Κίργκεγκωρ:  ο τελευταίος Λουθηρανός

0
3472

Ο Κίργκεγκωρ, αυτός ο πρώτος υπαρξιστής φιλόσοφος, ασχολήθηκε κυρίως με τον «άνθρωπο της πίστεως», που κατ’ αυτόν εξέφραζε το γνήσιο βιβλικό πνεύμα. Ο Δανός φιλόσοφος επιτίθεται στον «ιδρυματικό» χαρακτήρα που προσέλαβε ο χριστιανισμός, δηλαδή στην ύπαρξη οργανωμένων εκκλησιών με τα δόγματά τους και τις ηθικές επιταγές τους, που τα χαρακτηρίζει (στον προτεσταντικό κόσμο το δόγμα είχε καταντήσει απλή διανοητική σύλληψη χωρίς να έχει αντανάκλαση στην πραγματική, ρεαλιστική πορεία ζωής του πιστού, ενώ η χριστιανική ηθική εξέπεσε σε ευσεβισμό, σε εξωτερική βελτίωση του χαρακτήρα). Φιλοσοφία για αυτόν σημαίνει παραμερισμός όλων τούτων των οργανωμένων σχημάτων και ατομική σχέση με τον Θεό, την απόλυτη Υπέρβαση: πρόκειται για μια φιλοσοφία της χρονικότητας που συνδέεται με την αιωνιότητα, καθώς το περιορισμένο χρονικά κτίσμα, ο άνθρωπος, καλείται να έρθει σε επαφή με τον άναρχο Θεό. «Ο Κίρκεγκωρ απορρίπτει το έγκυρο για πολλούς αιώνες φιλοσοφικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο το Είναι ταυτίζευται με το Νοείν, και το αντικαθιστά με τη θέση κατά την οποία το Είναι συμπίπτει με το πιστεύειν», γράφει η Χ. Μπακονικόλα-Γεωργοπούλου, στο βιβλίο της «Το τραγικό, η τραγωδία και ο φιλόσοφος» (Αθήνα 1986).

Για τον Κίρκεγκωρ η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να αποτελεί σύστημα, όπως κατά τον Χέγκελ, όπου κάθε συμπαντικό στοιχείο λαμβάνει τη σαφή θέση του μέσα στην καθολική φιλοσοφική τάξη. Η αλήθεια πηγάζει όχι από κάτι αντικειμενικό, κηρύττει ο Κίρκεγκωρ, που θεωρούσε τον εγελιανισμό φιλοσοφικά δεσμά, αλλά από την υποκειμενικότητα, την ατομικότητα του ατόμου, που δεν ανάγεται στο καθολικό. Το άτομο δεν είναι ένα αδιαφόρετο δείγμα του είδους, αλλά φέρει μια μη αναγώγιμη σε αυτό «ιδιωτικότητα». «Το άτομο, κατά τον Δανό στοχαστή ειναι η ‘‘υπόσταση’’. Ο Θεός είναι η υπέρβαση, το ‘‘Απόλυτα Αλλο’’, ο κανόνας του ατομικού… Ανάμεσα στην υπόσταση και την Υπέρβαση υπάρχει η δυνατότητα μιας άμεσης και αυθεντικής, αλλά και σπαρακτικής για το άτομο επικοινωνίας, κατά την οποία η ελευθερία της ύπαρξης δέχεται να αφανιστεί εκούσια: γιατί η αληθινή ελευθερία είναι η κίνηση της ύπαρξης που τείνει προς την αυτοάρνησή της, προκειμένου να αποκαλυφθεί η Υπέρβαση. Μόλις εμφανισθεί η Υπέρβαση, εξαφανίζεται η ελευθερία. Η δυνατότητα της ελευθερίας αυτής δεν σημαίνει ότι το άτομο μπορεί να διαλέγει ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Σημαίνει απλώς ότι μπορεί να επιλέξει (ό.π. σελ.31).

