Λόγος Θείος και ανθρώπινος

0
1053

Ανέκαθεν η φιλοσοφία έβλεπε τον εαυτό της ως λογοποιία, ως μια υπηρέτρια του λόγου, που την υπερβαίνει- αυτός όμως χαρίζει στον φιλόσοφο τις υψιπετείς αναβάσεις. Σήμερα δεν ειναι πια έτσι. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι, προπαντός αυτοί της αναλυτικής φιλοσοφίας, αντιμετωπίζουν πια και αυτήν την έννοια της «ratio» με δυσπιστία (παρόλο που ο δυτικός πολιτισμός θεμελιώθηκε στην ratio). «Λόγος» είναι γι’ αυτούς πια μόνο το να μπορείς να παρακολουθείς ένα επιχείρημα, να έχεις μια κάποια συλλογιστική πορεία. Ωστόσο, τι θα πει σε αυτά τα συμφραζόμενα ο όρος «συλλογιστική», που μάλιστα εμπεριέχει ως συνθετικό του πάλι τον όρο «λόγος»;
Οι φιλόσοφοι θεωρούν ότι το παν ξεκινά από τις έννοιες- η έννοια πχ ενός δέντρου, ενός σπιτιού, ενός άλλου προσώπου. Κατ’ αυτούς, η έννοια είναι μια μυστική διεργασία που συμβαίνει στον ανθρώπινο εγκέφαλο, μια δίχως περαιτέρω εξήγηση, σύλληψη κάποιου αφηρημένου γεγονότος, μια διαδικασία που προσιδιάζει στον ανθρώπινο τρόπο του «υπάρχειν». Η έννοια, που αντιμετωπίζεται λανθασμένα μεμονωμένα (εφόσον, κατά τον Σωσύρ, υπάρχουν μόνο συστήματα εννοιών και όχι ξεκομμένες λέξεις) προβληματίζει αυτούς τους φιλοσόφους, γιατί το οντολογικό της καθεστώς δεν είναι υλικό – παρόλα αυτά οι περισσότεροι πιστεύουν στην ύπαρξη εννοίας ως ξεχωριστής οντολογικής μονάδας.
Από την έννοια περνούν κατόπιν στην πρόταση- άλλωστε έννοια και πρόταση είναι αλληλένδετες πραγματικότητες. Συλλαμβάνοντας μια οποιαδήποτε έννοια, στην ουσία έχω προβεί σε μια προτασιακή απόφθεγξη. Και ο περικλεισμός μιας πρότασης σε ένα επιχείρημα αποτελεί την καταληκτική και πλέον σημαντική ανθρώπινη νοητική δραστηριότητα , όπου πρόβλημα υπάρχει με το τι εννοούμε ως «παρακολούθηση» ενός επιχειρήματος. Πώς μπορεί ο νους μας να πηδά από μια πρόταση σε μια άλλη και να βγάζει συμπεράσματα; Τι είναι αυτό που τον κάνει να παρακολουθεί επιχειρήματα; Οι φιλόσοφοι αυτοί δεν πιστεύουν καν στην ανθρωπίνη «νόηση», ως μια ξεχωριστή ανθρώπινη οντολογική ικανότητα, αλλά υπομειώνουν την έννοια αυτή στο επίπεδο της απλής παρακολούθησης, επαναλαμβάνουμε, ενός επιχειρήματος- όπως όμως για να δεις χρειάζεσαι τα μάτια, παρομοίως για να παρακολουθείς ένα επιχείρημα, ποια άραγε ικανότητα απαιτείται;
