράζεται σε μια ιδιότυπη γλώσσα αν και σε μένα προσωπικά δεν ηχεί παράταιρη ή άσχημη ή επιτηδευμένη. Μήπως αυτός δεν ήταν ο χαρακτήρας της παιδείας που και μεις γνωρίασαμε, που μετέστρεφε συστηματικά την ενδιάθετη τάση για γνώση και έκφραση σε καταναγκαστικό τεχνικό εργο άσκησης κάποιων δεξιοτήτων με πρότυπα άσχετα με την προσωπική ζωή εκάστου, υποδείγματα σχετικά με το περιεχόμενο και την μορφή της έκφρασης που έπρεπε κανείς να αφομοιώσει και να τα κάνει δικά του αν ήθελε να προκόψει; Και τελικά σε μεγάλο βαθμό τα έκανε, κάποτε σε τέτοιο βαθμό που να τα νομίζει για δικά του και η γνώση, όχι η φυσικομαθητική που κι αυτή ακόμη εξαντλούνταν σε μια τεχνική διαδικασίας επίλυσης προβλημάτων και αποστήθισης ορισμών, αλλά και κείνη η γνώση που αναφέρεται άμεσα στον ανθρώπινο βίο και έχει να κάνει με πνευματικές και υπαρξιακές αναζήτήσεις, γινόταν ένα σχολικό μάθημα όπως τα άλλα μια ικανότητα να χειρίζεται κανείς τις έννοιες και την γλώσσα λες και επρόκειτο για παιγνίδι, τελείως αδιάφορο και ξένο με την πραγματική ζωή. Η ίδια η σχολική ζωή, υποχρεωτική, βαρετή, κατεστρεφε ή διέστρεφε την φυσική απορία για το θαύμα το κόσμου και τη χαρά της ανακάλυψης και της δημιουργίας. Από κει και πέρα ο ανθρώπινος τύπος που περιγράφει ο Παπαγιώργης ήταν ένα φυσικό επακόλουθο. Οποιοσδήποτε στη συνέχεια εξ όλων ημων των πεπαιδευμένων κατ’ αυτό το τρόπο θέλησε να βρεί κάτι αυθεντικό, να αναζητήσει και να εκφράσει την αλήθεια ή την αλήθεια του, έπρεπε πρώτα να ξεφορτωθεί όλον αυτόν τον εθισμό, να αποδομήσει την εκμαθημένη γλώσσα για να βρει τη δική του, να αποδομήσει τα δοσμένα γνωστικά πλαίσια, για να μπορέσει να αναρωτηθει απροκατάληπτα και να δώσει αν μπορέσει τις δικές του από πρώτο χέρι απαντήσεις στα ερωτήματα που του έθετε πια η ίδια η ζωή. Να ‘ξαναδιαβάσει’ με νέο βλέμμα τα παλιά βιβλία. Και να ξαναγράψει την δική του ιστορία, στη δική του γλώσσα, είτε επρόκειται για τέχνη , επιστήμη, φιλοσοφία, ή απλά για τον οποιοδήποτε καθημερινό προβληματισμό και την οποιαδήποτε καθημερινή συζήτηση, η καθημερινή πράξη, ωστε ο στοχασμός και η επικοινωνία να έχουν ένα ουσιαστικό περίεχόμενο. Δεν ξέρω πραγματικά τι θα μπορούσε κάποιος να αντιπεί σε όλα αυτά. Ομολογουμένως η καταληκτική αναφορά του άρθρου στην ιστορία αυτή του Βάρναλη είναι άστοχη και ευκολα συγχέεται με μια χυδαία ισοπεδωτική ‘λαϊκή’ αντίληψη σχετικά με τον έρωτα, κάτι που έχω την εντύπωση ότι πιθανόν και να αληθεύει για τον Βάρναλη. Δε νομίζω να είναι όμως αυτή η πρόθεση του συγγραφέα. Είναι γνωστή περίπτωση στην ψυχολογία η διανοητικοποίηση θεμάτων όπως ο έρωτας, σαν άμυνα απέναντι στο ίδιο το γεγονός της ζωής, και μάλλον αυτό υπονοεί και το κείμενο. Δεν γνωρίζω κατά πόσο ο Παπαγιώργης γράφει σε λάιφ στάιλ έντυπα αλλά το συγκεκριμένο πόνημα δεν έχει να κάνει σε καμια περίπτωση με λάιφ στάιλ αντιλήψεις. Κατά την γνώμη μου είναι πολύ αληθινό, και πολύ κοντα στην πραγματική ζωή.

  15. Μπορεί κάποιος να μου πεί τι θέλει να πεί α κ ρ ι β ώ ς ο τελευταίος διανοούμενος της σελίδας;
    αν μπορεί να μου γράψει την περίληψη σε π έ ν τ ε μόνο σειρές
    (τόσες μόνο μπορώ να συγκρατήσω, α κ ρ ι β ώ ς)

    θα τον λατρέψω!

    :love:

    Ενημερώνω ότι μελέτησα (δις) το ” ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ” του Κωστή Παπαγιώργη.
    ΠΙΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟκοσμικό, ΕΡΓΟ με μια ειλικρίνεια που σπάει “τα οστά της ψυχής τα γεγυμνωμένα” ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΟΝ.

    ΥΠΉΡΧΕ ΆΡΑΓΕ ΠΑΠΠΟΥΛΗς ιερέας στο σόι του ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ;
    -Ναι;
    Α!
    ΕΤΣΙ ΕΞΗΓΟΥΝΤΑΙ ΟΛΑΑΑ!
    Έτσι εξηγείται η γλωσσική αρχιερατική φλέβα του…

    Υποκλίνομαι σε αυτή την κρυμμένη οδύνη…

  16. Πραγματικα αξεπεραστο κειμενο-αλλα κ μεγαλη αληθεια ζωης..ειναι ακριβως το βαθυ νοημα της μυησης του ανθρωπου σ τη ζωη.Ο Κωστης Παπαγιωργης ε δω, μας ξαναυπενθυμιζει τη διαδικασια-της ξεχασμενης κατατα αλλα- ΜΥΗΣΗΣ..Μιας διαδικασιας που δε διδασκει αλλα σ ε μαθαινει το τροπο να μαθαινεις
    σε ε υχαριστω Κωστη…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here