Για τον Κίρκεγκωρ το να υπάρχεις σημαίνει να  είσαι άτομο θεληματικό και παράφορο, να ζεις μέσα στην ένταση του πάθους σου. Δεν είναι να παίζεις προπαντός με την πίστη. Ας μην περιμένει μια χλιαρή ύπαρξη να προοδεύσει στο αγαθό. Μόνο το σφοδρό πάθος καθαγιάζεται. Ο άνθρωπος πρέπει να ζει μέσα στην παραφορά, έχοντας μάλιστα συνείδηση αυτής της ποιότητάς του. Πρέπει να μην μένει ακίνητος στον χρόνο, απολιθωμένος σε κάθε δυνατή αλλοίωση, αλλά να «γίνεται» μέσα σε αυτόν. Επιπλέον, πρέπει να πραγματοποιεί αυτό το «γίγνεσθαι» με την εκλογή, την απόφαση και το πάθος. Υπάρξη σημαίνει πάθος, χρονικότητα, εγρήγορση και ‘’ενεργός σκέψη’’. Αντίθετα από τον εγελιανισμό και την αιώνια βασιλεία του παγκόσμιου πνεύματος, είναι η χρονικότητα του ατόμου που του επιτρέπει να ξανοίγεται στο άπειρο, ως μια στιγμή πιθανόν, πάντως να ξανοίγεται. Ίσως στο σημείο αυτό προκαταλαμβάνεται ο Χάιντεγκερ. 

Εν τω μεταξύ, στην αντικειμενικότητα που επιζητούν οι πολλοί, για να ασφαλίσουν τα νώτα τους και να πάψουν να ριψοκινδυνεύουν στο άθλημα της πίστεως, αντιπαρατάσσεται η μη αναγώγιμη σε οτιδήποτε άλλο υποκειμενικότητα. Στον αφηρημένο στοχασμό, που οδηγεί στα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα, αντιπαραβάλλεται το εσωτερικό βίωμα, που είναι η βάση πάνω στην οποία θα χτιστεί η πίστη. Τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτό το βίωμα, είναι προορισμένο να διανοιχθεί εντός της υποκειμενικότητας και μόνο αυτής. Στο λογικό αντιπαρατίθεται το παράλογο, όπως π.χ. στην λογική αλήθεια ότι ο Θεός είναι άχρονος, αντιπαρατίθεται η αλήθεια πως γεννήθηκε εν χρόνω. Στο γενικό αντιτίθεται το ατομικό, η μοναχική ύπαρξη. Στην επιστήμη αντιπαραβάλλεται η πίστη. Την αιώνια κυρίαρχη ταξη και αρμονία, που βλέπουν παντού οι μεγάλοι φιλόσοφοι, έρχονται να υποκαταστήσουν οι εμμενείς ασυμφιλίωτες αντιθέσεις της ύπαρξης.

Κίνητρο της φιλοσοφικής σκέψης είναι το αγωνιώδες συναίσθημα της ευθύνης που νοιώθει ο άνθρωπος έναντι του Θείου. Δεν θα περιμέναμε κάτι διαφορετικό από έναν λουθηρανό. Η ενοχή είναι το μεγάλο θέμα της Μεταρρύθμισης. Το άγχος για εξιλέωση μάστιζε όλον τον χριστιανικό βορά. Και η λύτρωση από την ενοχή είναι το κυρίαρχο θέμα στον Κίρκεγκωρ. Το παράλογο επίσης αναφέρεται στη σχέση του ατόμου με την θεότητα. Τα όσα έγραψε για το παράλογο ο Κίρκεγκωρ επηρέασαν στον εικοστό αιώνα το λεγόμενο «θέατρο του παραλόγου»- ο φιλόσοφος αυτός ήταν κατά τον Βιτγκενστάιν ο πιο εμβληματικός στοχαστής του 19ου αιώνα.

Ο υποκειμενικός στοχαστής, το άτομο, μπορεί να παραμέρισε την οργανωμένη εκκλησία, με τους θεσμούς και τις ηθικές επιταγές της, δέχεται όμως ότι έρχεται σε επικοινωνία με την Υπέρβαση δυνάμει ακριβώς του «παραδόξου» της πίστης. Όπως είπαμε, το βασικό παράδοξο είναι ότι η αιώνια αλήθεια, δηλαδή ο Θεός, καθίσταται έγχρονη με την Ενσάρκωση του Ιησού και το πεπερασμένο άτομο μπορεί να έρθει σε ‘‘κοινωνία’’ με το άπειρο, άναρχο και ακατανόητο, δηλαδή με τον Θεό.