Στη θεωρία τους αυτοί οι στοχαστές δεν πιστεύουν ότι ο ανθρώπινος «λόγος» έχει μια δική του δυναμική, στρέφεται προς κάτι. Η νόηση ειναι ένα «εργαλείο» για να τα βγάζουμε πέρα με προβλήματα της καθημερινής ζωής. Στην ζωή πρωτεύουν οι επιθυμίες και τα πάθη. Ο λόγος δεν έχει καθόλου δικό του δυναμισμό. Ο πόθος για περαιτέρω γνώση δεν είναι ίδιον του λόγου, αλλά συναισθηματική πραγματικότητα. Δεν είναι στοιχείο του ιδίου του Λόγου ο έρωτας για την αλήθεια- αυτό το συναίσθημα θα μπορούσε μάλλον να εξηγηθεί με συμπεριφοριστικό τρόπο: θέλουμε να μαθαίνουμε για να προστατευόμεθα από τις κακοτοπιές. Ο πόθος για την αλήθεια δεν είναι ούτε καν η βάση των ανθρωπίνων επιστημών. Αναπτύσσουμε επιστήμες με τρόπο συμπεριφοριστικό: ο άνθρωπος δεν ορέγεται φύσει του ειδέναι. Και η στροφή του νου προς την Αλήθεια δεν είναι ένα δυναμικό γεγονός που ευθύνεται για την ανάπτυξη τόσων και τόσων επιμέρους ανθρωπίνων επιτευγμάτων- μεταξύ αυτών και καλλιτεχνημάτων. Τα έργα τέχνης είναι ωραία, γιατί υπάρχει μια περαιτέρω λειτουργία μέσα στον εγκέφαλό μας, να προσλαμβάνει αισθητικές κατηγορίες- άδηλο πώς.
Ούτε οι στοχαστές αυτοί κατανοούν το φαινόμενο της σύνδεσης του λόγου με τις άλλες ανθρώπινες νοητικές δυνάμεις, πχ με την αίσθηση. Βλέπω ένα τοπίο και ξαφνικά γίνομαι και εγώ μέρος αυτού του δάσους που αντικρίζω- φαίνεται ότι ολόκληρος ο νους μου, αλλά και το σώμα μου, κλίνουν προς την ωραία αίσθηση που μου προξενεί το όμορφο δάσος. Ταυτοχρόνως, μεγαλύνω αυτόν που το δημιούργησε- το κοίταγμα ενός δάσους αφενός φέρνει τον λόγο πιο κοντά στην αίσθηση, αφετέρου και γίνεται αφορμή για μια υπέρ τον λόγο νοητική κατηγορία: την δοξολογία. Ο νους μοιάζει να εξαφανίζεται ενίοτε, όταν η αίσθηση μένει μόνη της να αποχρωματίζει νοητικά τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, το φαγητό ενός λαίμαργου συσκοτίζει και θολώνει τον νου, αφήνοντας την αίσθηση, στην πιο κολασμένη της μορφή, να απανθρωποποιεί τον άνθρωπο. Ο νους γίνεται έρμαιο του πάθους της λαιμαργίας- και αυτός χάνει την ικανότητα του να κυβερνά τον άνθρωπο.
Ούτε ο ανθρώπινος λόγος βρίσκεται σε πραγματική αντιστοιχία με τον κόσμο εκεί εξω. Οι φιλόσοφοι αυτοί πιστεύουν ότι η ανθρώπινη λογική διαμορφώθηκε ως αυστηρή αφηρημένη τυποποίηση επιτυχημένων μορφών συμπεριφοράς από πλευράς του ανθρώπου. Δεν υφίσταται όμως μια πραγματική βαθύτερη σύνδεση κοσμικού είναι και ανθρωπίνης λογικής, και μπορεί ο κόσμος βαθύτερα να υπακούει σε άλλη «λογική». Οπότε, ο ανθρώπινος νους και λογική είναι αυτόνομες πραγματικότητες, μπορεί σωστές μπορεί λανθασμένες – η επιστήμη σπρώχνει την λογική στα άκρα της, προπαντός η φυσική, και δοκιμάζει τα όρια της.