Η σχέση με τον Θεό όμως είναι βασανιστική και σπαρακτική. Ο μεμονωμένος πιστός με το βιβλίο του, τη Βίβλο του, είναι αυτός που θα πρέπει να ξανοιχθεί στο απόλυτο. Το άτομο εμπλέκεται σε μια σχέση υπερβολικής έντασης με κάτι που, καθαυτό, όπως λέγει ο Κίρκεγκωρ δεν ορίζεται από σχέσεις. Ο Θεός είναι πάνω από τα ανθρώπινα, μπορεί να γνωρίζει τον κόσμο γνωρίζοντας τον Εαυτό Του. Η σχέση με τον πιστό δεν είναι ρεαλιστική. Ο Θωμάς Ακινάτης δεν πίστευε ότι πραγματικά ο Θεός σχετιζόταν με τον κόσμο. Όσο ο Θεός σιωπά, τόσο μεγαλώνει και η ένταση της σχέσης του ατόμου με τον Παντοδύναμο, τόσο αποκαλύπτεται ο πραγματικός Θεός, αλλά και ο εαυτός του ατόμου ως αληθής υπόσταση. Γιατί υπόσταση γίνεται κανείς στη σχέση με τον Θεό. Η σχέση με τον Θεό, επαναλαμβάνουμε λοιπόν, είναι βασανιστική και σπαρακτική. Ο πιστός βρίσκεται σε διαρκή αγώνα με την απιστία.

Η απόρριψη κάθε δογματισμού στην προσπάθεια προσέγγισης του Θείου μέσω της θρησκείας εγκαθιστά την αβεβαιότητα και το άγχος μέσα στην συνείδηση του θρησκευτικού στοχαστή. Η έγχρονη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό παρανοήθηκε και κατέληξε σττην Σταύρωση. Αυτός ο φόβος όμως της παρανόησης δεν είναι δυνατόν ποτέ να αρθεί. Κανένα δεδομένο δεν μπορεί να βεβαιώσει τον άνθρωπο για την αυθεντικότητα της πίστης του. Ο άνθρωπος είναι τραγικά μόνος. Για το άτομο, όλοι οι άλλοι είναι οι κατά τον κληρονόμο του Κίρκεγκωρ Χάιντεγκερ, «οι πολλοί». Κάθε προσέγγιση μαζί τους θα εκφύλιζε τον αγώνα της πίστεως. Η πίστη δεν είναι ποτέ κάτι αυτονόητο και παγιωμένο- είναι μέσα  στη φύση της να δοκιμάζει τον άνθρωπο εσαεί. Ο άνθρωπος είναι εύθραστος απέναντί της. Ο Κίρκεγκωρ παραπαίει ανάμεσα στην πίστη και την αμφιβολία, την αθωότητα και την ενοχή.

Άλλη κυρίαρχη έννοια στον Κίρκεγκωρ, είναι αυτή της αγωνίας. Το πνεύμα απωθεί και συνάμα ελκύεται από αυτήν. Η αγωνία (για τη λύτρωση από την αμαρτία) παίζει και αυτή τεράστιο ρόλο στη θεολογία του προτεσταντισμού. Η αγωνία κατά τον Κίρκεγκωρ εκτείνεται μεταξύ του «δυνάμει» και του «ενεργεία» όσον αφορά την πίστη του ατόμου, μεταξύ της δυνατότητας εκλογής και της εκλογής καθαυτήν, στην οποία καταλήγει το υποκείμενο. Εκτείνεται μεταξύ αθωότητας  και ενοχής, «χάρης» και «πτώσης». Η αγωνία χαρακτηρίζεται και αυτή από ένταση, πάθος και σπαραγμό. Οδηγεί όμως αναπόφευκτα στην εκλογή, όσον αφορά την πίστη, και από αυτήν φθάνουμε στο ποιοτικό άλμα της ζωής του πιστού, με το οποίο το άτομο αποκτά την ενοχή. Και η ενοχή είναι ο δρόμος από τον οποίο ο άνθρωπος φτάνει μπροστά στον Θεό. Το ίδιο το υπάρχειν σημαίνει ενοχή. Να υπάρχεις σημαίνει να είσαι ένοχος.

Μ’ όλα αυτά ο Κίρκεγκωρ παραπαίει μεταξύ του Είναι και του Μηδενός, έχοντας ως σταθερό υπόβαθρο το «μυστήριο» της πίστης, που είναι ένα παράδοξο, ξένο προς την ηθική όσο και προς την λογική. Η πίστη αρχίζει εκεί που τελειώνει ο θεωρητικός στοχασμός. Η πίστη βρίσκεται στους αντίποδες της αμαρτίας και όχι η αρετή. Το πραγματικό άθλημα του ατόμου είναι να γίνει πιστός και όχι ενάρετος. Οι έννοιες «ενοχή» και «αμαρτία» εγκαθιδρύουν το άτομο ως μονάδα άσχετη με τον υπόλοιπο κόσμο, δεδομένου ότι αυτές δεν προσδιορίζονται ως τέτοιες βάσει μιας γενικά ισχύουσας ηθικής ή λογικής αρχής, αλλά βάσει της ατομικής σχέσης του υποκειμένου με το απόλυτο αντικείμενο της πίστης του. Το να πιστεύεις σε πείσμα του λογικού είναι ένα μαρτύριο. Το να απαρνείσαι τη λογική σκέψη, το να χάνεις την υποστήριξη και την προστασία της ηθικής είναι το άκρον άωτο του ανθρώπινου τρόμου. Γιατί η πίστη είναι κάτι μεγαλύτερο από την ηθική, αν σκεφθούμε ότι ο Αβραάμ από πίστη δέχθηκε να κάνει το «μη-ηθικό», την παιδοκτονία. 

                                    *************

Όλα αυτά μας αφήνουν με πολλά ερωτήματα που ζητούν απάντηση. Πώς ο Κίρκεγκωρ φθάνει σε μια τέτοια αντίληψη για την πίστη και την ηθική; Οφείλουμε να διερευνήσουμε κατά συνέπεια περισσότερο την αντίληψη του Κίρκεγκωρ περί πίστεως. Στην μεσαιωνική Καθολική Εκκλησία λοιπόν αναπτύχθηκε η θεολογία της λεγόμενης «αναλογίας του όντος», κατά την οποία, σύμφωνα με τους σχολαστικούς φιλοσόφους, υφίσταται κάποια οντολογική ομοιότητα μεταξύ της μεταφυσικής πραγματικότητας, δηλαδή του Θεού, και του κόσμου.Υπάρχει μια μερική συναφεια, μια «αναλογία» μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς Ακινάτης κινήθηκαν προς αυτήν την κατεύθυνση, τόσο πολύ μάλιστα που ο δεύτερος «απέδειξε» την ύπαρξη του Θεού με λογικά επιχειρήματα.Ωστόσο αυτή η σχολή σκέψης πολεμήθηκε νωρίς μέσα στην Καθολική εκκλησία, λόγω των αδιεξόδων της. Το πιο γνωστό παράδειγμα ειναι ο Γουλιέλμος του Όκκαμ, με τον νομιναλισμό του, ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν μπορούμε από την φιλοσοφία να ανιχνεύσουμε κάποια γνώση περί Θεού. Ο στοχαστής αυτός επιτέθηκε στην «αναλογία του όντος» και στα πλατωνικά αρχέτυπα, την ύπαρξη των οποίων είχε δυστυχώς υιοθετήσει ο άγιος Αυγουστίνος. Ο Όκκαμ, για να οικοδομήσει την θεολογία του, στηρίχθηκε στην «αναλογία της πίστεως», κατά την οποία μπορεί κανείς να γνωρίσει τον Θεό αποκλειστικά από την Αγία Γραφή, την οποία και εξισώνει με την περί Αυτού αποκάλυψη. Υποτίθεται λοιπόν ότι στα αγιογραφικά κείμενα ο Θεός μας εξοπλίζει με μια μυστική δύναμη, κάποιο είδος και πάλι «ενόρασης», προκειμένου να διεισδύσουμε στη φύση της θείας πραγματικότητας και να θεωρήσουμε άμεσα τον Θεό. Την «αναλογία της πίστεως» αποδέχθηκε πλήρως ο Λούθηρος ως μεθοδολογική αρχή της θεολογίας του, ο οποίος μάλιστα ισχυρίστηκε ότι, όταν η Βίβλος λέγει «η πίστη σώζει», δεν εννοεί την διανοητική πίστη της λογικής απόφανσης, αλλά την «ενδιάθετη» πίστη, αυτή που αποτελεί δώρο του Θεού στον άνθρωπο και εμφωλεύει στην καρδιά. Η θέση αυτή του Λουθήρου είναι το σημείο από όπου ξεκινά την φιλοσοφία του ο Κίρκεγκωρ. Κατανοώντας το αντιβιβλικό πνεύμα των ισχυρισμών του Λουθήρου, του δόγματος δηλαδή «μόνο η Γραφή» (καθώς η Βίβλος λέγει ότι ο Θεός είναι απερινόητος), αντέδρασε στην κυρίαρχη γραμμή του προτεσταντισμού. Στο έργο του η πίστη, αντί να σώζει, να βοηθά τον άνθρωπο να διεισδύει στα του Θεου, απλώς τον συντρίβει. Η πίστη αποβαίνει η μεγάλη παγίδα του υποκειμένου, καθώς αυτή δομικά αυτοαναιρείται.Την στιγμή που νομίζει κανείς ότι εννόησε το Θείο, ιδού που αυτό διαφεύγει, και το υποκείμενο μένει μόνο του, γυμνό, εν αγωνία. 