*********************
Είπαμε πως ο λόγος αναζητεί την Αλήθεια, ωθείται φύσει προς αυτήν. Μια αναλογία σχετικά μπορούμε να βρούμε στην λακανική ψυχανάλυση. Ο Λακάν λέγει ότι το κάθε άτομο αναζητεί στη ζωή του το άπειρο, γιατί αυτό κατείχε όταν ήταν ενσωματωμένο στην κοιλία της μητέρας του- η μητέρα είναι ο μεγάλος Άλλος, που, αφότου το παιδί έμαθε τη γλώσσα, κατέστη απροσπέλαστος. Ως τον μεγάλο Άλλο θα χαρακτηρίζαμε την αλήθεια, διαφοροποιούμενοι λίγο από την λακανική σκέψη, γιατί η Αλήθεια δεν είναι μόνο μια διανοητική, αλλά προπαντός ψυχοδυναμική πραγματικότητα. Οι μικρές αλήθειες της καθημερινότητας σπρώχνουν, ωθούν προς τη Μεγάλη αλήθεια της πραγματικότητας, της οποίας τη φύση θέλει να μάθει η ψυχή. Η αλήθεια είναι μάλιστα και αισθητική κατηγορία, γιατί είναι όμορφη- αληθινό είναι το ωραίο και το αντίθετο.
******************
Ο λόγος, ο λεγόμενος ενδιάθετος, χαρακτηρίζει πάντοτε τον άνθρωπο. Εκβάλλει από τα βάθη του είναι του και γι’ αυτό ο άνθρωπος πάντοτε ομιλεί. «Νους λογικός αργείν ου δύναται», κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας. Πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα αυτή την πραγματικότητα: ομιλούμε από τα βάθη του είναι μας. Γι’ αυτό και ο λόγος, ο κάθε λόγος, έχει κάτι το υψηλό, έστω και αν αυτό το αμαυρώνουν οι άνθρωποι. Και ο λόγος, πάντα πιο υψηλά ιστάμενος από τη σκέψη, πάντα ένα βήμα εμπρός της, καθοδηγείται από τον άνθρωπο, είναι σημαντικός της ποιότητας του ανθρώπου. Αλλά με μια άλλη έννοια καθοδηγεί και τον άνθρωπο: ορίζει το ποιόν του. Είναι πραγματικά προσωπικός. Και έχει το προνόμιο να συναντάται με τους άλλους προσωπικούς λόγους των ανθρώπων, συστήνοντας κοινωνία μαζί τους. Μια κοινωνία λόγων, όπου ενίοτε τείνει να εξαλειφθεί το προσωπικό στοιχείο, όπως στα κάθε λογής ιδεολογήματα, αλλά που στο τέλος αυτό το τελευταίο θριαμβεύει- έστω κι αν χρειαστεί ο ομιλών να καταρρεύσει. Αυτή η έξοδος του προσωπικού λόγου προς τα έξω θεμελιώνει τον πολιτισμό: κοινωνούμε διά του λόγου, που πηγάζει από το πλέον βαθύ είναι μας- πρόκειται για ένα μυστήριο, μια πρόσκληση για την από κοινού πρόσβαση στην αλήθεια. Είναι μια αισθητική του συνυπάρχειν, έστω κι αν ο προσωπικός λόγος συχνά αυτολογοκρίνεται, προκειμένου να συσταθεί η κοινωνία. Και σε αυτήν την αναζήτηση του άλλου, την πλέον κεντρική θέση κατέχει ο λόγος του Απείρου, της Θεότητος, ο οποίος μάλιστα έχει και υποστατική μορφή: είναι ο Θεός Λόγος, αυτός που δημιούργησε ένα λογοποιημένο σύμπαν και που έρχεται σε επαφή με τους λόγους των δημιουργημένων από αυτόν κτισμάτων. Ο Θεός Λόγος καλεί προς το Είναι του όλα τα πλάσματα, με την «κατά σχέσιν» απειρότητά τους.