                                                         *****

Μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τα όσα πρεσβεύει ο Κίρκεγκωρ περί πίστεως αν λάβουμε ως παράδειγμα τον κατεξοχήν γι’ αυτόν άνθρωπο της πίστεως, τον Αβραάμ, που τον αντιπαραθέτει μάλιστα στον τραγικό ήρωα της αρχαιότητας. Για τον φιλόσοφο, ο τραγικός ήρωας «παραμένει στο επίπεδο του ηθικού. Επιτρέπει σε μια έκφραση του ηθικού να βρει το «τέλος» της σε μια υψηλότερη έκφραση του ηθικού. Στην περίπτωση π.χ. του Αγαμέμνονα, το πατρικό καθήκον βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με το καθήκον προς το σύνολο ή την κοινή υπόθεση της εκστρατείας» (ό.π.  σελ. 44). Επομένως, το ηθικό πρόβλημα δεν αφήνεται ανοιχτό, εφόσον ένα ηθικό αίτημα, η πατρική προστασία, παραμερίζεται για να ικανοποιηθεί ένα άλλο αίτημα της αυτής τάξης, αλλά υψηλότερης βαθμίδας: το κοινό καλό.

Ο πιστός Αβραάμ αντιθέτως στοχεύει σε ένα τέλος υψηλότερο, έξω από το πεδίο του ηθικού. «Η θυσία του υπερβαίνει το ηθικό, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο. Ο Θεός δοκιμάζει την πίστη του. Η δοκιμασία όμως είναι ένας πειρασμός, ο οποίος αποτρέπει τον άνθρωπο από την εκπλήρωση του χρέους του. Αλλά εδώ, ο πειρασμός στον οποίο υποβάλλεται ο Αβραάμ είναι το ίδιο το ηθικό (το πατρικό καθήκον). Άρα, για να εκπληρώσει ο Αβραάμ το χρέος του προς τον Θεό του, πρέπει να κατανικήσει την ηθικότητα που τον προσδένει στον κόσμο και που τον απομακρύνει από το Θείο. Με την τελική πράξη του, που είναι μια άνευ όρων παράδοση στη θεία βούληση, πραγματοποιείται αναγκαία ‘‘η αναστολή του ηθικού’’. Ο Αβραάμ υπήρξε αποκλειστικά μέσω της πίστης του, και καθ’ υπέρβαση της ηθικότητας» (ό.π. σελ. 45).

Εν συνεχεία, ο Κίρκεγκωρ λέγει ότι ενδιαφέρον έχει η σχέση του ιππότη της πίστεως, του Αβραάμ, με την καθολικότητα (=την ηθική τάξη, που ισχύει για όλους). Ο Αβραάμ δικαιολογεί την υπόστασή του και την πράξη του όχι δυνάμει μιας οποιασδήποτε καθολικής ιδέας ή αλήθειας, αλλά δυνάμει του γεγονότος πως ο ίδιος είναι το ιδιαίτερο «ατομικό», η συγκεκριμένη χωριστή ατομικότητα.