Ούτε ο μεταξύ των κτιστών όντων, των ανθρώπων, διάλογος μπορεί να υποβιβαστεί σε απλή ανταλλαγή πληροφοριών. Με τον λόγο του ο άλλος μας αποκαλύπτει το πρόσωπό του, τις επιδιώξεις του, τις φιλοδοξίες του, τα τραύματά του, τις πληγές του, την τωρινή του κατάσταση. Και στον λόγο του ο άλλος μιλά ακόμη και μέσα από την σιωπή του, από αυτό που φαινομενικά δεν φαίνεται, αλλά στην πραγματικότητα είναι παρόν. Είναι πολύ εύγλωττες οι παραλείψεις του άλλου. Συστήνεται έτσι η κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, διά της απειροσύνης αυτών. Οι άνθρωποι ζουν στον ορίζοντα του λόγου-μέσα από τους πολλούς προσωπικούς λόγους θριαμβεύει ο ένας λόγος, αυτός που κρίνει και ανατέμνει και τον κάθε προσωπικό λόγο. Αλλά και ο άλλος άνθρωπος μπορεί να ανατάμει την ψυχή μου διά του λόγου μου. Ο λόγος είναι αληθής «μάχαιρα του Πνεύματος».
Στην θεολογία ο Λόγος είναι ένα Πρόσωπο, ο Ζων Θεός, ο Χριστός. Ο άνθρωπος , μεταμορφούμενος, γίνεται ικανός για την θεοείδεια, να ακούσει και να εγκολπωθεί το άρρητο, μέσα από το κτιστό. Με την κτιστή του μορφή, ο Ζων Θεός λέγει, «εγώ ειμί η αλήθεια». Τα ρήματα ειναι κτιστά, ωστόσο το νόημα άκτιστο. Το θεϊκό στοιχείο προσεγγίζει τον άνθρωπο, ενανθρωπίζεται, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός.
****************
Ο λόγος του Θεού γεννάται στην καρδιά του ανθρώπου, και αυτό ειναι ένα μεγάλο μυστήριο της πνευματικής ζωής. Μαζί ακούγονται και οι φωνές των μικρών άλλων, των συνανθρώπων μας, που καλούν σε βοήθεια. Ο Μεγάλος Άλλος, που είναι μαζί Αλήθεια και Άπειρο, αποκαλύπτει τα ίχνη της παρουσίας του στον άνθρωπο, μιλώντας με άκτιστα νοήματα. Ο Θεός απευθύνεται κατευθείαν στο βαθύ υπαρξιακό κέντρο του ανθρώπου, και εκεί εναποθέτει «ετοίμους λογισμούς», ως λέγει ο Γέροντας Σωφρόνιος (Ιερομονάχου Πέτρου, «Το μυστήριο του Λόγου στον Γέροντα Σωφρόνιο», Εκδ. ΙΜΤ Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2019, σ. 137). Αυτά τα άρρητα ρήματα γεννιόνται από τη χάρη, όταν ο άνθρωπος παρίσταται με καθαρά προσευχή ενώπιον του Θεού. Μπορούμε να το καταλάβουμε καλύτερα με μια αναλογία από τα ανθρώπινα: όπως στην καθημερινή ζωή ενίοτε «παριστάμεθα» ενώπιον ενός άλλου ανθρώπου, στεκόμαστε μπροστά του σε στάση προσοχής και ενωτισμού, έτοιμοι να δεχτούμε τον λόγο του, έτσι και ο Θεός, ζητά από μας μια τέτοια προσοχή. Και όταν ο άνθρωπος ενώπιον του οποίου ιστάμεθα αρχίζει να ομιλεί, τότε μας αποκαλύπτει, αν θέλει, τον «τόπο» του, το πού ακριβώς βρίσκεται από ψυχοδυναμική κατάσταση- το ακριβές σημείο της πορείας του στη ζωή. Και όταν αρχίσει να ομιλεί, η ζωή του γίνεται και δική μας- αναλόγως της αγάπης που έχουμε προς αυτόν. Παρομοίως και ο Θεός, που ειναι ο πλαστουργός μας, και που βρίσκεται εξαρχής μέσα στο βαθύ υπαρξιακό μας κέντρο, την καρδιά, εναποθέτει τους λόγους του μέσα μας, και αυτοί γίνονται δεκτοί από εκείνον που θέλει. «Τα άκτιστα ρήματα που μεταδίδει η χάρις στους Αγίους, παρέχουν πλήρωμα γνώσεως του μέλλοντος αιώνος» (ό.π. σελ. 138).Καί αυτό γιατί «ειναι φορτωμένα με την ενέργεια του Πνεύματος και ‘πεπυρωμένα’ με το υπερνοητό Φως της Βασιλείας του Θεού» (αυτόθι). Ο λόγος του Χριστού είναι άκτιστο Φως, που απευθύνεται όχι στο λογικό αλλά στη «βαθεία καρδιά». Ο λόγος του Θεού, κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, «θεόν ποιεί τον άνθρωπο».