Η σχέση του αυτή με το επέκεινα της ηθικής συνεπάγεται μια μοναχική πορεία, ακατάληπτη και μη μεθεκτή από τους άλλους. Γι’ αυτό και ο Κίρκεγκωρ λέγει ότι στον τραγικό ήρωα της αρχαίας Ελλάδας μπορεί κανείς να δώσει συμβουλή, το πιστό άτομο όμως κανείς δεν μπορεί να καταλάβει. Το μονοπάτι της πίστης είναι πολύ στενό. Το παράδοξο της πίστης έγκειται στο ότι το ατομικό αναδεικνύεται, όπως είπαμε, ανώτερο του καθολικού. «Το ατομικό καθορίζει τη σχέση του με το καθολικό μέσω της σχέσης του με το απόλυτο, κι όχι τη σχέση του με το απόλυτο βάσει της σχέσης του με το καθολικό» ( ό.π. σελ. 45). Υπάρχει ένα απόλυτο καθήκον προς τον Θεό, που όχι μόνο δεν έχει ανάγκη την έννοια της ηθικότητας για να στηριχτεί, αλλά και ανάγει το ηθικό στο χώρο του σχετικού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το εξουδετερώνει ή το καταργεί. «Ο πιστός, ο γνήσιος πιστός είναι ένας μοναχικό ταξιδιώτης που ξέρει καλά πόσο ανακουφιστικό είναι να αναλαμβάνει την ασφάλεια που παρέχει το καθολικό, και να συνυπάρχει διανοητικά με τους άλλους. Παρόλα αυτά απαρνείται το καθολικό για να γίνει ατομικότητα» (ό.π. σελ. 46).

Περαιτέρω , για τον Κίρκεγκωρ η ύπαρξη του ιππότη της πίστεως συνδέεται άμεσα με την κατάστασή του, που ειναι μια μόνιμη κατάσταση τρομακτικής έντασης και διαρκούς παράφορης επαγρύπνησης και συγκέντρωσης στο αντικείμενο της πίστης του. Ο ιππότης της πίστης κουβαλάει μαζί του την τρομερή ευθύνη της μοναξιάς. Τέλος, ο ιππότης της πίστεως αποκτά μια ιδιωτική σχέση με τον Θεό, η οποία γεννιέται μέσα στην μοναξιά, στη σιωπή και στην αποκλειστική του προσήλωση στο αντικείμενο της πίστης του. Αυτός απευθύνεται με το ‘‘Συ’’ στον Θεό του, ενώ ο τραγικός ήρωας του μιλάει σε τρίτο πρόσωπο. Ο Αβραάμ της πίστης και της τέλειας παραίτησης αφουγκράζεται μόνος του το θεϊκό μήνυμα, είναι αναγκασμένος να αποκτυπρογραφήσει μόνος του τη θεϊκή βούληση, και σ’ αυτό κανείς δεν μπορεί να του παρασταθεί.

                                                        *******

Στην πραγματικότητα, μέσα από όλα αυτά φαίνεται πως η «αναλογία της πίστεως» παγιδεύει, συντρίβει τον άνθρωπο, τον καταβάλλει. Η πίστη για τον προτεσταντικό κόσμο είναι μια καθαρά ατομική υπόθεση. Μπορεί ο Λούθηρος να είπε ότι η πίστη εμφωλεύει στην καρδιά, αλλά στην ουσία αυτή πρακτικά καταντά μια διανοητική υπόθεση. Η διάνοια ψάχνει να βρει αν τα όσα λέγει η πίστη αληθεύουν ή όχι, μαθημένη όμως να απορρίπτει οτιδήποτε παράλογο καταβάλλει τον πιστό και εξουδετερώνει την πίστη του. Το μοναχικό άτομο της πίστεως γίνεται ακόμη μοναχικότερο. Δεν μπορεί να δοκιμάσει την έννοια της «κοινωνίας» με το εκκλησίασμα, εφόσον η πίστη είναι καθαρά ατομική υπόθεση. Γι’ αυτό και ο Κίρκεγκωρ ήταν τόσο σφοδρά αντίθετος στον «ιδρυματικό» χριστιανισμό, αυτόν που γνώριζε –όσο γνώριζε, για έναν λουθηρανό- την ομοπραξία της τελετής. Η πίστη συντρίβει τον άνθρωπο, ο ιππότης της πίστεως δεν μπορεί παρά να εξουδετερωθεί μέσα στην ατομικότητά του. Η πίστη γίνεται τέλος ένα μυστικιστικό στοιχείο, το οποίο κουβαλά στους ώμους του ο πιστός όσο μπορεί να αντέξει, για να το αποτινάξει γρήγορα από πάνω του αν θέλει να επιβιώσει.