Και, επιστρέφοντας πάλι στα ανθρώπινα, βλέπουμε ότι και ο ανθρώπινος λογος έχει μια δική του, δημιουργική δύναμη, που τον οδηγεί σε ένα πνευματικό ύψος, καλαισθησίας και ευαισθησίας. Όπως ο ποιητής μπορεί με τον λόγο του να μας αναβιβάσει στον υψηλό τόπο της ευαισθησίας του και να θερμάνει την καρδιά, παρομοίως και η θεία χάρη, ο λόγος του Θεού, καθαίρει και ανιστά τον άνθρωπο. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο λόγος του Θεού είναι κάθαρση, για τούτο και ο Κύριος είπε «ήδη καθαροί εστέ διά τον λόγον ον λελάληκα υμίν».
Ο λόγος είναι ένα δυναμικό φαινόμενο. Με τον λόγο μπορεί κανείς να πετάξει στα υψηλά στερεώματα, όπως στην ποίηση, ή μπορεί να αμαυρώσει τον εαυτό του και όσους τον ακούνε. Και δεν υπάρχει νους ακίνητος, νους που να μην γεννά λόγους. Οι λόγοι αυτοί, με την επιμέρους κίνησή τους, υποτάσσονται στον ένα μεγάλο λόγο, αυτόν της προσωπικής μας αφήγησης. Από ένα σεβάσμιο άνθρωπο, γεννιέται ένας σεβαστός λόγος, που εγκρύπτει σοφία και μεγάλη πείρα. Παρομοίως και με τον πάνσοφο Θεό, ο λόγος του φωτίζει και ξεδιαλύνει τα σκοτάδια.
Ο Θεός παντού και πάντα σπέρνει τον λόγο του πλουσίως, «η καρποφορία του όμως εξαρτάται από την δεκτικότητα της καρδιάς» (139). Όταν η καρδιά έχει υποδουλωθεί στα πάθη, τότε αδυνατεί να ακούσει αυτόν τον λόγο. Παρομοίως και με τους ανθρώπους, χρειάζεται ψυχική προετοιμασία και καλλιέργεια για να ακούσει κάνεις τον ενίοτε ευαίσθητο και χαριτωμένο λόγο του πλησίον. Και μάλιστα, όσο πιο πολύ απαλλασσόμεθα από τους δικούς μας λογισμούς, τόσο πιο πολύ επιτρέπουμε στον Άλλον να μιλήσει και ακούμε τη φωνή του.
Ενώπιον του Θεού, καταπαύει κανείς από οποιαδήποτε μέριμνα και ησυχάζει. Για αυτήν την ησυχία, πριν τον λόγο του Θεού, μαρτυρεί πολλές φορές η Γραφή- πχ ο Μωυσής έμεινε στο όρος μόνος του με προσευχή σαράντα ημέρες, και μετά αξιώθηκε να πάρει τον Νόμο. Ο ανθρώπινος λόγος έχει την ικανότητα να αυτοσυστέλλεται.