Απαρνούμενος τέλος με τον τρόπο του την «αναλογία της πίστεως», καθώς η τελευταία απλώς συντρίβει τον άνθρωπο, ο Κίρκεγκωρ φθάνει στο υπαρξιστικό δόγμα, ότι δηλαδή η ύπαρξή μου προηγείται της ουσίας μου. Δεν ήταν δυνατόν μέσα στην ανθρώπινη φύση και ουσία, να χωρέσει μια τέτοια πραγματικότητα, η «πίστη» του Κίρκεγκωρ.

                         *******

Η τελική λύση στο μυστήριο της θυσίας του Αβραάμ, και για να αποφύγουμε την παγίδα της αναλογίας του όντος και της αναλογίας της πίστεως, είναι να ακολουθήσουμε τη γραμμή των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι αυτός που μίλησε στον άνθρωπο της Παλαιάς Διαθήκης, εν προκειμένω τον Αβραάμ, και έδωσε τις εντολές, είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Χριστός, και όχι ο Πατήρ. Ο μέλλων να ενσαρκωθεί Υιός, είναι αυτός που εμφανίζεται, άσαρκος ακόμη, στους προφήτες και πατριάρχες, και επιτρέπει με κτιστά ρήματα και νοήματα να μεταφερθεί η άκτιστη πραγματικότητα στον άνθρωπο. Το άκτιστο μπορεί να κοινωνεί με το κτιστό, το οποίο και υπερβαίνει κατά πάντα, «βιάζοντάς» το με μια ιερή, όχι εξουσιαστική βία, μεταμόρφωσης και πνευματικής ανόδου. Το κτιστό μετέχει αληθινά στο άκτιστο, μεταστοιχειώνεται σε κάτι πνευματικό, με την βιβλική έννοια, καθώς δύναται πραγματικά να υποδεχθεί το ξένον, το άλλον, που είναι ο Θεός («κίνησις υπέρ φύσιν»). Μια τέτοια κίνηση αναζητούσε ο Κίρκεγκωρ διαρκώς στην ζωή του, και δεν την εύρισκε, καθώς χώλαινε η χριστολογία του. Δίχως χριστολογία, ο άνθρωπος καταντά σύντριμμα. Η σχέση με τον Χριστό, από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης, μεταμορφώνει δυναμικά τον άνθρωπο, ενώ αντιθέτως, αν θεωρηθεί καταρχήν δυνατή μιας κάποιας μορφής κοινωνία με τον Θεό καθεαυτήν, έξω από το γεγονός του σαρκωθησομένου Λόγου, τότε θα υπάρξει θεολογικό πρόβλημα. Συγκεκριμένα, το γεγονός «Ενσάρκωση» θα θεωρηθεί απλώς ως το επιστέγασμα, και όχι η προϋπόθεση, μιας ήδη υφισταμένης, και μάλιστα αυτοδικαίως, κοινωνίας με τον Θεό, σύμφωνα ακριβώς με τις προϋποθέσεις της δυτικής θεολογίας.  

 Ο Χριστός αναλαμβάνει να γεφυρώσει το κτιστό και το άκτιστο, είναι Αυτός που επιτρέπει στον πιστό να μπορέσει να μιλήσει με τον Θεό του, Αυτός που δίνει τη βεβαιότητα στον ταπεινό Αβραάμ ότι του ζητά να θυσιάσει το παιδί του, γιατί μια μέρα πρόκειται να θυσιαστεί ο ίδιος για το ανθρώπινο γένος. Το άθλημα της ταπείνωσης είναι αυτό που κάνει την ανθρώπινη καρδιά να λέγει συνεχώς το του Σαμουήλ: «λάλει, Κύριε, ο δούλος σου ακούει».

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here