«Όταν ο άνθρωπος δέχεται ρήμα Θεού, τότε το ‘πυρ’ της θείας αγάπης διαπερνά την καρδιά του», κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο. (140). Ο λόγος είναι φως, και μάλιστα άκτιστο, και παρέχει μια διπλή θεωρία στον άνθρωπο. «Από την μια φανερώνει την πεπυρωμένη αγάπη του Χριστού που κενωτικά προσφέρεται μέχρι τέλους, ενώ από την άλλη την τραγική κατάληξη της πτώσεως του ανθρώπου μαζί με τη φθορά και τον θάνατο που τον περιβάλλουν» (αυτόθι). Τα ρήματα των Γράφων και των Πατέρων της Εκκλησίας φωτίζουν τον άνθρωπο και του αποκαλύπτουν τη δόξα του Αρχετύπου, δηλαδή του Θεού.
Παρομοίως και στις διανθρώπινες σχέσεις ο λόγος του άλλου μας φωτίζει γι’ αυτό που είναι ο άλλος. Οι λόγοι του εκπορεύονται όπως η ενέργεια από την ουσία και σε αυτούς αποκαλύπτεται η ψυχοδυναμική ταυτότητα του άλλου, ο τόπος όπου αυτός στέκεται και εκπορεύει τον λόγο του. «Εκ του περισσεύματος της καρδίας» κινούνται τα ανθρώπινα χείλη και μας φωτίζουν για την ταυτότητα του άλλου.
Ο πατερικός λόγος είναι δοξαστικός, γιατί σε αυτόν αποκαλύπτεται η δόξα του Θεού. Οι απόστολοι και οι άγιοι πρώτα είδαν τη θεία Δόξα και κατόπιν μετέδωσαν με λόγια προς τους συγχρόνους τους το «πλήρωμα αγάπης και χάριτος που τους μεταδόθηκε» (σ. 141). Με θεόπνευστα νοήματα και κτιστά ρήματα οι άγιοι διατυπώνουν την γνώση τους περί Θεού. Γι’ αυτό και οι λόγοι τους θερμαίνουν την καρδιά και λαμπρύνουν το νου. Μια αναλογία υπάρχει και με την ανθρώπινη τέχνη: ένα ποίημα μπορεί να θερμάνει την καρδιά και να λαμπρύνει το νου αυτού που το διαβάζει. Ο νους έχει την ιδιότητα να λαμπρύνεται, να φωτίζεται, και να γίνεται ό,τι και το αντικείμενο στο οποίο στρέφει την προσοχή του. Πρόκειται για μια αναλογία.
Και θα τελειώσουμε λέγοντας ότι «τα ρήματα του Θεού ειναι η ίδια η ζωή του Θεού στην ενεργητική μορφή της, είναι ο Θεός εν τη ενεργεία αυτού’» (σ. 146). Οι εντολές του Θεού είναι το άκτιστο φως μέσα στο οποίο αποκαλύπτεται ο Θεός «καθώς εστιν». Ο λόγος του εμπεριέχει την ακατάλυτη ενέργεια της Θεότητας. Ειναι η δύναμη που κάλεσε από το μη ον στο είναι όλα τα όντα, πνεύμα και ζωή καθώς είπε ο ίδιος ο Χριστός: «Τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν πνεύμα εστι και ζωή εστι». Γι’ αυτό και με την τήρηση των εντολών του Χριστού ο άνθρωπος «ενεργοποιεί την υποστατική ομοίωσή του προς τον Θεό» (αυτόθι).
Η δύναμη του λόγου παραμένει ακόμη άγνωστη δυστυχώς σε μέγα μέρος της φιλοσοφίας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here